Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 26
ως λέγει που ο Ευριπίδης, βαθείαν και οχληροτάτην έπρεπε να αισθανώμεθα εντροπήν, αναγινώσκοντες όσους ετόλμησαν και τολμώσιν έτι να γράφωσιν αίνους εις δόξαν ημών οι της Εσπερίας φιλέλληνες. Αλλ' ημείς ομοιάζομεν δυστυχώς τας ασχήμους εκείνας και ερωτοτρόπους γυναίκας, αίτινες ου μόνον ευκόλως πιστεύουσιν ότι είνε Ασπασίαι και Αφροδίται, όταν ακούωσι τούτο λεγόμενον υπό των μαλακοκολάκων, αλλά και θαυμάζουσιν ενδομύχως τους λέγοντας, ως ανθρώπους λεπτήν έχοντας την καλαισθησίαν και άπταιστον την παρατήρησιν. Η άκομψος και σκαιά κολακεία είνε προς τους νοήμονας πολύ πολλάκις επαχθεστέρα του ψόγου και της κατακρίσεως. Υπάρχουσιν όμως ρώθωνες, — και τοιούτους έχουσι δυστυχώς αι ρίνες αι νεοελληνικαί — οι ευαρέστως οσφραινόμενοι και αυτής της χονδροειδεστάτης κολακείας το πυκνόν και ασφυκτικόν θυμίαμα, χωρίς καν να πταρνίζωνται, πλήρη δε και αδιάσειστον έχοντες την πεποίθησιν, ότι ο υπ' αυτούς καιόμενος λίβανος είνε προσήκων και οφειλόμενος φόρος εις το τηλαυγές πρόσωπον, ούτινος έχουσι και αυτοί την τιμήν ν' αποτελώσι μέρος.
Οι ρώθωνες δε ημών ούτοι και η ιδιοσυγκρασία αυτών αποδεικνύουσι, πόσον δίκαιον είχεν ο Μολιέρος, ειπών ότι πάσαν αυθάδειαν και πάσαν μωρίαν δύναταί τις να καταστήση ευκατάποτον, καρυκεύων αυτήν εις κολακείαν.
Διά τούτο δε και ημείς ου μόνον δεν εντράπημεν ουδ' εντρεπόμεθα, ου μόνον δεν ηγανακτήσαμεν ουδ' αγανακτούμεν δι' όσα μωρά και ανούσια κολακεύματα σιτίζουσιν ημάς οι από της Δύσεως νεοφώτιστοι ημών φίλοι, αλλά και κομπάζομεν επ' αυτοίς και βρενθυόμεθα, και απορούμεν πολλάκις, πώς δεν γράφονται περισσότερα και θερμότερα υπέρ του περιουσίου λαού του Κυρίου, και θηρεύομεν αίνους και λιβανωτόν πάση δυνάμει και διά παντός μέσου, και γράφομεν επαιτούντες, και οδοιπορούμεν οδοιπορίας μακράς εις αναζήτησιν συμπαθειών και φίλων, κ' ευτελιζόμεθα εκλιπαρούντες ευνοίας και θωπεύματα, και χαίρομεν χαράν ανεκλάλητον, οσάκις κατορθώσωμεν να αυξήσωμεν δι' ευγενούς τινος νεοσυλλέκτου το τάγμα των φιλελλήνων, και δημοσιευθή που της Ευρώπης νέον άρθρον εις ύμνον των απογόνων του Περικλέους και της περικαλλούς αυτών χώρας.
Ποίος δε τότε και πόσος ο αλαλαγμός ημών και η αγαλλίασις!
Ο νέος και διαπρεπής της Ελλάδος φίλος αίρεται φυσικώ τω λόγω μέχρι τρίτου ουρανού, και πανηγυρίζεται όπως μας επανηγύρισεν. Η νοημοσύνη αυτού και η πολυμάθεια, η του καλάμου του δεινότης και των ιδεών αυτού η αδρότης και η δύναμις, ιδίως δε και προ πάντων η της κρίσεως αυτού ευμένεια και τα φ ι λ ε λ λ η ν ι κ ά τ ο υ α ι σ θ ή μ α τ α — το κυριώτατον αυτού προσόν, — περιάδονται και διασαλπίζονται εν χορδαίς και οργάνοις, το δε κοινόν κροτεί τας χείρας, ή, αν βαρύνεται να πράξη τούτο, παρατρίβει καν αυτάς εξ ευχαριστήσεως, και κρατύνεται φρονούν ακραδάντως, ότι μέγα μέλλον έχει ο λαός ο τοιούτους έχων φίλους, ότι αδύνατον είνε να παρίδη εις τέλος η Ευρώπη την έντονον έκφρασιν της κοινής γνώμης, και ότι περιττή και ανωφελής θα ήτο οιαδήποτε εθνική του εργασία υπέρ βελτιώσεως της τύχης του, αφού περί τούτου μεριμνώσιν άλλοι . . . και μεγάλοι.
