Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 9
Ο Κ. Περδίκης λοιπόν, Ιωάννης το όνομα, ή Γιάγκος, ως αποκαλεί αυτόν η σύζυγός του, οσάκις του παρουσιάζει λογαριασμούς προς πληρωμήν, παίζει, ως προείπομεν, σ κ ο υ π ι σ τ ή ν μετά της κυρίας του.
Η κυρία του είνε γυνή τεσσαράκοντα περίπου ετών, οστεώδης, λιπόσαρκος και πλήρης γωνιών, οξείαν έχουσα την ρίνα, προέχοντα τον πώγωνα, στικτούς τους οφθαλμούς και ελαφρώς μυστακιών το άνω χείλος. Θυγάτηρ αγαθού αγρότου, ήντλει μικρά έτι από του φρέατος της οικίας, ίνα ποτίζη τον πατρικόν όνον, και πολλάκις μετεφέρετο από των αγρών εντός των καλάθων του, οσάκις απέκαμνε να τον παρακολουθή γυμνόπους. Νυμφευθείσα πτωχή και άπροικος τον Περδίκην, ελλείψει άλλου κρείττονος γαμβρού, και μετά σπουδαίαν χειροτονίαν του βρακοφόρου πατρός της, όστις ουδεμίαν, έλεγεν, είχεν όρεξιν να την βάλη εις το ράφι, ευρέθη αίφνης μετά τινα έτη πλουσία σύζυγος κ' έτι πλουσιωτέρα κληρονόμος, ότε ο πατήρ της, ανακαλύψας ημέραν τινά εν τω μυχώ παλαιού κιβωτίου κίτρινά τινα και σκωληκόβρωτα χαρτιά, κατέλαβε δυνάμει αυτών μεγάλην γαιών περιοχήν περί τας Αθήνας, και απεδείχθη αίφνης μεγαλοκτηματίας. Είνε αληθές όμως, και πρέπει τούτο να σημειωθή προς τιμήν του ήρωος ημών, ότι ο γαμβρός αυτού μεγάλως τον εβοήθησε κατά τε την ανακάλυψιν των κιτρίνων χαρτίων και την ανεύρεσιν των γαιών.
Ούτω δε εντός δεκαετίας μόλις από του γάμου του Περδίκη εντελής και γενική μεταμόρφωσις επήλθε βαθμηδόν εν τω οίκω του, πάσαι δε της οικογενείας αυτού αι κάμπαι προέκυψαν ημέραν τινά του βόμβυκος αυτών περικαλλείς χρυσαλλίδες. Και ο οίκος αυτός μετεμορφώθη, και η κυρία μετέβαλεν ομιλίαν και ράπτριαν, και ο κύριος ήλλαξεν έργον και άλυσιν του ωρολογίου του. Ουδείς βλέπων την κυρίαν Περδίκη ηδύνατο να ενθυμηθή την ηλιοκαή και ακτένιστον παιδίσκην, ήτις εσάρονέ ποτε τον σταύλον του πατρός της, ούτε συνομιλών μετά του συζύγου της ηδύνατο να υποπτεύση ομοιότητά τινα μεταξύ της φωνής του και της φωνής του παραγγέλλοντος ένα βαρύν και γλυκύν ρυπαρού υπηρέτου μικρού καφενείου της Πλάκας.
Τοιούτον εν ολίγοις το ζεύγος, όπερ την εσπέραν της 19 Αύγουστου 1883 έπαιζε σ κ ο υ π ι σ τ ή ν εν τω οίκω του Κ. Περδίκη.
Β'.
— Τι έγειναν απόψε τα παιδιά; ερωτά ο οικοδεσπότης, σκουπίζων δι' ενός ρήγα τα επί της τραπέζης χαρτιά.
— Αι! το παράκαμες, κύριε! φωνεί η Κ. Πηνελόπη· δεν μ' αφίνεις χαρτί.
Και προσθέτει μετά μικρόν, ρίπτουσα ένα τεσσάρι επί την τράπεζαν.
— Α! τα παιδιά είπες; πήγαν εις το Φάληρον.
— Δεν το βαρέθηκαν ακόμη εκείνο το γαλλικόν θέατρον; Δεν ξεύρω τι του βρίσκουν! εγώ, να σου ειπώ, μ' αρέσει καλλίτερα το Ελληνικόν. Ό,τι έχω εγώ τους Μυλωνάδες και τους Πειρατάς με τον Ταβουλάρη.
Όχι δα και συ! το γαλλικόν έχει άλλην χάριν.
— Δεν ειξεύρω, . . . αλλά μου λέγουν, ότι δεν είνε και πάρα πολύ ηθικόν.
— Ανοησίαις! ηθικόν! τόσος καλός κόσμος που πηγαίνει . . .
— Ναι, δεν σου λέγω, αλλά τι τα θέλεις! θα είχα καλλίτερα να μην επήγαινεν η Ασπασία τόσον συχνά. Εγώ μίαν φοράν επήγα όλην όλην, και αυτήν διά το χατήρι σου, και εντράπηκα, σε βεβαιόνω. Έπειτα είνε και το έξοδο! το Φάληρον τώρα ακρίβηνε. Κάθε φοράν που πηγαίνουν κάτω τα παιδιά, θα θέλουν είκοσι φράγκα το ελάχιστον.
