Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 19
Ιδού εξώφλησα τα καθυστερούντα μου, και μεταβαίνω εις τον τ ρ ε χ ο ύ μ εν ον, ως λέγουσιν οι έμποροι. Επειδή δε είπα την λέξιν τρεχούμενος, ηξεύρεις ποία είνε σήμερον η π λ έ ο ν τ ρ ε χ ο ύ μ ε ν η δ ι α σ κ έ δ α σ ι ς (μεταφράζω κατά τον συρμόν l' amusement le plus courou) των Αθηνών; Η Lilly, αγαπητή μου. Συ δεν γνωρίζεις βέβαια την Lilly· δυστυχής θνητή! Η Lilly, φιλτάτη, είνε χαριτωμένη τις Αγγλίς, τραγουδίστρια των εν υπαίθρω σκηνών, ολίγον χορεύτρια, κάπως μίμος, πολύ πολύ όμως εύμορφη, και πολύ περισσότερον ευμελής και εύσωμος. Διά να εννοήσης δε πόσον είνε εύσωμος η νέηλυς αοιδός του Κήπου των Μουσών, αρκεί να σου αναφέρω, ότι κυρία τις πρό τινων ημερών καθημένη πλησίον μου, — ομοιάζουσα δε, σημείωσε καλώς, τσίρον της περυσινής εσοδείας, — δεν ηδυνήθη να καταστείλη την ιεράν της αγανάκτησιν, βλέπουσα τας τορνευτάς κνήμας της Αγγλίδος διαγραφομένας υπό το ροδόχρουν της πλέγμα. «Αχ! τι εντροπή!» ανεφώνησεν· εγώ δε εμειδίασα εις απάντησιν, συλλογιζομένη, ότι η τόσον αιδήμων γείτων μου είνε τακτική φοιτήτρια του φαληρικού θεάτρου, και ότι πολλάκις είδε και την Perichole και την Jolie Parfumeuse, και τας λοιπάς ευωδίας του εφετεινού μας θιάσου. Η Αγγλίς λοιπόν αυτή εγκατεστάθη εφέτος εις έν των επτά Άντρων, άτινα εφύτρωσαν ένθεν και ένθεν της ξηράς κοίτης του Ιλισσού, και μετέβαλον, ως λέγει ενθουσιώδης τις φίλος μου, το μέρος εκείνο της πόλεως εις άλλα Champs Elysées. Ψάλλει αγγλιστί ελαφρά τινα ασμάτια, εις τα οποία αναμιγνύει πού και πού και γερμανικάς ή γαλλικάς επωδούς, και διά του απλού αυτού μέσου καταμαγεύει εις τοιούτον βαθμόν τους ακροατάς της, ώστε ηρημώθησαν πέριξ και Άντρον των Νυμφών, και Απόλλων και γερμανικοί θίασοι, και Γιαννούλα — είνε η σμυρναία αοιδός του αμανέ, περί ης άλλοτε θα σου γράψω — και αθρόος ο κόσμος συρρέει καθ' εσπέραν εις τους αναριθμήτους — ολίγους όμως σκάμνους του θεάτρου, και συνωθείται ίνα καταλάβη θέσιν παρέχουσαν και εις τα ώτα και εις τους οφθαλμούς συγχρόνως τέρψιν. Το κύριον δε θέλγητρον της Lilly δεν είνε ούτε το μέτριον άλλως άσμα της, ούτε αι υπέρ το μέτριον κνήμαι της, αλλ' η χάρις του αναστήματος και της αναβολής αυτής, το εμμελές και αρμονικόν των κινήσεών της και η περί την ενδυμασίαν της άπειρος τέχνη. Αδύνατον να την υπολάβη τις Αγγλίδα, πριν ανοίξη το στόμα της. «Έπιε νερόν του Σηκουάνα η Αγγλίς αυτή», μ' έλεγεν ο ίδιος εκείνος φίλος μου, και νομίζω ότι δεν είχεν άδικον. Φαντάζεσαι τώρα ευκόλως, εις ποίας υπερβολάς ωθεί καθ' εσπέραν ο ενθουσιασμός το ευφάνταστον και ενθουσιώδες κοινόν των Αθηνών. Αι φιλοφροσύναι γίνονται μεγαλοφώνως διά λόγων και σχημάτων, τα επιφωνήματα του θαυμασμού ομοιάζουσιν ενίοτε με βρυχηθμούς, αι ανθοδέσμαι δε και αι περιστεραί βρέχουσι κατά κεφαλής της Lilly, ήτις ουδεμίαν συνήθως αισθάνεται δυσκολίαν να ανταποδίδη μεγαλοφώνως επίσης και εκφραστικώτατα τας φιλοφρονήσεις των θυμάτων της. Περί του συντρόφου της Lavator, κοινοτάτου κωμικού, τις οίδε τινος ιπποδρόμου της Ευρώπης, ουδέ λόγος δύναται να γείνη, ειμή μόνον ότι είνε σύζυγος της Lilly, — ως λέγει.