Τα ονόματα των νέων εκάστοτε δημοσιογραφικών προμάχων του ελληνισμού ταμιεύει ούτω ευγνώμων η ελληνική δημοσιογραφία, και η μνήμη αυτών αξιοί ευλόγως να καταλάβη θέσιν τιμητικήν εν τω μεγάλω καταλόγω των φίλων της Ελλάδος.
Ως προς τούτο δυνάμεθα καν να παρηγορηθώμεν, ως παρηγορούνται πολλάκις οι πάσχοντες, ακούοντες παρά των ιατρών ότι κληρονομικόν είνε το νόσημά των, και πειθόμενοι, ότι αν νοσούσι, τουλάχιστον δεν πταίουσι. Το ελάττωμα είνε προγονικόν· ουδ' ευρέθη τις μέχρι τούδε, ουδέ θα ευρεθή τις ίσως, ουδέ θα κατορθώση να μας πείση, αν ευρεθή,
_ξενικοίς λόγοις μη λίαν εξαπατάσθαι, μηδ' ήδεσθαι θωπευομένους μήτ' είναι χαυνοπολίτας,_
ως έλεγεν ο ποιητής των Αχαρνέων. Όπως δε οι παλαιοί του εκείνοι Αθηναίοι, ους
_από των πόλεων οι πρέσβεις εξαπατώντες . . ιοστεφάνους εκάλουν, . . ευθύς διά τους στεφάνους επ' άκρων των πυγιδίων εκάθηντο,_
ούτω και ημείς σήμερον ου μόνον πιστεύομεν όσα μας λέγουσιν οι τη μωρία ημών χαριζόμενοι ξένοι, αλλά και αλαζονευόμεθα επί τω πανηγυρισμώ, και ευθηνόν ευρίσκοντες των επαίνων το νόμισμα, προθύμως ανταποδίδομεν αυτό πολλαπλάσιον.
Μηδέ τις φοβηθή, ότι είνε δυνατόν να αμελήση η νεοελληνική ευγνωμοσύνη του προσήκοντος αντιπανηγυρισμού της ευρωπαϊκής φιλελληνικότητος. Περί την εκπλήρωσιν του ιερού τούτου καθήκοντος είμεθα ακριβέστατοι, και την οφειλήν ημών αποδίδομεν έγκαιρον πάντοτε και έντοκον και δεκαπλήν. Αν δε — ό μη γένοιτο — λησμονήσωμεν ημείς ή οκνήσωμεν, ευκολύνουσιν ημάς εις το έργον, ενίοτε δε και μας αναπληρούσιν αυτοί οι φιλέλληνες φίλοι μας. Ο γράφων τας γραμμάς ταύτας είδεν, ουχί προ πολλού, αρθρίδια επαινετικά μεγάλου φιλελληνικού άρθρου, γεγραμμένα υπ' αυτού του φιλέλληνος συγγραφέως, και αποσταλέντα εις Αθήνας, όπως μεταφρασθώσι και δημοσιευθώσι διά του ελληνικού τύπου εις εγκώμιον του διαπρεπούς ημών φίλου.
Η μέθοδος, βλέπετε, τελειοποιείται βαθμηδόν, ως τελειοποιείται κατά τους χρόνους τούτους και προοδεύει πάσα βιομηχανία.
Β'.
Τα είδη των φιλελλήνων είνε ποικίλα και ανάλογα προς τας νεοελληνικάς ημών ανάγκας. Αλλά τα ακμαιότερα εξ αυτών είνε δύο· πολιτικοί φιλέλληνες, και φιλέλληνες λόγιοι. Έμποροι και βιομήχανοι φιλέλληνες δεν ανεπτύχθησαν εισέτι, ουδ' υπάρχει ελπίς ν' αναπτυχθώσιν εν τω μέλλοντι, ενόσω, τουλάχιστον δεν εξευρεθή τρόπος να τρέφεται η βιομηχανία και το εμπόριον δι' ευγνωμοσύνης και παρασήμων.
Οι φιλέλληνες πολιτικοί είνε οι αφθονώτεροι, διότι και αι ανάγκαι ημών αι πολιτικαί είνε πλειότεραι και σπουδαιότεραι των άλλων. Εννοείται ότι οι πλείστοι εξ αυτών ουδεμίαν απολύτως έχουσι καθαράν και ητιολογημένην συνείδησιν του φιλελληνισμού αυτών· αλλά τούτο είνε προς ημάς πάντη αδιάφορον. Ο μεν έγραψέ ποτε — αν δεν υπέγραψε μόνον — ολίγας υπέρ της Ελλάδος σειράς εν οιαδήποτε ευρωπαϊκή εφημερίδι, και ηυχήθη εκ μέσης καρδίας υπέρ της πληρώσεως των πόθων του ελληνισμού· ο δε προέπιεν εν συμποσίω υπέρ των Ελλήνων, ως μόνου εκπολιτιστικού στοιχείου της Ανατολής. Άλλος απηύθυνεν επιστολήν είς τινα των πολιτικών ημών ανδρών, γνώμην αποφαινόμενος, ότι εις ημάς μόνους ανήκει η κληρονομιά του Βυζαντίου· άλλος ενθουσιωδέστερος ελάλησεν από του κοινοβουλευτικού βήματος υπέρ της πολιτικής ζωτικότητος του έθνους ημών, και άλλος τέλος — κυβερνήτης αυτός ξένου Κράτους, ύψωσε την φωνήν αυτού υπέρ των απαράγραπτων ημών δίκαιων, ή διεβεβαίωσε καν απόστολόν τινα οιονδήποτε του ελληνισμού περί των προς την νέαν Ελλάδα θερμών αυτού συμπαθειών.