— Αι, καλά τώρα! Συ νάχης την υγείαν σου, και ας διασκεδάσουν και λιγάκι τα καϋμένα τα παιδιά. Δόξα σοι ο Θεός, η δουλειαίς σου πηγαίνουν περίφημα.
— Ας ην' οι άνθρωποι καλά, δεν έχω παράπονον. Αλλά δεν είνε λόγος αυτός να τα σκορπούμε.
— Ποιος είπε να τα σκορπούμε; Κανείς δεν τα σκορπά. Ξοδεύομεν μόνον όσα πρέπει, διά να κρατούμεν την θέσιν μας εις την κοινωνίαν. Αλήθεια . . . δεν ηξεύρεις δα! Η κυρία Μιχάκη μ' απάντησε προχθές κ' έκαμε πως δεν μ' εγνώρισε. Παλαιαί συμμαθήτριαι γειτόνισσαις τόσα χρόνια, τώρα που πανδρεύθηκε δεν ειξεύρω τι της εφάνη! Επειδή τάχα επήρε ένα λοχαγό και πηγαίνει εις το παλάτι, ψήλωσ' η μύτη της.
— Άφησ' την να ψηλώση. Η σακκούλα της να ιδούμε τι έχει.
— Μα έλα δα!
— Και πού την απάντησες την Κυρίαν Μιχάκη;
— Εις της Λιζιέ.
— Πάλιν εις της Λιζιέ ήσουν; ποιος ξεύρει τι λογαριασμοί με περιμένουν! υπολαμβάνει ο Ιωάννης, στενάζων εκ των εγκάτων αυτού.
— Ου! καϋμένε Γιάγκο! να σε ακούση κανείς, θα ειπή πως σ' επτώχυνα· τι λογαριασμοί; Δύο μήνας έχω τώρα που σε παρακαλώ διά τον παληό της λογαριασμό από χίλια πεντακόσια φράγκα, και ακόμη . . .
— Θαλθή και αυτουνού η ώρα του, διακόπτει ο Περδίκης, και μη στενοχωρηέσαι.
— Πότε; όταν κερδήσωμεν το λαχείον;
— Λαχείον είπες; α! ναι, είδες; . . . λέγει ο σύζυγος, και αφίνων αίφνης τα χαρτιά επί της τραπέζης, προσθέτει μετά μικράν τινα σκέψιν
— Τι έκαμες ταις πέντε προμέσαις που σου έδωκα ταις προάλλαις;
— Ταις εφύλαξα. Α! έδωκα μίαν της καϋμένης της μαγείρισσας! Με παρεκάλεσε τόσον πολύ . . . . απαντά δειλώς, μ' όλον αυτής τον μύστακα, η Κυρία Πηνελόπη· προσθέτει δε αμέσως, βλέπουσα δυσαρέστως μορφάζον το πρόσωπον του συζύγου της·
— Της εκράτησα από τον μισθόν της τα τρία φράγκα.
— Δεν έπρεπε να της την δώσης· ας ήνε. Αυτό είνε τύχη, και την τύχην του κανείς δεν την πουλεί, ούτε την χαρίζει.
Διενοήθη επί στιγμήν ο Ιωάννης να ερωτήση τον αριθμόν του γραμματίου, όπερ είχε παραχωρήση εις την μαγείρισσάν του. Αλλ' ο διαλογισμός του αυτός υπήρξε στιγμιαίος και στιγμιαίως εξηφανίσθη. Μόλις διανοηθείς αυτόν, ανελογίσθη συνάμα, ότι καλλίτερον ήτο να μη τον εκστομίση, και εσίγησε περίφροντις.
— Τι συλλογίζεσαι; ερωτά η Κ. Πηνελόπη. Κάτι σκεπτικός έγεινες;
— Ενθυμήθηκα ότι κάπου έχω να πάγω, απαντά ο Περδίκης εξάγων το ωρολόγιόν του. Διάβολε! δέκα περασμέναις και ο Ξανθάκης θα με περιμένη.
— Τέτοιαν ώραν θα βγης;
— Δουλειαίς, αγάπη μου, δουλειαίς, απαντά ο Ιωάννης και εγερθείς λαμβάνει τον πίλον του και την ράβδον του.
— Μην αργήσης, να σε χαρώ· ξεύρεις ότι δεν με παίρνει ύπνος πριν έλθης.
— Το ξεύρω, χρυσό μου, το ξεύρω, λέγει καθησυχάζων την τρυφερότητα της συζύγου του και μορφάζων μάλλον ή μειδιών ο Γιάγκος.
Και εξέρχεται εις την οδόν.
Η κυρία Πηνελόπη, μείνασα μόνη, απλόνει τα χαρτιά επί της τραπέζης και ρίπτει την πασιέντσαν του Ναπολέοντος, διά να ίδη αν θα κερδήση εις το λαχείον. Αλλά τα χαρτία δυστροπούσι φοβερά, και μάτην επικαλείται η κυρία εις βοήθειάν της πάσαν δυνατήν και θεμιτήν καλπονόθευσιν.
Τα χαρτιά απλούνται ήδη δι' ογδόην φοράν επί της τραπέζης, ότε η θύρα σημαίνει. Είνε η δεσποινίς Ασπασία και ο νεαρός Τηλέμαχος, υιός και θυγάτηρ του Κ. Περδίκη, επιστρέφοντες από του φαληρικού θεάτρου.
— Καλό 'ς τα! προσφωνεί τα τέκνα της η κυρία Πηνελόπη, διακόπτουσα επί στιγμήν την χαρτομαντικήν αυτής. Πώς περάσατε; ήτον κόσμος πολύς; πώς επήγεν η παράστασις;
— Ωραία, μαμά! απαντά η δεσποινίς Ασπασία εις την πρώτην μητρικήν ερώτησιν.
— Τρο-με-ρός! απαντά ο Τηλέμαχος εις την δευτέραν, καταπίπτων επί μιας καθέδρας, απομάσσων τον ευγενή του μετώπου του ιδρώτα δι' ευώδους μικρού μανδηλίου και ανάπτων έν σιγάρον υπό την ρίνα σχεδόν της μητρός του.
— Εξαίρετα! απολαμβάνει η κόρη συμπληρούσα την απάντησιν εις τας ερωτήσεις της μητρός αυτής.
Και επιλαμβάνεται η αβρά δεσποινίς να αφηγηθή εις την Κ. Περδίκη την υπόθεσιν της Μascotte.
Γ'.
Ο Περδίκης εξήλθε του οίκου, αλλά δεν κατηθύνθη εις του φίλου του Ξανθάκη, ως είπεν εκ του προχείρου προφασιζόμενος εις την σύζυγόν του.
Ανήλθεν αλλόφρων και βραδυπατών την οδόν Σταδίου, διέδραμε την πλατείαν του Συντάγματος, κ' ευρέθη μετ' ολίγον υπό την δενδροστοιχίαν του κήπου των Ανακτόρων, κατευθύνων το βήμα του προς τα Άντρα.
Ο Ιωάννης είνε πολύ σκεπτικός, και ιδέα τις επίμονος φαίνεται τυραννούσα την διάνοιαν αυτού.
Είχε, και αυτός δεν ειξεύρει πώς, περίεργον και ανεξήγητον προαίσθημα. Φρονεί αδιασείστως, ότι θα κερδήση αύριον τον πρώτον λαχνόν κατά την κλήρωσιν των λαχειοφόρων ομολογιών του δανείου της Τραπέζης. Αλλά, την μακαριότητα του ωραίου αυτού προαισθήματος ταράττει η είδησις, ην προ μικρού τω ανεκοίνωσεν η σύζυγός του, ότι έν των είκοσι γραμματίων, άτινα προς μιας εβδομάδος ηγόρασε, περιήλθεν εις χείρας της υπηρετρίας του.
Αν αίφνης ο κερδαίνων λαχνός είνε αυτός;
Το συλλογίζεται μόνον και αισθάνεται ότι κόπτονται τα γόνατά του.
— Δεν είνε άραγε τρόπος; διανοείται ο Περδίκης, και γίνεται αυτός μεν σκεπτικώτερος, το δε βήμα του βραδύτερον.
Περικάμπτει ούτω το αγγλικόν νεκροταφείον, φθάνει εις το απέναντι αυτού μικρόν καφενείον, και βλέπων, ότι τα τραπέζιά του είνε εντελώς έρημα, κάθηται αυτομάτως εις έν εξ αυτών.
Ο Περδίκης τρελαίνεται διά ναργιλέν· αλλ' ουδέ καν συλλογίζεται να τον διατάξη. Σκέπτεται πάντοτε, και φέρων αδιακόπως την αριστεράν του χείρα εις το μέτωπον, τρίβει διά του αντίχειρος και του παραμέσου τους κροτάφους τον.
— Το γουργουλίδιόν σας, κυρ Γιάγκο; ερωτά προσερχόμενος νυσταλέος υπηρέτης.
Αλλά μη λαμβάνων απάντησιν, ερμηνεύει ως αποδοχήν εν των αλλεπαλλήλων Χμ! δι' ων ο Περδίκης συνοδεύει την επίμονον τριβήν των κροτάφων τον, και φέρει μετ' ολίγον τον ναργιλέν, ροφών μεν καθ' οδόν από του επιστομίου του, ίνα δήθεν διατηρήση αυτόν ανημμένον, σπογγίζων δε κατόπιν αυτό διά της ρυπαράς του παλάμης.
Ο Γιάγκος λαμβάνει αυτομάτως την σύριγγα, την φέρει ανεπιγνώστως εις τα χείλη του και ροφά μηχανικώς επί τινα δευτερόλεπτα. Αλλ' αίφνης εγείρεται, χωρίς καν να συλλογισθή να πληρώση την δεκάραν του, και αναχωρεί κατευθυνόμενος προς την πόλιν.
