Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 14
Όσον ασήμαντος ήτο η μυστηριώδης Αρχή της Εταιρίας των Φιλικών, τόσω πλειότερος μισθός οφείλεται τω Αλεξάνδρω Υψηλάντη προθυμηθέντι να περικαλύψη τα ταπεινά σπάργανά της υπό την επισημότητα του γένους του και την λαμπρότητα της θέσεώς του· θερμός πατριωτισμός αναμφιβόλως και υψηλή φιλοδοξία τον έπεισαν ν' αναδεχθή τον κινδυνωδέστατον αγώνα, υπέρ ου και λαμπράν θέσιν παρά τω αυτοκράτορι πρόθυμος εθυσίασε και τα εν Τουρκία υπό ρωσσικήν προστασίαν συμφέροντά του ωλιγώρησε, και μέγα μέρος της πατρικής περιουσίας γενναίως εδαπάνησεν. Αλλ' ήττων εδείχθη του δυσχερούς έργου του· ευαπάτητος και πρόθυμος να πιστεύη ό,τι επεθύμει, έγεινε παίγνιον εξ αυτής της αρχής ιδιοτελών, ραδιούργων, κακοβούλων και προδοτών, και ηναγκάσθη μετ' ολίγον να φροντίζη και υπέρ αυτής της σωτηρίας του (δ)· αναποφάσιστος και ανεπίμονος εδείχθη καθ' όλα τα κινήματά του· έξωθεν μάλλον ή έσωθεν ήλπιζε· παρεγνώρισε δε και την φύσιν των επαναστάσεων συντηρουμένων εκ προοιμίων και κρατυνομένων δι' επιθέσεως, αναστελλομένων δε και φθειρομένων δι' αμύνης. Αισιώτερα ηύρε τα πράγματα εν ταις ηγεμονείαις παρ' ό,τι εδύνατο ευλόγως να ελπίση, διότι και η Μολδαυία και η Βλαχία προθύμως τον εδέχθησαν, και υπέρ διμηνίαν ουδαμού Τούρκοι εφάνησαν. Αλλά και αι τόσον αίσιαι περιστάσεις, και ο τόσω πολύτιμος της ανέσεως καιρός δεν τον ωφέλησαν. Όλη η δύναμίς του ήτον η επικρατούσα ιδέα ότι, αναδεχθείς παρρησία τον αγώνα, αντεπροσώπευε μυστικώς την Ρωσσίαν και όμως εματαίωσεν αυτός την σωτήριον ταύτην πλάνην, κηρύξας ότι μεγάλη τις Δύναμις επροστάτευε τον αγώνα, και αναγκάσας την Ρωσσίαν και το κίνημά του πανδήμως να κατακρίνη, και την συναίνεσίν της προς αποστολήν οθωμανικών δυνάμεων εις τας ηγεμονείας προθύμως να δώση. Αι μάχαι του Δραγασανίου, του Σκουλενίου και του Σέκου, και η γενναία αντίστασις τόσων άλλων πολεμιστών μετά την απέλευσίν του απέδειξαν, ότι είχεν υπό την οδηγίαν του άνδρας ετοίμους και να τον δοξάσωσι, και ν' αποθάνωσι χάριν του αγώνος· αλλ' εις ουδέν ωφελήθη. Αφ' ού δε κατέστη η θέσις του τόσω δεινή, παρεδόθη επί ματαία ελπίδι εις ξένην και δυσμενή εξουσίαν υφ' ην και ετελείωσε πικρώς τας ημέρας του. Το κατά τας ηγεμονείας όμως ατυχές κίνημά του ωφέλησε τα μέγιστα την κινηθείσαν Ελλάδα, διότι έφερε μέγαν στρατιωτικόν αντιπερισπασμόν και βαρείας πολιτικάς συγκρούσεις Ρωσσίας και Τουρκίας, παρ' ολίγον δε και εχθροπραξίας. Η δε μνήμη του Υψηλάντου, όπως και αν τον θεωρήση τις, θα διαμένη παρ' ημίν αγήρατος και πολυύμνητος δι' όσα μεγαλοφρόνως και φιλοκινδύνως επεχείρησε, δι' όσα χάριν της πατρίδος έπαθε, και διά την επί τέλους ευτυχή έκβασιν του αγώνος, ον πρώτος εκίνησεν. Αναπληροί δε ο διακαής και ειλικρινής αυτού ζήλος όλας τας πολιτικάς και πολεμικάς ελλείψεις του.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
