Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 27
— Διατί σου φαίνεται το πράγμα περίεργον, απήντησεν ο φίλος μου, ενώ τουναντίον είνε, νομίζω, φυσικώτατον. Την ποιητικήν ερημίαν ολίγοι αγαπούν, διότι ολίγοι αισθάνονται τα θέλγητρά της. Οι πολλοί προτιμούν τον κόσμον, το πλήθος, τον θόρυβον· και δι' αυτό αυτήν την ώραν, αντί να έλθουν εδώ να ιδούν σε ή εμέ, ή πιθανώτερον κανένα, και ν' ακούσουν τον γρύλλον, πηγαίνουν καλλίτερα εις το θέατρον των Ολυμπίων ν' ακούσουν τας Δύο Ορφανάς, εις το Φάληρον ν' ακούσουν την μουσικήν της Victorieuse και ολίγην κακολογίαν, ή και εις το Άντρον των Νυμφών εν εσχάτη ανάγκη, να ιδούν τον Καλλίστην. Υποθέτεις άρα γε, ότι εις άλλον τόπον είνε τα πράγματα διαφορετικά;
— Όχι βέβαια εντελώς, αλλά κάπως· αλλού, και το ηξεύρεις ως το ηξεύρω, υπάρχει μεγάλη του κοινού μερίς, ήτις κάμνει ό,τι λέγεις, διότι ο συρμός είνε φοβερός δεσπότης, και το κράτος του θα ήτο μηδενικόν, αν οι άνθρωποι δεν παρηκολούθουν ο είς τον άλλον· υπάρχουν όμως και άλλοι, ολιγώτεροι βεβαίως, αλλ' αρκετοί πάντοτε, οι οποίοι νομίζουν ότι ημπορούν να διασκεδάσουν, έστω και αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ χιλίων ή δισχιλίων ομοίων των, και των οποίων την τέρψιν δεν αποτελεί απαραιτήτως η ακρόασις παραφώνου άσματος ή το θέαμα της αλευρωμένης μορφής προστύχου γελωτοποιού.
— Εδώ, εις τας Αθήνας, είνε αυτοί πολύ ολιγώτεροι, ή μάλλον είνε πολύ ολίγοι. Ιδού η μόνη διαφορά.
— Α! εφώνησα ευχερώς θριαμβεύων. Είμεθα σύμφωνοι. Αλλά διατί τόσον ολίγοι; Τόσον άρα γε εξηπλώθη και εις τον τόπον αυτόν το εκπολιτιστικόν κράτος του συρμού, ώστε να μη τολμώμεν πλέον και να διασκεδάσωμεν παρά τους κανόνας και τας απαιτήσεις του;
— Δεν ηξεύρω, υπέλαβεν εκείνος μετά τινα δισταγμόν, τι να σου απαντήσω. Μου γενικεύεις πολύ το ζήτημα, και θα πέσωμεν εις θεωρίας κοινωνιολογικάς, αι οποίαι, προκειμένου περί της ιδικής μας κοινωνίας, δεν μου είνε, σου τ' ομολογώ ειλικρινώς, ούτε παρήγοροι ούτε ευάρεστοι.
— Αδιάφορον· αν θέλη κανείς σήμερον να ομιλή μόνον περί πραγμάτων ευαρέστων και παρηγόρων, πρέπει να σιωπαίνη.
— Αι, τότε . . . . ας ήνε! απήντησε μειδιών ο συνοδός μου. Διατί όμως προ μικρού μου ωνόμασες το κράτος του συρμού εκπολιτιστικόν; Μήπως ταυτίζεις συρμόν και πολιτισμόν; Το κατ' εμέ δεν το παραδέχομαι, τουλάχιστον διά την αθηναϊκήν κοινωνίαν.
— Πώς δηλαδή; Δεν παραδέχεσαι συ συρμόν του πολιτισμού;
— Βεβαίως τον παραδέχομαι· αλλά παραδέχομαι και κάτι άλλο· παραδέχομαι και πολιτισμόν του συρμού· παραδέχομαι δε και κάτι περισσότερον ακόμη· ότι ημπορεί κανείς εξαίρετα να ήνε πολιτισμένος, χωρίς ν' ακολουθή τον συρμόν, και τουναντίον, ημπορεί ν' ακολουθή πιστότατα τον συρμόν, χωρίς ν' αποδεικνύη τούτο ότι είνε πολιτισμένος. Εις αυτήν δε την τελευταίαν κατηγορίαν νομίζω ότι κατατάσσεται το πλείστον μέρος της ιδικής μας κοινωνίας, εκείνης, εννοώ, η οποία θέλει να φαίνεται πολιτισμένη.
— Φρονείς λοιπόν, υπέλαβον, ότι είνε δυνατόν να υπάρξη που πολιτισμός χωρίς συρμόν, ή συρμός χωρίς πολιτισμόν;
— Βεβαιότατα. Απόδειξις του πρώτου πολλαί πόλεις της Γερμανίας· απόδειξις του δευτέρου η πόλις των Αθηνών.