Πάντες ούτοι, κατά τας νεοελληνικάς εννοίας, ιδίως δε οι τελευταίοι, εκινήθησαν εκ πλατωνικού και μόνον έρωτος προς την Ελλάδα, εξ ενθουσιασμού ενδομύχου και διαπύρου προς την χώραν του Πλάτωνος και τους απογόνους του Μιλτιάδου, εκ πεφωτισμένης και αμερολήπτου εκτιμήσεως των αρετών αυτών. Ουδέν άλλο πλάγιον, πάτριον και ίδιον συμφέρον εκίνησε την γλώσσαν αυτών ή τον κάλαμον. Τουναντίον μάλιστα· πάσα οιαδήποτε σκέψις περί των συμφερόντων της ιδίας αυτών πατρίδος υπετάγη κατ' ανάγκην εις τους φιλελληνικούς της καρδίας των παλμούς. Άλλως πώς θα ήσαν φιλέλληνες;
Τοιούτος είνε ο πήχυς δι' ου μετρούμεν τον φιλελληνισμόν. Ανάλογοι δε προς τον πήχυν αυτόν είνε και αι ημέτεραι αξιώσεις.
Πώς; Είνε δυνατόν, είνε επιτετραμμένον, όταν ομιλή τις ξένος περί της νέας Ελλάδος και των νέων Ελλήνων, περί των κληρονομικών αυτών δικαιωμάτων και των εθνικών αυτών ελπίδων, να μη πλύνη πρώτον, κατά το δημοτικόν λόγιον, το σ τ ό μ α τ ο υ μ ε ρ ο δ ό σ τ α μ ο ν;
Είνε δυνατόν, ασχολούμενοι περί της νέας Ελλάδος οι ξένοι, να λησμονώσιν, ότι η ευγενής αυτή και ένδοξος χώρα επότισε την βάρβαρον Ευρώπην τα νάματα του πολιτισμού, και ότι καθήκον επομένως έχουσι, καθήκον ευγνωμοσύνης ιερόν και απαράβατον, να εργασθώσιν υπέρ του μεγαλείου της;
Είνε επιτετραμμένον εις οιονδήποτε πολιτικόν άνδρα της αλλοδαπής, — εξ ανωτέρας, εννοείται, ηθικής και ποιητικής επόψεως εξεταζομένου του πράγματος, — να συλλογίζεται κατά πρώτον λόγον τα συμφέροντα της πατρίδος του και κατά δεύτερον τα της Ελλάδος, και να προτιμά τούτων εκείνα, αν τυχόν συμπέση να μη συμβιβάζονται;
Τοιαύται έννοιαι δεν χωρούσιν εις Έλληνος κεφαλήν, ουδέ δύναται ποτε ελληνική καρδία να παραδεχθή και επιτρέψη τοιαύτην πώρωσιν.
Διά τούτο απαιτούμεν να ενδιαφέρωνται υπέρ ημών οι ξένοι περισσότερον ή όσον ημείς αυτοί υπέρ εαυτών ενδιαφερόμεθα, να εργάζωνται υπέρ της πραγματοποιήσεως της εθνικής ημών ιδέας πολύ συντονώτερον ημών των ιδίων, να πράττωσιν εκείνοι πλειότερα όσων ημείς λέγομεν, και απλώς ειπείν να ήνε των Ελλήνων ελληνίστεροι.
Διά τούτο οσάκις ακούομεν ή αναγινώσκομεν τρεις λέξεις υπέρ ημών, τις οίδε πόθεν και πώς λεχθείσας ή γραφείσας, τις οίδε τίνα εχούσας σκοπόν ή κρυφίαν υπαγόρευσιν, ενθουσιώμεν ευθύς και αλαλάζομεν και πλαταγούμεν, και δράττοντες τα εθνικά ημών κατάστιχα ανοίγομεν αμέσως μερίδα εις τον νέον φιλέλληνα.
