Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 12

Chapter 1230 wordsPublic domain

Εν τούτοις ο πανούργος Σάββας, ειδώς εξ ων είχε μυστικών σχέσεων προς τους Τούρκους τα σχέδια του Βλαδιμιρέσκου, τα ανεκάλυψε τω Υψηλάντη, ίνα μη χαρή ο εχθρός του τας πρώτας τιμάς της προδοσίας, ας αυτός επεθύμει. Τα ανακαλυφθέντα δε σχέδια ήσαν, ότι ο Βλαδιμιρέσκος ώδευε προς την μικράν Βλαχίαν εις προκατάληψιν των έμπροσθεν και εμπόδιον της εκείθεν του Όλτου διαβάσεως του ελληνικού στρατοπέδου, και ότι οι Τούρκοι εμελέτων, αφ' ού ο Βλαδιμιρέσκος ετοποθετείτο όπου έπρεπε, να κινήσωσι και αυτοί προς το Τυργόβιστον και να πέσωσιν επί τους περί τον Υψηλάντην όπισθεν, ώστε αυτόν μεν να φονεύσωσιν ή να συλλάβωσι, το δε στρατόπεδον να αφανίσωσιν. Ο Υψηλάντης εκοινοποίησε τω Γεωργάκη διαμένοντι εν Πιτεστίω τους λόγους του Σάββα, και τω παρήγγειλε να ματαιώση τα ολέθρια σχέδια του Βλαδιμιρέσκου καθ' οιουσδήποτε ενόμιζε καταλληλοτέρους τρόπους· διέταξε δε και τον εν Κυμπουλουγγίω αδελφόν του, εξ αιτίας του παρακολουθούντος τον Βλαδιμιρέσκον πλήθους, να καταβή και αυτός μετά των περί αυτόν εις το στρατόπεδον του Γεωργάκη προς ενδυνάμωσίν του. Ο δε Σάββας έδραξε την αρμοδίαν ταύτην ευκαιρίαν ίνα και τον Υψηλάντην αποκοιμήση και τον εχθρόν του Βλαδιμιρέσκον βλάψη, και έστειλε 400 ιππείς υπό τας διαταγάς του Γεωργάκη. Την 18 έφθασεν ο Βλαδιμιρέσκος πανστρατιά εις Γολέστι. Παρά το Πιτέστι και απέναντι του Γολεστίου ρέει ο Άρζησος· τας όχθας του ποταμού τούτου ζευγνύει γέφυρα, ην προκατέλαβεν ο Γεωργάκης. Ειδοποιηθείς ο Βλαδιμιρέσκος, παρεκάλεσε τον Γεωργάκην ν' αφήση το πέραμα ελεύθερον. Ο Γεωργάκης ανέβαλε την απάντησιν εις την επαύριον, καθ' ην συνοδευόμενος υπό 400 εκλεκτών ιππέων και πεζών υπήγεν εις Γολέστι. Ο Βλαδιμιρέσκος τον υπεδέχθη ενώπιον των οπλαρχηγών του. Ο Γεωργάκης ήρχισε να τον επιπλήττη ως μη αντισταθέντα εν ώ εισήρχοντο οι Τούρκοι εις Βουκουρέστι, ως αθετήσαντα τας υποσχέσεις του και ως παραβάντα τους όρκους του. Ο Βλαδιμιρέσκος ηθέλησε να ενοχοποιήση περί της μη αντιστάσεώς του τον Σάββαν μη θελήσαντα να συμπολεμήση· αλλ' ο Γεωργάκης επανέλαβεν, ότι ο πρίγκηψ (Υψηλάντης) είχεν εγγράφους αποδείξεις των μυστικών