Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 18
Αι ειδήσεις αύται δεν θα σου ήνε βεβαίως πολύ ευχάριστοι, και φοβούμαι μη πειράξουν την επισφαλή σου υγείαν. Διά τούτο δε και ως ευάρεστον αντίδοτον σου στέλλω συγχρόνως σήμερον, υπό την αυτήν ταινίαν, περίεργόν τι και διασκεδαστικώτατον βιβλίον, επιγραφόμενον: «Η σύγχρονος Ελλάς, ήτοι απάντησις τω γάλλω Edmonton About, μετάφρασις εκ του χειρογράφου της αγγλίδος F. Ε. Μ.» Το μικρόν αυτό τομίδιον, το οποίον, ως βλέπεις, περιέχει μετάφρασιν ανεκδότου χειρογράφου, θα σε διασκεδάση τρομερά· διότι ηξεύρω εγώ πώς διατίθεται ο φύσει εύθυμος χαρακτήρ σου προς τα παράδοξα, ή τα παράξενα, ως κοινότερον λέγομεν. Σε παρακαλώ μόνον να μη σταματήσης εις την επιγραφήν· να μην ερωτήσης, διατί άραγε και πόθεν και πώς και προς τι η απάντησις αύτη εις τον ευφυή γάλλον μετά εικοσιπέντε όλα έτη από της δημοσιεύσεως της δηκτικής εκείνης σατύρας κατά της Ελλάδος, ήτις κατέστησεν εν τούτοις αυτήν πολύ γνωστοτέραν εις τον ευρωπαϊκόν κόσμον ή όλοι των φίλων της οι ύμνοι· να μην απορήσης διατί, πριν ή δημοσιευθή το πρωτότυπον, δημοσιεύεται η ελληνική μετάφρασις· να μη κινήσουν τέλος την περιέργειάν σου. τα τρία αρχικά στοιχεία, υπό τα οποία έκρυψεν αιδημόνως ο μεταφραστής την συγγραφέα. Εις όλας σου αυτάς τας απορίας ηδυνάμην εγώ να σου δώσω λεπτομερή απάντησιν· δεν το κάμνω όμως, πρώτον μεν διότι νομίζω, ότι πρέπει τις να σέβεται τα ξένα μυστικά, όσον διασκεδαστική και αν είνε η αποκάλυψίς των, και δεύτερον διότι η λύσις των αποριών εκείνων ουδόλως είνε αναγκαία όπως διατεθής ευθύμως. Άνοιξε μόνον, σε παρακαλώ, κατά τύχην το βιβλίον και σταμάτησε το βλέμμα σου όπου θέλης. Πρόσεξε δε ιδίως εις την εξής περίοδον, την οποίαν σου αντιγράφω κατά λέξιν από την ενενηκοστήν ογδόην σελίδα — σου λέγω κατά λέξιν, διά να μη καταλογίσης τυχόν εις βάρος μου την γλαφυρότητα της μεταφράσεως — «Αμέσως, λέγει η φιλέλλην αγγλίς περιγράφουσα την εις Πειραιά απόβασίν της, περιεστοιχήθην υπό πλήθους παραγγελιοδόχων και διερμηνέων, οίτινες, φαίνεται, μαντεύσαντες ότι ήμην ξένη μοι προσέφεραν τας λέμβους των και παν ό,τι αναγκαίον προς υπηρεσίαν μου, ου μην αλλά δριμέως κρίνουσα περί αυτών εκ της σκληράς φήμης, και έχουσα πείραν των Ιταλών κλεπτών, προσεποιήθην ότι δεν ενόησα την νεωτέραν ελληνικήν, σφάλμα δι' ό ουδέποτε θέλω συγχωρήσει εμαυτήν . . . Τα των λεμβούχων και τα τελωνειακά μπαξίς εισίν όλως άγνωστα ενταύθα . . . Ίσως οι σφοδροί κατήγοροι των Ελλήνων επί του αντικειμένου τούτου εκφράσωσιν αμφιβολίας. Αλλ' ιδού πώς έχουν τα πράγματα· οι λεμβούχοι διακηρύττουσιν, ότε η απλή ευχαριστία του ν' αποβιβάσωσεν εις την ξηράν ξένον τινά ήτο αρκούσα αμοιβή διά τους κόπους του, αφού μάλιστα