Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Part 28

Chapter 2824 wordsPublic domain

Την επιθεώρησιν αυτών θα επιχειρήσωμεν ίσως άλλην τινά ημέραν, όταν παρέλθη ο καιρός των βροχών και του βορβόρου, και καταστή ούτως ακίνδυνος οπωσδήποτε η ευσυνείδητος του έργου ημών εκπλήρωσις. Δεν θα αναμείνωμεν, εννοείται, τον κονιορτόν του θέρους, διότι θα έχωμεν ανάγκην κάτι να ίδωμεν χωρίς να τυφλωθώμεν. Θα εκλέξωμεν μίαν των σπανίων ημερών, καθ' ην να μη υπάρχη κονιορτός μήτε βόρβορος. Επειδή δε αι ημέραι αύται είνε σπάνιαι, σπανιώταται εν Αθήναις, διότι και όταν ήνε κονιορτός, ηξεύρουσι την τέχνην οι καταβρέκται του Δήμου να μεταβάλλωσιν αυτόν εις βόρβορον, μειδιά ήδη βεβαίως εν μακαριότητι ο κύριος Δήμαρχος, συλλογιζόμενος ότι μακρόν καιρόν θα αναμείνωμεν την ανατολήν της εξαιρετικής εκείνης ημέρας,

Αι! τις οίδεν; Ο μέγας της Ελλάδος θεός, ο θεός ο δωρήσας εις τους Έλληνας το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και το γαλλικόν θέατρον, ο εισαγαγών παρ' ημίν το θείον δώρον του χρηματιστηρίου και πολιτίσας ημάς μέχρι του Κυνηγίου της Αλώπεκος και των bals calicot, θα ευδοκήση να χαρίση και εις τας Αθήνας μίαν ημέραν άνευ βορβόρου και άνευ κονιορτού.

Δεν την περιμένομεν, βλέπετε, από τους ανθρώπους, αλλά την περιμένομεν από τον θεόν, όστις σήμερον τουλάχιστον, εκεί όπου κατηντήσαμεν, αφού δεν ευδοκεί να μας βρέξη ολίγον χρυσόν διά τα τοκομερίδια, ημπορεί επί τέλους και να παύση βρέχων νερόν δι' ολίγας ημέρας.

Μίαν από τας ημέρας αυτάς θα επιθεωρήσωμεν και ημείς τας οδούς της πρωτευούσης και την κατάστασιν αυτών.

***

Σήμερον σκοπόν μόνον έχομεν να μεταδώσωμεν εις τους αναγνώστας ημών ολίγας εκ των προχείρων διασκεδάσεων και τέρψεων, τας οποίας παρέχουσι δωρεάν αι οδοί των Αθηνών εις πάντα κάτοικον ή διαβάτην, αστόν ή ξένον, επαρχιώτην ή αλλοδαπόν.

Διά να τας απολαύση τις όλας, δεν είνε πάντοτε ανάγκη να εξέλθη εις την οδόν. Ενσκήπτουσιν αύται από της οδού κατά του μόλις εξυπνήσαντος ή και κοιμωμένου έτι ακάκου θνητού, απαράλλακτα όπως κατά την οθωμανικήν παροιμίαν μεταβαίνει το βουνόν προς τον Μωάμεθ, οσάκις αυτός δεν ευκαιρεί να μεταβή προς εκείνο.

Ας παρέλθωμεν τους δυστυχείς σαλεποπώλας, οίτινες, αν δεν ανήκουσιν ήδη εις το παρελθόν, είνε όμως αναντιρρήτως εκπεσούσα πλέον μεγαλειότης. Ηνάγκασε και αυτούς ο προβαίνων ολονέν πολιτισμός των Αθηναίων να γείνωσι πολύχειρες και πολυτεχνίται, να προσθέσωσιν εις το αρχικόν και πατριαρχικόν των επιτήδευμα πολλά άλλα, να μεταβληθώσιν από πλανοδίων πωλητών εις καθιστικούς εμπόρους, να γείνωσι χαλβαδοπώλαι και βουτυροπώλαι, να ανοίξωσι τέλος εμπορικά καταστήματα και να γείνωσιν επιτηδευματίαι φορολογούμενοι, προς αγαλλίασιν του οικονομικού εφόρου, αφού δεν ηδύναντο άλλως να κερδήσωσι τον ολιγαρκή και πενιχρόν αυτών βίον. Διότι . . . . τις πίνει πλέον σαλέπι εν Αθήναις, όπου και αυτός ο καφές κινδυνεύει να εκθρονισθή υπό του τεΐου; Μόλις που βρογχοπαθής τις γραία, ή μαθητής επαρχιώτης προσκείμενος εις τα παλαιά, ουδ' αποτριβείς έτι την μικροπολιτικήν σκωρίαν υπό του θεάτρου των Ποικιλιών.

Δι' αυτό και σπανία, βραχνή, δειλή και εξησθενημένη ακούεται από της οδού η φωνή του εωθινού σαλεποπώλου.