σχέσεων αυτού προς τους εχθρούς της πίστεως, και ήξευρεν ότι αυτός τους εθάρρυνε να πατήσωσιν ένοπλοι την ηγεμονείαν, ότι διά της πράξεώς του ταύτης ηφάνισε τον τόπον, και ότι είχε να δώση λόγον ενώπιον Θεού και ανθρώπων· εστηλίτευσεν έπειτα την προς τους οπλαρχηγούς επίβουλον διαγωγήν του διά του αδίκου θανάτου τινών εξ αυτών, και παρήνειρεν, ότι πάσα ασφάλεια διά τους παρεστώτας εξέλειψεν. Ανεγνώσθη δε εις επήκοον πάντων και μυστική σύμβασις αυτού και του Βλαδιμιρέσκου, γραφείσα προ της ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος, και αποδεικνύουσα ότι ο Βλαδιμιρέσκος έπραξε παρά τα συνομολογηθέντα. Ο Βλαδιμιρέσκος, ο έχων την διάθεσιν αλλ' όχι και την επιτηδειότητα του επιβούλου, εσκοτίσθη επιπληχθείς. Ο δε Γιωργάκης βλέπων τούτο, και ότι πολλοί των παρεστώτων ενέκριναν όσα αυτός έλεγεν, εξεκρέμασε την επάνωθεν του Βλαδιμιρέσκου τοιχοκρεμή σπάθην του ειπών, ότι δεν ήτον άξιος να την φορή, και ότι ήθελε να την στείλη προς τον αρχιστράτηγον. Η τόλμη του Γεωργάκη και τον Βλαδιμιρέσκον κατεπτόησε και ουδένα των παρεστώτων παρώργισε. Ο Γεωργάκης ετόλμησεν έτι μάλλον· ήρπασεν από της ζώνης του Βλαδιμιρέσκου τας πιστόλας του, και διέταξε να τον μεταφέρωσιν εις Τυργόβιστον ίνα απολογηθή ενώπιον του πρίγκηπος. Τότε τον συνέλαβαν τινες των παρόντων οπαδών του Γεωργάκη παρά πάντων εγκαταλειφθέντα, τον ωπισθαγκώνισαν, και τον απήγαγον υπό φύλαξιν εις Πιτέστι· εκεί τον παρέλαβεν ο Νικόλαος Υψηλάντης και τον έφερεν υπό ικανήν φύλαξιν εις Τυργόβιστον, όπου επιπληχθείς πάλιν πικρώς παρά του Υψηλάντου, απήχθη έξω της πόλεως και κατεκόπη μεληδόν υπό των στρατιωτών ως προδότης και επίορκος την 23, μήτε δικασθείς κατά τους στρατιωτικούς νόμους μήτε καταδικασθείς εν τάξει, αλλά δυνάμει των ανά χείρας του Υψηλάντου εγγράφων, εξ ων εφαίνετο τω όντι η προδοσία και η επιορκία του.

Τοιούτος εφάνη και τοιούτον έλαβε τέλος ο Θεόδωρος Βλαδιμιρέσκος, άνθρωπος όστις επεθύμει μεν το καλόν της πατρίδος του, αλλ' εξ αιτίας της άκρας απαιδευσίας του, της βαρβάρου ανατροφής του και των κακών του έξεων εθεώρει θεμιτήν την χρήσιν της επιβουλής, της προδοσίας, των αδίκων φόνων και της επιορκίας, δι' ων διεκρίθη η τελευταία διαγωγή του.