Συμβαίνει ενίοτε, — και ποσάκις μέχρι τούδε συνέβη! — να ανακαλύψωμεν βραδύτερον ότι ηπατήθημεν, η ευγενής δ' εκείνη φωνή, ην είχον έτι έναυλον τα πατριωτικά ημών ώτα, να σιγήση αίφνης αγενώς ή και ν' αλλάξη σκοπόν, γινομένη κατήγορος από υμνητού και επαινέτου.
Λυπούμεθα βεβαίως διά το εθνικόν ατύχημα, αλλά δεν ταραττόμεθα και πολύ. Ανοίγομεν και πάλιν το εθνικόν ημών καθολικόν, εγγράφομεν τον αποστάτην εις την μερίδα των μισελλήνων, και παραδίδομεν αυτόν εις τας αράς και το μίσος του έθνους.
Αν όμως συμβή το αντίστροφον! Αν, χάρις εις την παντοδύναμον ευγλωττίαν ειδικών τινων arguments sans replique ως έλεγεν ο Δον Βασίλειος, ακουσθή αίφνης ότι μετενόησαν αμαρτωλοί, και χρόνιοι εχθροί ετράπησαν εις φίλους, και ανταποκριταί φοβεροί παγκοσμίων εφημερίδων ανέμελψαν αίφνης το Ω σ α ν ά, ενώ χθες μόλις εκραύγαζον σ τ α ύ ρ ω σ ο ν, σ τ α ύ ρ ω σ ο ν α υ τ ο ύ ς, ω! η αγαλλίασις ημών τότε ούτε λέγεται ούτε περιγράφεται. Μη δεν είπεν ο Χριστός, ότι «ούτω χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι ή επί ενενήκοντα εννέα δικαίοις, οίτινες χρείαν ουκ έχουσι μετανοίας;»
***
Των λογίων φιλελλήνων το γένος δεν είνε μεν βεβαίως τοσούτον επίσημον ουδέ περιφανές, όσον οι πολιτικοί φιλέλληνες, αλλ' αφθονεί όμως επίσης και ακμάζει, αυξάνει δε διαρκώς διά των νέων προσηλύτων, ους βαπτίζουσιν εκάστοτε οι παρ' ημίν λόγιοι, ουχί πάντες βεβαίως, αλλ' εκείνοι ιδίως, εις ους απονέμουσι προχείρως ευρωπαϊκής αθανασίας διπλώματα οι της δύσεως σοφοί.
Αφ' ότου της εθελοφημίας η νόσος απέκτησε και παρ' ημίν ενδημικόν χαρακτήρα, οι δε λογογραφούντες Έλληνες ήρχισαν αλιεύοντες δόξαν από των τελευταίων σελίδων των εφημερίδων, και απ' αυτών έτι των γωνιών των οδών διά πολυχρώμων τοιχοκολλημάτων, ήνοιξε φυσικώ τω λόγω και η όρεξις αυτών, η δε φιλοδοξία των ωνειρεύθη άλλον ευρύν, ευρύτερον του ελληνικού ορίζοντα.
Do ut des, είπομεν τότε προς τους ξένους, όσοι εφαίνοντο ορεγόμενοι νεοελληνικής δόξης. Σας κηρύττομεν φιλέλληνας, — και ηξεύρετε πόσον μυρίπνουν και ιερόν είνε αυτό το όνομα — αλλά πρέπει να μας κηρύξετε και σεις μεγάλους συγγραφείς. Και το πράγμα έγεινε, και των αλλοδαπών φιλελλήνων λογίων η στρατιά πληθύνεται οσημέραι εις δόξαν και κλέος των νεοελληνικών γραμμάτων.
Διά τούτο δε βλέπομεν και αναγινώσκομεν καθ' εκάστην εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά ημών συγγράμματα, ότι ο δείνα σοφός, υπό των φ ι λ ε λ λ η ν ι κ ω τ ά τ ω ν α ι σ θ η μ ά τ ω ν ε μ π ν ε ό μ ε ν ο ς, εδημοσίευσεν εν τω δείνα ευρωπαϊκώ περιοδικώ επαινετικήν διατριβήν περί ταύτης ή εκείνης της νεοελληνικής συγγραφής· ότι ο άλλος εκείνος διάσημος φιλέλλην, ο ύ τ ι ν ο ς τ ό σ ο ν ε υ φ ή μ ω ς κ α τ έ σ τ η σ α ν γ ν ω σ τ α ί αι περί την μεσαιωνικήν ή την νέαν ημών φιλολογίαν μελέται, μετέφρασεν εις την γαλλικήν ή γερμανικήν, ενίοτε και την δανικήν ή την ρωσικήν ή τις οίδε ποίαν άλλην ευρωπαϊκήν ή και σημιτικήν γλώσσαν, την τάδε πραγματείαν νεοελληνικού σοφού· ότι ο ονομαστός ελληνιστής και φιλόλογος Άλφα εμνημόνευσε μετ' επαίνων τούτου ή εκείνου του νεοελληνικού βιβλίου, και ότι η διαπρεπής εν τω κόσμω των γραμμάτων κυρία Βήτα απένειμε τον στέφανον της αθανασίας εις τούτο ή εκείνο το ποίημα.