&Κατάστασις των νήσων, Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών. — Αίτια της ευτυχίας των — Η κατά θάλασσαν δύναμις Ελλήνων και Τούρκων. — Αποστασία των τριών Νήσων. — Έκπλους του ελληνικού στόλου. — Αποστασία του Αιγαίου πελάγους και της Σάμου.&
ΤΡΙΑ ασήμαντα νησίδια αντιπαρετάχθησαν ευτυχώς υπέρ της ελευθερίας όλης της Ελλάδος προς μεγάλην και παλαιάν αυτοκρατορίαν, και κατήσχυναν στόλους χιλιάκις και μυριάκις ανωτέρας δυνάμεως διά μόνων εμπορικών πλοίων, και διά μόνων των χρημάτων τινών των κατοίκων. Πώς έφθασαν τα νησίδια ταύτα εις τόσην ισχύν και ευπορίαν;
Ούτε Τούρκους κατοίκους είχαν, ούτε Τούρκους διοικητάς· αλλ' έζων αυτόνομα και αυτοδιοίκητα υπό την ανωτάτην δικαιοδοσίαν του κατά καιρόν καπητάμπασα επί τινι κατ' έτος φόρω και επί αποστολή αριθμού τινος ναυτών εις υπηρεσίαν του βασιλικού στόλου. Τοιουτοτρόπως διοικούμενοι οι κάτοικοι συμφέρον δεν είχαν να σπουδαρχώσι, και μακράν έζων της κακοηθείας και της διαφθοράς των κρατούντων. Ούτε γεωργοί ήσαν ούτε τεχνίται, αλλ' όλοι ναύται και έμποροι. Ολιγώτατα γράμματα ήξευραν και αυτοί οι πρόκριτοι. Τα ήθη των ήσαν απλά και σεμνά, και η προς τα θρησκευτικά ευλάβειά των θερμοτάτη. Λιτώτατοι ήσαν περί την δίαιταν και τιμιώτατοι περί τας συναλλαγάς. Είχε σπαρτιατικόν τι ο χαρακτήρ των προκρίτων της Ύδρας· ήτον αγέρωχος και εμβριθής. Η νήσος των ήτον η σημαντικωτέρα των τριών· η διοίκησίς της ήτο παλαιόθεν αριστοκρατική, και οι αριστοκράται της εγνωρίζοντο υπό το όνομα ν ο ι κ ο κ υ ρ α ί ο ι· ανήκαν δε εις την τάξιν ταύτην όσοι ήσαν εύποροι και δεν εθαλασσοπόρουν. Αόριστος ήτον ο αριθμός αυτών, και συχνάκις πλοίαρχοι είτε διά γηρατειά, είτε δι' ασθένειαν, ή και διότι ευτύχησαν, παύοντες του να ταξειδεύωσι, συγκατετάττοντο. Η τάξις αύτη συνίστα το ανώτατον συμβούλιον, όπου πάσα υπόθεσις κοινή ανεφέρετο και απεφασίζετο άνευ συμπράξεως του λαού· καθίστα δε και τους δημογέροντας του τόπου εκ των μελών της, ους έπαυεν οσάκις ήθελεν. Οι πόροι του κοινού ήσαν οι του τελωνίου 2 1/2 τοις 0/0, και τρία γρόσια κατ' οικογένειαν ετησίως· τα δε ελλείποντα εις συμπλήρωσιν της δημοσίας δαπάνης κατέθεταν μόνοι οι νοικοκυραίοι αναλόγως. Αρχομένου δε του 1803 κατέστησεν ο καπητάμπασας διοικητήν του τόπου κατ' αίτησιν των νοικοκυραίων, επιθυμούντων διοίκησιν ισχυροτέραν