Μετά δε τον φόνον τούτου ο Υψηλάντης διώρισεν αρχηγούς του στρατεύματός του τους δύο σημαντικωτέρους οπλαρχηγούς αυτού, τον Χατσή - Πρόδαν, Σέρβον, και τον Μακεδόνσκην, Βλάχον, φέροντα το όνομα της μακεδονικής καταγωγής του. Συνίστατο δε τότε η δύναμις αύτη εκ 250 ιππέων, Σέρβων και Βουλγάρων, 4000 Πανδούρων, και εκ 4 κανονίων. Τους διέταξε δε να μεταβώσιν εις την μικράν Βλαχίαν, να στρατολογήσωσι και να καταλάβωσί τινας θέσεις και την κώμην του Δραγασανίου, διότι ηκούσθη ότι δισχίλιοι εχθροί εξήλθαν του Βιδινίου και διεσπάρησαν εις την μικράν Βλαχίαν. Ο δε Υψηλάντης φοβούμενος ότι οι εν Βουκουρεστίω Τούρκοι εμελέτων, ως προειδοποιήθη, να τον κτυπήσωσιν εν Τυργοβίστω, απαλλαχθείς και του κρυφίου εχθρού του Βλαδιμιρέσκου, και βλέπων πανταχόθεν τας μεν δυνάμεις του εχθρού εις κίνησιν, τας δε υπ' αυτόν εις τελείαν απραξίαν, απεφάσισεν επί συμβουλίου την 27 να κινηθή και αυτός αυθημερόν· και επειδή οι εξελθόντες του Βιδινίου ήσαν οι ολιγαριθμότεροι, ηθέλησε να επιπέση πορευόμενος διά του επί της οδού προς την μικράν Βλαχίαν Πιτεστίου, όπου τον ανέμενεν ο Γεωργάκης· διέταξε δε να συγκεντρωθώσιν εκεί διάφορα σώματα και εκάλεσε και τον Σάββαν, μη ρίψαντα εισέτι το προσωπείον, να συνακολουθήση· αλλ' ούτος, υποπτεύων μη πάθη ό,τι έπαθεν ο συνεπίβουλός του Βλαδιμιρέσκος, απεποιήθη ευσχήμως την πρόσκλησιν, και ετοποθετήθη εν τω οχυρώ μοναστηρίω του Μαρτσενίου. Οι δε Τούρκοι, ως 5000, εξεστράτευσαν, καθώς προεσχεδιάσθη, προς το Τυργόβιστον την 25, και το εσπέρας της 26 έφθασαν πλησίον αυτού και διενυκτέρευσαν εντός του παρακειμένου δάσους, αγνοούντων των εισέτι εν Τυργοβίστω Ελλήνων, ότι οι εχθροί των ήσαν τόσω πλησίον. Το πρωί δε της 27, ό εστι καθ' ην ώραν ήρχισαν οι περί τον Υψηλάντην την προς το Πιτέστι πορείαν, 500 ιππείς αποσπασθέντες του κατόπιν αυτών οδεύοντος τουρκικού στρατεύματος εφάνησαν πορευόμενοι εις Νοτσέτον κατεχόμενον υπό των περί τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην, εξάδελφον του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Φθάσαντες δε εις την παρακειμένην μονήν του αγίου Γεωργίου και ευρόντες ελληνικήν φρουράν υπό τον Σαχίνην και τον Σφίκαν, εφώρμησαν, αλλ' ωπισθοδρόμησαν άπρακτοι, δεινής γενομένης αντιστάσεως. Περί δε το δειλινόν συμπληρωθέντες οι εχθροί εις 1500 ιππείς, ήλθαν εις Νοτσέτον, όπου είχαν έλθει προ ολίγου εις βοήθειαν των εκεί ο Κωνσταντίνος Δούκας και ο Γεράσιμος Ορφανός, σταλέντες παρά του Υψηλάντου μαθόντος τα προς το μέρος εκείνο κινήματα των εχθρών. Και οι μεν περί τον Ορφανόν ετοποθετήθησαν παρά την μονήν, οι δε περί τον Δούκαν απώτερον επί τινος λόφου προς τα αριστερά. Οι εν Νοτσέτω, βοηθούμενοι υπό των περί τον Ορφανόν, εμάχοντο γενναίως προϊούσης και της νυκτός. Σφοδρώς αντέστη και άλλο σώμα ελληνικόν υπό τον Αναστάσην Αργυροκαστρίτην, κατέχον λοφίσκον προφυλαττόμενον έμπροσθεν μεν υπό τινος εκ του προχείρου υψωθείσης λιθιάς, όπισθεν δε και εκ των πλαγίων υπό του δάσους. Αλλ' ο Δούκας, ιδών απόσπασμα εχθρών επερχόμενον, εγκατέλειψε την θέσιν του, και διά της φυγομαχίας του εφόβισε και ηνάγκασε τους άλλους, τους ευτυχώς έως τότε πολεμήσαντας, να τραπώσιν εις φυγήν περί το μεσονύκτιον ως νενικημένοι.