Δεν εξακολουθώ την επιστολήν μου σήμερον, διότι η συνέχεια θα ήτο λυπηρά. Προτιμώ να σου μείνω και πάλιν χρεώστης.
Ι'.
Εν Αθήναις, τη 2 Αυγούστου 1879.
Ανέβης λοιπόν εις το Ρίγι και δεν ετρόμαξες! Ανερριχήθης διά τολμηράς και παραδόξου σιδηροδρομικής τροχιάς εις δύο χιλιάδων περίπου ποδών ύψος, και ούτε ζάλην ησθάνθης, ούτε ιλιγγίασιν, ούτε φόβον! Καλόν σημείον. Θα ειπή, ότι το νευρικόν σου σύστημα εδυναμώθη, ότι η επισφαλής εκείνη υγεία σου, — ήτις ως ενθυμείσαι, δεν ενέπνεεν εις τους φίλους σου τόσους φόβους, όσους εις σε, — ανέλαβε πάλιν. Δεν ηξεύρω κατά πόσον συνετέλεσεν εις τούτο η περιηγητική σου θεραπεία· έχω όμως τον εγωισμόν να νομίζω, ότι και τα ιδικά μου γράμματα ενήργησαν κάπως προς το ευάρεστον αυτό αποτέλεσμα. Δεν δύνασαι τουλάχιστον να μου αρνηθής, ότι συμμορφουμένη ακριβώς προς τας οδηγίας σου, προσεπάθησα μέχρι τούδε πάση δυνάμει να φαιδρύνω τας ώρας της ξενητείας σου, ότι απέφυγα επιμελώς πάσαν αφήγησιν και πάσαν περιγραφήν δυναμένην να λυπήση τον πατριωτισμόν σου, και ότε η αττική εκείνη αύρα, την οποίαν κατά τας ποιητικάς απαιτήσεις σου προσεπάθουν να αποταμιεύω εκάστην εβδομάδα εντός των επιστολών μου, περιείχεν ικανήν ποσότητα σκοπίμου φαιδρότητος. Σημείωσε δε, ότι θα περιείχεν ακόμη περεσσοτέραν, αν μου επέτρεπες να αναμιγνύω ενίοτε εις την σκευασίαν μου και μικρόν τι srupulum κακολογίας, και να σου διηγώμαι παραδείγματος χάριν . . . πλην δεν το θέλεις, μου το απηγόρευσες. N' en parlons plus.
Δι' αυτόν τον λόγον κ' εγώ απέφυγα να σου αναγγείλω διά της παρελθούσης μου επιστολής λυπηράν τινά είδησιν, και σου έμεινα και πάλιν χρεώστης, περιμένουσα να την μάθης παρά των εφημερίδων πρώτον και κατόπιν παρ' εμού. Δεν θα έχη μεν πλέον το θέλγητρον του νέου, αλλά τοσούτων νέων θέλγητρον ας μην έχη ποτέ κανέν μου γράμμα. Ναι, φίλη μου, και σήμερον έτι, ότε παρήλθον ήδη δέκα ημέραι από του απαισίου γεγονότος — και ηξεύρεις πόσα και ποία πράγματα ψυχραίνονται συνήθως και λησμονούνται παρ' ημίν εντός δέκα ημερών, — και σήμερον έτι έχω βαρυαλγή την καρδίαν, όχι πλέον αναγγέλλουσα αλλά γράφουσα και εγώ, ότι ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απέθανεν. Είμαι δε βεβαία, ότι και εις σε την αυτήν λύπην θα προξενήσωσιν αι ολίγαι αύται σειραί, όσην σου επροξένησε το πρώτον του θανάτου άγγελμα, και ότι το δάκρυ το οποίον θα θολώση και πάλιν τους οφθαλμούς σου δεν θα ήνε ολιγώτερον θερμόν εκείνου, όπερ εστάλαξεν επί της πρώτης εντύπου αγγελίας του δυστυχήματος, την οποίαν σου έφεραν αι εφημερίδες. Είχαμεν και αι δύο το ευτύχημα να γνωρίσωμεν εκ του πλησίον τον ευγενή εκείνον άνδρα· και αν οι πολλοί πενθούσι σήμερον την μεγάλην και πρόωρον απώλειαν, ην υπέστησαν τα ελληνικά γράμματα διά του θανάτου ενός των καλλιτέρων λυρικών ποιητών της νέας Ελλάδος, ημείς πενθούμεν συγχρόνως και το άωρον τέρμα του βίου ανδρός ευγενούς και υψηλόφρονος, ούτινος η