πληρόνονται τακτικώς έκ τινος ωρισμένου τιμολογίου. Όλαι αι υπηρεσίαι αύται εφαίνοντο ότε μοι προσεφέροντο δωρεάν, έτι δε και καθ' ην στιγμήν επατούμεν τον πόδα επί της ξηράς πας διαβάτης ίστατο και με ηρώτα αν είχον ανάγκην των υπηρεσιών του. Μετά τούτο δε δύο αχθοφόροι έλαβον την αποσκευήν μου, . . . (και) ηρνήθησαν να λάβωσι το ανήκον αυτοίς, λέγοντες ότι ουδείς ποτέ Αθηναίος ζητεί να πληρωθή όπως πράξη το καθήκον του, αυτοί δε ουδέν άλλο έπραξαν ή τούτο, ιδόντες ότι ήμην ξένη. Την αυτήν σχεδόν απάντησιν έλαβον παρά των υπαλλήλων του σιδηροδρόμου . . . Δεν εδέχθησαν ποσώς, λέγοντες, ότι ήσαν υποχρεωμένοι να παρέχωσι πάντοτε ελευθέραν διάβασιν εις τους ξένους τους επισκεπτομένους την πατρίδα των». Σταματώ κατ' ανάγκην, διότι μ' εμποδίζει ο γέλως να σου αντιγράψω περισσότερα. Πώς σου φαίνεται, εις σε την ελληνίδα, την ζήσασαν . . . (μη φοβήσαι, δεν λέγω πόσα) έτη εις την Ελλάδα, η θαυμαστή αυτή ανακάλυψις λεμβούχων και αχθοφόρων μη δεχομένων πληρωμήν, και σιδηροδρομικών υπαλλήλων παρεχόντων δωρεάν εισιτήρια;
Τι πρέπει άρα γε να υποθέση ο αναγινώσκων την διασκεδαστικήν αυτήν μυθολογίαν; ότι είνε σκόπιμον μαγείρευμα προς αποστόμωσιν των κατηγόρων της Ελλάδος, ή μάλλον ότι είνε αποτέλεσμα αστείας τινός παιδιάς φιλόφρονος μεν αλλ' ιδιοτρόπου συνοδοιπόρου, όστις επλήρωσεν αυτός τα μικρά έξοδα της Αγγλίδος, και της επώλησεν έπειτα, ότι οι αχθοφόροι, οι λεμβούχοι και ο σιδηρόδρομος δεν λαμβάνουσιν εν Ελλάδι πληρωμήν παρά των ξένων; Το κατ' εμέ υποθέτω αδιστάκτως το δεύτερον, διότι άλλως θα ευρισκόμην εις την δυσάρεστον ανάγκην να παραδεχθώ, ότι η φιλέλλην συγγραφεύς, μυθολογούσα τοιαύτα πράγματα προς τους αναγνώστας της, νομίζει φοβερόν πράγμα και πάσης μομφής άξιον το να πληρόνωνται οι λεμβούχοι και οι αχθοφόροι και οι σιδηρόδρομοι, και εν τω ακράτω της φιλελληνισμώ βλέπει 'ς τον ο υ ρ α ν ό φ ε γ γ ά ρ ι εν πλήρει μεσημβρία κατά το κοινόν λόγιον. Αλλ' ό,τι δήποτε και αν υποθέση τις, δεν έχει άδικον η ιταλική εκείνη παροιμία: Dagli amici mi guardi. Iddio che dai nemici mi guardo io, ούτε η άλλη εκείνη ισπανική: Quien te cubre te descubre.
Ευτυχώς το βιβλίον αυτό, το οποίον, δεν αμφιβάλλω, θα συντελέση εις την ευθυμίαν σου πλειότερον όλων σου των ταξειδίων, δεν εδημοσιεύθη ακόμη αγγλιστί, και οι ευρωπαίοι, ευτυχέστεροι ημών και κατά τούτο, αγνοούσιν έτι τους υπέρ της Ελλάδος πανηγυρισμούς της συγγραφέως. Χαίρω φοβερά δι' αυτό, και από βάθους καρδίας εύχομαι εις τον Θεόν να παρέλθη από της Ελλάδος το ποτήριον τούτο· διότι εντρέπομαι τη αληθεία συλλογιζομένη, πώς θα ξεκαρδισθώσιν οι αναγνώσται της κυρίας F. Ε. Μ. εις βάρος της Ελλάδος, ουδέ παρηγορούμαι σκεπτομένη ότι θα γελάσωσιν ολίγον και εις βάρος της.