Η μορφή του είνε πάντη αλλοία· το πρόσωπόν του εφαιδρύνθη. Αι χείρες του αναπάλλονται δεξιόθεν και αριστερόθεν ως εκκρεμή ωρολογίου, και το βήμα του έγεινεν ελαφρόν και υπόπτερον βήμα σεισοπυγίδος. Προδήλως μετεβλήθησαν και οι διαλογισμοί του. Ευρέθη, φαίνεται, ο τρόπος εκείνος . . ., και η φαντασία του Περδίκη αρμενίζει τώρα πλησίστιος και φαιδρά διά του απείρου πόντου των σχεδίων, ων αναπλάττει δυνατήν και προσεχή την πραγματοποίησιν διά του αναποφεύκτου κέρδους των εκατόν χιλιάδων.
Ο νους του μεθίπταται ακάματος από ιδέας εις ιδέαν και από επιχειρήσεως εις επιχείρησιν. Αγνοεί τι να εκλέξη και πού να σταματήση. Πόσα πράγματα δύναταί τις να κάμη με εκατόν χιλιάδας μετρητού χρήματος, ακόπως αποκτηθείσας και αμέσως διαθεσίμους! Ο Περδίκης, φαίνεται, θέλει να τα κάμη όλα διά μιας, διότι τα διάφορα σχέδιά του σωρεύονται αλλεπάλληλα εν τη διανοία του, και μάτην προσπαθεί να τα τακτοποιήση.
Συλλογίζεται εν πρώτοις να αναπτύξη έτι μάλλον τας εργασίας του, να αυξήση ιδίως τα επί ενεχύρω δάνειά του, και να συστήση συγχρόνως, υπό πιστόν τινα διευθυντήν, ειδικόν κατάστημα πωλήσεως των εις την κυριότητά του περιερχομένων ούτω τιμαλφών. Αλλ' αυτό θα ηδύνατο να το κάμη και άλλως, χωρίς τας εκατόν.
Διανοείται μετά μικρόν να συστήση εφημερίδα καθημερινήν, οικονομικοπολιτικήν, ή κάλλιον πολιτικοσατυρικήν, με πολλά ποικίλα, την οποίαν να εκτιμά και να φοβήται, ή κάλλιον να φοβήται μάλλον παρά να εκτιμά ο κόσμος, και της οποίας να περιποιήται κατ' ανάγκην τον διευθυντήν. Είνε αληθές ότι δεν γνωρίζει πολλά γράμματα — περί τούτου δεν πλανάται ο Περδίκης, — αλλά τι σημαίνει αυτό; Είνε ανάγκη να ηξεύρη τις πολλά γράμματα διά να διευθύνη εφημερίδα;. Αυτός θα λέγη, και άλλος θα γράφη. Έπειτα, ο Τηλέμαχος; Αυτός εξεύρει γράμματα περισσότερα παρ' όσα χρειάζονται. Θα ήνε ο γραμματεύς της συντάξεως, και θα γράφη συγχρόνως και τα θεατρικά, εις τα οποία είνε πολύ δυνατός. Αλλά θα κερδίζη η εφημερίς; θ' απαντά τουλάχιστον τα έξοδά της; Περί τούτου έχει μερικάς αμφιβολίας ο Περδίκης.
Εν μέσω δε των αμφιβολιών τον αναθρώσκει άλλη ιδέα εις τον εγκέφαλόν αυτού να γίνη βουλευτής. Νομίζει, αν δεν τον απατά μνήμη και η οικογενειακή παράδοσις, ότι συγγενής της μητρός του κατήγετο εκ Θεσσαλίας. Εκεί, λέγει καθ' εαυτόν, είνε κάπως ευκολωτέρα η επιτυχία.
Οι άνθρωποι εκεί δεν εγυμνάσθησαν ακόμη αρκετά εις την διαχείρισιν του σφαιριδίου, και επιτυχής τις συνδυασμός . . . Εννοείται, ότι του συνδυασμού θα καταβάλη αυτός τας εκλογικάς δαπάνας. Η θυσία αύτη του φαίνεται πολύ εύλογος. Έπειτα, αφού γίνη βουλευτής, αι! τα παρακάτω έρχονται μόνα των. Φωνήν, δόξα τω Θεώ, έχει αρκετήν· πόδας έχει διά τας κλίμακας των υπουργείων έχει δε και γρόνθους εν ανάγκη στιβαρούς διά τας ταραχώδεις βουλευτικάς συζητήσεις.