Και ταύτα πάντα διαθρύπτουσι την εθνικήν φιλοτιμίαν ου μόνον των πολλών, οίτινες γνωρίζουσιν ίσως τα επαινούμενα έργα, αλλά και των ολίγων, οίτινες, πλην αυτών, γνωρίζουσι και τους επαινέτας. Αυξάνουσι δε ούτω και κορυφούνται αι εν τη νέα Ελλάδι φιλολογικαί επισημότητες, κλεϊζόμεναι υπό των αλλοδαπών σοφών, αυξάνει δε συγχρόνως και κραταιούται η ευγενής των λογίων φιλελλήνων τάξις, απαθανατιζομένη υπό των δι' αυτής απαθανατισθέντων.
Είνε αληθές — ας μείνη δε τούτο μεταξύ μας — ότι οι πλείστοι των κρινόντων και θαυμαζόντων ή και μεταφραζόντων έτι τα προϊόντα της νεωτέρας ημών φιλολογίας αλλοδαπών, έχουσι το ατύχημα να αγνοώσι την γλώσσαν ημών, ή να γνωρίζωσι καν αυτήν τοσούτον ατελώς, ώστε να διαφεύγωσιν αυτούς τα κάλλη των συγγραμμάτων άτινα πανηγυρίζουσιν. Αλλά τούτο ο υ δ έ ν π ρ ο ς τ ά λ φ ι τ α. Η δ ο υ λ ε ι ά μας να γίνεται, λέγομεν οι ευφυείς και επιτήδειοι ημείς, δουλειά μας δε είνε να υπολαμβανώμεθα εκ παντός τρόπου μεγάλοι και σημαντικοί, να έχωμεν κολάκων εσμόν και φίλων πλημμύραν, και οι φιλέλληνές μας να αγαπώσι πάντοτε τους Έλληνάς των.
***
Περιττόν ίσως θα ήτο μετά τα ρηθέντα να λεπτολογηθώσι τα έξοχα προτερήματα, άτινα κατά τας εννοίας ημών κοσμούσιν απαραιτήτως πάντα φιλέλληνα. Δεν βλάπτει όμως και το περιττόν, οσάκις χρησιμεύει μεν εις τελείωσιν της εικόνος, δύναται δε ίσως — τις οίδε — να στρατολογήση και νέους άλλους του ευγενούς αγώνος μαχητάς.
Πας φιλέλλην είνε εν πρώτοις και προ πάντων ευφυέστατος άνθρωπος. Αλλά τι σημαίνει τούτο και μόνον δι' ημάς τους Έλληνας, τους ευφυεστάτους των ανθρώπων; Θα ήτο το αυτό και αν ελέγομεν, ότι πας φιλέλλην έχει δύο οφθαλμούς και μίαν ρίνα. Δεν αρκούμεθα επομένως εις αυτό και μόνον. Οι φιλέλληνες είνε άνδρες μεγαλοφυείς, φαινόμενα έκτακτα εν τω διανοητικώ κόσμω των εθνών, υ π ά ρ ξ ε ι ς π ρ ο ν ο μ ι ο ύ χ ο ι, ως λέγουσι σήμερον επί το ελληνογαλλικώτερον αι νεοελληνικαί εφημερίδες. Οι φιλέλληνες έχουσιν ευρείαν την διάνοιαν και μεγάλην την καρδίαν, υψηλόν το φρόνημα και το αίσθημα ευγενές.
Οι φιλέλληνες έχουσι τον νουν αυτών απρόσιτον εις πάσαν ιδέαν μικράν και ταπεινήν, τα δε στέρνα αυτών κεκλεισμένα προς παν αίσθημα αδικίας. Οι φιλέλληνες είνε και φιλελεύθεροι· ουδέ είνε δυνατόν να ήνε οπισθοδρομικοί, αφού είνε φιλέλληνες. Είνε προς τούτοις αναγκαίως και αναποδράστως άνθρωποι πολυμαθείς, ποτισθέντες τα νάματα της υγιούς παιδείας εν τη μελέτη των κλασικών μνημείων της προγονικής ημών φιλολογίας, άτινα κατανοούσι και εκτιμώσιν, εννοείται, κάλλιον παντός άλλου. Είνε πεφωτισμένοι λάτρεις του καλού, νοημονέστατοι και αδέκαστοι κριταί της αρετής και της αξίας, όντα ενί λόγω τέλεια και ιδανικά.
Και πώς άλλως; Μόνον τοιούτοι άνθρωποι δύνανται να ήνε φίλοι μας.
***
Οι δε μισέλληνες;
Οι μισέλληνες είνε πολλοί. Πολύ πλείονες δυστυχώς των φιλελλήνων, διότι είνε πάντες οι μη φιλέλληνες.
