Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 10

Chapter 109 wordsPublic domain

Η Σμύρνη, η δευτερεύουσα πόλις του κράτους, εκινδύνευσε να χαθή όλη τον καιρόν εκείνον. Οι κάτοικοι της πόλεως Τούρκοι, οι διά την ησυχίαν και ασφάλειάν της αφοπλισθέντες προ πολλού, εξωπλίσθησαν όλοι, έτοιμοι αφορμής δοθείσης να καταστρέψωσι τους Χριστιανούς. Ό,τι δε ερριψοκινδύνευσεν έτι μάλλον την πόλιν ήτον η συρροή πλήθους ενόπλων Τούρκων εις τα πέριξ, επί σκοπώ να πέσωσιν εκείθεν όπου εξερράγη η επανάστασις. Ο ένοπλος ούτος όχλος, αίσχος πάσης κυβερνήσεως και θανάσιμος πληγή πάσης κοινωνίας, εζήτει αναφανδόν την γενικήν σφαγήν των εν Σμύρνη Χριστιανών· αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες εν τη πόλει τας οικογενείας των και μη φοβούμενοι τους Χριστιανούς, αόπλους όντας, δεν επέτρεψαν την είσοδον αυτού εις την ειρηνικήν πόλιν. Αλλ' ούτος επί τη απαγορεύσει ταύτη εξηγριώθη και έπεσεν εις τα πέριξ της πόλεως χωρία, όπου, μηδενός εναντιουμένου, εσφάζοντο οι απροστάτευτοι χωρικοί ως πρόβατα, ητιμάζοντο αι γυναίκες και ηρπάζετο η περιουσία. Εντός δε της πόλεως, αν και ήτον ικανή εκτελεστική δύναμις οθωμανική, φόνοι σποράδην και αταξίαι συνέβαιναν καθ' ημέραν, και καθ' ημέραν φόβος ήτο γενικής σφαγής. Ουδείς Χριστιανός ετόλμα ν' αντείπη προς Τούρκον ό,τι και αν ήκουεν, ούτε να εξέλθη την νύκτα της οικίας ό,τι και αν εχρειάζετο. Οι Τούρκοι θεωρούντες εαυτούς εμπολέμους (σεφερλίδας) ενόμιζαν ότι όλα ήσαν συγχωρητά. Τόσον δε εθρασύνθησαν, ώστε δεν εσυστάλησαν να εξυβρίσωσι και κρατήσωσιν υπό φύλαξιν ολονυκτίως και αυτόν τον αρχηγόν της γαλλικής μοίρας και δύο αξιωματικούς συναπαντηθέντας καθ' οδόν υπό της εκτελεστικής δυνάμεως την νύκτα παρά την διαταγήν, αν και εφόρουν την στολήν των· αλλ' η θρασύτης αύτη τοις απέβη εις κακόν. Τολμηροί και αλαζόνες ενώπιον αόπλων, εφάνησαν δειλοί και ουτιδανοί ενώπιον ολίγων ευρωπαίων ενόπλων. Ο αρχηγός της γαλλικής μοίρας, απαιτών την επιούσαν ικανοποίησιν δι' όσα έπαθεν, έφερε το πλοίον του απέναντι του διοικητηρίου έτοιμον εις προσβολήν. Η πολεμία αύτη επίδειξις ήρκεσε μόνη και τους επ' ανδρία επαιρομένους Τούρκους να βάλη όλους εις φόβον και πολλούς εις φυγήν, και η ζητηθείσα ικανοποίησις εν τω άμα να δοθή. Αλλ' ο κίνδυνος των δυστυχών Χριστιανών εφαίνετο καθ' ημέραν εγγύτερος.

Οσάκις τα πνεύματα είναι ηρεθισμένα και επιρρεπή εις φόβον, μικρά αφορμή αρκεί να φέρη το παν άνω κάτω.