***

Αλλ' αντ' αυτής όμως ποία — Θεέ και Κύριε! — είνε η φοβερά εκείνη κραυγή, η σχίζουσα τα ώτα ως μελωδικόν κορύφωμα νεοβαγνερικής μουσικής, και καλύπτουσα τον κυλιόμενον πάταγον των τροχών παρελαύνοντος αμαξίου; Είνε σάλπισμα δαίμονος κρυολογημένου, ή απαίσιος ήχος σχιζομένου πανίου; είνε ροκάνας υπερμεγέθους κρωγμός ή υλακή θηρίου τινός της Αποκαλύψεως; Είνε ζώου μυκηθμός ή παράφρονος άναρθρος κραυγή;

Τίποτε απ' όλ' αυτά.

Είνε απλούστατα η μουσική πρόσκλησις του αρτοπώλου της οικίας.

Ο οιονεί από θριαμβικού δίφρου και δίκην γηίνου τοποτηρητού της θείας προνοίας περιφέρων εις των πελατών του τους οίκους τον επιούσιον αυτών άρτον εσταμάτησε προ της θύρας σας τον ταχύν τριποδισμόν του ασθματικού του ιππαρίου, και φυσά φυσίγναθος την ορειχαλκίνην του βυκάνην. Δεν ομοιάζει αυτός τον ράθυμον καραγωγέα της καθαριότητος, όστις αδιαφορεί εντελώς αν ακουσθή· θέλει τουναντίον να τον ακούσωσιν όλοι, και ο οξύς του φοβερού του σαλπίσματος ήχος, κλονίζων τας υέλους των παραθύρων, σχίζων τα ώτα των ενοίκων, παροξύνων εις σπαρακτικάς ωρυγάς τον σκύλον της οικίας και εις αγωνίας κακαρίσματα τας όρνιθας της αυλής, φθάνει τέλος διάτορος εις το μαγειρείον,

Εσώθημεν! Η μαγείρισσα εξήλθεν εις την οδόν και παρέλαβε το σιτηρέσιον της οικίας.

Ο σαλπιστής παρήλθε, και η παράφωνος ηχώ της σάλπιγγός του ακούεται περαιτέρω αναστατούσα την γειτονίαν.

Και όμως υπάρχει που άρθρον του ποινικού Νόμου, τιμωρούν την διατάραξιν της οικιακής ειρήνης των πολιτών.

***

Να μείνωμεν ακόμη εντός του οίκου, διά να ακούσωμεν αλληλοδιαδόχως τας ποικίλας κραυγάς του αγοράζοντος μ π ο τ ί . . . λ ι α ι ς, του ζητούντος χ α λ κ ώ μ α τ α ν α γ α ν ώ σ η και του ισχνού γυρολόγου, του πανηγυρίζοντος δι' ερρίνου ψαλμωδίας το περιεχόμενον του ονοφορήτου εμπορικού του καταστήματος;

Ας μας λείψη.

Αρκετά ήδη μας εξεκώφανεν ο αρτοφόρος. Ας εξέλθωμεν εις τας οδούς, όπου άλλαι και πολλαί μας περιμένουσι ψυχαγωγίαι.

Εν πρώτοις αδύνατον είνε να μη απαντήσωμεν κάπου νωπήν τινα τάφρον ανορυσσομένην προ των ποδών μας.

Οι αθηναίοι εσυνείθισαν εκ μακράς ανοχής των αρχών να θεωρώσι τους δρόμους της πόλεως των ως ιδιόκτητον αγρόν, τον οποίον αροτριώσι και άνασκάπτουσι και διβολίζουσιν, ως αν επρόκειτο να τον φυτεύσωσιν όλον σπαράγγια. Ο είς εδώ ανοίγει χάνδακα, διά να φέρη εις την οικίαν του το ύδωρ ή το φωταέριον, ο άλλος παρέκει ανοίγει μεγαλείτερον διά να μεταγγίση εις τας γηραιάς και απωστεωμένας πλέον αρτηρίας των υπονόμων της πόλεως τας περιττάς ευωδίας του μαγειρείου και . . . . άλλων μερών του οίκου του.

Και όλα αυτά γίνονται ελευθέρως, ακωλύτως, όπως θέλει και κρίνει πρόσφορον έκαστος συνταγματικός πολίτης των Αθηνών, δικαίαν αξίωσιν έχων, ως τακτικώς ψηφοφορών και ατάκτως πληρόνων τους φόρους του, να ασκή ανεξελέγκτως όσα νομίζει ελευθέρου πολίτου δικαιώματα.

Αν μετά τινας ημέρας παρέλθετε πάλιν εκεί προ της τάφρου, θα ίδετε αντ' αυτής ένα λόφον βορβόρου, και μετά τινας άλλας ημέρας, ότε τον βόρβορον απεκόμισαν ήδη των διαβατών οι πόδες ή απέπλυνεν η βροχή, ευρύ ρυπαρόν αυλάκιον.