— Αλλά τότε λοιπόν αρνείσαι, ότι ο συρμός είνε προϊόν του πολιτισμού;
— Διόλου δεν το αρνούμαι.
— Αλλά τότε . . .
— Μη βιάζεσαι· ηξεύρω τι θέλεις να ειπής. Πώς είνε δυνατόν οι Αθηναίοι να έχουν συρμόν και να ήνε πιστοί του λάτρεις, χωρίς να έχουν αληθή πολιτισμόν; Πώς γίνεται να έχουν το προϊόν του, χωρίς να έχουν εκείνον; Τούτο δεν ήθελες να ειπής;
— Ακριβώς.
— Απλούστατον. Ο συρμός των Αθηναίων εισάγεται εκ της αλλοδαπής· ούτε αυτοφυής εδώ είνε, ούτε προϊόν εγχωρίου καλλιεργείας. Όπως πίνομεν τέιον χωρίς να καλλιεργώμεν το φυτόν του, όπως φορούμεν βελούδα χωρίς να τα κατασκευάζωμεν, τοιουτοτρόπως έχομεν και συρμόν χωρίς να τον παράγωμεν. Ας ήνε καλά η ευάριθμος εκείνη ομάς των λεγομένων πολιτισμένων ή φιλοπροόδων, ως τους εβάπτισεν η εφημερίς των, οι οποίοι φροντίζουν να κάμνουν εγκαίρως την προμήθειάν των από το εξωτερικόν χάριν των εγχωρίων καταναλωτών, και να εξοδεύουν το περιζήτητον εμπόρευμα όχι μόνον προς ίδιον κέρδος, αλλά και προς ωφέλειαν ψυχοσωτήριον της πολυαρίθμου πελατείας των.
— Θα μου επιτρέψης όμως μίαν παρατήρησιν.
— Όσας θέλης· το θέμα είνε άξιον συζητήσεως, και πολύ διασκεδαστικόν· αφού δε το ηρχίσαμεν άπαξ, ας το εξαντλήσωμεν όσον το δυνατόν. Λέγε.
— Αφού λέγεις, ότι οι εισαγωγείς αυτοί του ξένου συρμού έχουν τόσον πολυάριθμον πελατείαν, ότι μ' άλλους λόγους όλος σχεδόν ο κόσμος εις τας Αθήνας ακολουθεί τον συρμόν, παρεδέχθης δε ήδη προ ολίγου, ότι υπάρχει πολιτισμός τις του συρμού, διατί δεν παραδέχεσαι, ότι οι Αθηναίοι είνε πολιτισμένοι;
— Διότι, όταν λέγω π ο λ ι τ ι σ μ έ ν ο ς περί ανθρώπου οιουδήποτε ή περί λαού, δεν εννοώ τον πολιτισμόν αυτόν του συρμού, τον οποίον μου ενθύμισες, τουτέστι δεν εννοώ την επιφάνειαν, ούτε το φόρεμα, ούτε τον τρόπον του χαιρετισμού, ούτε το κόψιμον των μαλλιών, ούτε το σχήμα της μύτης των υποδημάτων. Όλα αυτά είνε προσωπείον εύμορφον, το οποίον, ως όλα τα προσωπεία, δεν καλύπτει πάντοτε και εύμορφον πρόσωπον. Όλα αυτά αγοράζονται προχείρως δι' ολίγων κερμάτων, και είνε εις την διάθεσιν του πρώτου ξυλοσχίστου, όστις νομίση φιλοτιμίας ζήτημα να καταβάλη το αντίτιμόν των εκ του περισσεύματός του ενίοτε, ή πολύ συχνότερα εκ του υστερήματος αυτού. Υποθέτει βεβαίως αυτός — και διά τούτο το κάμνει, — ότι τοιουτοτρόπως πολιτίζεται, εξευγενίζεται, ως λέγει, και θαυμάζει ίσως ενδομύχως πόσον εύκολος είνε ο πολιτισμός. Αλλά πολιτισμός είνε αυτό; Είνε αυτό μαρτύριον επαρκές της μορφώσεως εκείνης του νου, του εξευγενισμού εκείνου της καρδίας, της ημερώσεως εκείνης των ηθών, τα οποία όλα ομού είνε απαραίτητα συστατικά στοιχεία του αληθούς πολιτισμού;
Ομολογώ, ότι δεν ετόλμησα να απαντήσω, ουδέ ηθέλησα να διακόψω καν τον συνοδόν μου, ούτινος κατεφέρετο ήδη ζωηρότερος ο λόγος και βιαιότερον ανεπάλλετο η ράβδος.