Την νύκτα της 30 μαρτίου έπεσε κατά περίστασιν εν τη πόλει τουφεκία. Φωναί ηκούσθησαν εν τω άμα λέγουσαι «έ β α λ α ν - σ π α θ ί». Αι φωναί αύται επανελήφθησαν, επιστεύθησαν, και όλοι οι κάτοικοι Χριστιανοί εχύθησαν εις το παραθαλάσσιον προς διάσωσιν εις τα πλοία· τινές δε εξ αιτίας του κυριεύοντος αυτούς φόβου ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και επνίγησαν, ως αν τους κατεδίωκαν τω όντι φονείς· αλλ' η πόλις διεσώθη ως εκ θαύματος κατ' εκείνην την περίστασιν.

Δεινά παθήματα έπαθε και η Αδριανούπολις. Διέτριβεν εν τη πόλει εκείνη ο πρώην οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος, μακράν των πολιτικών θορύβων, φυλάττων τας εντολάς του Θεού και μελετών τας ιεράς γραφάς· η υπόληψις δε, ην απελάμβανε, τον ανέδειξεν, ως είδαμεν, και απόντα άξιον της ομοφώνου εκλογής της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησιαστικής και κοσμικής ομηγύρεως εις την εκ δευτέρου πλήρωσιν του χηρεύσαντος πατριαρχικού θρόνου· αλλ' αυτή η υπόληψις τον ανέδειξεν ενώπιον εξουσίας τιμωρούσης την αρετήν άξιον θανάτου, και αντί να τον αναβιβάση εις τον οικουμενικόν θρόνον κατά την αυθόρμητον θέλησιν όλων, τον ανεβίβασεν εις το πήγμα της αγχόνης κατά την αυθαίρετον προσταγήν της εξουσίας. Εζήτησεν ο ιερός ανήρ ολίγας στιγμάς να προσευχηθή· προσευχήθη μυστικώς, είπε μεγαλοφώνως το «Μ ν η σ θ η τ ί - μ ο υ - Κ ύ ρ ι ε - ε ν - τ η - β α σ ι λ ε ί α - σ ο υ», και παρέδωκε το πνεύμα εις χείρας του Πλάστου. Συγχρόνως εκρεμάσθησαν και οι προκριτώτεροι Χριστιανοί, και η μεγαλόπολις εκείνη επένθησε πένθος μέγα.

Οι δε κάτοικοι της Αίνου έπαθαν άλλου είδους πάθημα. 800 Τούρκοι οπλοφόροι, σταλέντες εκεί εξ Αδριανουπόλεως, κατέλαβαν εν πρώτοις το φρούριον και έξωσαν τους έως τότε ενοικούντας Χριστιανούς· μετά τούτο αφώπλισαν όλους τους κατοίκους της πόλεως, τους επήραν ό,τι και αν είχαν, και προς εξευτελισμόν διέταξαν τους προϊσταμένους να φορέσωσιν αντί καλπακίου μαύρην προβίαν, και σεγκούνιον αντί του συνήθους επανωφορίου· τοις έλεγαν δε, ότι τοιούτον ήτο τα φόρεμα των πιστών ραγιάδων.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις κατά το μάλλον και ήττον τας ημέρας εκείνας όλων των μερών του οθωμανικού κράτους, όπου συνέζων αι δύο ετερόθρησκοι και ετερογενείς φυλαί. Και ταύτα πάντα έπασχαν οι δυστυχείς Χριστιανοί όχι διότι επεβουλεύθησαν τον σουλτάνον, ή τον παρήκουσαν, ή τον επολέμησαν, αλλά διότι άλλοι, κατοικούντες άλλα μέρη της επικρατείας του, τυχόντες να ήναι ομογενείς των και ομόθρησκοι, εκίνησαν όπλα κατ' αυτού.