εις διατήρησιν της κοινής ησυχίας ταραττομένης τότε υπεράλλοτε, τον συντοπίτην των Γεώργην Βούλγαρην, όστις διά της ικανότητος και δραστηριότητός του επανήγαγε την ησυχίαν εις την πατρίδα του και την διετήρησε· συναινέσει δε και συμπράξει των νοικοκυραίων, ων παρά γνώμην ουδέν έπραττεν, μετερρύθμισε τα του τελωνίου, έπαυσε τας συνεισφοράς προκαλούσας συχνάς και βαρείας διενέξεις, και εις θεραπείαν των αναγκών της πατρίδος έθεσε φόρον 5 τοις 0/0 εφ' όλου του κέρδους παντός πλοίου, εμπεριεχομένων και αυτών των μεριδίων των ναυτών· εκανόνισε και τον τόκον των κεφαλαίων κατά τας αποστάσεις των τόπων μεθ' ων εμπορεύοντο, και ώρισε τον αριθμόν των νοικοκυραίων εις είκοσι τέσσαρας, εξ ων δώδεκα ενήργουν κατ' έτος. Επειδή δε εκρίθη και περιττόν και επιζήμιον ως προς τας ιδιαιτέρας υποθέσεις των να συνέρχωνται καθ' ημέραν και οι δώδεκα, υποδιηρούντο εις τρία, ώστε τέσσαρες μόνον ειργάζοντο μετά του διοικητού ως δημογέροντες κατά τετραμηνίαν διά τας συνήθεις υποθέσεις· οσάκις δε συνέπιπταν σπουδαιότεραι, εκαλούντο και οι δώδεκα, πολλάκις και οι είκοσι τέσσαρες, εν περιπτώσει, δε δεινής τινος περιστάσεως, και οι πλοίαρχοι, ους συνερχομένους κατ' ιδίαν ειδοποίουν οι νοικοκυρέοι περί ων εβουλεύοντο και εζήτουν την γνώμην των. Τα πλοία τα υπό των συγκαλουμένων πλοιάρχων κυβερνώμενα ήσαν κτήματα των νοικοκυραίων, επομένως και η ψήφος αυτών ψήφος εκείνων. Νόμους είχε το κοινόν τα έθιμα, τον ορθόν λόγον, και την γνώμην των νοικοκυραίων· είχε και σφραγίδα τετραμερή, ης το τεταρτημόριον εκράτει έκαστος των εν ενεργεία νοικοκυραίων, οίτινες συνερχόμενοι εσφράγιζαν τα βουλεύματά των επισφραγιζόμενα και υπό του διοικητού.
Τας αυτάς αριστοκρατικάς βάσεις και τους αυτούς σχεδόν κανονισμούς είχε και το διοικητικόν σύστημα των Σπετσών.
Το δε των Ψαρών ήτο δημοκρατικόν. Συνήρχετο ο λαός κατ' έτος όλος και εξέλεγε πανδημεί 40 εκλέκτορας εκ των διαφόρων τάξεων των πολιτών· ούτοι δε εξέλεγαν τρεις δημογέροντας, και ή όλοι ομού, ή τινες αυτών, ενίοτε δε και μόνοι οι δημογέροντες, κατ' εντολήν των εκλεξάντων αυτούς, εθεώρουν την ληψοδοσίαν των παυόντων δημογερόντων. Η σφραγίς του κοινού ήτο τριμερής· έκαστος των δημογερόντων εκράτει το τριτημόριον, και συνερχόμενοι και οι τρεις εσφράγιζαν· επί τινων δε περιστάσεων εκάλουν και τους προκρίτους εις σύσκεψιν. Εισοδήματα του κοινού ήσαν τα του τελωνίου, 50 γρόσια κατ' οικογένειαν ετησίως, και 2 παράδες το κοιλόν επί τω ανάπλω και επί τω κατάπλω εκάστου πλοίου.
Τοιούτον ήτο το διοικητικόν σύστημα των νήσων· μετήρχοντο δε την ναυτιλίαν και το εμπόριον ως εξής.