Τούτους μεν κατορθούμεν οπωςδήποτε ν' αριθμώμεν, διότι τους ακούομεν· τους αναγινώσκομεν, τους γνωρίζομεν, τους θυμιώμεν και τους λατρεύομεν. Αλλά τους δυστυχείς εκείνους παρίας, ων η πεπωρωμένη καρδία ουδέποτε έπαλεν υπέρ της Ελλάδος και των Ελλήνων, ων ουδέποτ' εξέφυγε τα χείλη κ α λ ό ς λ ό γ ο ς υπέρ ημών, πού να τους μάθωμεν ίνα τους αριθμήσωμεν;
Ακούομεν τους κατακριτάς ημών και κατηγόρους, τους εξ οιουδήποτε λόγου μη θελήσαντας να δρέψωσι δάφνας εκ του φιλελληνικού λειμώνος, τους υπολαβόντας εκ κακίας ή συμφέροντος οιουδήποτε, εκ γνώσεως ή εξ αγνοίας, ότι ουδεμιάς συμπαθείας ή ενδιαφέροντος είμεθα άξιοι, τους εξευτελίζοντας και προπηλακίζοντας ημάς. Γνωρίζομεν εκείνους, οίτινες μας εγνώρισαν κ' ετόλμησαν να μας χαρακτηρίσωσιν ως φυλήν πτωχαλαζόνων επαιτών, φλυαρούντων μεν αγερώχως περί των προγονικών αρετών και μασσώντων αδιακόπως τας δάφνας των πατέρων των, ως οι Αμερικανοί τα φύλλα του καπνού των, αλλά τεινόντων συγχρόνως την χείρα προς τον έλεον της Ευρώπης και εκλιπαρούντων τον οβολόν των ισχυρών, απαράλλακτα ως πολλοί των μεγάλων ημών αγωνιστών απόγονοι τείνουσι διαρκώς την χείρα προς τον δημόσιον προϋπολογισμόν, καυχώμενοι ότι είχον την δόξαν να γεννηθώσι παρ' ανδρών αποθανόντων υπέρ της πατρίδος.
Αλλά οι τοιούτοι κατακριταί ημών και κατήγοροι είνε ολίγοι και ευάριθμοι, ουδ' είνε δυνατόν να μας αρκέσωσι. Τι σημασίαν θα είχαμεν, αν τόσον ολίγους μόνον είχαμεν εχθρούς; Εχθροί μας επομένως, τουτέστι μισέλληνες, είνε όχι μόνον εκείνοι, αλλά και πάντες όσοι μας αγνοούσι και αδιαφορούσιν εντελώς περί ημών. Οι προπάτορες ημών οι παλαιοί έλεγον εν αυταρκεία γνησίως ελληνική: π α ς μ η Έ λ λ ην β ά ρ β α ρ ο ς, και είχον ίσως δίκαιον κατ' εκείνους τους χρόνους. Ημείς, οίτινες δεν τολμώμεν έτι να φθάσωμεν έως εκεί, αρκούμεθα εις την παρωδίαν του παλαιού λογίου, και λέγομεν απλούστερον: π α ς μ η φ ι λ έ λ λ η ν μ ι σ έ λ λ η ν.
Είνε δυνατόν, λέγομεν, να αγνοή τις σήμερον την νέαν Ελλάδα και τους νέους Έλληνας, εκτός αν το κάμνη επίτηδες; Είνε επιτετραμμένον εις οιονδήποτε καθώς πρέπει άνθρωπον να μη μας γνωρίζη, δηλαδή να μη μας επαινή; Και τι λοιπόν άλλο, ή εχθροί της Ελλάδος πρέπει να ονομασθώσιν οι αμαθείς και βάρβαροι, οι απαίδευτοι και ανόητοι εκείνοι, οι νομίζοντες ότι είνε ποτέ δυνατόν να γείνη οιοσδήποτε περί αυτών ονομαστί λόγος, χωρίς αυτοί να λαλήσωσι περί των νέων Ελλήνων;
Ούτω δε πάντες οι δυστυχείς αυτοί θνητοί, οι περί πολλά ίσως άλλα ασχοληθέντες και διακριθέντες και εν τη πατρίδι αυτών ευφήμως μνημονευόμενοι, αλλ' αμαρτήσαντες όμως το θανάσιμον αμάρτημα να μη ανησυχήσωσι περί ημών, κατατάσσονται εις των μισελλήνων το τάγμα, και αυξάνουσιν αυτό εις στρατιάν πυκνήν και μεγάλην.