μεγάλη και ευπαθής καρδία, πλήρης φλογερού και δυσαπαλλάκτου πατριωτισμού, διερράγη επί τέλους μοιραίως υπό την βιαιότητα των παλμών της. Ο Βαλαωρίτης, ως ήξευρες, έπασχεν από πολλού βαρύ καρδιακόν νόσημα, ούτινος ουδ' αυτόν τον ίδιον διέφευγεν η σπουδαιότης. Από καιρού ήδη δεν κατεκλίνετο πλέον, και μόλις που κατώρθονε να κλείη τα βεβαρημένα του βλέφαρα ανακύπτων επί βραχείας ώρας εις το ανάκλιντρόν του. Η σωματική αυτή βάσανος είχεν εμπνεύσει αναγκαίως εις τον ταλαιπωρούμενον ποιητήν της Κ υ ρ ά Φ ρ ο σ ύ ν η ς βαρύθυμόν τινα μισοκοσμίαν· διά τούτο δε φεύγων πάσαν κοινωνικήν αναστροφήν, είχεν αποσυρθή εις την παρά τα γαλανά της Λευκάδος ύδατα εκτεινομένην ωραίαν εξοχικήν του έπαυλιν, και εμόναζεν εις την Μ α δ ο υ ρ ή ν του. Εκεί, θεώμενος από των παραθύρων του τα μελανά της Ακαρνανίας όρη και βαθύτερον τας κυανάς κορυφάς του Ζυγού, αναπνέων την βαλσαμώδη αύραν, ήτις προσέπνεεν από τας ελάτας των ηπειρωτικών βουνών και από τα βάθη του Αμβρακικού κόλπου, αναπολών την αιματηράν ιστορίαν του Αλή- Πασσά και τα καρυοφίλια των αρματωλών, ανέπλαττεν εν εκστάσει της Φροσύνης τον έσχατον στεναγμόν, πνιγόμενον υπό τα κύματα της Λίμνης, και τους άθλους των Σουλιωτών επί των βράχων της Κιάφας· έβλεπε το οικτρόν φάσμα του Θανάση Βάγια, και την σεμνήν μορφήν του Σαμουήλ, ανατινάσσοντος το Κ ο ύ γ κ ι εις τον αέρα, και έτεινεν άπληστον το ους, οιονεί προς μακρυνήν τινα και μυστηριώδη μελωδίαν, προς την αρμονικήν λαλιάν των κλεφτών, την οποίαν μετά τοσαύτης θρησκευτικής ευλαβείας απεταμίευσεν εις τα ποιήματά του. Ενίοτε η έκστασις εκείνη μετέπιπτεν εις έμπνευσιν, η ρέμβη μετεβάλλετο εις ενθουσιασμόν, η άφωνος ποιητική θεωρία εξεχύνετο εις άσμα, και ο από της Λευκάδος άνεμος μας έφερεν εις Αθήνας νέαν μελωδίαν του πάσχοντος ποιητού. Αλλ' ήσαν σπάνια δυστυχώς τα ενεργά εκείνα διαλείμματα. Ο Βαλαωρίτης έβλεπε μόνον, ανεπόλει και ωνειρεύετο. Ωνειρεύετο, φευ! ό,τι δεν του εχάρισεν η μοίρα να ίδη πραγματοποιούμενον. Ωνειρεύετο τα Γ ι ά ν ν ε ν ά του ελεύθερα· ωνειρεύετο νέον προσκύνημα εις την ηρωικήν εκείνην γην, της οποίας υπήρξεν ο ψάλτης· ωνειρεύετο ά σ μ α κ α ι ν ό ν ως τέρμα των παλαιών του ασμάτων, ωνειρεύετο να εορτάση το Πάσχα εκεί, όπου ενηστεύθη τεσσάρων αιώνων τεσσαρακοστή. Αλλ' ο θάνατος έκοψε τα όνειρα του ποιητού, και το αρρενωπόν του άσμα δεν θα πανηγυρίση της Ηπείρου την ελευθερίαν. Όταν εκεί ποτε την αιματοβαφή σημαίαν αντικαταστήση η κυανόλευκος και ο σταυρός την ημισέληνον, όταν τείνη ένθους η Ήπειρος το ους προς την Λευκάδα, ίνα ακούση την γνώριμον φωνήν πανηγυρίζουσαν την χαράν της, η Λευκάς θα μείνη βωβή, και τα κύματα της μόνον, εκπνέοντα εις της Πρεβέζης τον αιγιαλόν, θα φλοισβίσωσι πενθίμως, ότι . . . ο Βαλαωρίτης δεν ζη πλέον.
Συγχώρει, αν δεν σου γράφω σήμερον περισσότερα και φαιδρότερα. Άφες την συγκίνησίν μου αμιγή, και ας μείνη και η ιδική σου τοιαύτη.
ΙΑ'.