Ούτε ναύτας εμίσθοναν, ούτε τα πλοία των συνήθως εναύλοναν (α), αλλ' εναυτίλοντο και δι' ιδίων χρημάτων εμπορεύοντο επ' ωφελεία ή ζημία κοινή των κυρίων των πλοίων, των κεφαλαιούχων και του πληρώματος όλου· εμοίραζαν δε τα κέρδη των κατά τον εξής τρόπον. Αφήρουν εν πρώτοις τα κεφάλαια, τον κανονισμένον τόκον, τα της τροφής και ό,τι άλλο εδαπάνουν αφήρουν έπειτα τον δημοτικόν φόρον· αφήρουν και 1 τοις 0/0 εις χρήσιν του μοναστηρίου των· μετά ταύτα όσοι ήσαν οι ναύται άνευ διακρίσεως ηλικίας, βαθμού, ή ικανότητος, τόσα ελογίζοντο και τα μερίδια, όλα ίσα· άλλα τόσα μερίδια ελογίζοντο και τα του πλοίου, εις α επροστίθεντο δέκα, άτινα εδίδοντο τω πλοιάρχω προς αντιμισθίαν των ανωτέρων και ικανωτέρων του πληρώματος κατά την κρίσιν αυτού. Ούτε τα εν τω πλοίω κεφάλαια ενείχοντο εις τας ζημίας του πλοίου, ούτε το πλοίον εις τας των κεφαλαίων. Η διανομή δε εγίνετο καθ' ον είπαμεν τρόπον οσάκις το μερίδιον του ναύτου έπιπτε τουλάχιστον είκοσι δίστηλα· αλλ', αν ολιγώτερον, εμετριάζετο ο κανονικός επί των κεφαλαίων τόκος. Τόσον δε ευθείς και άμεμπτοι ήσαν οι άνδρες ούτοι εις τας συναλλαγάς των, ώστε αμέτρητα επί της αναγωγής των πλοίων παρέδιδαν οι κεφαλαιούχοι τα εις κίνησιν αυτών χρήματα, και αμέτρητα τα παρελάμβαναν επί της καταγωγής των· αποδεικτικά δε παραλαβής, ή εξοφλητικά αποδόσεως δεν έδιδαν, θεωρούντες τοιαύτα τον απλούν λόγον, και ασφάλειαν των δανειστών την τιμήν των δανειζομένων.
Κατά το σύστημα δε τούτο της κινήσεως των πλοίων, ο απλούς ναύτης, έχων αναλόγως το αυτό συμφέρον του πλοιάρχου και του κεφαλαιούχου ως προς την ευτυχή έκβασιν του ταξειδίου του, ως συμμέτοχος και αυτός του κέρδους, εκοπίαζε προθύμως, ερριψοκινδύνευεν αυτοπροαιρέτως, και εθαλασσομάχει πλήρης ελπίδων· διά τούτο και τα ταξείδιά των ήσαν και συντομώτερα και οικονομικώτερα και συχνότερα των άλλων, και τα πλοία των εισέπλεαν ευτυχώς τους απαγορευμένους εν πολέμω λιμένας φέροντα τροφάς επί υπερόγκω τιμή, και λαμβάνοντα εκείθεν επί μετρία τα δυσκόλως εξαγόμενα εντόπια προϊόντα. Αν και ναυπηγοί και πλοίαρχοι και ναύκληροι ήσαν όλοι ανεπιστήμονες και όλοι σχεδόν αναλφάβητοι, η μακρά όμως πείρα, η καθημερινή έξις και η αδιάλειπτος προσοχή ανεπλήρουν επιτυχώς πάσαν έλλειψιν επιστήμης και την αγραμματίαν.
Η επανάστασις της Γαλλίας και οι μετά ταύτα ευρωπαϊκοί πόλεμοι εξήψαν την φιλοκέρδειαν των νησιωτών, και τοις έδωκαν αφορμήν και τον αριθμόν των πλοίων ν' αυξήσωσι, και την κατασκευήν επί το ταχυπλοώτερον να καλητερεύσωσι, και διά πολυαριθμοτέρων παρά το σύνηθες πληρωμάτων να ταξειδεύωσιν· ενοχλούμενοι δε υπό των κατ' εκείνους τους χρόνους μολυνόντων την μεσόγειον Αλγερινών, Τουνεζίνων και Τριπολίνων, ηναγκάζοντο να οπλίζωσι τα πλοία προς ιδίαν υπεράσπισιν, ώστε μετερχόμενοι το εμπόριον εν λιτότητι, προθυμία και τόλμη, και πλούτον πολύν έφεραν εις την πατρίδα, και εις τα του πολέμου εγυμνάζοντο, και πλήρεις θάρρους και αυτομαθείς πολεμικοί ευρέθησαν επί της επαναστάσεως απέναντι αγυμνάστου και απειροπολέμου ναυτικού.
Καθ' ον δε καιρόν εξερράγη η επανάστασις, αι τρεις νήσοι είχαν 176 πλοία (καράβια) φορταγωγά, άτινα μετεχειρίσθησαν ως πολεμικά επ' αγαθώ της κοινής πατρίδος. Τα πλείστα δε και μεγαλήτερα ήσαν τα της Ύδρας, 92 τον αριθμόν· 44 ήσαν τα των Σπετσών, και 40 τα των Ψαρών. Τα μεγαλήτερα δε των πλοίων της Ύδρας ήσαν τρία, το τρικάταρτον του Τομπάζη 20 κανονίων των 12 λιτρών, το τρικάταρτον του Λελεχού 18 κανονίων των μεν των 18 των δε των 15 λιτρών, και το δικάταρτον του Μιαούλη 18 κανονίων των 12 λιτρών τα δε άλλα πλοία είχαν ανά 10 έως 14 κανόνια συνήθως των 9 λιτρών. Εκτός των ανωτέρω τριών ναυτικών νήσων είχαν και άλλαι συναποστατήσασαι ολίγα πλοία, ως η Κάσσος και η Μύκωνος, χρησιμεύσαντα και αυτά εις τον αγώνα. Πλειότερα είχε το εν τω Κορινθιακώ κόλπω Γαλαξείδι. Ο δε αριθμός των Ελλήνων ναυτών ήτο πολλά ανώτερος παρ' όσον εχρειάζετο η κίνησις των πλοίων τούτων, διότι όλαι αι νήσοι και όλα τα παράλια της Ελλάδος εδημιούργουν διά της ακτοπλοΐας ακαταπαύστως ναύτας. Αρκεί δε να ρίψη τις το βλέμμα επί τον γεωγραφικόν χάρτην της Ελλάδος ίνα πεισθή, ότι οι επί της ξηράς αγώνες των Ελλήνων, όσον λαμπροί και αν ήσαν, αδύνατον ήτο να ευδοκιμήσωσιν άνευ της ευτυχούς συμπράξεως του γενναίου τούτου ναυτικού. Αλλ' η υπηρεσία των ναυτικών τούτων νήσων τιμά αυτάς διαφερόντως, διότι ήσαν σχεδόν αυτόνομοι και αυτοδιοίκητοι προ της επαναστάσεως και ούτε ησθάνοντο τα κακά της τυραννίας ως τα άλλα μέρη της Ελλάδος, ούτε, ευδοκιμούντος του αγώνος, επροσδόκουν την απόλαυσιν ων θ' απελάμβαναν καλών εκείνα· εβάστασαν δε και όλον τον ναυτικόν αγώνα διά των ιδιοκτήτων πλοίων, και κατά τα πρώτα έτη διά του ιδίου πλούτου. Τινές των πλουσίων κατοίκων αυτών εξ αιτίας των υπέρ πατρίδος χρηματικών θυσιών επτώχευσαν, και όλοι ανεξαιρέτως εμίκρυναν τας ουσίας των. Αι τρεις ναυτικαί νήσοι απέκτησαν δικαίω τω λόγω μεγίστην επιρροήν εις τα πολιτικά συμβούλια της Ελλάδος, και την μετεχειρίσθησαν εις ωφέλειαν της κοινής πατρίδος.
Η δε θαλάσσιος δύναμις της Πύλης συνίστατο, αρχομένου του αγώνος, εκ 4 Τρικρότων, 13 Δικρότων, 20 Φρεγατών, 22 Κορβετών και άλλων μικροτέρων πλοίων, συνυπηρέτουν δε καί τινα των εν Αφρική ηγεμονιών, αλλ' άδηλον το ποσόν και το ποιόν αυτών· διεκρίνοντο δε τα πληρώματά των ως μάλλον των άλλων εξησκημένα εις την ναυτιλίαν και ως μαχιμότερα.