Αλλά, καθώς άλλοτε η χύσις του αίματος των μαρτύρων εστερέωσε την καταδιωκομένην του Χριστού εκκλησίαν, ούτω και τα δεινά παθήματα τόσων αθώων ομογενών και ομοπίστων εστερέωσαν και σήμερον την επανάστασιν της Ελλάδος, διότι εξήψαν έτι μάλλον εν ταις καρδίαις των αγωνιζομένων το προς τους τυράννους μίσος, και τοις είπαν, ότι η μάχαιρα ήτον η μόνη ελπίς και η μόνη καταφυγή· ώστε η Πύλη λυσσώσα και μαινομένη υπεστήριξε τον κλονιζόμενον ελληνικόν αγώνα δι' ων τρόπων επεχείρησε να τον πολεμήση, εκίνησε την συμπάθειαν όλου του χριστιανικού κόσμου υπέρ των καταδιωκομένων, ηνάγκασε και αυτάς τας φιλικάς της Δυνάμεις να ομολογήσωσιν ότι Τούρκοι και Έλληνες δεν ήτο δυνατόν εις τα εξής να συζήσωσι, και επιθανολόγησε και τον μεταξύ αυτής και της Ρωσσίας πόλεμον, εφ' ον οι αγωνιζόμενοι Έλληνες εσάλευαν τας ελπίδας των. Τοιουτοτρόπως η Θεία Πρόνοια διά των ανεξερευνήτων βουλών της ρίπτει επί την κεφαλήν των απάνθρωπα πραττόντων τας απανθρωπίας των, και προετοιμάζει ακαταλήπτως πως το ευτυχές μέλλον της αδίκως πασχούσης ανθρωπότητος εν μέσω αυτών των δυστυχημάτων της.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'

&Εξωτερική πολιτική προς την Ελλάδα και διαγωγή της Ρωσσίας προς τον Υψηλάντην.&

ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΝ η ιερά συμμαχία εν Λαϋβάχη, έχουσα προσηλωμένην όλην την προσοχήν της εις τα εν τη μεσημβρινή Ευρώπη μεγάλα πολιτικά συμβάντα, ότε εξερράγη η επανάστασις της Ελλάδος. Η συμμαχία αύτη συστηθείσα εν Παρισίοις το 1815, αν και όλη πολιτική, είχε πρόσχημα θρησκευτικόν. Το δεύτερον άρθρον της συνθήκης της έλεγεν.

«Οι άνακτες Αυστρίας, Πρωσσίας και Ρωσσίας ομολογούν, ότι ο χριστιανικός κόσμος, ούτινος και αυτοί και οι λαοί των είναι μέλη, δεν έχει κυρίως βασιλέα ειμή τον Παντοκράτορα, τον Υιόν και Λόγον του Θεού, τον Σωτήρα ημών και Θεόν Ιησούν Χριστόν· διότι εν αυτώ και μόνω αποταμιεύονται όλοι οι θησαυροί της αγάπης, της γνώσεως και της σοφίας».

Το γράμμα της συνθήκης απέκλειε πασιφανώς της συμμαχίας την οθωμανικήν Αρχήν ως αλλόθρησκον και ασεβή, και εθάρρυνε τους υπ' αυτήν πιστεύοντας εις Χριστόν λαούς· αλλ' αι πραγματικαί αρχαί της εφάνησαν επί των προρρηθέντων πολιτικών συμβάντων ούσαι η αναλλοίωτος διατήρησις των καθεστώτων παντός κράτους ανεξαιρέτως υπό οιονδήποτε θρησκευτικόν σύμβολον και αν διετέλει, και η εν αυτώ παραδοχή πολιτικών μεταβολών τότε μόνον, ότε αύται ενηργούντο διά της αυθορμήτου θελήσεως του άνακτος. Πραγματοποιήσασα η συμμαχία διά στρατιωτικής επεμβάσεως τας αρχάς ταύτας εν Ιταλία, τας εκήρυξε και εγγράφως εις γνώσιν όλου του κόσμου και τας εφήρμοσε και κατ' αυτού του αγώνος της Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως, σεμνολογουμένη «Ι ε ρ ά», ως δήθεν ενεργούσα υπό το σωτήριον κράτος της αδελφικής εν Χριστώ αγάπης και της ευαγγελικής χάριτος, εγκατέλειψε και κατέκρινεν ολόκληρον χριστιανικόν λαόν, ως επιχειρήσαντα ν' αποτινάξη αλλόπιστον και μισόχριστον ζυγόν υφ' ην προ αιώνων εστέναζε.