Εν Αθήναις τη 8 Αυγούστου 1879
Τίποτε σχεδόν άξιον λόγου δεν έχω να σου αναγγείλω εξ Αθηνών αυτήν την εβδομάδα, και εντρέπομαι τη αληθεία, όχι εννοείται εις λογαριασμόν μου, αλλ' εις λογαριασμόν της ελληνικής μεγαλοπόλεως διά την νεολογικήν αυτής πτωχείαν. Και όμως αι Αθήναι ως και άλλοτε σου έγραψα, μεγαλύνονται ολονέν, μεγαλύνονται και αυξάνουσι, το δε μέτρον του σημερινού των μεγαλείου σου παρέχει τούτο και μόνον το γεγονός, ότι η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου θα εκλέξη εφέτος, κατά τας προσεχείς βουλευτικάς εκλογάς, όχι πλέον έξ, ως μέχρι τούδε, αλλά οκτώ αντιπροσώπους. Δεν δύνασαι, πιστεύω, να μου αρνηθής, ότι τούτο είνε πρόοδος, πρόοδος αληθινή και αδιαφιλονείκητος, την οποίαν ουδ' αυτοί της Ελλάδος οι εχθροί δύνανται ν' αρνηθώσιν. Ημπορεί τις ίσως, αν ήνε μάλιστα φύσει δύσκολος άνθρωπος, φιλόψογος και μεμψίμοιρος, να μη παραδέχεται ως εκφανή μαρτύρια της αναπτύξεως και προόδου των Αθηνών, κατά την τελευταίαν από του 1870 δεκαετίαν, τον εγκληματισμόν του γαλλικού θεάτρου παρ' ημίν, την εισαγωγήν των raoûts και των αθώων questions, τας μονομαχίας χάριν ενός μανδηλίου μιας γαλλίδος ηθοποιού, τους bals costumés, την Lilly και άλλα πολλά πειστικώτατα εν τούτοις τεκμήρια, μαρτυρούντα ότι αι Αθήναι δεν δύνανται να κοιμηθώσιν από την ζηλοτυπίαν των, ακούουσαι ότι οι Παρίσιοι ονομάζονται ενίοτε nouvelle Athènes, και προσπαθούσι να γίνωσι Παρίσιοι διά να ήνε άξιαι του ονόματός των. Όλα αυτά φιλονεικούνται ίσως και δύνανται να φιλονεικηθώσι. Δύναται τις ίσως μάλιστα· και να ισχυρισθή, ότι αι Αθήναι απέχουσιν έτι πολύ των Παρισίων, διότι που combles ακόμη και . . . . πολλά άλλα πράγματα. Τις όμως, σε παρακαλώ, θα διαμφισβητήση, ότι δεν προώδευσε και δεν ανεπτύχθη καταπληκτικώς πόλις, ήτις μετά ένα περίπου μήνα θα έχη οκτώ ε κ λ εκ τ ο ύ ς — δηλ. βουλευτάς — εκ τριάκοντα περίπου κ λ η τ ώ ν ήτοι υποψηφίων, ενώ είχε τέσσαρας μόνον κατά το 1860, πέντε κατά το 1865 και έξ κατά το 1871; Φαντάσου επί στιγμήν, ότι μετά ένα αιώνα, αν τα πράγματα θεού ευδοκούντος βαίνωσιν ως βαίνουσι, και αι Αθήναι μας προοδεύσωσιν ως προοδεύουσι, θα έχωσι των εγγόνων μας οι εγγονοί τ ρ ι ά κ ο ν τ α τουλάχιστον βουλευτάς! Δεν ζηλεύεις την δόξαν των; και δεν λυπείσαι και συ φοβερά, ως εγώ λυπούμαι ενίοτε, ότι εγεννήθης εκατόν έτη πρωιμώτερα παρ' ότι έπρεπε; Φαντάσου τριάκοντα αντιπροσώπους, μεριμνώντας ημέραν και νύκτα περί της ευημερίας και προόδου της κλεινής πόλεως, ωχρούς εκ των πατριωτικών των αγρυπνιών και ισχνούς εκ της από του βήματος ρητορείας των, μη τρώγοντας, μη πίνοντας, μηδέ κοιμωμένους χάριν του κοινού καλού, — και ειπέ μου, σε παρακαλώ, αν μετά εκατόν έτη δεν θα δικαιούνται να λέγωσιν οι απόγονοί μας, παρωδούντες το μασσαλιωτικόν λόγιον: si Paris avait trente députés serait une petite Athènes. Μη αμφιβάλλης δε περί τούτου. Αι Αθήναι έχουσι μέλλον, και ευδαίμονες εκείνοι δι' ους το μέλλον αυτό θα ήνε παρόν. Σήμερον όμως, μ' όλον