Πρώτη των νήσων απεστάτησεν η των Σπετσών· και μηδόλως αναμείνασα την απόφασιν της γείτονος και συναδέλφου της Ύδρας, εστόλισε την 26 μαρτίου κοινή γνώμη των εντοπίων όλων τα πλοία της διά της νέας σημαίας. Ήτο δε αύτη κυανόχρους και ο γύρος αυτής ερυθρός· εν μέσω είχεν ημισέληνον προς τα κάτω βλέπουσαν και άνωθεν αυτής σταυρόν· δεξιόθεν του σταυρού λόγχην, αριστερόθεν άγκυραν φέρουσαν όφιν περιτετυλιγμένον, και γύπα μεταξύ του σταυρού και της αγκύρας τρώγοντα την γλώσσαν του όφεως· δεξιόθεν δε και αριστερόθεν της ημισελήνου ήσαν εγκεχαραγμέναι αι λέξεις «Ε λ ε υ θ ε ρ ί α - ή - θ ά ν α τ ο ς». Ήσαν δε όλα τα σύμβολα και τα γράμματα ερυθρόχροα. Υπό τοιαύτην σημαίαν έπλευσαν των Σπετσών τα πλοία τα μεν εις πολιορκίαν της Μονεμβασίας πολιορκουμένης ήδη διά ξηράς, τα δε εις τον αργολικόν κόλπον, και άλλα προς καταδίωξιν ή σύλληψίν των χάριν εμπορίου περιφερομένων εχθρικών πλοίων. Τα πλείστα δε των εις Μονεμβασίαν καταπλευσάντων μετέπλευσαν εις Μήλον και Κίμωλον όπου ελλιμένιζον δύο τουρκικά πολεμικά· μία κορβέτα και έν δικάταρτον, συνοδεύοντα έν φορτηγόν, φέρον πολεμεφόδια εις χρήσιν του κατά την Ήπειρον στρατού· συνέλαβαν δε τα τρία ταύτα αίφνης αύτανδρα, και τα μετέφεραν εις την πατρίδα των, όπου ο λαός τα μεν πληρώματα κατέστρεψε, τα δε πλοία έκαυσεν αυτόφορτα επί λόγω ότι οι συλλαβόντες αυτά, ήθελαν να τα θεωρώσιν ως ίδια.
Κατόπιν των Σπετσών ύψωσαν την επαναστατικήν σημαίαν τα Ψαρά κοινή γνώμη και αυτά των κατοίκων, και επροϊμίασαν ευτυχώς εις ωφέλειαν της κοινής πατρίδος κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Άμα γνωστής γενομένης της αποστασίας της Πελοποννήσου, εξέδωκεν η Πύλη προσταγάς να συναχθώσιν όσον τάχιον στρατεύματα εις τα παράλια της Ασίας εκ των ενδοτέρων, και διαβιβασθώσιν εις Πελοπόννησον. Συνήχθησαν τρισχίλιοι εις τα παράλια της Σμύρνης, και ητοιμάζοντο να εκπλεύσωσιν υπό την προστασίαν του αναμενομένου οθωμανικού στόλου· αλλ' οι Ψαριανοί, μαθόντες τούτο, έστειλαν 7 πλοία εις τα παράλια εκείνα υπό τον Νικολήν Αποστόλη, άτινα αιφνιδίως επιπεσόντα εβύθισαν έν τουρκικόν και συνέλαβον 4 φέροντα πολεμικάς αποσκευάς και 450 στρατιώτας· μετέφεραν δε και τα πλοία και τους στρατιώτας αβλαβείς εις την νήσον των, και εκείθεν διεσκόρπισάν τινας αυτών εις άλλας νήσους. Οι δε επί της ξηράς, μαθόντες τα παθήματα των συναδέλφων των, διεσκορπίσθησαν, και τοιουτοτρόπως εματαιώθη η κατά της Πελοποννήσου πρώτη εκστρατεία.