Δεν τους θέλω τοιούτους φίλους, αδελφή! ας μου λείπουν! Μας ξεσκεπάζουν αντί να μας σκεπάζουν, ως λέγουσιν οι Ισπανοί· και συμφωνώ με τους Ιταλούς, οίτινες επικαλούνται κατ' αυτών την προστασίαν του θεού. Πόσα ημείς ιδίως οι ταλαίπωροι Έλληνες επάθαμεν έως τώρα από τον άκρατον και φιλελληνικόν έρωτα πολλών φίλων μας! Τι να γείνη! On n' est trahi que par les siens! και ομοιάσαμεν πολλάκις τα άκακα εκείνα πιθηκίδια, άτινα πνίγει διά των πολλών της φιλημάτων εις τας αγκάλας αυτής η φιλόστοργος μήτηρ των. Ας μας λείπουν, ας μας λείπουν τοιούτοι φίλοι. Προτιμότεροι, μα τον Θεόν, εχθροί ως τον About παρά φίλοι ως την κυρίαν F. Ε. Μ.
Η'.
Εν Αθήναις τη 16 Ιουλίου 1879
Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα διά πολλούς και διαφόρους σπουδαίους λόγους, των οποίων ο σπουδαιότερος είνε, ότι δεν είχα τι να σου γράψω. Η εξομολόγησίς μου αυτή με απαλλάττει, ελπίζω, της απαριθμήσεως των άλλων, ως απηλλάγη ποτέ ομοίας απαριθμήσεως ο αφελής εκείνος δήμαρχος, όστις υποδεχόμενος τον βασιλέα του και δικαιολογουμένος ότι δεν διέταξε πυροβολισμούς επί τη ελεύσει του, ήρχισε μεν λέγων πανηγυρικώς, ότι εβδομήκοντα ήσαν οι λόγοι της ελλείψεώς του, προσέθηκε δε μετά τούτο εν πάση ταπεινότητι, ότι ο πρώτος αυτών ήτο η έλλειψις πυρίτιδος. Ο μεγάθυμος βασιλεύς τον απήλλαξε τότε της απαριθμήσεως των υπολοίπων εξήκονταεννέα λόγων· ελπίζω δε ότι και η ιδική σου μεγαλοθυμία θα δειχθή τουλάχιστον ίση, αν όχι και ανωτέρα της βασιλικής.
Μεγαθυμία; Ιδική σου μεγαθυμία . . . Ενθυμούμαι την τελευταίαν σου επιστολήν, και αι ελπίδες μου καταβαίνουσιν υπό το άρτιον, πολύ περισσότερον και από του ταλαιπώρου Λαυρίου τας μετοχάς. Συ μεγάθυμος; κάθε άλλο! Αν είχες συ την χριστιανικήν αυτήν αρετήν, δεν θα μου έγραφες βεβαίως την επιστολήν, την οποίαν μου έγραψες. Αν κόκκον και μόνον συμπαθείας ησθάνετο η τρυφερά σου καρδία προς την δυστυχή Αθηναίαν, ήτις κατ' αυτήν την ευδαίμονα των Αθηνών εποχήν ψήνεται αλληλοδιαδόχως από τον καύσωνα και πασπαλόνεται από τον κονιορτόν, δεν θα της περιέγραφες με τόσην θριαμβευτικήν ευχαρίστησιν τας λεπτομερείας του θελκτικού σου ταξειδίου από την Μείζονα Λίμνην εις την Λίμνην της Λυκέρνης. Θα περιωρίζεσο μόνον να καταρασθής τα πυκνά του κονιορτού σύννεφα, τα οποία σ' ετύφλωσαν, ως μου γράφεις, μεταξύ της Βιάσκας και του Αϋρόλου, θα ηρκείσο εις την κωμικήν περιγραφήν του Μεγάλου Ξενοδοχείου της Βιάσκας, το οποίον εδυσκολεύεσο, λέγεις, να ανεύρης μεταξύ των περικυκλούντων αυτό οικίσκων, και θ' ανελογίζεσο ίσως, ότι ζώσα εγώ εν μέσω των κυνικών καυμάτων των Αθηνών, δεν θα υπεδεχόμην βέβαια με μειδίαμα ευχαριστήσεως την λεπτομερή αφήγησιν των ιδικών σου διασκεδάσεων και τέρψεων, ούτε τον ποιητικόν σου πανηγυρισμόν των