***

Ας προχωρήσωμεν.

Θέλετε το πεζοδρόμιον ή την οδόν;

Αλλ' εκείνο είνε δυστυχώς ονόματι μόνον πεζοδρόμιον, πράγματι δε ό,τι άλλο θέλετε.

Εκεί έχει σωρεύσει προ της θύρας του όλας αυτού τας κοφίνους ο οπωροπώλης, και ο παντοπώλης όλα του τα σαρδελλοβάρελα. Εκεί έχει παρατάξει ο καφεπώλης τα σιδηρά του τραπεζάκια και τας χωλάς του καθέδρας. Εκεί πολλάκις το θέρος αναπτύσσονται εν υπαίθρω ολόκληρα εστιατόρια. Εκεί θα προσκρούσετε ίσως προς το κομψόν χειραμάξιον, εφ' ου η τροφός διακεκριμένου οίκου εξάγει εις περίπατον το μαμμόθρεπτον νήπιον. Εκεί θ' ανακόψη παν βήμα σας όμιλος αργών διερωτούντων αλλήλους τα νέα της ημέρας. Εκεί κινδυνεύετε να κρημνισθήτε πολλαχού εις τα ταρτάρεια βάθη των υπογείων αποθηκών των εμπορικών καταστημάτων, ων την χαίνουσαν καταπακτήν ελησμόνησε να κλείση ο υπηρέτης, ή να ανατραπήτε υπό γιγαντιαίας κενής κιβωτού, όθεν προ μικρού εξήχθησαν οι τελευταίοι νεωτερισμοί των Παρισίων. Τα πεζοδρόμια χρησιμεύουσιν εν Αθήναις εις πάντα και πάντας· μόνον εις τους πεζούς διαβάτας δεν χρησιμεύουσιν. Άπορον δε είνε αληθώς, πώς εξέφυγον μέχρι τούδε την προσοχήν των ποδηλατών. Δεν εννοώ τι θα τους εμπόδιζε να εισβάλωσι και εις αυτά. Ίσως τους αποθαρρύνει κάπως η ιδέα, ότι καλλίτερον είνε να π έ φ τ η κ α ν ε ί ς ε ι ς τ α μ α λ α κ ά.

***

Δόξα τω Θεώ!

Ιδού τέλος και έν πεζοδρόμιον κενόν.

Παρέρχεσθε αργά, βραδυπατών, ελευθέρως αναπνέων. Είσθε αμέριμνος, συλλογίζεσθε τις οίδε τι ωραία πράγματα, αναπάλλετε ησύχως το ραβδίον σας, και ροφάτε ηδονικώς τον καπνόν του σιγάρου σας, ότε αίφνης . . . Π ρ α φ! διά μιας αφ' υψηλού, τρία βήματα εμπρός σας — αν είσθε τυχηρός — ή επί της κεφαλής σας αυτής αν είσθε ατυχής, χύνεται βαρύς και ρυπαρός Νιαγάρας. Κατάπληκτος, διάβροχος και βλασφημών υψούτε το βλέμμα, και βλέπετε υψηλά εκεί φαιδράν και γυμνόποδα υπηρέτριαν, σφογγαρίζουσαν τον εξώστην της οικίας και βρέχουσαν αμερίμνως επί της κεφαλής σας τον υγρόν αυτής βόρβορον. Φωνάζετε, αν είσθε τολμηρός, και ακούετε εις απάντησιν τους γέλωτάς της, συνοδευόμενους πολλάκις εν χορώ υπό των παρερχομένων διαβατών. Σιωπάτε, αν είσθε δειλός, και παρέρχεσθε, μακαρίζοντες την πρωτεύουσαν και τας αρχάς της. Δεν είσθε ο πρώτος, ούτε θα ήσθε ο τελευταίος.

***

Δεν ειξεύρω, τι θα κάμη από πρώτης Ιανουαρίου η στρατιωτική αστυνομία. Αλλ' ό,τι έκαμε μέχρι τούδε η διοικητική, διά να καταστήση τας οδούς της πρωτευούσης εν ασφαλεία προσιτάς εις τους κατοίκους αυτής, δεν παρέχει βεβαίως ύλην εις επικόν ποίημα ή εις λόγον πανηγυρικόν. Ίσως τις των νεωτέρων συμβολιστών αντλήση εξ αυτών το θέμα βαθείας τινός αλληγορίας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι η παροιμιακή δόξα της ελευθέρας Κερκύρας ωχρίασεν από πολλού προ της αίγλης των Αθηνών.

ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑΙ ΤΟΝ ΟΔΩΝ (19)

Δεν ειξεύρω πότε ανεκάλυψε και πώς δικαιολογεί η νεωτέρα ψυχολογία την ανακάλυψιν, ότι το άσμα είνε ενδόμυχος ανάγκη και αυτόματος ούτως ειπείν έκχυσις τοιαύτης τινός ή τοιαύτης ψυχικής καταστάσεως, ιδίως δε των δύο άκρως αντιθέτων, της φαιδρότητος και της μελαγχολίας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι τον μελαγχολώντα Έλληνα — δεν εννοώ τον περισσότερον ή ολιγώτερον εξευρωπαϊσμένον, τον ερρύθμως στενάζοντα προς την σελήνην και υποκώφως διακιθαρίζοντα την ψυχικήν αυτού βαρυθυμίαν, αλλά τον γνήσιον και ανεπίπλαστον και ημιβάρβαρον μεν αλλ' ελληνίστατον Έλληνα του λαού σπανιώτατα ή μάλλον ειπείν ουδέποτε κινεί εις άσμα η μελαγχολία. Άλλως η Ελλάς ολόκληρος θα είχεν από πολλών ήδη μηνών μεταβληθή εις απέραντον ύπαιθρον ωδείον, οπού οι ελέω ο ι κ ο ν ο μ ι κ ώ ν σ υ ν δ υ α σ μ ώ ν πτωχυνθέντες και λιμοκτονηθέντες Έλληνες θα εξεθύμαινον εις ήχον μάλλον ή ήττον βαρύν την μελανήν χολήν του στήθους των.

Ο ελληνικός λαός ψάλλει συνήθως όταν ήνε εύθυμος. Επειδή δε τούτο, σήμερον ιδίως, σπανίως του συμβαίνει, αναζητεί την ευθυμίαν εντός του πλήρους οίνου ποτηρίου, και όταν την εύρη — πράγμα όχι δύσκολον — την διαλαλεί μεγαλοφώνως και μουσικώς, είτε δι' ενός αμανέ είτε διά μιας καντάδας, αναλόγως πλέον της καταγωγής αυτού, της μουσικής του ανατροφής, της καλαισθησίας του ή της ειδικωτέρας ψυχικής του καταστάσεως. Την διαλαλεί δε τότε οξυφωνότατα αληθώς και παταγωδέστατα, ξελαρυγγιζόμενος αυτόχρημα και ογκούμενος μάλλον ή άδων. Έχει βεβαίως την ιδέαν ότι τραγουδεί, αλλά κραυγάζει μόνον και ουδέν άλλο.

Ο Έλλην δεν επλάσθη υπό της φύσεως μουσικός. Τούτο είνε λυπηρά αλήθεια, της οποίας μόνον χάριν της επικρατούσης προλήψεως και προς αποφυγήν μακρολογίας δύναταί τις να παραδεχθή τους Επτανησίους ως εξαιρέσεις. Ο Έλλην δεν έχει δυστυχώς ούτε το ους μουσικόν ούτε την φωνήν μουσικήν. Πλην δε σπανίων εξαιρέσεων ξεφωνίζει μεν συνήθως άδων, παραφωνεί δε ως επί το πλείστον ως ραγισμένος οξύαυλος.

***

Και οσάκις μεν ο έλλην τραγουδιστής εκχύνει εις τόνους μάλλον ή ήττον αμούσους και τραχείς και εις κραυγάς μάλλον ή ήττον οξείας την τεχνητήν αυτού φαιδρότητα εκεί όπου την ηγόρασε, τουτέστι παρά την τράπεζαν του οινοπωλείου, meno male, ως λέγουσιν οι Ιταλοί· το κακόν είνε υποφερτόν. Τραγουδισταί και ακροαταί είνε συνήθως οι αυτοί, ή, αν ήνε διάφοροι, ισοπεδούνται όμως ταχέως υπό του ρητινίτου και ώτα και φωναί, η συναυλία ευρύνεται, και όσοι δεν ψάλλουσιν, υποκρούουσιν επί τέλους διά των ποτηρίων ή των γρόνθων αυτών επί της τραπέζης. Όλοι των είνε προδήλως ευχαριστημένοι, και υπέρ πάντας αναντιρρήτως ο οινοπώλης, ο εκ μακράς πείρας γινώσκων, αν μη υπό του Ευαγγελίου διδαχθείς, πότε συνήθως εξοδεύεται ο ε λ ά σ σ ω ν οίνος.

Αλλ' όταν όμως οι ατμοί του οίνου γεμίσωσι τας κεφαλάς των τραγουδιστών, και θερμανθή κατ' ολίγον μέχρι πνιγμού η ατμοσφαίρα του οινοπωλείου, και στενοχωρηθέντες οι οινόφλυγες ψάλται ποθήσωσιν ύπαιθρον δροσερόν αέρα και εκχυθώσιν εις τας οδούς εν ώρα μεσονυκτίου, τότε — οίμοι! — αρχίζει το βάσανον των ειρηνικών κατοίκων της πόλεως.