Αν και η πραγματική βλάβη των Ελλήνων ήτο μικρά, η ηθική, απέβη μεγίστη· διότι έφερεν εις μεγάλην αταξίαν το παραπορευόμενον υπό τον Υψηλάντην στράτευμα μαθόν το συμβάν, και εξ αιτίας τούτου αποσπάσματα τινα αυτού διεσκορπίσθησαν και επλανήθησαν εν μέσω του νυκτικού σκότους και του διαχυθέντος φόβου· εχάθησαν δε καί τινες αποσκευαί και ικαναί τροφαί επί της διαβάσεως του ποταμού Διμπαβίτσας. Ο δε Δούκας, επανελθών εις το στρατόπεδον και επιπληχθείς αυστηρώς διά την λειποταξίαν του, εγκατέλειψε τας ηγεμονείας.

Πριν δε διαβώσι τον Όλτον οι περί τον Μακεδόνσκην και Χατσή - Πρόδαν ως διετάχθησαν, οι εν τη μικρά Βλαχία εχθροί εκυρίευσαν την Κραϊόβαν· τινές δε αυτών απήντησαν εκτός της Κώμης του Σαβιδινίου δύο σώματα, το μεν υπό τον Σολωμόν, το δε υπό τον Αναστάσην Μανάκην τον και Μιχάλογλουν, στρατεύοντα προς τον Υψηλάντην, τα εκτύπησαν και τα διεσκόρπισαν. 800 δε άλλοι Τούρκοι υπό τον υιόν του επ' ανδρία γνωστού Καραφεϊζή ετοποθετήθησαν εν Δραγασανίω. Οι δε περί τον Μακεδόνσκην και Χατσή - Πρόδαν ήλθαν και αυτοί πλησίον του χωρίου τούτου την νύκτα της 29, και επέπεσαν αίφνης όπου οι Τούρκοι έβοσκαν τα ζώα των, εξ ων συνέλαβον 70 εσκότωσαν δε και 5 Τούρκους και εζώγρησαν δύο· ηκροβολίσθησαν και τας δύο ακολούθους ημέρας μετά των εν Δραγασανίω Τούρκων εξελθόντων εις καταδίωξίν των, και μετά ταύτα απεμακρύνθησαν.

Ιούνιος Φθάσας δε ο Υψηλάντης εις Πιτέστι έμαθεν, ότι οι επερχόμενοι Τούρκοι εκ Βουκουρεστίου είχαν φανερόν συναγωνιστήν τον Σάββαν, και απέστειλεν ευθύς τον Φαρμάκην μετά 300 εις Αρζησίαν (κόρτε δε Αρζέσι) επί του ομωνύμου ποταμού εντός υψηλών ορέων, προς εξασφάλισιν της θέσεως εκείνης· αυτός δε έφθασε την 1 Ιουνίου εις Ρύμνικον, πόλιν επί της δεξιάς όχθης του Όλτου, όπου ήλθαν και οι υπό τους οπλαρχηγούς Μακεδόνσκην, Χατσή - Πρόδαν, Διαμαντήν Σερδάρην, Σολωμόν και Μανάκην· ώστε αι υπό τας διαταγάς του Υψηλάντου δυνάμεις την ώραν εκείνην ήσαν 2500 ιππείς και 4500 πεζοί συμπεριλαμβανομένου και του ιερού λόχου, και 4 κανόνια. Ο Υψηλάντης διέταξε τα πλείστα των σωμάτων να προχωρήσωσι προς το Δραγασάνι και καταλάβωσι θέσεις τινάς έως ου φθάση και αυτός. Την 3 εκίνησαν τα σώματα όπως διετάχθησαν· την δε 5 παρηκολούθησε και ο Υψηλάντης μετά της οπισθοφυλακής. Οκτώ ώρας απέχει το Δραγασάνι του Ρυμνίκου· αλλά τα σώματα ταύτα υπέρ το σύνηθες ηργοπόρησαν, ουδ' ομού όλα έφθασαν, πεσούσης καθ' οδόν ραγδαίας και διαρκούς βροχής· μόλις δε συνήλθαν εις τον προς ον όρον αλληλοδιάδοχος μέχρι της αυγής της 7. Ο συστρατεύων Γεωργάκης εσκόπευεν, εξ αιτίας της υπεροχής του αριθμού των υπό την ελληνικήν σημαίαν, ν' αποκλείση τους ολίγους εχθρούς πανταχόθεν, και έστειλε διάφορα σώματα και κατέλαβαν τας περί το χωρίον επιτηδείας εις τον σκοπόν τούτον θέσεις. Ο δε Καραβιάς μετά των περί αυτόν ιππέων και ο Νικόλαος Υψηλάντης, ο επί του ιερού λόχου και του πυροβολικού ταχθείς εσχάτως, ετοποθετήθησαν εντεύθεν χαράδρας αντικρύ του Δραγασανίου, ης τα δύο χείλη συζευγνύει γέφυρα· ειδοποιήθησαν δε όλοι να ετοιμασθώσιν εις μάχην την επαύριον, καθ' ην εσκόπευε να παρευρεθή και ο αρχιστράτηγος μετά της οπισθοφυλακής εκ δισχιλίων. Ο δε Γεωργάκης, όστις διέθεσε τα πάντα, ετοποθετήθη απώτερον επί της οδού Ρυμνίκου, όπως διαλεχθή προ των άλλων μετά του αυθημερόν αναμενομένου αρχιστρατήγου. Οι εν Δραγασανίω Τούρκοι, κατέχοντες και την παρακειμένην μονήν, ησθάνθησαν πόσον δεινή ήτον η θέσις των και επεχείρησαν, αλλ' εις μάτην, να διώξωσι τους περί τον Αργυροκαστρίτην, μεταβάντας εκεί μετά τα εν τω Νοτσέτω συμβάντα και καταλαβόντας γήλοφον πλησίον του χωρίου εν μέσω ως· προβλέποντες δε, ότι η μάχη ήτον άφευκτος και εγγύς, ήρχισαν να καίωσι τας ευτελείς του χωρίου οικίας ως περιττάς ή επιζημίους. Αλλ' ο θερμουργός Καραβιάς εθεώρησε τον εμπρησμόν πρόδρομον φυγής, και φοβούμενος μήπως του φύγη η βεβαία, ως εφαντάζετο, νίκη εξ αιτίας της απραξίας του, διέβη μετά μεσημβρίαν συν τοις περί αυτόν πέραν της χαράδρας προς το χωρίον, μη προειδοποιήσας τους άλλους οπλαρχηγούς, ως θέλων να σφετερισθή όλην την δόξαν μόνος αυτός· παρηκολούθησαν δε επί τη προτροπή αυτού ο ιερός λόχος και το πυροβολικόν. Οι Τούρκοι εδειλίασαν υπολαβόντες, ότι θα εφώρμων οι Έλληνες εκ συνθήματος πανταχόθεν διά τούτο, εν ώ ήρχισε το πυροβολικόν να τους κτυπά, δεν εξήλθαν και εσκέπτοντο διά ποίας οδού να φύγωσιν· αλλά βλέποντες, ότι άλλοι δεν εκινήθησαν, και ότι τα κανόνια δεν τους έβλαπταν διά την απειρίαν των κανονοβολιστών, εξήλθαν έφιπποι και έπεσαν ξιφήρεις επί τους εχθρούς· και οι μεν περί τον Καραβιάν ελειποτάκτησαν, οι δε ιερολοχίται έδειξαν ότι φλόγες πατριωτισμού έκαιαν την καρδίαν των και επέμεναν μαχόμενοι· αλλ' ήσαν απειροπόλεμοι, και το ιππικόν του εχθρού επιπεσόν πανορμεί διέρρηξε τας τάξεις, εκυρίευσε τα κανόνια, και τους κατέκοψεν. Ακουσθείσης της βοής του πολέμου, έτρεξαν εις το πεδίον της μάχης ο Γεωργάκης καί τινες άλλοι οπλαρχηγοί μεθ' όσων εδυνήθησαν εκ του προχείρου, ετουφέκισαν τους Τούρκους καταδιώκοντας και κατακόπτοντας ανηλεώς τους ιερολοχίτας τραπέντας επί τέλους εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως ελύτρωσαν της σφαγής και της αιχμαλωσίας πολλούς, εν οις και τους αδελφούς του αρχιστρατήγου κινδυνεύοντας να συλληφθώσιν. Όλοι δε οι ιερολοχίται θα ηφανίζοντο, αν δεν επρόφθαναν οι επιβοηθοί ούτοι, εν οις διέπρεψεν ο Βλάχος οπλαρχηγός Ιωαννίτσας Χόρκας. Οι Τούρκοι, καταδιώξαντες τους ηττηθέντας μέχρι της χαράδρας, επανήλθαν εις το χωρίον νικηταί, απορούντες και αυτοί δι' όσα παρ' ελπίδα κατώρθωσαν. Υπερδιακόσιοι Έλληνες εφονεύθησαν, όλοι σχεδόν ιερολοχίται, πεσόντες ως ευθαλείς κλάδοι υπό την κοπτεράν αξίνην στιβαρού ξυλοκόπου· εφονεύθησαν και οι επ' ανδρία μεταξύ των ανδρείων τούτων διακριθέντες εκατόνταρχοι, Δημήτριος Σούτσος, και Σπυρίδων Δρακούλης, 40 δε ηχμαλωτίσθησαν. Πανικός φόβος κατέλαβε τότε όλα τα σώματα, και τα πλείστα εν τω άμα διελύθησαν και κακήν κακώς διεσκορπίσθησαν. Ο δε Υψηλάντης, έμαθε το γεγονός καθ' οδόν τρεις ώρας μακράν της θλιβεράς σκηνής, και ιδών τον διασκορπισμόν των στρατιωτών επανερχομένων εις Ρύμνικον ωπισθοδρόμησε, και διέμεινεν εκεί την νύκτα και την ακόλουθον ημέραν· την δε 9 μετέβη εις Κόζιαν, μοναστήριον επί των Καρπαθίων ορέων δύο ώρας απέχον του Ρυμνίκου.

Εξ ότου ο Υψηλάντης έλαβε τας απαντήσεις της αυλής της Ρωσσίας εις τας αναφοράς του, έχασε πάσαν ελπίδα εξωτερικής βοηθείας ή εξωτερικών προσκομμάτων εις τα κατ' αυτού στρατιωτικά κινήματα της Πύλης· η δε εσχάτως συμβάσα εν Δραγασανίω καταστροφή κατέστρεψε πάσαν προσδοκίαν εσωτερικής ευτυχούς αντιστάσεως· και το χείριστον, ότι μετά την καταστροφήν ταύτην εφοβείτο όχι μόνον τους Τούρκους αλλά και αυτούς τους στρατιώτας του, και ούτε να μείνη ηδύνατο, διότι εκινδύνευε να συλληφθή υπό των εχθρών, ούτε να φύγη ετόλμα, διότι οι υπ' αυτόν στρατιώται αντέτειναν· τινές δε αυτών, μαθόντες ότι ο κεχαγιάμπεης εξέδωκε κήρυγμα, δι' ου υπέσχετο αντιμισθίαν προς όποιον έφερε την κεφαλήν του, εμελέτησαν και επιβουλήν. Ένεκα τούτου συνέλαβεν ο Υψηλάντης δεινάς υποψίας· ώστε, τριημερεύσας εν τω μοναστηρίω, ολίγους εδέχετο εντός της αυλής, και την νύκτα διέμενεν αυτός και οι περί αυτόν προσεκτικοί και άγρυπνοι, ως αν εφοβούντο έφοδον εχθρών. Τω όντι την δευτέραν νύκτα της εκεί αφίξεώς των ανεφάνη πυρκαϊά εν τω προαυλίω του μοναστηρίου όπου διενυκτέρευαν στρατιώται, οίτινες, υποκριθέντες ότι εφοβούντο μη καώσιν, ανέβησαν πολλαχόθεν τα τείχη εις αποφυγήν δήθεν του κινδύνου. Αλλ' οι περί τον Υψηλάντην, ειδότες προηγουμένως ότι οι επιβουλεύοντες την ζωήν του εσχεδίασαν το τέχνασμα τούτο, τοις απηγόρευσαν την είσοδον επί ποινή θανάτου. Εν μέσω τοιούτων υποψιών και