Και τους χαρακτηρίζομεν μεν ευλόγως πάντας αυτούς όπως τους πρέπει, και αγανάκτησιν αισθανόμεθα πατριωτικήν διά τον μισελληνισμόν των, αλλά, τι τα θέλετε; η αγανάκτησις ημών μετέχει πως και υπερηφανείας. Οργιζόμεθα μεν ότι αδιαφορούσι περί ημών, ως οργίζεται η ερωτότροπος γεροντοκόρη παρερχομένη ενώπιον απαθών ομμάτων και ουδέν ακούουσα θαυμαστικόν επιφώνημα, αλλά παρηγορούμεθα όμως, ως εκείνη, ενδομύχως, πεποίθησιν έχοντες ασφαλή, ότι οι ούτω προσφερόμενοι κινούνται τις οίδεν έκ τινος ταπεινού αισθήματος φθόνου ή κακίας, και κομπάζομεν διά το πλήθος των εχθρών ημών, αναλογιζόμενοι θυμοσόφως, ότι μόνον οι μέγα σημαίνοντες έχουσι πολλούς εχθρούς, διότι
_εις ταπίσημα ο φθόνος πηδάν φιλεί._
***
Εννοείται ότι δεν υπάρχει λέξις δυσώνυμος ην δεν εκολλήσαμεν εις την ράχιν των κακών αυτών ανθρώπων, και ότι μόνον ίσως το ευρωπαϊκής φήμης απολαύον υβριολόγιον του Κ. Κόντου θα ήρκει εις προσήκουσαν έκφρασιν των αισθημάτων, άτινα προξενεί εις τας πατριωτικάς των Ελλήνων καρδίας η μοχθηρία των μισελλήνων. Εκείνους μάλιστα, όσοι μη αρκούμενοι εις περιφρονητικήν αδιαφορίαν, ελέγχουσιν ημάς ασυστόλως και κατακρίνουσι και κατηγορούσιν, εκείνους οίτινες υποτιμώσι το παρόν και καταστρέφουσι το μέλλον του ελληνισμού, ω! αυτούς τους πνίγομεν βεβαίως, αν πέσωσι ποτε εις τας χείρας μας.
Τους πνίγομεν εν εθνικώ συλλαλητηρίω, και αμφίβολον είνε αν θα ευρεθή κατά την μεγάλην εκείνην και ιεράν στιγμήν Έλλην άνθρωπος, όστις να εγείρη την φωνήν αυτού υπέρ των θυμάτων, υπεραπολογούμενος αυτών οπωςδήποτε ενώπιον της εξωργισμένης εθνικής ημών συνειδήσεως.
Και όμως — εντρέπομαι αληθώς και καλύπτω το πρόσωπον διά των χειρών μου, πριν εκστομίσω την βλασφημίαν — και όμως εις τους εχθρούς ημών και τους κατηγόρους οφείλομεν οι νέοι Έλληνες πολύ πλείονα ή εις τους ξένους φίλους και κόλακας.
Αν έχομέν τι σήμερον αγαθόν, — και έχομεν ολίγα, μάρτυς μου ο θεός — , αν κατωρθώσαμέν τι άξιον λόγου αφ' ης ανεγεννήθημεν, οι μισέλληνες ημών εχθροί είνε οι κύριοι αυτού εργάται και οι λόγοι των οι πικροί. Αυτοί μας εξώργισαν και μας δυσηρέστησαν, αλλ' αυτοί και επαίδευσαν και εσωφρόνισαν ημάς.
Στομάχους αργούς και αρρώστους δεν ιαίνει αφέψημα γλυκυρρίζης, αλλά πικρά κασία και άψινθος. Έχομεν δε δυστυχώς ασθενείς και παραλύτους τους διανοητικούς ημών στομάχους, οσαδήποτε και αν μεγαλορρημονούμεν εν ώραις πατριωτικής αυταρκείας
_αυτός αυτού κόλαξ έκαστος ων και πρώτος και μέγιστος,_
οσαδήποτε και αν ψάλλωσιν εις ήχον τρίτον οι των αθηναϊκών τριόδων κομπολακύθαι και οι των ευρωπαϊκών αγορών φιλέλληνες.
Ουδέν ποτε εκερδήσαμεν, ουδ' αγαθόν εμάθομεν ουδ' απεμάθομεν κακόν παρά των ευμενών ημών αλλοδαπών φίλων. Ενανουρίσθημεν υπ' αυτών εν τη νάρκη του μεγαλοπρεπούς ημών ύπνου, και ετανύσαμεν εν οκνηρία τας κνήμας ημών και εχασμήθημεν προ του θάλπους του ηλίου της προγονικής ημών δόξης. Αλλ' ουδέν άλλο.
Οι εχθροί ημών, οι μοχθηροί και κακότροποι μισέλληνες μας επετίμησαν, είν' αληθές, και μας εκακολόγησαν, μας επροπηλάκισαν πολλάκις και μας εξηυτέλισαν, αλλ' η μάστιξ των λόγων αυτών παρήγαγεν επί της νωθράς και πλαδαράς ημών σαρκός οίον παράγει αποτέλεσμα η υπό της θεραπευτικής παραγγελλομένη ενίοτε μαστίγωσις των εξηντλημένων γεροντίων. Εκραυγάσαμεν εξ οδύνης υπό τας πληγάς, κατηράσθημεν τους μαστιγούντας, και διεμαρτυρήθημεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων κατά της αδικίας και βαρβαρότητος· αλλ' εξήγειραν όμως και εσωφρόνισαν και ωκοδόμησαν ημάς οι παιδεύοντες, ευηργέτησαν δε αναντιρρήτως οι υβρίζοντες και εξουθενούντες.