***

Επεστρέψατε αργά εις την οικίαν σας, αφού ημέραν όλην, από πρωίας μέχρι βαθείας πολλάκις νυκτός, ηγωνίσθητε τον ατερπή και βαρύμοχθον αγώνα του βίου. Μόλις το δείπνον κατορθοί να διαλύση κάπως την δυσθυμίαν σας, και τις οίδε ποίαι σκέψεις και ποίαι περί της αύριον μέριμναι παρακολουθούσι τας έλικας του καπνού, τας αναδιδομένας υπό του σιγάρου, το οποίον ανάπτετε μηχανικώς. Ποθείτε ανακούφισιν, ανάπαυσιν. Το αισθάνεσθε, και κατακλίνεσθε τέλος, καλούντες εκ μέσης ψυχής τον παρήγορον ύπνον επί τα βλέφαρά σας. Αργεί να έλθη, αλλά τέλος έρχεται, και αρχίζετε ήδη να αισθάνεσθε την ευχάριστον εκείνην έκλυσιν των σωματικών σας δυνάμεων, την ποθητήν εκείνην σύγχυσιν των ιδεών, ήτις τον προαγγέλλει, ότε . . . . . αίφνης φοβερά φωνασκία μουσολήπτων δαιμόνων αντηχεί από της οδού. Δεν είνε είς, κλαυθμηρίζων ερρίνως, ως άλλοτε, τον αμανέν του. Είνε πολλοί, είνε συμμορία ολόκληρος, είνε χορός αποτελών συναυλίαν, και αναμιγνύων εις σπαρακτικόν των ώτων σας κράμα πάσαν δυνατήν και αδύνατον ζώου φωνήν, από του βαρέος ογκηθμού γεγηρακότος όνου μέχρι της οξείας υλακής δερομένου κυναρίου, από του μυκηθμού του βοός μέχρι του γρυλλισμού του χοιριδίου. Άλλοι εξ αυτών είνε δήθεν βαθύφωνοι και άλλοι μεσόφωνοι, άλλοι βαρύτονοι και άλλοι, οι νεώτεροι και αμύστακες, παρωδούσιν απαισίως γυναικείας φωνάς, συστέλλοντες εις οξύν συριγμόν τον οινοβραχή των λάρυγγα. Άδουσι δήθεν εν τετραφωνία, και μέλπουσιν, ως φρονούσιν, ευρωπαϊκούς σκοπούς. Είνε οι πλείστοι εξ αυτών θαμισταί των ωδικών καφενείων, και εξ αυτών εταμίευσεν η μουσική των μνήμη όσα βρυχάται το άμουσον αυτών στόμα.

Ανασκιρτάτε σπασμωδικώς επί της κλίνης σας, ως από φοβερού εφιάλτου εγειρόμενοι, αγανακτείτε, βλασφημείτε, συλλογίζεσθε ότι πληρόνετε τακτικώτατα τους φόρους σας, και ότι επομένως έχετε αναμφήριστον το δικαίωμα της οικιακής ειρήνης και ασφαλείας, στέλλετε μυριάκις εις τον διάβολον τους νυκτερινούς συναυλητάς και τους νεοφωτίστους αστυφύλακας, αλλά μ' όλα ταύτα ή μάλλον ειπείν δι' όλα ταύτα ο ύπνος σας επέταξε. Μένετε μ' ανοικτούς οφθαλμούς, . . . και ελπίζετε ίσως ότι θα παρέλθη ταχύς ο φοβερός εκείνος μουσικός χείμαρρος προ των παραθύρων σας, και θα μεταβή τέλος περαιτέρω, να εξυπνήση και άλλον άκακον χριστιανόν. Αλλ' οι συμμορίται παραμένουσι και ξελαρυγγίζονται εναμίλλως, τις οίδεν εις τίνος σκληράς μαγειρίσσης την άτεγκτον καρδίαν προσφέροντες τον μουσικόν λιβανωτόν των ακαταπονήτων λαρύγγων των.

***

Αλλ' ίσως δεν κοιμάσθε, ότε αντήχησεν έξωθεν της οικίας σας

il rauco suon della tartarea tromba

Εργάζεσθε όμως, ή προσπαθείτε καν να εργασθήτε. Ανάψαντες τον λύχνον σας εστρώσατε τον χάρτην εμπρός σας, ελάβατε τον κάλαμον εις χείρας, και ηρχίσατε κάπως να συγκεντρόνετε τας ιδέας σας, . . . ότε εκρήγνυται διά μιας της μεθύσου ομάδος ο απροσδιόνυσος πάταγος. Συμμαζεύσατε τότε πλέον τας ιδέας σας, αν ημπορείτε! Έφυγαν όλαι μικραί και μεγάλαι, και μένετε με τον κάλαμον εις την μίαν χείρα και με την άλλην χείρα ξύουσαν την άγονον πλέον και ανέλπιδα κεφαλήν σας.

Αλλ' ίσως έχετε το ατύχημα μήτε να κοιμάσθε, μήτε να εργάζεσθε, αλλά να ασθενήτε, ή να έχετε πλησίον σας εκεί ασθενούντα ένα των οικείων σας. Στενάζετε, ή βλέπετ' εκείνον στενάζοντα υπό τον πυρετόν, τυραννούμενον υπό της αϋπνίας και κυλιόμενον εν αγωνία, επί της κλίνης του. Φαντάσθητε δε, — και διατί να το φαντασθήτε, αφού πολλάκις βεβαίως το επάθετε — το φοβερόν επί του ασθενούς αποτέλεσμα της αιφνιδίας εκείνης των μαινομένων λύκων ωρυγής!