το σχετικόν των μεγαλείον και τους προσεχείς οκτώ των βουλευτάς, είνε δι' εμέ Σαχάρα αυχμηρά, όθεν δεν ευρίσκω να συλλέξω προς ψυχαγωγίαν σου ουδέ το ελάχιστον ειδησείδιον. Αν σου έγραφα πολιτικάς ανταποκρίσεις, και ηγάπας και συ τα πολιτικά, ως τα τρελλαίνεται μία μας φίλη, θα είχα πολλά πράγματα να σου γράψω, όχι τόσον αηδή, όσον υποθέτεις, και πολύ διασκεδαστικώτερα παρ' ό,τι φαντάζεσαι. Ήρκει μόνον να σου περιγράψω την εκλογικήν εκστρατείαν των υποψηφίων μας βουλευτών, τα γλυκερά των μειδιάματα, τας μελισταγείς των θωπείας και τας χονδράς των υποσχέσεις, αίτινες κατά τούτο και μόνον διαφέρουσιν από τας υποσχέσεις των εκλογέων, ότι είνε κάπως μεγαλείτεραι κατά το περιέχον και κενότεραι επομένως κατά το περιεχόμενον. Ήρκει να σου εκθέσω εν συνόψει τα περί εκλογικών συνδυασμών μυστικά διαβούλια των επαρχιακών υποψηφίων, άτινα εν τούτοις γίνονται εν Αθήναις, χωρίς να υπάρχη ανάγκη να ερωτηθώσι κάπως και οι μέλλοντες ψηφοφόροι, οίτινες κατατίθενται απλώς εις την μέλλουσαν εκλογικήν εταιρείαν, ως κατατίθενται εις κερδοσκοπικόν τινα εμπορικόν συνεταιρισμόν εκατόν δέματα βακαλάου, είκοσι βαρέλια σακχάρεως και πεντήκοντα κάσσαι πετρελαίου. Ήρκει τέλος να κάμω μαζή σου μικρόν τινα περίπατον εις την αγοράν και τας οδούς των Αθηνών, και να διασκεδάσωμεν ομού, θεωρούσαι αδιακρίτως εις τα βάθη των υπογείων οινοπωλείων, όπου θα εβλέπαμεν τον μελανόν επενδύτην προστριβόμενον οικείως εις την λιπαράν εφεστρίδα του χωρικού, το στίλβον υπόδημα πατούμενον εν φιλική διαχύσει υπό του λασπωμένου τσαρουχίου, και τους γλαφυρούς δακτύλους κομψού τινος υποψηφιδίου θωπεύοντας τον πιναρόν τράχηλον οινοβαρούς εκλογέως. Αλλ' αυτά ως προείπα είνε πολιτικά, και ειξεύρω ότι δεν τα νοστιμεύεσαι. Αν τουλάχιστον ενοστιμεύεσο τα διασκεδαστικά μεν αλλά κάπως κακολόγα ανέκδοτα, άτινα τοσάκις ρητώς μου απηγόρευσες, θα σου διηγούμην πολλά περίεργα της εβδομάδος ταύτης σκάνδαλα. Αλλά συ λέγεις· Ο υ α ί όχι μόνον δ ι' ο υ αλλά και ε ι ς ο ν τ ο σ κ ά ν δ α λ ο ν έρχεται, και πτύεις εις τον κόλπον σου τρις και σταυροκοπείσαι προς την κακολογίαν.
Ανατρέχω λοιπόν εις τα παλαιά, καταβαίνω μαζή σου εις Φάληρον, εις το μέγα και πολύ Φάληρον, το οποίον κατήντησε πλέον ανάγκη εις διασκέδασιν του καλού κόσμου των Αθηνών, και σε οδηγώ εις μίαν των πρώτων παραστάσεων των Cloche de Corville. Το κωμικόν αυτό μελόδραμα, το οποίον υπήρξε πέρυσι, κατά την Παγκόσμιον έκθεσιν των Παρισίων, έν των μεγίστων θελγήτρων του παντοδαπού εκείνου πληθυσμού, όστις συρρέει εις την νέαν Βαβυλώνα, ίνα δαπανήση τερπνότερον τα αποταμιεύματά του, εδόθη κατ' ανάγκην εφέτος και από του φαληρικού θεάτρου, ως επεκράτησε να ονομάζεται το επί των άμμων του Φαλήρου εστημένον ξύλινον παράπηγμα. Λέγω κ α τ' α ν ά γ κ η ν, διότι εννοείς πολύ καλά, ότι δεν ήτο δυνατόν να μη χειροκροτήσωσιν αι Αθήναι πράγμα το οποίον εχειροκρότησαν οι Παρίσιοι. Εχειροκρότησε λοιπόν και επεδοκίμασεν ενθουσιωδώς το αθηναϊκόν κοινόν το χ α ρ ι έ σ τ α τ ο ν αυτό, ως ωνομάσθη, μελόδραμα, και το εχειροκρότησε μάλιστα όπως ουδ' εις τους Παρισίους αυτούς εχειροκροτήθη. Οι σκαιοί παρισινοί, ως τουλάχιστον ενθυμούμαι, ουδέποτε κατώρθωσαν να εννοήσωσι και εκτιμήσωσι την κομψήν εκείνην χάριν, μεθ' ης ανατρέπει την τράπεζαν του ο είς των τριών γραφέων εν αρχή της τρίτης πράξεως, και συνανατρέπεται μετ' αυτής κυλιόμενος επί της σκηνής. Ημείς όμως εξετιμήσαμεν εις το Φάληρον και την δραματικήν του γεγονότος τούτου σπουδαιότητα, και την ρυθμικήν αυτού χάριν και την νοήμονά του εκτέλεσιν. Διά τούτο δε και το εχειροκροτήσαμεν, και την επανάληψιν του εζητήσαμεν, και ο ταλαίπωρος Frederic ηναγκάσθη να πέση εκ νέου και να κυλισθή εκ δευτέρου επί της σκηνής εν μέσω ραγδαίων χειροκροτημάτων. Ότε όμως το ενθουσιώδες κοινόν εζήτησε και την εκ τρίτου επανάληψιν του σκηνικού εκείνου επεισοδίου, ο δυστυχής γραφεύς είχε, φαίνεται, βαρυνθή την κάπως κουραστικήν αυτήν διά την ράχιν του διασκέδασιν, και παρελθών εις το προσκήνιον, είπεν ευσεβάστως εις τους θαυμαστάς του: «Si ces messiers ne sont pas contents, je n' en suis pas non plus». Το κοινόν τότε ευχαριστήθη και ησύχασεν, αρκεσθέν εκόν άκον εις τα μουσικά του έργου θέλγητρα. Τα θέλγητρα ταύτα λέγονται πολλά και ποικίλα υπό του κοινού. Το κατ' εμέ δεν ηξεύρω αληθώς πώς να σου παραστήσω την εντύπωσιν, ην μοι επροξένησε το παράδοξον αυτό μουσικόν έργον. Δεν ομιλώ περί του είδους της δραματικής μουσικής εις την οποίαν ανήκει, διότι δεν κατώρθωσα να το κατατάξω. Ούτε σπουδαίον μελόδραμα είνε, ούτε εις την ιταλικήν opera buffa ανήκει, ούτε opéra comique γαλλική δύναται να ονομασθή, ούτε οφφεμπαχιάς είνε καθαρά. Είνε κάτι τι αμφίβιον και hybride, ετερόκλιτον και χιμαιροειδές. Είνε είδος τι μωσαϊκού αλλοκότου, ευάρεστον μεν εν συνόλω ως εκ της ποικιλίας των χρωμάτων και της συμπλοκής των αραβουργημάτων του, μη έχον όμως οιονδήποτε σχέδιον, ουδέ σκοπόν, ούτε ιδέαν, ούτε αναλογίας, ούτε φωτοσκίασιν. Και αυτό το μελωδικόν του περιεχόμενον είνε αβυρτάκη τις, η ιταλική σαλάτα, κατά την σημερινήν μαγειρικήν γλώσσαν, όπου αλλαχού μεν αναγνωρίζεις τον Κ ο υ ρ έ α τ η ς Σ ε β ί λ λ η ς και τους Δ ρ α γ ό ν ο υ ς του Β ι λ λ ά ρ και την Κ ό ρ η ν της Α γ γ ώ, αλλαχού δε απορείς προς το γνώριμον του μέλους και δεν κατορθόνεις εν τούτοις να το ενθυμηθής. Αι πλείσται των μουσικών του φράσεων είνε ράκη γνωστών παλαιοτέρων μελωδιών, επιδεξίως όμως συνερραμμένα εις τριβώνιον πολύχρωμον, το οποίον θαμβόνει την όρασιν και την ευχαριστεί εφ' ικανάς στιγμάς. Η εκτέλεσίς του δεν υπήρξε κακή· πολλοί μάλιστα διατείνονται ότι ήτο εξαίρετος. Σημείωσε όμως, ότι εις τους πολλούς τούτους κατατάσσονται οι όχι ολίγοι θαυμασταί των εφετεινών μας υψιφώνων κυριών, οι πωληταί των ανθοδεσμών και οι πτηνοπώλαι, νομίζω, ακόμη, οι προμηθεύοντες τας περιστεράς, όσαι ρίπτονται καθ' εσπέραν εις την σκηνήν, ως τρυφεροί ερμηνείς του ενθουσιασμού θεατών τινων.
ΙΒ'.
Εν Αθήναις τη 19 Αυγούστου 1879.