επιβουλών ο Υψηλάντης απεφάσισε να εγκαταλείψη τας ηγεμονείας. Η γνώσις, ην είχε του χαρακτήρος και της αξίας του Γεωργάκη, τον εθάρρυνε να τω ανακαλύψη τον σκοπόν του και ζητήση την ειλικρινή συνδρομήν του. Ο Γεωργάκης ούτε της εμπιστοσύνης του Υψηλάντου ανάξιος εφάνη, ούτε κωφός εις την αίτησίν του, αν και την εθεώρησε λίαν επιβλαβή, και προς τον κοινόν αγώνα και προς εαυτόν· απέπεμψε δέ τινας των εκεί υπόπτων οπλαρχηγών εις κατάληψιν δήθεν θέσεών τινων πολεμικών, κυρίως δε ίνα μη ενοχλήσωσι τον Υψηλάντην επί της απελεύσεώς του. Αλλ' ό,τι ο Υψηλάντης εμελέτα να πράξη υποκεκρυμμένως, πάμπολλοι των υπ' αυτόν έπρατταν παρρησία τρέχοντες μετά την εν Δραγασανίω τροπήν προς τα όρια, όπως διασωθώσιν εις την Τρανσιλβανίαν. Επειδή δε πάσα αιδώς και πας φόβος εξέλειψαν, ο δυνατός κατέθλιβε τον αδύνατον, μήτε ως συναγωνιστή συμπαθών μήτε ως ομοιοπαθεί· τινές δε τόσον εφάνησαν ασυνείδητοι και απάνθρωποι, ώστε, καταλαβόντες τα επί της προς την Τρανσιλβανίαν πορείας στενά, συνελάμβαναν, ως άλλοι Περιφήται και Κερκύωνες, τους διαβαίνοντας και κυρίως τους αξίους πάσης αγάπης και περιθάλψεως ιερολοχίτας, και αν δεν τους εφόνευαν ως οι παλαιοί συντεχνίται των, τους εγύμνοναν. Εν τοσούτω ο Υψηλάντης, προδιαθέτων τα εις επέλευσίν του, πρώτον μεν διέδωκεν, ότι η Αυστρία εκήρυξε πόλεμον κατά της Τουρκίας, έπειτα δε υπεκρίθη, ότι έλαβε γράμματα δηλωτικά της αφίξεως επί των ορίων και της εις Βλαχίαν ανυπερθέτου μεταβάσεως αυστριακών τινων ταγμάτων· προς πίστωσιν δε των λεγομένων έδωκε πάνδημα δείγματα χαράς διατάξας να τουφεκίσωσι, να φωτίσωσι το μοναστήριον και να ευθυμήσωσι πίνοντες εις υγείαν του αυτοκράτορος της Αυστρίας. Ταύτα έπραξε την εσπέραν· την δε επαύριον εξεστράτευσε προς τα όρια ειπών, ότι έλαβε πρόσκλησιν να μεταβή εκεί εις έντευξιν αξιωματικού σταλέντος παρά του αυτοκράτορος Φραγκίσκου προς διευθέτησιν των αφορώντων την είσοδον των αυστριακών στρατευμάτων. Εγγύς δε γενόμενος των ορίων ηναγκάσθη, απειλούμενος, να δώση εκ του υστερήματος τω Αργυροκαστρίτη χρήματα επί λόγω καθυστερούντων μισθών των οπαδών του, και ούτω ν' απαλλαχθή των χειρών αυτού· ημιώριον δε πριν φθάση εις Ροτερτούρμην, όπου εστάθμευεν η επί των ορίων αυστριακή Αρχή, εστάθη, και απέστειλε τον Λασσάνην, ίνα μάθη αν ήτο δεκτός επί της αυστριακής γης· μαθών δε ότι ήτο δεκτός αλλ' υπ' άλλω ονόματι, μετωνομάσθη Αλέξανδρος Κομνηνός, και την 14 παρεδόθη εις τας αυστριακάς Αρχάς, και παρεδόθησαν και οι περί αυτόν, ήγουν οι δύο αδελφοί του, ο Ορφανός, ο Λασσάνης, ο Γορνόφσκης και ο