— Και είνε δυνατόν, εξηκολούθησε, να ονομασθή μία κοινωνία πολιτισμένη, απλώς και μόνον διότι έχει γαλλικόν θέατρον, ή διότι συγκροτεί χορούς εις τα ξενοδοχεία, ή διότι παίζει Croquet και Rally Papers, ή διότι απέκτησεν ιπποδρόμια και λεμβοδρομίας, ενώ υπάρχουν μεταξύ αυτής άνθρωποι, και είνε οι περισσότεροι δυστυχώς, οι οποίοι καίουν τα δάση διά ν' αποκτήσουν χόρτον τα πρόβατά των, και λατομούσι την Πνύκα διά να κτίσωσιν αχυρώνας; οι οποίοι αποσπώσι τους τρυφερούς κλάδους των δενδρυλλίων της οδού διά να μαστίσωσι τους όνους των και ρίπτουσι τα καθάρματα των οικιών αυτών προ της θύρας των διά να ευωχώνται οι ανέστιοι σκύλοι της γειτονίας; οι οποίοι αποκαθηλούσι τα καθίσματα των πλατειών, και χύνουσιν από τα παράθυρα τα ρυπαρά των ύδατα επί της ράχεως των διαβατών, και σχίζουσι με τα μαχαίριά των τα καθίσματα των αμαξών του σιδηροδρόμου; Ή μη τυχόν είνε δείγμα πολιτισμού το να ραπίζωσι τους ανθρώπους οι φρουροί της δημοσίας ασφαλείας, ή το να εισέρχωνται έφιπποι αξιωματικοί εις τα ύπαιθρα καφενεία, ή το να θηρεύωνται κατά τον χρόνον της επωάσεως τα πτηνά, διά το Μ ο υ σ ε ί ο ν δήθεν και δυνάμει επισήμου αδείας της αρχής, ή το να καίωνται το Πάσχα αι Αθήναι από τα σ μ π ά ρ α των α ν τ ά μ ι δ ω ν;
Και περάνας την αποστροφήν του ο φίλος μου, έστη ενώπιόν μου προκλητικός ως ερωτηματικόν σημείον.
— Δεν τ' αρνούμαι όλ' αυτά, υπέλαβον εγώ δειλώς, πολύ δειλώς, διότι είνε δυστυχώς αλήθεια· αλλά νομίζω ότι το συμπέρασμά σου είνε κάπως υπερβολικόν.
— Πώς; υπερβολικόν; εφώνησεν εκείνος, και η ράβδος του εδούπησεν επί του πεζοδρομίου.
— Νομίζω, τοιαύτα δείγματα βαρβαρότητος απαντώνται και εις τους πλέον πολιτισμένους τόπους . . .
— Μάλιστα, φίλτατε, απαντώνται· αλλ' απαντώνται ως εξαίρεσις, και οσάκις απαντώνται αποδοκιμάζονται υπό της κοινής συνειδήσεως, καταδιώκονται υπό της αρχής, και τιμωρούνται υπό της δικαιοσύνης.
— Και μήπως εδώ; . . .
— Διόλου! διέκοψεν ατίθασος ο φίλος μου, πριν ή περάνω την φράσιν μου. Διόλου. Εδώ όχι μόνον οι πολλοί, αλλά και οι ολίγοι, οι κάπως πολιτισμένοι, τ' ακούομεν και αδιαφορούμεν ως επί το πλείστον· η αρχή δεν τα καταδιώκει, και οσάκις τα καταδιώξη θα ήτο καλλίτερον να μη τα κατεδίωκε, διότι η καταδίωξίς της τελειόνει συνήθως εις την συνοπτικήν διαδικασίαν των ραπισμάτων· της δε δικαιοσύνης ποσάκις δεν δεσμεύομεν πάλιν τας χείρας ημείς, οι δήθεν πολιτισμένοι και ισχύοντες, εγώ ο δημοσιογράφος, συ ο βουλευτής . . .
— Α! όσον δι' αυτό, διαμαρτύρομαι!
— Αδιάφορον· αν δεν το κάμνεις συ, το κάμνει άλλος συναδελφός σου, και είνε το ίδιον. Μη ζητής λοιπόν παραβολάς και ομοιότητας μεταξύ των εδώ συμβαινόντων και των γινομένων αλλαχού του πολιτισμένου κόσμου. Ημείς εδώ, φίλτατε, είμεθα ακόμη απολίτιστοι, και αν δεν είμεθα βάρβαροι εντελώς, είμεθα ημιβάρβαροι, το οποίον είνε πολύ χειρότερον, διότι απατά.
— Αλλά τέλος πάντων, ανέκραξα εν απογνώσει, δεν είμεθα όλοι. Είνε και άνθρωποι . . .
— Αληθώς πολιτισμένοι. Συμφωνότατος. Αλλ' ο πολιτισμός των ανθρώπων αυτών, των πολύ ολίγων — σημείωσε — δεν είνε πολιτισμός εθνικός, δεν είνε γέννημα της πατρίου γης ουδέ προϊόν πατρίου ατμοσφαίρας. Απεκτήθη επί ξένης γης ως επί το πολύ, ή διά ξένης μορφώσεως, και ομοιάζει προς τα φυτά των θερμοκηπίων, τα οποία θάλλουσιν εν μέσω του χειμώνος στεγόμενα υπό των υέλων κατά του βορρά και του ψύχους και θαλπόμενα διά μυστικών θερμαγωγών σωλήνων. Αποτελούσι και αυτά μέρος του κήπου, αλλ' ο κήπος κύκλω είνε κατάξηρος και χέρσος.