«Χρήσιμοι», εκήρυξεν η συμμαχία εν Λαϋβάχη, την 30 απριλίου 1821, «Χρήσιμοι ή αναγκαίαι μεταβολαί εν τη νομοθεσία ή εν τη διοικήσει των επικρατειών πρέπον είναι να πηγάζωσιν εκ της ελευθέρας θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως των θεόθεν την εξουσίαν εμπεπιστευμένων. Παν ό,τι παρεκτρέπεται της αρχής ταύτης φέρει εξ ανάγκης τους λαούς εις αταξίαν, εις κλονισμούς και εις δεινά βαρύτερα παρ' όσα προτίθεται να θεραπεύση. Οι άνακτες, αισθανόμενοι βαθέως την αναλλοίωτον ταύτην αλήθειαν, δεν εδίστασαν να κηρύξωσι παρρησία, ότι σεβόμενοι τα δίκαια και την ανεξαρτησίαν όλων των νομίμων εξουσιών, εθεώρησαν ως νομίμως μη υπάρχουσαν και ως μη συνάδουσαν προς τας αρχάς του δημοσίου δικαίου της Ευρώπης πάσαν λεγομένην μεταρρύθμισιν ενεργουμένην δι' αποστασίας και δι' όπλων. Ως τοιαύτης φύσεως εθεώρησαν όχι μόνον όσα συνέβησαν εν τοις βασιλείοις της Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας, αλλά και όσα (ήτοι τα της Ελλάδος) λ α β ό ν τ α - α ρ χ ή ν - ε κ - μ η χ α ν ο ρ ρ α φ ί α ς - ε π ί σ η ς - ε γ κ λ η μ α τ ι κ ή ς, α ν - κ α ι - υ π ό - π ο λ λ ά ς - δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ ά ς - π ε ρ ισ τ ά σ ε ι ς, κ α τ έ σ τ η σ α ν - ε σ χ ά τ ω ς - τ ο - α ν α τ ο λ ι κ ό ν - μ έ ρ ο ς - τ η ς - Ε υ ρ ώ π η ς - θ έ α τ ρ ο ν - α π ε ρ ά ν τ ων - κ α κ ώ ν».

Ας συμβιβάση όστις ημπορεί την πολιτικήν ταύτην και τας χριστιανικάς αρχάς, ας η ιερά συμμαχία εκήρυξε παρρησία ότι επρέσβευεν.

Τυφλή και αξιοκατάκριτος είναι η πολιτική οσάκις δεν χειραγωγείται υπό της ηθικής· αλλά καθίσταται και βδελυρά οσάκις περιβάλλεται την ιεράν θρησκείαν, ό εστι, την υψίστην ηθικήν, εις καταπίεσιν της πασχούσης ανθρωπότητος. Ομολογήσαντες οι της ιεράς συμμαχίας εν τω επί της συστάσεώς της κηρύγματι, εν κατανύξει και ταπεινότητι καρδίας, ως παμβασιλέα των τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εχρεώστουν βεβαίως να υποτάσσωνται εις τας εντολάς του παμβασιλέως των, καθώς τουλάχιστον απήτουν να υποτάσσωνται εις τας διαταγάς αυτών των μη παμβασιλέων οι λαοί.