χιόνων του Αγίου Γοθάρδου, επί των οποίων έτρεμες συ εκ του ψύχους εν μέσω Ιουλίω! Αλλά είσαι άσπλαγχνος και εγωιστική φύσις. Ούτε την περιγραφήν του αμιμήτου δρόμου παρέλειψες, όστις υπεραναβαίνων το γιγάντειον όρος διαγράφει 46 καμπάς μόνον εντός της κοιλάδος της Τρέμολας, ούτε την εκατέρωθεν της οδού εστιβασμένην εξ αμνημονεύτων χρόνων και άλυτον πλέον χιόνα, ούτε την πρασίνην χλόην ήτις θάλλει επί του φυτικού χώματος, το οποίον απέθηκεν βαθμηδόν ο άνεμος επί της επιφανείας των χιόνων, ούτε τους καταρράκτας, οίτινες χωνευόμενοι υπό τους προαιωνίους πάγους, αναδύουσι μακρότερον και κατακρημνίζονται επί τας μελανάς των ελατών κορυφάς· ούτε τους κολοσσιαίους και προσηνείς σκύλους του ξενώνος του Αγίου Γοθάρδου, οίτινες σε έσυρον ηρέμα από της εσθήτος, ίνα λάβωσι μικράν μερίδα του προγεύματός σου· ούτε τας γραφικάς των ελβετίδων ενδυμασίας, ούτε την καταπληκτικήν Γέφυραν του Διαβόλου, ούτε του Φλύλεν την αμίμητον τοποθεσίαν, ούτε της λίμνης σου τα πράσινα κύματα, ούτε . . . . ούτε τίποτε τέλος πάντων, το οποίον ηδύνατο να κινήση την ζηλείαν μου και τον φθόνον μου, και να μου καταστήση αφορητοτέραν την εν Αθήναις θερινήν διαμονήν. Είνε φιλικόν αυτό; είνε εύσπλαγχνον; είνε χριστιανικόν; Ας όψεσαι εν ημέρα κρίσεως, ότε ο Πλάστης θα σ' ερωτήση, — και θα σ' ερωτήση βεβαίως, διατί εταξείδευες εις την Ελβετίαν, ότε η φίλη σου έμενεν εις τας Αθήνας; και διατί συ εκρύονες επί των Άλπεων, ότε η ταλαίπωρος εκείνη ανελύετο εις ιδρώτα εν μέση πλατεία του Συντάγματος;
Μη νομίσης όμως, ότι δεν είχαμεν και ημείς οι Αθηναίοι τας μικράς μας διασκεδάσεις αυτάς τας ημέρας. Λέγω μικράς, βλέπεις, με όλην την πρέπουσαν μετριοφροσύνην, καθότι περί μεγάλων παρ' ημίν δεν πρόκειται, όσον και αν προσποιούμεθα τους μεγάλους. Εν πρώτοις είχαμεν πολιτικήν ανεμοταραχήν, ήτοι σάλον κοινοβουλευτικόν, ως λέγουσιν οι πολιτικοί. Η κυβέρνησις δηλαδή συνεκάλεσε την βουλήν, η βουλή απεδοκίμασε την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έδωκε την παραίτησίν της, έπειτα πάλιν έμεινε, διότι η αντιπολίτευσις δεν εσχημάτισεν άλλο υπουργείον, και επειδή η αντιπολίτευσις εφάνη ότι είχε και πάλιν διάθεσιν να αποδοκιμάση την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έστειλε την βουλήν όθεν ήλθεν. Εννοείς συ τίποτε από όλα αυτά; όχι βέβαια· ούτ' εγώ. Σε μέλει; ολίγον, αναντιρρήτως· κ' εμέ το ίδιον. Λέγουν τριγύρω μου, ότι τα πράγματα είνε σπουδαία· αλλ' όσοι το λέγουν φαίνονται ως ν' αστειεύωνται, και δεν τους πιστεύω. Το μόνον σπουδαίον είνε κατ' εμέ αι διακόσιαι πεντήκοντα περίπου χιλιάδες δραχμαί, αι οποίαι υπήρξαν το τίμημα της οκταημέρου εκτάκτου συνόδου της βουλής μας. Ο ταλαίπωρος ελληνικός λαός πληρόνει επί τέλους πάντοτε les pots cassés.