— Ω! δεν είνε πάλιν τόση η διαφορά . . .
— Αν δεν είνε τόση ακριβώς, είνε σχεδόν τόση. Δι' αυτό γελώ, εγώ τουλάχιστον, όταν ακούω τους πολιτισμένους αυτούς κυρίους να παραπονώνται και ν' αγανακτούν, ότι δεν έχομεν αυτό και ότι στερούμεθα εκείνο, ότι μας λείπει τον χειμώνα γαλλικόν θέατρον ή ότι δεν ευρίσκει τις εις τας Αθήνας τσάι της προκοπής. Υποθέτουν ότι ο πολύς κόσμος αισθάνεται και πρέπει να αισθάνεται τας ιδικάς των ανάγκας, και λησμονούν, ότι αυτοί μεν είνε εμπρός, πολύ εμπρός, οι δε άλλοι οπίσω, διότι αυτοί μεν διήνυσαν την οδόν διά του σιδηροδρόμου, οι δε άλλοι παρέπονται πεζοί.
Ωμίλει έτι ο φίλος μου, ότε εισήλθομεν εις την πόλιν. Ήτο ήδη νυξ· ευάριθμος δε νέων ομάς, αδόντων μεγαλοφώνως, επρόβαλλε την στιγμήν εκείνην εις την λεωφόρον από πλαγίας οδού. Το βήμα των ήτο ασταθές και το άσμα των όμοιον.
— Ιδού, είπε σταματήσας ο συνοδός μου, έν πρόχειρον δείγμα του πολιτισμού μας. Και όμως οι κύριοι αυτοί είνε του συρμού, διότι και στενάς περισκελίδας φορούν και μυτερά υποδήματα.
Και εχωρίσθημεν.
ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ (16)
Όστις πρωινός εξέρχεται του οίκου του εν Αθήναις έχει πολλάς διασκεδάσεις και τέρψεις ποικίλας, τας οποίας στερούνται συνήθως οι μεσημβρίζοντες οκνηροί. Αλλ' υπέρ πάσας όμως τας άλλας, υπέρ την ορθρίζουσαν μουσικήν των ερρίνων κραυγών των σαλεπτζήδων και τας οξείας φωνασκίας των εφημεριδοπωλών, όπερ το εύχαρι και πλήρες ζωής θέαμα των εις τα σχολεία ταχυβατούντων παιδίων και κορασίων, και των από της αγοράς ερχομένων οψοκόμων, έν ιδίως ανεκλάλητον και απερίγραπτον, αλλά τακτικώς όμως καθ' ημέραν επαναλαμβανόμενον θέαμα ελκύει το βλέμμα του διαβάτου και ανακόπτει πολλάκις το βήμα του. Το θέαμα δε τούτο το εξόχως διασκεδαστικόν, εν όλη αυτού τη κακόσμω πολλάκις ρυπαρία, είνε το κατά πάσαν πρωίαν προ πάσης σχεδόν εξωθύρας των οικιών τελούμενον πανηγυρικόν συμπόσιον των αστέγων και φερεοίκων σκύλων των Αθηνών. Της κυνικής δε ταύτης πανδαισίας χορηγός μεν είνε πανταχού ρυπαρά τις και λιπαρόχειρ μαγείρισσα, ευμενείς δε και ανεκτικοί προστάται και οιονεί τραπεζοκόμοι η αστυνομία της πρωτευούσης και η δημοτική αρχή Αθηναίων.
Πρωί, λίαν πρωί, μόλις χαράξη και ανοίξη η εξώθυρα του οίκου, θα ιδήτε, αν έχετε διάθεσιν και είσθε πρωινός, προβάλλουσαν της θύρας νυσταλέαν τινά και άνιπτον ανδρίαν ή ναξίαν μέγαιραν, κρατούσαν εις την ευτραφή και σπαργώσαν αυτής αγκάλην ευμέγεθες εκ λευκοσιδήρου δοχείον. Το οκτάγωνον αυτό κιβώτιον περιείχεν άλλοτε πετρέλαιον. Εταξείδευσε μακρόθεν, εξ Αμερικής, καθ' υψηλήν κυβερνητικήν παραγγελίαν, εν πομπή και παρατάξει, σεσημασμένον με βασιλικάς σφραγίδας, συνοδευόμενον κατά την πορείαν αυτού διά δηλωτικών και πιστοποιήσεων απειραρίθμων, και εταμιεύθη εις αποθήκας δημοσίας, όθεν εξήλθεν υπερήφανον επί τη πενταπλασία υπερτιμήσει της αξίας του περιεχομένου του. Αλλά το πολύτιμον αυτού αίμα εξέρρευσε βαθμηδόν, φωτίσαν τις οίδε πόσας αγρυπνίας και πόσην εργασίαν, πόσας χαράς ή αγωνίας και πόσα όργια ή πένθη, το δε πρόστυχον αυτό κέλυφος, κενόν και περιφρονηθέν, αφού ερρίφθη από γωνίας εις γωνίαν του μαγειρείου και εδέχθη εις τους κόλπους αυτού παν κάθαρμα και πάντα φορυτόν, κατήντησεν επί τέλους το τακτικόν δοχείον των σαριδίων του μαγειρείου και των αποτραπεζίων αυτού λειψάνων.