Το ιερόν ευαγγέλιον δεν εθεωρήθη ποτέ σχολείον δεσποτισμού και δουλείας, αλλά μάθημα πραότητος, αγάπης και παραμυθίας των πασχόντων, και βιβλίον ελευθέρων ανδρών και ισοτίμων. Ενήργουν άρα οι άνακτες παρά το πνεύμα και το γράμμα του ιερού ευαγγελίου, κανόνος κατ' αυτούς της πολιτικής των, κατακρίνοντες παρρησία τους πιστεύοντας εις Χριστόν Έλληνας ως μη θέλοντας να διαμένωσι δούλοι και υπό την μάχαιραν μισοχρίστων δεσποτών. Πασίγνωστον είναι, ότι οι Τούρκοι εθεώρουν και μετεχειρίζοντο τους Έλληνας ως δούλους, όχι δι' άλλο ειμή διότι ήσαν Χριστιανοί. Πασίγνωστον επίσης είναι, ότι οιανδήποτε στιγμήν απεφάσιζαν οι Έλληνες Χριστιανοί να τουρκεύσωσιν, εγίνοντο εν τω άμα ελεύθεροι και καθ' όλα ισότιμοι των Τούρκων, καθώς έγειναν ελεύθεροι και καθ' όλα ισότιμοι αυτών οι άλλοτε Χριστιανοί και σήμερον Μωαμεθανοί Αλβανοί, οι τυραννούντες ημάς διαμείναντας Χριστιανούς. Διά τριών τρόπων εδύναντο οι Έλληνες Χριστιανοί ν' απαλλαχθώσι της δουλείας· ή δι' αυθορμήτου θελήσεως και πλήρους πεποιθήσεως κατά την φράσιν της ιεράς συμμαχίας του σουλτάνου, ή δι' όπλων, ή δι' αρνησιθρησκείας. Ουδείς βεβαίως, σώας έχων τας φρένας, ήλπιζέ ποτε την απελευθέρωσιν των Ελλήνων Χριστιανών από αυθορμήτου θελήσεως και πλήρους πεποιθήσεως σουλτάνου· η χρήσις όπλων κατεκρίνετο και αύτη και κατετρέχετο υπό της ιεράς συμμαχίας· δεν έμενεν άρα άλλος τρόπος απελευθερώσεως παρά την αρνησιθρησκείαν. Τοιούτος ήτον ο πολιτικός φανατισμός της συμμαχίας· ήθελε τους αθλίους Έλληνας ή Μωαμεθανούς συνδεσπόζοντας ή Χριστιανούς δουλεύοντας!

Εν ώ δε οι συστηταί της εκήρυξαν ταύτα κατά των Ελλήνων, διέταξαν και τους εν ταις ηγεμονείαις εδρεύοντας προξένους των ν' αναχωρήσωσιν εκ των μεμολυσμένων εκείνων τόπων.

Ο δε αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, ον πολλά δείγματα του ελληνικού αγώνος αποκαθίστων, αν και αδίκως, ύποπτον προς τους συμμάχους του, λαβών αφορμήν εκ των προς αυτόν αναφορών του Υψηλάντου, του Σούτσου και των Μολδαυών, εκήρυξεν, ότι εθεώρει το κίνημα του Υψηλάντου ως αποτέλεσμα του διακρίνοντος τον καιρόν εκείνον φιλοταράχου πνεύματος και της απειρίας και κουφότητος της νεαζούσης ηλικίας του· τον απέβαλε δε και της υπηρεσίας του και τον ειδοποίησεν, ότι απεδοκίμαζε το επιχείρημά του, ότι δεν έπρεπε να προσδοκά παραμικράν βοήθειαν παρά της Ρωσσίας, και ότι ώφειλε να εγκαταλείψη και τον αγώνα και τους τόπους εκείνους (α)· διέταξε δε συγχρόνως τον μεν αρχηγόν των κατά τον Προύθον και την Βεσσαραβίαν δυνάμεων του Βιτγενστέην να διατηρή αυστηράν ουδετερότητα και να μη βοηθή τον ελληνικόν αγώνα, τον δε εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν του να κοινοποιήση ταύτα πάντα τω σουλτάνω, και να προσφέρη αυτώ όχι μόνον πάσαν ηθικήν συνδρομήν, αλλά και στρατιωτικήν βοήθειαν προς κατάπαυσιν των εν ταις δύο ηγεμονείαις ταραχών. Ό,τι δε προ πάντων παρώργισεν υπέρμετρα τον Αλέξανδρον κατά του Υψηλάντου, και δικαίως, και διήγειρε κατ' αυτού υποψίας παρά τη ιερά συμμαχία ήτον η εν τη προς τους Έλληνας προκηρύξει αυτού του Υψηλάντου φράσις λέγουσα, «κινηθήτε, και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν Δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας» Τοιουτοτρόπως εματαιώθησαν όλαι αι εξωτερικαί ελπίδες του αγώνος.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'