Εντός του κόλπου της Αίνου επί νησιδίου όχι μακράν του μυχού του κόλπου, καθώς και επί της αντικρύ ξηράς, εσώζοντο κανονοστάσια ανεγερθέντα άλλοτε και οπλισθέντα εις προφύλαξιν των φρουρίων του Ελλησπόντου από ενδεχομένου εχθρικού κινήματος. Οι Ψαριανοί, πλήρεις τόλμης και ενθουσιασμού, και θέλοντες να οχυρώσωσι την πατρίδα των, έστειλαν 4 πλοία υπό τον Ανδρέαν Γιαννίτσην, εξ ων απεβιβάσθησαν την 2 μαΐου επί της ξηράς και επί του νησιδίου τινές οπλοφόροι· οι δε φυλάττοντες τα κανονοστάσια Τούρκοι, ως 70, έφυγαν μετά μικράν αντίστασιν, και ούτως οι Ψαριανόι μετέφεραν εις την πατρίδα των 23 κανόνια, τα μεν των 15, τα δε των 30 λιτρών, 2 βομβοβόλους και ικανά πολεμεφόδια. Κατ' εκείνας τας ημέρας δύο άλλα πλοία των κατεδίωξαν δύο εχθρικά κατά την Θεσσαλονίκην, άτινα έρριψαν οι εμπλέοντες εις τα παράλια του αγίου Όρους και τα έκαυσαν· αυτοί δε διεσώθησαν φεύγοντες. Οι Ψαριανοί μετέφεραν τα κανόνια και των πλοίων τούτων εις την νήσον των και περιέπλεαν τα παράλια της πλησίον Ασίας και Ευρώπης, ως αν ήσαν κύριοι των μερών εκείνων, φοβίζοντες τους κατοίκους των Τούρκους και θαρρύνοντες τους Χριστιανούς.
Η Ύδρα ύψωσεν η τελευταία την επαναστατικήν σημαίαν υπό περιστάσεις αξιοσημειώτους, κινηθέντος του λαού παρά γνώμην των προκρίτων.
Είς των δευτερευόντων της Ύδρας πλοιάρχων, ο Αντώνης Οικονόμου, ναυαγήσας παρά τα Γάδειρα, επανήλθεν εις την πατρίδα του, και μη δυνάμενος να εύρη χρήματα επί κτήσει άλλου πλοίου, μετέβη προς εύρεσιν αυτών εις Κωνσταντινούπολιν, όπου μυσταγωγηθείς τα της Εταιρίας και σχετισθείς προς τους ενδιατρίβοντας επιτρόπους αυτής επανέστρεψεν εις Ύδραν άπρακτος μεν ως προς τον σκοπόν του, αλλά όλος ενθουσιών υπέρ της μελετωμένης πολιτικής μεταβολής. Ολίγοι ήσαν οι εν Ύδρα φιλικοί, και αυτοί εκ της τάξεως των πλοιάρχων· ήσαν καί τινες νέοι εκ των ανωτέρων οικογενειών· αν δε επεθύμουν και εμελέτων την αποστασίαν της πατρίδος, ήθελαν εις ευόδωσιν του κινδυνώδους τούτου τολμήματος να ενεργηθώσι τα δέοντα γνώμη και συμπράξει των ισχυρών προκρίτων του τόπου· αλλ' ούτοι τόσον απείχαν του σκοπού τούτου, ώστε και μετά την επανάστασιν της Πελοποννήσου και των Σπετσών έστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν τους επί βασιλική υπηρεσία πεμπομένους κατ' έτος νύκτας, ους προφθάσαντες καλή τύχη εις Μήλον εν καιρώ εμπόδισαν, διότι άλλως θα εγίνοντο όλοι θύματα, ως εγένοντο οι εν τη αυτή, υπηρεσία συνάδελφοι των. Ο δε Οικονόμος υποστηριζόμενος παρά του Γκίκα, ενεργούντος εν αγνοία του πατρός του, Θεοδώρου Γκίκα, ενός των προκρίτων, και έχων θερμούς συνεργούς τον συμπολίτην του Πέτρον Μαρκέζην και τον Γεώργην Αγαλλόπουλον Πελοποννήσιον κατοικούντα εν Ύδρα, επροσπάθει να διαταράξη τον τόπον και παρά την θέλησιν των προκρίτων. Νεκρόν ήτο τον καιρόν εκείνον το εμπόριον της Ύδρας καθώς και το των άλλων ναυτικών νήσων, και τα πλοία των διέμεναν εν τω λιμένι αργά· όθεν και πλοίαρχοι και ναύται συνεσωρεύθησαν εις τας νήσους των καταστενοχωρούμενοι. Η περίστασις αύτη συνέτρεξε μεγάλως εις το να ακούσωσιν οι πλοίαρχοι και άλλοι κατώτεροι ευμενώς τους λόγους του Οικονόμου, δελεαζόμενοι εν μέσω της δυστυχίας υπό χρηστών ελπίδων.