Εκεί ταμιεύεται πλέον παν οστούν γυμνωθέν υπό τους οδόντας της οικοσίτου γαλής, και παν άρτου κατάρρυπον θρύμμα, σαρωθέν από πάσης γωνίας του οίκου. Εκεί παν λαχάνου εξώφυλλον και πάσα δαυκίου ουρά. Εκεί των κενών ωών τα κελύφη και τα σπογγίσαντα το τηγάνιον τεμάχια χαρτιού. Εκεί τέλος παν απόβλημα της τραπέζης και όλα των ερμαρίων τα περιττώματα. Και το πολύτιμον αυτό ταμίευμα φυλάσσεται εις την γωνίαν εκεί, μέχρις ου σημάνη εκ της οδού ο κώδων της δευτέρας αυτού παρουσίας εν τω κάρρω της αστυνομίας.
Αλλ' ο καρραγωγεύς της καθαριότητος δεν είνε δυστυχώς πάντοτε και πανταχού πρωινός. Τις οίδεν εις ποίον πρωινώτερον αυτού οινοπωλείον καταγίνεται να στομώση τον στόμαχόν του προς τας μελλούσας αναθυμιάσεις του κάρρου του. Άλλως δε και προς τι να σπεύση; Μήπως θα τιμωρηθή αν βραδύνη, ή μήπως κινδυνεύει να επανέλθη κενός; Το φορτίον του είνε πάντοτε έτοιμον και τον περιμένει. Ας περιμείνη λοιπόν. Το φορτίον όμως δεν τον περιμένει εις την γωνίαν του, αλλ' εξέρχεται εις την οδόν.
Η μαγείρισσα επρόβαλεν εις την θύραν, κατεσκόπησε δεξιά και αριστερά την οδόν, ουχί μήπως ανακαλύψη ερχόμενον το αμάξιον της καθαριότητος, αλλά μήπως ίδη που κοκκινίζοντα πρωινόν τινα κλητήρα, και αφού επείσθη, ότι πάντα ηρεμούσιν, ότι ουδέν εχθρικόν βλέμμα την κατοπτεύει, ανέτρεψε διά μιας τον τενεκέν της — όχι προ της εξωθύρας του οίκου εν ώ υπηρετεί, αλλά προ της γειτονικής συνήθως, ίνα σώση οπωςδήποτε την φιλοτιμίαν των κυρίων της — και εξηφανίσθη ταχεία εις τα βάθη της οικίας.
Δεν επρόφθασε να στρωθή η ύπαιθρος τράπεζα, κ' επέδραμον ήδη οι συνδαιτυμόνες, ως εξ αοράτου τινος αλλ' ουχί και αόσμου συνθήματος συνεννοηθέντες. Οι πλείστοι εξ αυτών είνε τακτικοί πελάται του πρωινού αυτού συσσιτίου, Stammgäste, ως λέγουσιν οι γερμανοί, της πενιχράς εκείνης ευωχίας, δι' ης κατορθούσιν οι ταλαίπωροι να συγκρατώσι την λιπότριχα αυτών επιδερμίδα επί των ατροφικών των οστών. Αλλ' είνε όμως πού και πού μεταξύ αυτών και έκτακτοι ξένοι, διαβάται τυχηροί, ων είλκυσε τον βουλιμιώντα στόμαχον η οσμή, ή παρέτρεψε το πλανητικόν βήμα η όψις του απροσδοκήτου θηράματος. Όρμησαν όλοι διά μιας συνωθούμενοι και γρύζοντες επί τον σωρόν, και ο σωρός διεσκορπίσθη αμέσως εις σκύβαλα και εκάλυψε την οδόν, υπό τον τριγμόν των σιαγόνων και τον βρυγμόν των οδόντων του πειναλέου εκείνου σκυλολογίου. Ουδείς εξ αυτών εστρώθη κατά γης, διότι πού να ευρεθή εκεί τεμάχιον άξιον χρονιωτέρας ασχολίας και καθιστικής καταναλώσεως!
Καταβροχθίζουσιν όλοι όρθιοι και βιαστικοί, σπεύδοντες να τελειώσωσι, πριν ή — ως συμβαίνει δυστυχώς ενίοτε — αιφνίδιον λάκτισμα διακόψη την πανδαισίαν αυτών ή ράβδου επιφοίτησις ταράξη την χώνευσίν των. Σκαλίζουσιν ανυπόμονοι τον φορυτόν διά των ονύχων των, εκλέγουσι τούτο, περιφρόνούσιν εκείνο, — διότι είχεν η μαγείρισσα την κακοήθειαν να ταμιεύση εντός του τενεκέ και πράγματα άξια της περιφρονήσεώς των — αναπνέουσι μόνον και πνευστιώσι θορυβωδώς, αλλ' ουδεμία διακόπτει υλακή την φοβεράν των σιαγόνων των λειτουργίαν.