Αν την παρελθούσαν εβδομάδα δεν έλαβες γράμμα μου, συλλογίσου, ότι δεν έλαβα κ' εγώ ιδικόν σου, και συγχώρησόν με, αφού και συ έχεις ανάγκην συγχωρήσεως. Μην υποθέσης όμως, ότι η έλλειψίς μου ήτο πληρωμή της ελλείψεώς σου. Όχι· δεν είμαι τόσον εκδικητική. Αφορμή της σιωπής μου ήτο άλλη, κοινοτέρα πολύ και αθωοτέρα: η αμέλεια. Δεν ηξεύρω πως και διατί, αλλά τοσαύτη με είχε καταλάβει την παρελθούσαν εβδομάδα αδράνεια, τόσος βαρεμός κατά την εκφραστικωτάτην λέξιν του λαού, ώστε όχι μόνον η χειρ μου δεν ενετείνετο εις εργασίαν οιανδήποτε, αλλά και αυτός ο νους μου εβαρύνετο να σκεφθή. Δις μόλις και τρις προσεπάθησα να αποσείσω την οκνηρίαν μου, αλλά και πάλιν δεν το κατώρθωσα. Σ' ενθυμήθην, ενθυμήθην το χρέος μου, αλλ' αδύνατον ήτο να κρατήσουν οι δάκτυλοί μου τον κάλαμον. Ο χάρτης έμενεν εμπρός μου λευκός, η χειρ μου κατέπεσεν αδρανής, εχασμήθην, και . . . Αλλ' αρκεί· κινδυνεύω να πάθω και τώρα τα ίδια, περιγραφούσα την παλαιάν μου κατάστασιν. Η ανάμνησις μόνη του παλαιού εκείνου και ηδονικού χασμήματος διαστέλλει και πάλιν τας σιαγόνας μου εις χάσμημα νέον. Σήμερον όμως έχω θέλησιν. Αφίνω τον κάλαμον επί στιγμήν· εγείρομαι, κάμνω δύο τρία βήματα εις το δωμάτιόν μου, πίνω έν ποτήριον ύδατος ψυχρού και διαυγούς — από το φρέαρ της οικίας μου, σημείωσε, διότι το ύδωρ της πόλεως δεν πίνεται πλέον — και αναλαμβάνω την εργασίαν μου, διότι αλλέως, αν σ' άφινα και αυτήν την εβδομάδα χωρίς επιστολήν, δεν ηξεύρω τι ήθελες μου ψάλει την επομένην.
Έλα, λοιπόν, πηγαίνωμεν ομού εις το Άντρον των Νυμφών, να ακούσωμεν την Ειρήνην ψάλλουσαν. Σου την είχα ονομάσει Γ ι α ν ν ο ύ λ α ν εις μίαν των προηγουμένων μου επιστολών, αλλ' έκαμα λάθος και σπεύδω να το διορθώσω. Γ ι α ν ν ο ύ λ α είνε το άσμα και όχι η αοιδός, καθώς θα ιδής μετ' ολίγον. Εισερχόμενα λοιπόν και πάλιν εις το πολυπαθές εκείνο Άντρον, όπου προ δύο περίπου μηνών ηκούσαμεν υλακτούσας τας γερμανικάς χάριτας. Ο θίασος εκείνος ο γερμανικός κατέλιπεν ήδη προ ενός περίπου μηνός την σκηνήν, επί της οποίας δεν κατώρθονε, φαίνεται, ν' ανανεώση τους παλαιούς του θριάμβους, και μετεκομίσθη με όλα του τα τύμπανα και τα κρόταλα εις τον παρά τας στήλας του Ολυμπίου Διός φυτρώσαντα εντός του ρεύματος Κήπον του Παρθενώνος. Την θέσιν του δε κατέλαβε συμμιγής τις άλλη, ωδική και μιμική και χορευτική συγχρόνως, εταιρεία, εξ Ελλήνων συνάμα και Ιταλών και Ανατολιτών προχείρως συγκροτηθείσα. Ο θίασος δε ούτος ο ποικίλος και αστειότατος — χωρίς να το θέλη, εννοείται, — ορχήστραν του έχει ένα και μόνον Άτλαντα, δέροντα ευσυνειδήτως καθ' εσπέραν επί πέντε συνεχείς ώρας παράφωνον κλειδοκύμβαλον, ούτινος η ηλικία τουλάχιστον επέβαλλε πλειότερον σεβασμόν (ή ανασκοπήν ως λέγουσι σήμερον), και αδάμαντά του την σμυρναίαν Ειρήνην, ήτις τετράκις ή πεντάκις της εσπέρας εναλλάσσει το τουρκικόν σ α β α ί προς το βαρύ και παθητικόν μέλος δημοτικού τινος άσματος. Το πλείστον μέρος των θεατών έρχεται ν' ακούση αυτάς ιδίως τας ανατολικάς της Ειρήνης μελωδίας, μονοτόνους μεν ως επί το πολύ αλλ' οικείας όμως εις τα ώτα των ακροατών, συνοδευομένας δε δι' ενός βιολίου υπό σμυρναίου μουσικού, και υπ' αυτής της αοιδού διά παραδόξου τινός οργάνου, πολλήν έχοντος την ομοιότητα προς το γερμανικόν Zither. Δι' αυτόν δε τον λόγον είνε συνήθως το κοινόν του Άντρου ικανώς συμμιγές, ουδ' αποπνέει ως επί το πολύ αρώματα του Lubin και του Atkinson. Υπάρχουσιν όμως μεταξύ αυτού και θεαταί ευρωπαϊκωτέραν έχοντες την καλαισθησίαν, οίτινες τέρπονται πλειότερον εκ της βραχνής κραυγής κολοσσιαίου τινός βαρυτόνου, περιφερομένου εις την σκηνήν και παθητικώτατα χειρονομούντος μονωδίαν τινα του Trovatore, ή εκ του οξέος συριγμού μελιταίας τινός υψιφώνου, ην η πρασινοπόρφυρος ενδυμασία της μεταβάλλει εις αληθή χρυσομυίαν, ή εκ των στερεοτύπων μορφασμών του αλευρωμένου προσώπου ηλιθίου τινός pagliaccio, ή τέλος και εκ των χαριεστάτων δύο αυτοχειροτονήτων χορευτριών, αίτινες ουδεμίαν έχουσι δυσκολίαν να περιφέρωσι τον δίσκον των εις το κοινόν χωρίς να προσθέτωσιν ο,τιδήποτε εις την στοιχειώδη αυτών ενδυμασίαν, συνοδευόμεναι όμως πάντοτε υπό δεκαετούς τινος βρακοφόρου και ανυποδήτου κ ι σ λ ά ρ - α γ ά.