Έπειτα πλην των πολιτικών είχαμεν και έν έκτακτον συμβάν, ικανώς κωμικοδραματικόν, το οποίον αρκετά μας συνεκίνησε και μας διεσκέδασεν αυτήν την εβδομάδα. Πολύ φοβούμαι, ότι εις σε δεν θα κάμη μεγάλην εντύπωσιν· ημείς όμως οι μικροπολίται, οίτινες δεν έχομεν καθ' ημέραν τοιαύτα τυχηρά, αρκούμεθα και εις τα ολίγα, αναλογιζόμενοι την παλαιάν παροιμίαν «όταν μη κρέας παρή και ταρίχω στερκτέον», την οποίαν ο υπηρέτης μου μεταφράζει «εν ελλείψει χαρτοσήμου καλό 'ν' και το στουπόχαρτο». Επειδή δε νομίζω και εγώ ότι η τυχηρά αυτή διασκέδασις ημών των μικροπολιτών δύναται να διασκεδάση και σε την κοσμοπολίτιδα, σου διηγούμαι το γεγονός. Άκουσε λοιπόν και διασκέδασε, — αν θέλης, εννοείται· υποχρεωμένη δεν είσαι. Είς εκ των πολλών υπαξιωματικών του ελληνικού στρατού επεθύμησε, φαίνεται, να συνδέση την δάφνην του Άρεως προς την μύρτον του έρωτος. Θύμα δε πρόχειρον των φονικών του βλεμμάτων ευρέθη κόρη τις απλή και άκακος, δεκαπενταέτις μόλις, ήτις και καταλιπούσα τον πατρικόν οίκον, όπου είχεν ίσως βαρυνθή να ακούη από πρωίας μέχρις εσπέρας το τ ύ π τ ω τ ύ π τ ε ι ς του διδασκάλου πατρός της, — ίσως δε και να το αισθάνεται ενίοτε, παρηκολούθησε τον εκπορθητήν της καρδίας της εις μικρόν τινά εν Νεαπόλει (των Αθηνών) οικίσκον, όπου, αλλάξασα γραμματικήν, έκλινε το j' aime, tu aimes αντί του βαρέος εκείνου ελληνικού ρήματος.
Ο πατήρ όμως ήθελε την κόρην του, και η στρατιωτική αρχή ήθελε τον παραπλανηθέντα ήρωά της. Ανεζητήθη λοιπόν το ερημητήριον των δύο περιστερών, ευρέθη μετά κόπους πολλούς, και τα πεζά της εξουσίας όργανα — όχι, ελησμόνησα· ήσαν και ιππείς — προσεκάλεσαν τον νεαρόν Άρην να παραδώση εις τον πατέρα της την νεαρωτέραν Αφροδίτην. Αλλά το ζεύγος το ερωτικόν, ενθυμούμενον και αντίγραφον ίσως το επινόημα του Σελεστίνου και του Ξαβιέρου του Méry, εκλείσθη και εμανδαλώθη εντός της φωλεάς του, και εδήλωσεν εις τους πολιορκούντας αυτό κλητήρας και στρατιώτας, ότι κατ' ουδένα τρόπον εννόει να χωρισθή. Εις μάτην αι παρακλήσεις των κλητήρων, εις μάτην αι επιταγαί της στρατιωτικής αρχής. Ο ήρως της κωμωδίας, προσαγορεύων από του εξώστου του ερωτικού του φρουρίου το περιϊστάμενον πλήθος, εδήλου ρητώς και κατηγορηματικώς, ότι είχεν εντός της οικίας πετρέλαιον και δυναμίτιδα και πυρ και εκτός τούτων σπάθην και πολύκροτον· ότι εις πρώτην απόπειραν εκβιάσεως της θύρας ήθελε πυροβολήσει κατά του πρώτου τολμητίου, ήθελε κόψει τον λαιμόν της ερωτικής του περιστεράς, ήθελεν ανάψει το πετρέλαιόν του, και . . . πριν ή ανατινάξη εις τον αέρα διά δυναμίτιδος την οικίαν, ήθελεν αυτοκτονήσει διά της τελευταίας του πολυκρότου βολής. Το πράγμα, εννοείς, εφάνη κάπως σπουδαίον εις τους πολιορκητάς, διότι ολίγοι, φαίνεται, μεταξύ αυτών εγνώριζον τον ήρωα. Το περιεστώς πλήθος έφριξε, τα όργανα της εξουσίας συνεκινήθησαν και