Εκτός μόνον αν συμπέσωσι δύο ή και τρεις πολλάκις επί το αυτό οστούν. Τότε . . . . χαίρε πλέον συμπόσιον και χαίρε ευωχία! Την ειρήνην διεδέχθη ο πόλεμος, το ανενόχλητον κοκκάλισμα ρήξις αιματηρά, την κατανυκτικήν σιγήν υλακαί οργής και απειλών, και οι οδόντες καρφόνονται εις των εχθρών τας ράχεις, όσοι φρονιμώτεροι δεν ετράπησαν εις φυγήν, εκ του φόβου μεγαλειτέρων συμφορών.
Τι απομένει εις την οδόν, ευκόλως το φαντάζεταί τις, αν δεν το είδε.
Το κάρρον της καθαριότητος παρέρχεται μετ' ολίγας ώρας — ενίοτε και μετ' ολίγας ημέρας — και αναλαμβάνει τα σαπρά λείψανα του συμποσίου των σκύλων, αφού έμειναν εκεί τόσον χρόνον, όσος ακριβώς εχρειάζετο διά να αρωματίσωσι την οδόν.
Και του συμποσίου τούτου, ως ελέγομεν εν αρχή, επίσημοι τραπεζοκόμοι είνε αφ' ενός μεν ο δήμος Αθηναίων, όστις πληρόνει μόνον τα αμάξια της καθαριότητος, αλλά δεν έχει, φαίνεται, και το δικαίωμα να τα εξελέγχη, και η αστυνομία των Αθηνών, ήτις τα επιτηρεί μεν και τα εξελέγχει, αλλά δεν έχει και το δικαίωμα να τα πληρόνη μεν, όταν καθαρίζωσι την πόλιν, να μη τα πληρόνη δε, όταν αφίνωσι τα καθάρματα της πόλεως εις ύπαιθρον συμπόσιον των σκύλων της.
ΤΑ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΙ ΚΥΡΙΑΙ (17)
Τίποτε δεν τας πτοεί, ούτε τας αναχαιτίζει.
Ούτε το δριμύ ψύχος των ημερών αυτών, το μεταβάλλον εις άμορφα κουβάρια τους διαβάτας, ούτε η ακατάσχετος μανία του βορρά, η απειλούσα κατά παν αυτών βήμα να ανατρέψη τα ελαφρά των και ευλύγιστα σώματα.
Αν εξέρχεσθε πρωί εις τας οδούς, θα τας απαντήσητε, και το βράδυ, αργά, όταν επιστρέφετε εις τας οικίας σας, τας επαναβλέπετε πάλιν.
Διατρέχουσι συνήθως έν μέγα τρίγωνον, αρχόμενον από της πλατείας της Ομονοίας, αναβαίνον διά της οδού Σταδίου προς την πλατείαν του Συντάγματος, καταβαίνον διά της οδού Ερμού προς την αοίδιμον Ωραίαν Ελλάδα, και καταλήγον πάλιν προς την πλατείαν της Ομονοίας διά της οδού Αιόλου.
Ομοιάζουσι πολλάκις — τόσον παρακολουθούσι πυκναί η μία την άλλην, μόναι, ή ανά δύο, ή κατά συστάδας — τους εις θήραν τροφής εκστρατεύοντας μύρμηκας· μόνον ότι δεν τρίβουσιν, ως εκείνοι, προς αλλήλας τας πορφυράς εκ του βορρά ρίνας των. Σταματώσιν όμως, οσάκις συναντήσωσιν ομοφύλους και γνωρίμους, αδιαφορούσαι προς την κρυεράν αναπνοήν της Πάρνηθος, ήτις κυματίζει τας εσθήτας των, και προδίδει τους μικρούς καμπύλους των πόδας, και βάπτει ιανθίνους τας δροσεράς των παρειάς. Ανταλλάσσουσιν έν μειδίαμα και μίαν χειραψίαν, ερωτώσιν η μία την άλλην πόθεν έρχεται και πού υπάγει, και αποχωρίζονται φαιδραί και σπεύδουσαι εις εκπλήρωσιν της υψηλής αυτών αποστολής.
***
Πόθεν έρχονται και πού υπάγουσιν;
Ως να μη το εγνώριζον!
Έρχονται από τας οικίας των, όπου αφήκαν πρωί πρωί το θάλπος και τα κλειστά παράθυρα, την ανημμένην εστίαν και τον διαρραφή των κοιτωνίτην, και εξήλθον εις τους παγερούς δρόμους και τας αναπεπταμένας πλατείας, άλλαι με τας σισύρας και τα βαρέα των περιώμια και τους πτιλωτούς των β ό α ς, και άλλαι, ευσταλέστεραι εξ ανάγκης ή φιλαρεσκείας, επιδεικνύουσαι ασκεπή την γλαφυράν των οσφύν και αψηφώσαι το δριμύ πνεύμα του ανέμου, εν πλήρει πεποιθήσει εις την αντοχήν των τοσάκις αγωνισθέντων ώμων των.