Αλλ' αυτά αποτελούσι το αστείον μέρος της παραστάσεως. Το σπουδαίον και ικανώς άξιον προσοχής αποτελεί το ανατολικόν άσμα της Ειρήνης. Ηξεύρω, ότι η μουσική αυτή δεν σ' ενθουσιάζει τόσον όσον τον Κ. Ducoudray. Σου φαίνεται, ως πολλάκις μου είπες, φοβερά μονότονος και παντελώς άρρυθμος, ίσως δε δεν έχεις και πολύ άδικον. Σημείωσε όμως, ότι δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον, διότι τα ανατολικά μέλη είνε ικανώς μονότονα και άρρυθμα, απαραίτητον είνε, όπως ευαρεστήσωσι, να άδωνται υπό ψάλτου, όστις και φωνήν ιδία προς τούτο πεπλασμένην να έχη, και να αισθάνεται βαθέως, και ησκημένος να ήνε διά μακρών.
Τότε με συγκινεί πολλάκις η ανατολική μελωδία μέχρι μυχών της καρδίας μου· η μονότονος εκείνη, η κατ' ε λ ά σ σ ο ν α τ ό ν ο ν (minore) αδιακόπως φερομένη, αλλ' εντέχνως όμως ποικιλλομένη διά τρομώδους λαρυγγισμού μουσική φράσις μου προξενεί ανέκφραστόν τινα αλλά γλυκείαν βαρυθυμίαν, και το ους μου όχι μόνον δεν κουράζεται υπό του βαρέως συρομένου ρυθμού, όστις ούτε τέλος έχει πολλάκις ούτε αρχήν, αλλά τον παρακολουθεί τουναντίον ευαρέστως, και όταν το άσμα παύση, τον παρατείνει πολλάκις δι' ενδομύχου τινός και μυστηριώδους ηχούς.
Αυτό μου συνέβη προχθές, ότε ήκουσα την Ειρήνην ψάλλουσαν τους ωραίους τούτους δημοτικούς στίχους·
_Όλαις η νηαίς παντρεύονται και πέρνουν παληκάρια, κ' εγώ η Γιαννούλα η ώμορφη πήρα το μαραζιάρη. Σιμά του πάντα κάθομαι· του κρένω δεν μου κρένει· ψωμί του δίνω δεν το τρώει, κρασί και δεν το πίνει._
Η κλαγγή της φωνής της, καίτοι δεν έχει πλέον την δρόσον της πρώτης νεότητος, έχει όμως σπάνιον αληθώς το κάλλος. Είνε φωνή μεσοφώνου βαθεία, πλήρης, ηχηρά και ομαλωτάτη, εκφράζει δε πάθος αληθές και ανεπιτήδευτον, και — όπερ σπανιώτατον εις ανατολίτας αοιδούς, — είνε καθαρά του στήθους φωνή, ουδέποτε επικαλουμένη της ρινός την βοήθειαν, ως επικαλούνται την βοήθειαν του fausset οι ευρωπαίοι ψάλται. Κρίμα αληθώς, ότι τοιαύτη φωνή δεν έτυχεν ευρωπαίου διδασκάλου ουδ' εμορφώθη διά σπουδών τακτικών.
Μου παραπονείσαι ότι δεν σου γράφω περί του ελληνικού θεάτρου. Αν σου έγραφα, θα μου παρεπονείσο ότι σου γράφω, και θα μου έλεγες ότι καταστρέφω την θεραπείαν σου.
ΙΓ'.
Εν Αθήναις τη 14 Ιανουαρίου 1880.