***

Και διατί ταύτα πάντα;

Διά να μη προσβληθή ίσως η συνταγματική ελευθερία του έλληνος πολίτου;

Ή διά να μη παρακωλυθή η ανάπτυξις της μουσικής εν Αθήναις;

Ή διά να διασκεδάζωσιν ελευθέρως οι αθηναίοι ψηφοφόροι, αποσπώμενοι πάσης άλλης πολιτικής σκέψεως και μερίμνης περί της αύριον;

Δι' ουδέν τούτων βεβαίως, αλλ' απλώς και μόνον διά να μη κοπιάζωσιν υπερανθρώπως τα αστυνομικά όργανα.

Ενθυμούμεθα εν τούτοις τα κ α ϋ μ έ ν α τα ευζωνάκια του εν μακαρία τη λήξει Μπαϊρακτάρη, άτινα επί μήνας πολλούς είχον αληθώς ειρηνεύσει τας αθηναϊκάς νύκτας, αδυσωπήτως συλλέγοντες από πάσης αγυιάς και λεωφόρου και ρύμης της πρωτευούσης πάσαν μεγαλόφωνον μουσικήν συμμορίαν, και ευσυνειδήτως ταμιεύοντες τα παραπαίοντα μέλη της εντός των δροσερών κατωγείων των αστυνομικών κρατητηρίων, . . . και ευλογούμεν την ωραίαν εκείνην εποχήν.

Είνε τόσον δύσκολον άραγε να απαγορευθή αυστηρώς εν Αθήναις δι' αστυνομικής διατάξεως ό,τι εις ουδεμίαν, ούτε πρωτεύουσαν ούτε δευτερεύουσαν ούτε τριτεύουσαν πόλιν του πολιτισμένου κόσμου επιτρέπεται, και η αστυνομική αυτή διάταξις να μη μείνη απλώς επί του χάρτου;

Είνε άραγε υπερβολική η αξίωσις των φιλησύχων αστών της πόλεως να τεθώσιν αν μη εν κρείττονι αλλ' εν ίση καν μοίρα προς τους φιλοταράχους, και να καταστώσιν ελεύθεροι να κοιμώνται, να εργάζωνται ή και ν' ασθενώσιν εν ειρήνη, όπως εκείνοι δύνανται κάλλιστα ν' αφεθώσιν ελεύθεροι να ξεφωνίζωσι και να ξελαρυγγίζωνται όπου αλλού θέλουσιν, αλλ' όχι ανά τας οδούς της πόλεως και υπό τα παράθυρα των οικιών;

Ας σκεφθή, παρακαλούμεν, περί τούτου κατά τας ώρας της σχολής αυτής η στρατιωτική αστυνομία.

Η ΚΥΡΙΑ ΔΕΧΕΤΑΙ (20)

Δέχεται δηλαδή άπαξ της εβδομάδος διαρκούντος του χειμώνος, εις ώραν ωρισμένην, από της πέμπτης συνήθως μέχρι της εβδόμης· έχει τουτέστι την ημέραν της, son jour, ως λέγουσιν οι γάλλοι, κατά την οποίαν κάθηται εις την οικίαν της, είτε βρέχει είτε δεν βρέχει, είτε ωραίος καιρός είνε ή παγετώδης βορράς.

Μη τυχόν υποθέσετε όσοι δεν παρακολουθείτε την εν Ελλάδι εξέλιξιν του δυτικού πολιτισμού, ούτε διατελείτε ενήμεροι εις τας εν Αθήναις προόδους του, ότι η Κυρία μένει εξαιρετικώς την ημέραν αυτήν εις την οικίαν της, διότι έχει — ως άλλοτε εις χρόνους βαρβαρότητος η μήτηρ αυτής ή προμήτωρ — να φροντίση περί των εν τω οίκω, να επιστατήση εις την παρασκευήν του γεύματος, να εποπτεύση την μελέτην των τέκνων της, ή να ευτρεπίση την ιματιοθήκην των. Αυτά είνε γηραιάς εποχής παρωχημένα ασχολήματα, μόλις που σήμερον μνημονευόμενα υπό των παλαιών· είνε αναμνήσεις ευρωτιώσαι καιρών παρελθόντων, καθ' ας αι κυρίαι ελέγοντο επί το προστυχώτερον οικοκυραί, και ιδρύουσαι οίκον διά του γάμου των ήσαν υπερήφανοι διοικούσαι αυτόν ως σύζυγοι και μητέρες.