Πηγαίνουσι δε όλαι, ή σχεδόν όλαι, εις . . τα εμπορικά! Εις του Βουγά και του Χουτοπούλου, εις του Κατελούζου και του Πατσιφά, και εις όλων των άλλων φιλομειδών και επιχαρίτων βαλαντιοσκόπων τας ελκυστικάς και πολυωνύμους παγίδας, όσας έχει στήσει ο συρμός εκατέρωθεν των μεγάλων εμπορικών αρτηριών της πρωτευούσης.
Πηγαίνουσιν ίσως — θα υποθέσετε όσοι τας βλέπετε μεν αλλά δεν τας γνωρίζετε — διά να αγοράσωσιν;
Ενίοτε ναι, αλλ' ως επί το πλείστον όχι, — ευτυχώς!
Αλλοίμονον, εις τους αθηναίους, αν όλαι αυταί αι αθηναίαι μετέβαινον εις τα εμπορικά, ίνα κενώσωσι τα βαλάντιά των! Τα δυστυχή αυτά, τα ρικνά και χρόνιον ατροφίαν πάσχοντα βαλάντια προ καιρού ήδη πολλού θα είχον εντελώς κενωθή, πολύ έτι πριν επιτείλη το σύστημα των οικονομικών συνδυασμών εις τον ελληνικόν ορίζοντα, πολύ πριν ή ανακηρυχθώσι χωρίς ποτέ να βασιλεύσωσι τα περιλάλητα ισοζύγια, πολύ πριν ή σημάνη η πρώτη Δεκεμβρίου 1893 το Δ ι' ε υ χ ώ ν των αγίων εις τας ελληνικάς περιουσίας.
***
Όχι, ευτυχώς!
Δεν πηγαίνουσιν αι αθηναίαι εις τα εμπορικά διά να αγοράσωσιν.
Αγοράζουσιν ενίοτε, αλλ' εν παρέργω ή εν εσχάτη ανάγκη· ένα πήχυν ίσως ταινίας οιασδήποτε ή ημίσειαν δωδεκάδα κομβίων, αν μετά δίωρον βάσανον του δυστυχούς εμπόρου και ατελείωτον λογοκοπίαν αισθανθώσι το ερύθημα της εντροπής· ή ακριβώς μεν εκείνο, διό εξεκίνησαν πρωί από της οικίας των, αλλά μετά πεντάωρον ριζικήν ανασκάλευσιν όλων των εμπορικών καταστημάτων από του πρώτου μέχρι του τελευταίου.
Αι κυρίαι των Αθηνών μεταβαίνουσι κυρίως εις τα εμπορικά διά να διασκεδάσωσιν. Η εκδρομή των είνε είδος τι περιπάτου, είδος τι α λ ε π ο ύ ς, της οποίας η σύλληψις γίνεται πολλάκις παραδόξως εις το ζαχαροπλαστείον του Γιαννάκη, είδος τι προσκυνήματος εις τας προθήκας των εμπορικών, ων η εξωτερική λατρεία, ελκύει μεν ως επί το πολύ τας ευλαβεστέρας και εις τα ενδότερα του τεμένους, αλλ' όχι πάντοτε και εις απόθεσιν του οβολού των εις τον κορβανάν των ιερέων του Ερμού.
***
Τι να κάμωσι το πρωί εις την οικίαν των; Τα παιδία των, αν έχουν, επήγαν ήδη εις το σχολείον· η μαγείρισσα επέστρεψεν από την αγοράν· το μυθιστόρημά των θα το αναγνώσωσι το εσπέρας· η υπηρέτρια ήνοιξε τα παράθυρα της οικίας και ξεσκονίζει.
Ο οίκος των είνε αυτόχρημα ακατοίκητος.
Έπειτα, τι απίθανον να έφερε διά του τελευταίου ατμοπλοίου κανέν νέον ύφασμα ο Πατσιφάς ή κανέν νέον κόσμημα της αιθούσης ο Χουτόπουλος; Είνε δίκαιον να μη το ίδωσι, και το βράδυ, όταν συναντηθώσι που περί το μικρόν τραπέζιον του τεΐου ή την μεγαλειτέραν τράπεζαν του Μ ά ο υ ς, να φανώσιν αυταί διδασκόμεναι παρ' άλλων τα νέα;
***
Τας γνωρίζουσιν όλας οι δυστυχείς έμποροι, τας γνωρίζουσιν εκ μακράς, ορθίας και κοπιώδους πείρας.