Περί το τελευταίον τούτο σχέδιον, εις ό ευαρεστότερον παραμένει αναπτερωθείσα φαντασία του Ιωάννου, ανακλαδούνται πολλαί άλλαι ιδέαι δευτερεύουσαι: προσφοραί τινες εις αγαθοεργά καταστήματα — όχι πολύ μεγάλαι βέβαια, αλλ' αρκεταί ως τι να λαλήση περί αυτών ο τύπος· γεύματά τινα εις μερικούς φίλους ολίγα δώρα κατάλληλα εις πρόσωπα επιρροής και κοινωνικής σημασίας· και είς ή δύο χοροί τον χειμώνα — με ορχήστραν, εννοείται, και με δείπνον — κατά τους οποίους, τις οίδε, ημπορεί τέλος να τοποθετηθή και η Ασπασία του.
Πάντα ταύτα ανακυκώνται φύρδην μίγδην εν τη διανοία του Περδίκη, και ο Περδίκης βαίνει γοργώ τω βήματι, απομάσσων διά της παλάμης τον ιδρώτα του μετώπου του, χωρίς καν να προσέχη πού διευθύνεται.
Τέλος αργά, πολύ αργά, ευρίσκεται ανεπαισθήτως προ της θύρας του οίκου του. Εισέρχεται χωρίς να σημάνη, διότι κρατεί πάντοτε το κλειδίον του, και ευρίσκει την κυρίαν Πηνελόπην κοιμωμένην επί της καθέδρας της, και αναπαύουσαν την κεφαλήν αυτής επί του βραχίονός της, εν μέσω σωρείας παιγνιοχάρτων.
Δ'.
Ο Ιωάννης διήγαγε σχεδόν άυπνον νύκτα και εξήλθε λίαν πρωί της οικίας του.
Εν τω γραφείω του ήτο διαρκώς αφηρημένος. Εκάθητο και ηγείρετο άνευ λόγου, εζωγράφει παντοειδείς χιμαιρικάς εικόνας επί του ερυθρού στυπποχάρτου όπερ εκάλυπτε την τράπεζάν του, εμονολόγει πολλάκις ασυνάρτητα και ακατάληπτα, και έβλεπεν αδιακόπως το ωρολόγιόν του.
Άπαξ ή δις μάλιστα ενόμισεν ότι εστάθη, το έφερεν εις τα ώτα του, και αποτεινόμενος εις μικρόν τινα, ωχρόν και καχεκτικόν νεανίσκον, όστις έγραφε κεκυφώς επί παρακειμένου τραπεζίου και εξετέλει παρά τω Περδίκη το διπλούν έργον γραμματέως συνάμα και υπηρέτου, τον ηρώτησε·
— Τι ώρα έχεις Δημήτρη; α! λησμόνησα ότι δεν έχεις ρωλόγι.
— Εγώ ρωλόγι, κυρ Γιάγκο! απήντησεν ο ωχρός γραμματεύς, και ανέκφραστον μελαγχολικόν μειδίαμα διέστειλε τα άναιμα χείλη του. Τι θέλετε; να μάθετε τι ώρα είνε;
— Ναι, καϋμένε· μου φαίνεται ότι το ρωλόγι μου πηγαίνει τρομερά πίσω.
— Εύκολο πράγμα, Να πεταχθώ μίαν στιγμήν εις το καφενείον . . .
Και πριν ή αναμείνη την έγκρισιν της προτάσεώς του, ο Δημήτρης, χαίρων ότι τω παρέχεται ευκαιρία να πεταχτή μίαν στιγμήν έξω, διαβαίνει ασκεπής την οδόν, εισέρχεται εις το απέναντι καφενείον, λέγει δεξιά και αριστερά ολίγας λέξεις εις τους παρακαθημένους γνωρίμους, βλέπει το εκκρεμές του καφενείου, κ' επιστρέφει εις το γραφείον λέγων·
— Εννηάμισυ!
— Καλά το υπέθετα εγώ. Είκοσι λεπτά πηγαίνω πίσω.
Ο Περδίκης ανοίγει τον σύρτην της τραπέζης του, λαμβάνει γραμμάτια τίνα λαχείων απωτεθειμένα εις τους μυχούς αυτού, τα μετρεί, γράφει τους αριθμούς των επί μίας σελίδος του σημειωματαρείου του, κάτωθεν άλλων ομοίων αριθμών, και λαμβάνων βιαίως τον πιλόν του εξέρχεται του γραφείου και κατευθύνεται προς την Εθνικήν Τράπεζαν.
Δεν είναι δέκα η ώρα, αλλ' ο Περδίκης αδιαφορεί. Εισέρχεται εις την αίθουσαν, όπου πρόκειται να γείνη η κλήρωσις, κ' εκπλήτεται ότι δεν είνε ο πρώτος. Πολλοί άλλοι γνώριμοι και ομότεχνοι τον προέλαβον. Παρατηρεί τας ανησύχους αυτών μορφάς, και μειδιά παράδοξον οίκτου μειδίαμα.
— Όλοι αυτοί θαρρούν πως θα κερδήσουν, λέγει καθ' εαυτόν. Πλησιάζει δε εις το ορφανόν κοράσιον, όπερ εκλήθη να εξαγάγη τους λαχνούς από της κληρωτίδος, θωπεύει πατρικώς την παρειάν αυτού και λίγο ευθύμως·
— Να σε ιδώ κορίτσι μου! Να δώση ο Θεός να είσαι τυχηρή, και την προίκα σου εγώ θα σου την κάμω.