Κωνσταντίνος Καβελλαρόπουλος, μετονομασθέντες και ούτοι, και εκείθεν μετεκομίσθησαν όλοι εις Αράδην, πόλιν της Ουγγαρίας επί του ποταμού Μαρόσχου, όπου διέμειναν οκτώ ημέρας προσμένοντες τας διαταγάς της αυστριακής αυλής, και μηδόλως υποπτεύοντες όσα τοις έμελλαν, αλλ' εξ εναντίας ελπίζοντες εν πλήρει πεποιθήσει την εκ της αυστριακής εις άλλην ελευθέραν γην μετάβασίν των, και την εις Ελλάδα ταχείαν κάθοδόν των. Εν Αράδη διατριβών ο Υψηλάντης εξέδωκε την ακόλουθον ημερησίαν διαταγήν γραφείσαν εν Ρυμνίκω την 8 Ιουνίου.

«Στρατιώται! Όχι! δεν μολύνω πλέον το ιερόν, το τίμιον τούτο όνομα εις τα υποκείμενά σας. Άνανδροι αγέλαι λαών. Αι προδοσίαι σας, αι επιβουλαί σας με βιάζουσι να σας αποχωρισθώ. Εις το εξής κάθε δεσμός μεταξύ υμών και εμού κόπτεται· βαθείαν μόνον εις την ψυχήν μου θα φέρω την εντροπήν ότι σας εδιοικούσα. Επατήσατε τους όρκους σας, επροδόσατε θεόν και πατρίδα, επροδόσατε και εμέ την στιγμήν καθ' ην ήλπιζα ή να νικήσω ή να συναποθάνω μαζή σας ενδόξως. Σας αποχωρίζομαι λοιπόν· τρέξατε εις τους Τούρκους τους μόνους αξίους των φρονημάτων σας, εξέλθετε από τα δάση, καταβήτε από τα βουνά τα άσυλα της ανανδρίας σας, και τρέξατε εις τους Τούρκους, καταφιλήσατε τας χείρας των, από τας οποίας στάζει ακόμη το ιερόν αίμα των κατασφαγέντων απανθρώπως, των κορυφαίων υπουργών της θρησκείας, πατριαρχών, αρχιερέων, και μυρίων άλλων αθώων αδελφών σας. Ναι! τρέξατε, αγοράσατε την σκλαβίαν σας με την ζωήν σας, με την τιμήν των γυναικών και παιδιών σας·

Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων εκ του ιερού λόχου, Όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα διά την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχθήτε δι' εμού τας ευχαριστίας των ομογενών σας. Ολίγος καιρός, και στήλη θ' ανεγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας.

Με χαρακτήρας φλογερούς είναι εγχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου τα ονόματα των φίλων όσοι μέχρι τέλους μ' έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτόν της ψυχής μου.

Παραδίδω δε εις την απέχθειαν της ανθρωπότητος, εις την δίκην των νόμων, και εις την κατάραν των ομογενών τον επίορκον και προδότην καμινάρην Σάββαν, τους λειποτάκτας και πρωταιτίους της κοινής λειποταξίας και φυγής Κωνσταντίνον Δούκαν, Βασίλειον Μπαρλάν, Γεώργιον Μάνον Φαναριώτην, Γρηγόριον Σούτσον Φαναριώτην και τον φαυλόβιον Νικόλαον Σκούφον.

Καθαιρώ και τον Βασίλειον Καραβιάν από την τάξιν των συστρατιωτών μου διά την απείθειάν του και διά το απρεπές πολίτευμά του».