κάπως το εσυλλογίσθησαν, επλατύνθη δε ικανώς ο κύκλος των περιέργων, οίτινες την εσπέραν εκείνην είχον προτιμήσει το εν Νεαπόλει θέαμα από την παράστασιν του Ά μ λ ε τ εν τω Απόλλωνι και του Ο ρ φ έ ω ς εν Φαλήρω. Συμβουλίου γενομένου, εκρίθη καλόν να αλωθώσιν οι ποιητικοί ερασταί διά του πεζοτάτου μέσου της πείνης. Φρουρά τακτική εστήθη προ του ερημητηρίου των δύο περιστερών, και περιπολίαι τακτικαί μετηλλάσσοντο εις ώρας τακτάς, προς ανέκφραστον διασκέδασιν των αργών Αθηναίων και των περιέργων γειτόνων, οίτινες ούτε Άντρον των Νυμφών εσυλλογίζοντο πλέον, ούτε Βουλήν, ούτε πλατείαν του Συντάγματος. Δυστυχώς όμως το πράγμα εκοινολογήθη, η πόλις ήρχισε να συγκινήται, ο σπουδαίος τύπος επελήφθη του ζητήματος, και η κοινή γνώμη απήτει την αυστηράν του νόμου εκτέλεσιν. Αι αρχαί κατενόησαν ότι δεν ηδύναντο πλέον να μένωσιν απαθείς — ή και συγκεκινημένοι, αδιάφορον — θεαταί των γινομένων, και απεφάσισαν να προβώσιν εις την εξ εφόδου άλωσιν της ερωτικής ακροπόλεως. Προχθές λοιπόν την πρωίαν έγεινεν εν πρώτοις, κατά τα νόμιμα του πολέμου, η εις παράδοσιν πρόσκλησις των πολιορκουμένων. Αλλ' ο ήρως εξελθών εις τον εξώστην, παρισταμένης εκ δεξιών της νεαράς και μυρτοστεφούς ηρωίδος, ελάλησεν εις το κοινόν διά μακρών, κρατών την σπάθην του διά της δεξιάς και ανημμένην λαμπάδα διά της αριστεράς, και εδήλωσε βροντωδώς, ότι προ των ομμάτων αυτών του περιεστώτος λαού ήθελε φονεύσει την νεάνιδα και πυρπολήσει διά πετρελαίου τον οίκον. Την δήλωσιν μάλιστα ταύτην παρηκολούθησε και δραματική τις παντομίμα, καθ' ην ε κ ε ί ν ο ς μεν προσήγαγε την σπάθην του εις τον τράχηλον ε κ ε ί ν η ς, εκείνη δε έκλεισεν εν ερωτική εκστάσει τους οφθαλμούς, οιονεί μέλλουσα να παραδώση το πνεύμα εις την λευκήν της Αφροδίτης περιστεράν. Το άκακον κοινόν ενόμισε πρόσφορον να φρίξη, και ανεκραύγασε μάλιστα εκ τρόμου. Αλλ' οι στρατιώται δεν ενόμισαν αναγκαίον να συγκινηθώσι· διαρρήξαντες δε διά πελέκεων την θύραν, ενώ μάτην ο ήρως εξηκολούθει χειρονομών από του εξώστου και κραυγάζων, και περιφέρων πάντοτε την σπάθην του εις της ερωμένης του τον λαιμόν, και γυμνών τα στήθη του και προκαλών τους πυροβολισμούς των στρατιωτών, εισήλθον εκείνοι εις τον οίκον, και τον συνέλαβον εν πάση πεζότητι. Πριν ή όμως τον συλλάβωσι, προφθάσας εκείνος εκρήμνισεν από του εξώστου εις την οδόν . . . τίνα υποθέτεις; την νεαράν ηρωίδα του οικογενειακού δράματος, ως θα έλεγε πρόγραμμά τι του ελληνικού θεάτρου. Ούτω δε απήχθη μεν ο ήρως εις το φρουραρχείον, η δε ηρωίς εις παρακείμενόν τι φαρμακείον, όπως τη δοθή η πρώτη βοήθεια. Σε διεσκέδασεν η ιστορία μου; το ελπίζω. Αν τώρα σου έλθη η περιέργεια να μ' ερωτήσης: τι θα τον κάμουν τον παράδοξον αυτόν ήρωα; θα σου απαντήσω αφελώς: δεν ηξεύρω. Αν έζων αλλού, θα το ήξευρα και θα σου το έλεγα. Ίσως εδώ προβιβασθή.