&Τα κατά τον Υψηλάντην διατρίβοντα εν Κολεντίνη. — Φυγή του ηγεμόνος Σούτσου. — Τα κατά τον Πεντεδέκαν. — Μετάβασις Υψηλάντου εις Τυργόβιστον. — Συμβάντα εν Μολδαυία. — Μάχη Γαλατσίου.&

ΜΟΛΙΣ έφθασεν ο Υψηλάντης εις Κολεντίναν περιστοιχιζόμενος υπό καταχραστών, απειθών και επιβούλων, και έπεσαν επί την κεφαλήν του οι τρεις απροσδόκητοι κεραυνοί· ο μεν πνευματικός, ό εστιν, αι κατάραι και οι αφορισμοί της Μεγάλης εκκλησίας· οι δε δύο πολιτικοί, ήτοι η κατάκρισις του αγώνος παρ' όλης της ιεράς συμμαχίας, και η αποκήρυξις και καθαίρεσις αυτού παρά του αυτοκράτορος της Ρωσσίας. Και η μεν πνευματική πράξις απέσπασε πολλάς ευλαβείς καρδίας θεωρούσας αυτόν εις το εξής αφωρισμένον και κατηραμένον· η δε πολιτική, η της Ρωσσίας, ην εδημοσίευσεν ο εν Ιασίω γενικός αυτής πρόξενος καθ' ην ημέραν εστρατοπέδευσεν ο Υψηλάντης εν Κολεντίνη, εστηλίτευσεν επισήμως το ψεύδος, και έκαστος εφρόντιζεν έκτοτε πώς να σωθή. Οι άρχοντες των δύο ηγεμονιών, οι μεν έφευγαν, οι δε συνεννοούντο μυστικώς μετά των Τούρκων. Φόβος μέγας επεκράτει παντού, και εσωτερικώς εξ αιτίας της παντελούς αταξίας και αναρχίας, και εξωτερικώς εξ αιτίας επαπειλουμένης εισβολής οθωμανών. Ο δε Μιχαήλ Σούτσος, ιδών εξ ων έλαβεν απαντήσεων εις τας προς τον Αλέξανδρον αναφοράς του, ότι η ελπίς της ρωσσικής συμπράξεως, η μόνη απομένουσα ελπίς εφ' ης και αυτός στηριζόμενος εγένετο συμμέτοχος του αγώνος, εματαιώθη, υποπτεύων και τας μυστικάς σχέσεις των εντοπίων προς τους Τούρκους, και βλέπων ότι ο τόπος ήτο εις την διάκρισιν εχθρών, προδοτών και επιβούλων, και ότι ουδεμίαν είχε πλέον ισχύν, απεφάσισε, φοβούμενος μη κρατηθή και παραδοθή, να φύγη κρυφίως και μεταβή εις Βεσσαραβίαν, όπου, ως ειδοποιήθη, εδόθησαν διαταγαί εις υποδοχήν του· έφυγε δε διά νυκτός την 30 μαρτίου εν αγνοία των αρχόντων του τόπου, προϋπογράψας και σφραγίσας διπλώματα εις σύστασιν ανθηγεμονίας εκ των μελών του εντοπίου συμβουλίου, διαρκούσης της προσωρινής, ως έλεγεν, απουσίας του, και εις αντικατάστασιν εν τη υπηρεσία αυτοχθόνων αντί των Ελλήνων αυλικών του παρακολουθησάντων όλων· έστειλε δε τους διορισμούς, αφού διέβη τον Προύθον, προς τον μητροπολίτην, όπως ενεργηθώσιν. Εγνώσθη την επαύριον η φυγή του ηγεμόνος, εγνώσθησαν και οι διορισμοί, αλλ' ελογίσθησαν διορισμοί όχι ηγεμόνος απόντος, αλλ' αποστάτου και φυγάδος· διά τούτο συνελθόντες οι έχοντες δικαίωμα ψήφου εσύστησαν ανθηγεμονίαν όπως συνειθίζετο οσάκις εχήρευεν η ηγεμονεία. Συστηθείσα η νέα Αρχή έσπευσε να προσφέρη την υποταγήν της τω σουλτάνω, απεφυλάκισε και ώπλισεν ολίγους Τούρκους, ους εκράτει υπό φύλαξιν ο Σούτσος, ίνα μη κακοπάθωσι και ούτοι ως οι άλλοι (α), και διέταξε να καταδιώκονται ως εχθροί όσοι των περί τον Υψηλάντην διέμεναν εντός της ηγεμονείας επέκεινα ρητής προθεσμίας. Αλλ' αν η εντόπιος ανθηγεμονία παρέλαβε την Αρχήν εγκαταλειφθείσαν, δεν εφάνη αξία και να την φυλάξη παραληφθείσαν.