Τέλος τι να βραδύνωμεν; Ο πρώτος αριθμός εξάγεται της κάλπης και κηρύσσεται μεγαλοφώνως εις επήκοον των παρισταμένων. Ο Ιωάννης διατρέχει διά βλέμματος γοργού τον κατάλογόν του, βλέπει τον αριθμόν εκείνον τον μαγικόν, . . . τον βλέπει μεταξύ των πρώτων του σημειωματαρίου του.
Το προησθάνετο, το ανέμενε, το είχε βέβαιον, και όμως το αίμα ανέβη διά μιας εις την κεφαλήν του, η δε καρδία του εσταμάτησε προς στιγμήν και ήρχισεν ευθύς σφύζουσα βιαίως και οιονεί σφυρηλατούσα το στήθος του. Οι οφθαλμοί του εθαμβώθησαν, ιλιγγίασεν, εζαλίσθη, και του εφάνη αίφνης ότι τα ψηφία του αριθμού του εμεγάλωσαν, εξετάθησαν, και εκάλυψαν τέλος όλην την σελίδα του καταλόγου του. Έπειτα εξηκολούθησαν ακόμη να διαστέλλωνται, απεσπάσθησαν του χάρτου, έγειναν κολοσσοί, και ήρχισαν περιπατούντα εντός της αιθούσης, περιστοιχίζοντα αυτόν και μορφάζοντα παραδόξως.
Αλλ' όλη όμως αύτη η φαντασμηγορία ολίγα μόνον δευτερόλεπτα διήρκεσεν. Ο Περδίκης έβαλε βραγχώδη κραυγήν, μίαν μόνην και μονοσύλλαβον·
— Α!
Και εξήλθε της αιθούσης.
— Κύριε Περδίκη, κύριε Περδίκη!
— Δικός σας είνε ο πρώτος;
— Σας συγχαίρομεν!
— Και εις άλλα!
— Σταθήτε δα!
— Μη λησμονήσετε την προίκα του κοριτσιού.
Αι φωναί αύται καταδιώκουσι θορυβωδώς τον Ιωάννην, οικειότεροι δέ τινες των παρισταμένων τρέχουσι και κατόπιν του μέχρι της θύρας. Αλλ' εκείνος εξήλθεν ήδη εις την οδόν, επήδησεν εντός της προστυχούσης αμάξης, κ' εφώνησεν εις τον αμαξηλάτην·
— 'Σ το σπίτι! γρήγορα!
Αλλά μόλις εκίνησεν η άμαξα και ο Περδίκης έγεινεν ηρεμώτερος. Το θάμβος των οφθαλμών του διελύθη· ο αριθμός εκείνος, ο φανταστικάς έχων τας διαστάσεις και προ μικρού έτι χορεύων τον κόρδακα προ των οφθαλμών του, επανέλαβεν ήσυχος την προτέραν αυτού θέσιν επί του σημειωματάριου του, και το σημειωματάριον ετέθη πάλιν εις το θυλάκιόν του. Η διάνοια του Περδίκη ήρχισε σκεπτομένη ωριμώτερον και ψυχρότερον.
— Είνε λοιπόν ο αριθμός αυτός από τους πέντε που έδωσα της γυναικός μου, είπε καθ' εαυτόν ο Ιωάννης· και δεν είνε παράξενον να ήνε . . .
Και ξύει επιμόνως τον αυχένα του.
— Στάσου, αμαξά! κραυγάζει αμέσως και καταβαίνει του δίφρου εν μέση τη οδώ. Καταλείπων δε την λεωφόρον, μεταβαίνει διά στενωπών εις την οικίαν του, εισέρχεται εις αυτήν απαρατήρητος διά μικράς τινος υπηρετικής θύρας, αναβαίνει απνευστί διά στενής πλαγίας αναβάθρας εις το δωμάτιον της υπηρετρίας του, και χωρεί ακροποδητί προς επίμηκες πράσινον κιβώτιον, όπερ κατέχει μίαν αυτού γωνίαν.
Εκεί ίσταται και ακροάται. Δεν ακούει τίποτε. Είνε ελεύθερος να κάμη ό,τι θέλει, αλλά . . . διστάζει να το κάμη. Εκτείνει την χείρα του προς το κιβώτιον και πάλιν την αποσύρει· στρέφει έντρομος το βλέμμα του προς την θύραν, διότι του φαίνεται ότι κάτι ήκουσεν. Αλλ' είνε μάταιος ο φόβος του. Δεν είνε κανείς, και ο Περδίκης πλησιάζει εγγύτερον εις το κιβώτιον.
— Αι! λέγει καθ' εαυτόν. Πρέπει να τελειόνω και σύντομα. Δράττει τότε αποφασιστικώς το κάλυμμα του κιβωτίου και προσπαθεί να το ανοίξη, αλλά το κιβώτιον είνε κλειστόν. Εντείνει τας δυνάμεις του, ίν' αποσπάση το κάλυμμά του, αλλ' αι χείρες του τρέμουσι κάπως, και το κιβώτιον ανθίσταται. Εξάγει τότε τον ορμαθόν των κλειδίων του, κύπτει προς το κλείθρον και εισάγει έν εξ αυτών εις την οπήν τον.