Σήμερον αι κυρίαι — αι πολιτισμέναι, εννοείται, αι αναγινώσκουσαι τον Bourget και τον Delpit, αι έχουσαι λεύκωμα και ομιλούσαι αταράχως περί πραγμάτων, άτινα δεν ετόλμων να ακούσωσιν αι μητέρες των, — έχουσιν άλλα πολύ μεγαλείτερα καθήκοντα προς τον κόσμον και την εν αυτώ κοινωνικήν των θέσιν. Ζώσι διά τον κόσμον μάλλον ή διά τον οίκον των και τους εν αυτώ. Και αυτό δε το κάλλιστον του οίκου των μέρος, η αίθουσα, ήτις από τινος απέκτησε μάλιστα και τέκνον — το σ α λ ο ν ά κ ι, αν αγαπάτε — είνε διά τον κόσμον ιδίως και την υποδοχήν αυτού παρεσκευασμένη. Εκεί έχουσι συμφορηθή πάντα του οίκου τα ανάκλιντρα και τραπεζάκια· εκεί τα μεταξωτά ή βελούδινα μικρά προσκεφάλαια, άτινα εκέντησαν κατά τας ώρας της αφθόνου σχόλης των η οικοδέσποινα ή αι θυγατέρες της, και τα χρυσοποίκιλτα παλαιά υφάσματα, περιδεδεμένα καλλιτεχνικώς περί τας φωτογραφίας των οικείων και φίλων· εκεί επί παντός τραπεζίου παντοία μικρολογήματα, κρυστάλλινα αγγεία κλονιζόμενα προς παν βήμα, λαμπτήρες μικροσκοπικοί περιστεφόμενοι υπό των εκ τριχάπτου σκιαδίων των, ανθοδοχεία ναννοφυή μόλις χωρούντα έν ίον, βιβλία εδώ, λευκώματα εκεί, και φόρτος παντοίος βαρύτερος της ράχεως των βασταζόντων αυτόν τραπεζίων, και κινδυνεύων να ανατραπή χαμαί εις άμορφον σωρόν κατά την πρώτην αποτόμου επαφήν αγκώνος ή κνήμης. Εκεί τέλος παν κόσμημα και παν στολίδιον δυνάμενον να καλλύνη το οπλοστάσιον αυτό του συρμού, όπου αναμένει από της πέμπτης μετά μεσημβρίαν ώρας η οικοδέσποινα, πάνοπλος προς πάσαν ενδεχομένην μάχην φιλαρεσκείας, κενολογίας ή πνεύματος.

***

Εις γωνίαν τινά της αιθούσης αυτής — ήτις παρέχει πολλάκις εν συνόλω την όψιν βιομηχανικού μουσείου ή συμμιγούς παλαιοπωλείου — αχνίζει επί κομψής λευκοστρώτου τραπέζης ή τεϊοδόχη, και παρ' αυτήν παρατάσσονται πινάκια ποικιλομεγέθη, άλλο μεν με το φοβερόν εκείνο Cake, το απαραίτητον πλέον διά πάσαν οικοδέσποιναν σεβομένην εαυτήν και τους ξένους της, άλλο με σακχαροπήκτους καρπούς, και άλλα με παντοία τραγήματα, εις καλλιτέχνους πυραμίδας συντεταγμένα, ων την συμμετρίαν ελαθροχείρησαν πού και πού, παρεισφρήσαντες προ της ώρας, οι δίποδες ποντικοί της οικίας.

Να εισέλθωμεν ημείς πρώτοι εις επίσκεψιν της κυρίας, καθ' ην ώραν αναμένει έτι τους ξένους της, και τείνει έμπλεον προσδοκίας το βλέμμα προς την θύραν, και προσέχει ανυπόμονον το ους προς πάντα κρότον του κώδωνος της θύρας;

Καλλίτερα όχι. Δεν είνε ευχάριστον να περιμένη τις, και ακόμη ολιγώτερον να βλέπη άλλον περιμένοντα. Ενθυμηθήτε τον ταλαίπωρον Σουφλερύ, όσοι δεν ηκούσατε τον Λεπορέλλον ψάλλοντα το αμίμητον εκείνο Aspettare e non venire. Είνε στιγμαί αγωνίας πολλάκις αι στιγμαί εκείναι, καθ' ας η κυρία, μάτην περιμένουσα και μάτην κατασκοπούσα από του παραθύρου της τον καιρόν και τους διαβάτας, αναμετρεί εν συντριβή πόσων γνωρίμων της συναδέλφων τας η μ έ ρ α ς παρημέλησεν, εις πόσους των ξένων της δεν εμειδίασεν επαρκώς κατά την παρελθούσαν Πέμπτην ή Παρασκευήν, όπως τους ενθαρρύνη εις εξακολούθησιν του προσκυνήματος, και συγκυκά εν τη αεικινήτω φαντασία της πολυποίκιλα και συγκρουόμενα σχέδια μετανοίας ή εκδικήσεως.

Το θέαμα θα ήτο ίσως ψυχολογικώς ενδιαφέρον, αλλ' όχι και ευχάριστον.