Αδύνατον είνε οι αναγινώσκοντες τας γραμμάς ταύτας να μη ενθυμώνται, ότι και επηνέθησαν πολλάκις και κατεκρίθησαν. Παραδέχομαι δε προς χάριν των, ότι και δικαίως πάντοτε επηνέθησαν και αδίκως κατεκρίθησαν· αδιάφορον. Θα συνομολογήσωσιν όμως μετ' εμού, εν πάση ειλικρινεία, συνειδήσεως, ότι από των κατακρίσεων ιδίως εκαρπώθησαν όσα, τους επαινέτας πιστεύοντες, επελάμβανον κεκτημένα.
Το κατ' εμέ τουλάχιστον, και εξομολογούμαι τούτο εν πάση σπουδαιότητι, ουδέν ποτε εδιδάχθην ουδ' ωφελήθην από των φιλικών επαίνων, πολλά δε τουναντίον οφείλω εις τας εχθρικάς κατακρίσεις, και αυτάς τας από δυσμενεστάτης γνώμης.
Πότε θα εννοήσωμεν πάντες, ως έθνος, ότι οι μισέλληνες ημών εχθροί μας ωφελούσι πλειότερον των φιλελλήνων ημών φίλων; Πότε δε τέλος θα παύσωμεν διακρίνοντες τους περί ημών λαλούντας ή μη λαλούντας εις τας δύο εκείνας μεγάλας τάξεις, περί ων έλεγον αρχόμενος του λόγου; Πότε θα μάθωμεν ότι μόνη η α λ ή θ ε ι α σ ώ σ ε ι η μ ά ς;
Μόνον όταν παύσωμεν ημείς αυτοί προς εαυτούς καταψευδόμενοι και τας σκιάς των προγόνων περισαίνοντες· μόνον όταν αισθανθώμεν ότι είμεθα μικροί υιοί πατέρων μεγάλων, και ότι χειρίστη δίαιτα προς αύξησιν ημών και ανάρρωσιν είνε η δίαιτα εκείνη, ην θαυμασίως ωνόμαζεν ο Πλάτων ο ψ ο π ο ι ϊ κ ή ν κ ο λ α κ ε ί α ν.
ΣΥΡΜΟΣ Ή ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ; (15)
Εσπέραν τινά του παρελθόντος Ιουνίου επέστρεφον αργά εις την πόλιν από μακρυνού περιπάτου. Δεν ήμην μόνος· αγαθός φίλος, ον είχον συναντήσει μονήρη πλανώμενον πέραν των κήπων των Πατησίων, επέστρεφε μετ' εμού. Η εσπέρα ήτο αστροφεγγής και γλυκεία. Ασθενής αλλά δροσώδης ανέβαινε πάντοτε από του Φαλήρου η αύρα του Σαρωνικού, ο γρύλλος ετερέτιζε μελαγχολικώς την μονότονον αυτού ωδήν υπό τα ξηρά χόρτα, και μακρόθεν, πού και πού, ως σβεννυμένη απήχησις, έφθανεν εις τας ακοάς μας το άσμα πλανήτιδος αηδόνος, μάτην ίσως αναζητούσης δροσερόν καταφύγιον εις τους κήπους της ωραίας εξοχής, ην οι φιλόκαλοι νάξιοι κηπουροί μετέβαλον βαθμηδόν εις κριθοσπάρτους αγρούς και φυτώριον χρυσομήλων.
Η λεωφόρος ήτο ευτυχώς έρημος περιπατητών, και η κυκλούσα γοητευτική ερημία εβράδυνε το βήμα ημών χωρίς να το θέλωμεν. Επεριπατούμεν ως άνθρωποι προσπαθούντες να παρατείνωμεν μάλλον ή να συντάμωμεν τον δρόμον, κ' εβαίνομεν εφ' ικανόν σιωπώντες, αναλικνίζοντες ρυθμικώς δι' εκατέρας των χειρών τους πίλους ημών και τας ράβδους, και αναπνέοντες δι' απλήστων πνευμόνων την δρόσον της ελαφράς αύρας, ήτις μόλις εσάλευε το φύλλωμα της γηραιάς και ραχιτικής δενδροστοιχίας της οδού.
— Κύτταξε, τι ερημία! είπον τέλος, λύων εγώ πρώτος την σιωπήν. Περίεργον πράγμα, να μην ήνε ψυχή γεννητή αυτήν την ώραν εις τον ωραίον αυτόν περίπατον, ενώ άλλοτε ήσαν γεμάτα τα πεζοδρόμιά του, και όταν ακόμη έκαιεν ο ήλιος και έπνιγεν ο κονιορτός.