Το κιβώτιον ανοίγεται, και ο Ιωάννης ανακυνά πυρετωδώς το περιεχόμενον. Εις τον έσχατον αυτού μυχόν ευρίσκει τέλος ό,τι εζήτει· τον πολύτιμον κλήρον, συνεπτυγμένον εις σχήμα μικροσκοπικόν και τυλιγμένον εντός άλλου χαρτίου. Τον ανοίγει, . . . και βλέπει ακτινοβολούντα προ των ομμάτων του τον μαγικόν εκείνον αριθμόν, ούτινος αρχίζουν πάλιν τα ψηφία να μεγεθύνωνται εις γίγαντας και να χορεύουν πυρρίχην εντός του μικρού δωματίου. Αλλ' ο Περδίκης δεν λησμονεί, ότι δεν έχει καιρόν διαθέσιμον εις ακαίρους φαντασμηγορίας, και η ισχυρά του θέλησις επαναφέρει ταχέως την ηρεμίαν εις το πνεύμα του. Εξάγει εκ του θυλακίου του έν άλλο γραμμάτιον, το διπλόνει απαραλλάκτως ως το άλλο, και το τοποθετεί εις το βάθος του κιβωτίου, ούτινος τακτοποιεί επιμελώς το περιεχόμενον ως καλή οικοκυρά. Είτα το κλειδόνει πάλιν ως καλός οικοκύρης, καταβαίνει εις την οδόν όθεν ήλθε, και εισέρχεται εις την οικίαν του διά της αυλείου θύρας, αφού θορυβωδώς εσήμανε τον κώδωνα, και δρομαίως προσήλθε να του ανοίξη ο υπηρέτης του με τον λευκόν λαιμοδέτην.
Ο Περδίκης είνε εντελώς ατάραχος· τα γόνατά του μόνον τρέμουν ολίγον.
Ε'.
— Καλέ Γιάγκο, αλήθεια;
— Κερδήσαμε, παπάκη;
— Αι, τώρα πατέρα, τελείωσαν τα ψεύματα. Θα με στείλης εις το Παρίσι.
Αι τρείς αύται φράσεις, κραυγαί μάλλον ή προσφωνήσεις, υποδέχονται τον Περδίκην εισερχόμενον εις την αίθουσαν, όπου η σύζυγος και τα τέκνα του ετελείωσαν προ μικρού το πρόγευμά των.
Η κυρία Περδίκη αφήνει την επιφυλλίδα της «Εφημερίδος», η Ασπασία την επιφυλλίδα της «Στοάς», ο Τηλέμαχος, . . δεν αφίνει το σιγάρον του, εγείρονται δε και οι τρεις και κυκλούσι τον Περδίκην, και σύρουσιν αυτόν, η μεν από της χειρός, η δε από του επενδύτου του, και ο χαριέστατος κληρονόμος του πατρικού ονόματος και των πατρικών αρετών από της χονδράς αλύσεως του ωρολογίου του.
— Το μάθατε κηόλα; ερωτά εκείνος, ποιος σας το πρόφθασε;
— Ο καϋμένος ο Δημήτρης έτρεξε ευθύς και μας το είπεν, απαντά η σύζυγος του μεσίτου.
— Κ' ελιποθύμησ' ευθύς, 'σαν τον στρατιώτην του Μαραθώνος, προσθέτει ο Τηλέμαχος, πρόσφατον έτι έχων εις την μνήμην του το ιστορικόν γεγονός, χάρις εις τας α π α ν τ ή σ ε ι ς ά ν ε υ ε ρ ω τ ή σ ε ω ν της «Ε β δ ο μ ά δ ο ς».
— Λέγε μας λοιπόν, πώς έγεινε; ήσουν εις την κλήρωσιν;
— Εννοείται ήμουν. Το πώς έγεινε είνε απλούστατον. Εβγήκε από το κουτί ο αριθμός μου, τον ήκουσα που τον εφώναξαν, κ' έφυγα ευθύς, διά να μην έχω συγχαρήκια και αηδίαις. Αλλά φαίνεται το εμυρίσθηκε ο κόσμος, αφού το έμαθε και ο Δημήτρης.
— Ου! διακόπτει Περδίκης ο νεώτερος· όλοι 'ς το χρηματιστήριον το ξεύρουν,
— Και ποιος αριθμός εκέρδησε, παπάκη, ερωτά η δεσποινίς Ασπασία· μήπως είνε ο δικός μου;
— Όχι, κόρη μου είνε ο αριθμός που . . . Και παρ' ολίγον ωλίσθαινεν εις το βάραθρον η γλώσσα του Περδίκη. Αλλ' ο ευφυής Έλλην εκλονίσθη μόνον, χωρίς να πέση, και διορθών αμέσως την φράσιν του εξηκολούθησεν ατάραχος·
— Από τους αριθμούς που είχα φυλάξει εις το γραφείον.