Καθ' ας ημέρας εσυστήθη αύτη, έφθασεν εις Ιάσι ο Πεντεδέκας σταλείς παρά του Υψηλάντου, αγνοούντος εισέτι την φυγήν του Σούτσου, επί χρηματολογία και αποστολή εις το γενικόν στρατόπεδον των προσερχομένων καθ' ημέραν έξωθεν εθελοντών. Φθάσας ο Πεντεδέκας εις Ιάσι, αντί φιλικής ηύρε παρά πάσαν προσδοκίαν εχθρικήν κυβέρνησιν· και αμέσως συνέλεξεν όσους Έλληνας και άλλους εδυνήθη εν τη πόλει, ως 200, και πλήρης τόλμης εκυρίευσε διά της μικράς ταύτης δυνάμεως μεσούντος του απριλίου το ανάκτορον, και έλαβε μόνος αυτός όλην την πραγματικήν δύναμιν.

Ο δε Υψηλάντης, φοβούμενος εισβολήν εχθρών, επειράθη να την εμποδίση, και ειδοποίησε τους ανθηγεμόνας της Βλαχίας, ότι επληροφόρησε τον αυτοκράτορα της Ρωσσίας περί των κινημάτων του, περί της καταστάσεως της Ελλάδος, και περί του επαπειλούντος τας δύο ηγεμονείας κινδύνου, αν εγίνοντο κέντρον ενώσεως εχθρικών στρατοπέδων και θέατρον πολέμου· ότι ο αυτοκράτωρ προς διατήρησιν της γενικής ειρήνης και των σχέσεών του τω παρήγγειλε μεν διά γράμματος του Καποδιστρίου όσα έκρινεν εύλογον εις παύσιν του κινήματος των Ελλήνων, αλλά τω εγνωστοποίησε συγχρόνως ότι ευηρεστήθη να προτείνη τη Πύλη φιλελληνικάς προτάσεις· ότι άνευ της παραδοχής των προτάσεων του αυτοκράτορος δεν κατέθετε τα όπλα· ότι σκοπόν δεν είχε να προσβάλη πρώτος τους Τούρκους, και ότι επεθύμει μηδ' αυτοί να προσβάλωσιν, ίνα μη πάθη ο ουδέτερος τόπος.