Δι' αυτό εκφράζει ανεκλάλητον χριστιανικήν εγκαρτέρησιν το οξύμωρον εκείνο μειδίαμα, το οποίον διαστέλλει τα προσηνή των χείλη, οσάκις νέα προσκυνήτρια προσέλθη, αυξάνουσα το άλλο πλήθος των συνηγμένων ήδη εντός του τεμένους εκείνου του συρμού.
Τας γνωρίζουσι· και εν τούτοις τας υποδέχονται προσκλίνοντες την σπονδυλικήν αυτών στήλην, προσφέροντες εις αυτάς κάθισμα, και ερωτώντες γλυκερώτατα·
— Τι προστάζετε;
Αλλ' εις την ερώτησιν αυτήν σπανίως δίδεται απάντησις. Η νέηλυς κάθηται εν πρώτοις, εξάγει κατόπιν το ρινόμακτρόν της και σπογγίζει την ρίνα της — ήτις, όσον γυναικεία και αν ήνε, είνε όμως ρις ανθρωπίνη — και αρχίζει έπειτα ατελείωτον διάλογον προς τας παρακαθημένας της·
— Τι κάμνετε;
— Πώς είσθε;
— Πόσον καιρόν έχω να σας ιδώ!
— Πώς είνε τα παιδιά;
— Το μικρό ήτον ολίγον κρυωμένο. Τώρα είνε καλλίτερα. . . . Ευχαριστώ. Και ο κύριος αδελφός σας;
— Και η νύμφη σας;
— Καλέ θα φύγετε, έμαθα! μ' αυτόν τον καιρόν;
— Δεν απεφασίσαμεν ακόμη τίποτε. Ίσως μετά τας εορτάς, . . Και σιγώτερα, εις το ους·
— Καλέ, πώς σας εφάνη; η κυρία Κ . . . ν' αφήση τον άνδρα της! . . .
— Η κυρία Α . . . θέλετε να ειπήτε.
— Μπα! και η κυρία Α . . . ; περίεργον. Και πώς αυτό;
— Πολλά λέγονται . . . . .
Και λέγονται αληθώς πολλά, αναρίθμητα, ατελείωτα.
Έχουσι, βλέπετε, και αι κυρίαι τα καφενεία των, ως οι άνδρες.
Τα δε ταλαίπωρα γ α ρ σ ό ν ι α ίστανται εκεί όρθια προ των καταφόρτων τραπεζών, όπου υπό τους δυσκόλους δακτύλους των ανορέκτων πελατίδων ανεπτύχθησαν ήδη μεταξωτά και μάλλινα, επίκροκα και ταινίαι, στηθόδεσμοι και περιτραχήλια, εις μάτην προσμένοντα την εκλογήν των.
Ανοίγει τέλος το στόμα της η νέηλυς, αφού είπεν όσα είχε και ήκουσεν όσα ήθελε, και ζητεί κάτι, αλλ' εική, ασκόπως, ως θα εζήτει ο,τιδήποτε άλλο. Αι χάρτιναι θήκαι καταβαίνουσι ταχείαι από των θέσεών των, οι υπάλληλοι αρχίζουσι τον πανηγυρισμόν του περιεχομένου των, και αι μικραί της κυρίας χείρες αναδιφώσι, παραμερίζουσι, σκαλεύουσι, πασπατεύουσι, και καθ' ην στιγμήν εφάνη σαν τέλος ότι κάτι εξέλεξαν, και ηκτινοβόλησε του υπαλλήλου ο οφθαλμός, και προσέκλινεν ο καταστηματάρχης επιδοκιμάζων την καλαισθησίαν της εκλογής, αι μικραί χείρες αποσύρονται αδρανείς, η κυρία εγείρεται, — αφού εξεκουράσθη ήδη εντελώς — και λέγει χαριέστατα μειδιώσα·
— Ευχαριστώ . . . . θα ξαναπεράσω!
***
Και ξαναπερνά δυστυχώς, ως τοσάκις ήδη εξαναπέρασε.
Και το προσκύνημα αυτό το ατελείωτον επαναλαμβάνεται καθ' εκάστην· αρχίζει την πρωίαν και λήγει την μεσημβρίαν ή και την εσπέραν πολλάκις, χωρίς ποτέ να κουρασθώσιν αι προσκυνήτριαι, χωρίς να βαρυνθώσι, χωρίς να πεινάσωσιν, όταν σημαίνη μεσημβρία, χωρίς να πτοηθώσι το σκότος, όταν ανάπτωνται πλέον οι σπάνιοι φανοί των οδών.
Και επιστρέφουσιν εις τας οικίας των, κατευχαριστημέναι ότι καταδιεσκέδασαν, ενώ οι ταλαίπωροι σύζυγοι, οι αδελφοί ή οι πατέρες των αναμένουσι πεινώντες την επιστροφήν των, ίνα καθίσωσιν εις την τράπεζαν.
ΑΝΑ ΤΑΣ ΟΔΟΥΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (18)
Ας μην ανησυχήση ο κύριος Δήμαρχος Αθηναίων.
Δεν έχομεν σκοπόν να επιθεωρήσωμεν τας οδούς της πόλεως.