— Επήρες την ομολογίαν, πατέρα;
— Θα βγω ύστερα να πάγω να την πάρω. Έχω καιρόν ως το βράδυ
Δεν διατρίβομεν εις λεπτομερή περιγραφήν της αγαλλιάσεως, ήτις νέμεται τον οίκον Περδίκη. Δεν αναφέρομεν τα πολυποίκιλα σχέδια, άτινα φύονται εις εκάστου την κεφαλήν, ουδέ τας μικράς και μεγάλας απαιτήσεις άτινες επιπίπτουσι διά μιας και ως εξ ενέδρας κατά των εκατόν χιλιάδων, ουδέ των υπηρετών τα συγχαρητήρια, οίτινες εισορμώσι μετά μικρόν εις την αίθουσαν, άλλος από του μαγειρείου και άλλος από του υπερώου. Ο αναγνώστης μαντεύει πάντα ταύτα ευκόλως, υποθέτομεν· αν δε δυσκολεύεται εις τούτο, ας φαντασθή προς στιγμήν, ότι αυτός εκέρδησε τον πρώτον λαχνόν, και τα φαντάζεται αμέσως.
Ο Περδίκης, σοβαρός το φαινόμενον και ατάραχος, αποδέχεται τας περί αυτόν εκδηλώσεις μετ' ηρεμίας επικής, αρκείται δε μόνον πραΰνων τον γενικόν αναβρασμόν διά προσηνών τινων μειδιαμάτων και ολίγων γενικών και συντόμων φράσεων·
— Καλά! Θα ιδούμεν! Μη τρέχετε· υπομονή!
— Α! είδες; απολαμβάνει η κυρία Περδίκη λησμόνησα να σου δώσω δύο γράμματα . . . — Φέρ' τα μίαν στιγμήν, Ασπασία· επάνω εις το τραπεζάκι τα έβαλα.
Η δεσποινίς Περδίκη εκτελεί την μητρικήν παραγγελίαν, και απέρχεται κατόπιν εις το δωμάτιόν της ίνα συγυρισθή, αφού προηγουμένως εσφράγισε διά τρυφεροτάτου φιλήματος την πατρικήν παρειάν, κ' εψιθύρισε σιγά εις το ους του πατρός της·
— Θα μου πάρης τώρα δάσκαλον της ιππασίας;
— Εγώ δεν σε φιλώ, πατέρα, λέγει ο Τηλέμαχος, διότι ξεύρω πως δεν σ' αρέσει να σε φιλούν· αλλά κύτταξε! το Παρίσι μου το θέλω.
Και ο Περδικίδης εξέρχεται του οίκου, αφού ανήψε νέον σιγάρον, ενώ η μήτηρ του φωνεί προς αυτόν φιλοστόργως·
— Μην αργήσης εις το γεύμα!
Ο Ιωάννης αποσφραγίζει τα δύο γράμματα, και ως άνθρωπος πρακτικός θεωρεί ευθύς αμέσως τας υπογραφάς·
— «Η εξαδέλφη σας Ευλαλία» λέγει μεγαλοφώνως μεν αλλ' οιονεί προς εαυτόν αποτεινόμενος, μετά την ανάγνωσιν της πρώτης υπογραφής. Ποία είνε αυτή η εξαδέλφη μας; προσθέτει μετά μικρόν, αποτεινόμενος προς την σύζυγόν του· δεν την βάζει ο νους μου.
— Ευλαλία; απαντά εκείνη. Ου! θα είνε του μπάρμπα Ηλία η κόρη· χήρα η καϋμένη, . . . δευτέρα ανεψιά της μαμάς.
Η κυρία Πηνελόπη αποκαλεί την μητέρα της μ α μ ά ν, μετά την ανακάλυψιν των γηπέδων εκείνων, περί ων εν αρχή ελέγομεν.
— Δεν την γνωρίζω, δεν την είδα ποτέ μου, υπολαμβάνει ο Ιωάννης.
— Ήλθ' ένα δυο φοραίς, . . . θα την λησμόνησες. Και τι σου γράφει;
& Τώρα θα ιδούμεν.
Και ο Περδίκης αναγινώσκει·
— _Αγαπητέ μου εξάδελφε
Ο Γεωργάκης μου είπε την καλήν σας τύχην, και σας συγχαίρομαι με όλην μου την καρδίαν. Εχάρηκα σαν να ήμην εγώ. Σου εύχομαι του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά, και σε παρακαλώ να ενθυμηθείς εις αυτήν την περίστασιν και την πτωχήν την εξαδέλφην σου. Έρχεται χειμώνας και ο καϋμένος ο Γεωργάκης μου δεν έχει δεύτερον φόρεμα. Ο Θεός να σου τα πληθαίνη, εξάδελφέ μου. Χαιρετίσματα εις την εξαδέλφην.
η εξαδέλφη σου Ευλαλία._