***

Ας βραδύνωμεν ολίγον, και ας εισέλθωμεν in medias res, ως πράττουσιν οι μυθιστοριογράφοι, οι συμμορφούμενοι προς του Ορατίου τα παραγγέλματα. Ας εισέλθωμεν εις την πλήθουσαν ήδη αίθουσαν, θερμήν από των αχνιζόντων κυπέλλων και ζωηράν από της συνομιλίας. Μη φοβήσθε. Δεν θα ταράξωμεν κανένα. Η μεν γενική ομιλία δεν έχει ούτε αρχήν ούτε τέλος, ούτε αντικείμενον ωρισμένον, οι δε κατ' ιδίαν εις τας γωνίας των ανακλίντρων συνημμένοι διάλογοι δεν θα διακοπώσι προς χάριν μας. Θα δυσκολευθώμεν ίσως μόνον να εύρωμεν θέσιν, αλλά θα το κατορθώσωμεν επί τέλους, προσέχοντες, εννοείται, μη ανατρέψωμεν κανέν τραπέζιον και τον επ' αυτού λαμπτήρα, και διολισθαίνοντες διά μέσου σκαμνίων και γονάτων μέχρι της κενής εκείνης καθέδρας.

Εκαθίσαμεν τέλος, επήραμεν εκόντες άκοντες το τσάι μας, και φαιδρύναντες ευσυνειδήτως το πρόσωπον ημών διά του ιλαρωτάτου των μειδιαμάτων, αποπειρώμεθα να μετάσχωμεν και ημείς της συνομιλίας. Το πράγμα δεν είνε τόσον εύκολον, όσον φαίνεται. Αν μάλιστα η πλειονοψηφία της ομηγύρεως είνε, ως συνήθως συμβαίνει, γυναικεία, μακρά θα ήνε η απόπειρα και ίσως μάταιος επί τέλους ο κόπος. Ομιλούσι τόσον ευχαρίστως αι γυναίκες! Έπειτα δε και προς τι άλλο δέχεται η κυρία, παρά διά να ομιλήση και ν' ακούση; Τέλος κατορθόνομεν και ημείς ν' αρπάσωμεν έν άκρον ενός οιουδήποτε μίτου της συνομιλίας, και συμπαρασυρόμεθα μετά των άλλων εις τον συμμιγή εκείνον βόμβον λέξεων, φωνών, γελώτων, επιφωνήματων, — ενίοτε και ιδεών.

Τι λέγουσι και τι λέγομεν!

Δυσκολώτατον είνε να το αντιληφθή τις καθαρώς, και αδύνατον να το σημειώση στενογράφος. Εδώ μιας φράσεως αρχή, και εκεί το τέλος άλλης. Εδώ ερώτησις μένουσα χωρίς απάντησιν, διότι δεν ηκούσθη, και εκεί απάντησις εις ερώτησιν μη γενομένην. Εδώ επιφωνήματα θαυμασμού προς ευφυολογίαν την οποίαν κανείς δεν εννόησε, και παρέκει διήγησις την οποίαν κανείς δεν ακούει. Εδώ απαγγέλλει τις αίφνης, οιονεί εν υπνωτισμώ μονολογών, δύο στίχους του Κοππέ από του παρακειμένου χρυσοδέτου τομιδίου, και άλλη παρ' αυτόν συγχρόνως μεγαλοφωνεί έν βαθύσοφον απόφθεγμα από του λευκώματος της οικοδεσποίνης. Εδώ ψιθυρισμοί και εκεί γέλωτες. Εδώ επιτιμήσεις και αιτήσεις συγγνώμης, και παρέκει φιλοφροσύναι και μετριόφρονες διαμαρτυρήσεις. Και εν μέσω του συμμιγούς αυτού βόμβου, του αναμιμνήσκοντος αμυδρώς το συγχορδιστικόν προανάκρουσμα πολυπληθούς ορχήστρας, τολμά τις ενίοτε αφελής να διηγηθή την υπόθεσιν του τελευταίου μυθιστορήματος το οποίον ανέγνωσεν, ή να αναλύση το κωμειδύλλιον του φίλου του ως αν ήτο εχθρός του, ή να περιγράψη την ενδυμασίαν της κυρίας δείνα εις τον τάδε χορόν. Η τελευταία του αυτή απόπειρα επιτυγχάνει κάπως περισσότερον, και αι κυρίαι τουλάχιστον σιωπώσι προς στιγμήν. Αλλοίμονον, αν καθίση αίφνης μία εξ αυτών προ του κλειδοκυμβάλου, ή αν νεαρός τις ποιητής αρχίση παρακληθείς την απαγγελίαν του τελευταίου του αριστουργήματος! Ευτυχώς συμβαίνουσιν ενίοτε και τα δύο συγχρόνως, . . . πολλάκις δε της φαιδράς ομηγύρεως τα χειροκροτήματα δεν περιμένουσιν ούτε της μιας ούτε του άλλου το τέλος.

***