Θ'.
Εν Αθήναις τη 25 Ιουλίου 1879
Η κωμικοτραγική μου διήγησις της παρελθούσης εβδομάδος τόσον εξετάθη, ως είδες, ώστε με εμπόδισε να εκκαθαρίσω μαζή σου τον εβδομαδιαίον μου λογαριασμόν, και μ' αφήκε μάλιστα υπό το βάρος καθυστερούντων, άτινα σπεύδω να πληρώσω σήμερον, μη θέλουσα να μιμηθώ κατά τούτο τους μάλλον φ ο ρ ο λ ο γ ο υ μ έ ν ο υ ς ευδαίμονός τινος χώρας, ων αι προς το δημόσιον ταμείον οφειλαί αναβαίνουσι μέχρι σήμερον εις το ασήμαντον ποσόν των εβδομήκοντα περίπου . . . εκατομμυρίων.
Και εν πρώτοις λοιπόν ας σου αναφέρω την συναυλίαν Frigeri, την οποίαν απηλαύσαμεν προ δεκαπέντε ημερών εν Φαλήρω. Δεν ενθυμούμαι τώρα, τις μοχθηρός τεχνοκρίτης έγραψέ ποτε, ότι η μουσική κατήντησε σήμερον θόρυβός τις ικανώς δυσάρεστος, διαφέρων παντός οιουδήποτε άλλου θορύβου κατά τούτο και μόνον ότι πληρόνεται ακριβώτερα. Αγνοώ ποία μουσική ακρόασις προεκάλεσε τον φοβερόν αυτόν αφορισμόν του κριτικού εκείνου· υποθέτω όμως, ότι θα ήτο πρώτη τουλάχιστον εξαδέλφη, αν όχι και αδελφή, της μοναδικής συναυλίας την οποίαν μας προσέφερεν η εν Αθήναις επίδημος ιταλίς αοιδός. Αι Αθήναι, βλέπεις, εξομοιούνται ολονέν προς τα μεγάλα κέντρα του δυτικού πολιτισμού. Αφού απέκτησαν operette ως οι Παρίσιοι, και season ως το Λονδίνον, και Damenorchester ως η Βιέννα, ήρχισαν από τινος ν' αποκτώσι και μουσουργούς επιδήμους, οίτινες φέρουσιν από καιρού εις καιρόν τον πλάνητα πόδα των εις την κλασικήν χώραν των ωραίων τεχνών, θηρεύοντες μεν ίσως και αυτοί τα φειδωλά κέρματα των Αθηναίων, ως οι δεκαετείς αλήται αρπισταί της Μεσσήνης και του Τράνι, αλλά ποθούντες ιδίως να προσθέσωσι κλάδον ελαίας Αττικής εις τους λοιπούς των στεφάνους. Ημείς δε, άνθρωποι πρακτικοί, φειδόμεθα μεν των κερμάτων, όσον και αν εξεχείλισαν εσχάτως εν Ελλάδι αι χάλκιναι εικόνες του βασιλέως ημών, αφειδούμεν όμως στεφάνων και πανηγυρισμών, διότι . . . die kosten ja nichts, ως λέγουσιν οι πολύ ημών πρακτικώτεροι γερμανοί. Ούτω θα ανέγνωσες βέβαια εις τας αθηναϊκάς εφημερίδας, τας οποίας σου έφερε το παρελθόν ταχυδρομείον, τους θριάμβους της ιταλίδος ψαλτρίας, αλλά θα παρετήρησες συνάμα, ότι των θριάμβων αυτών πολύ αραιοί υπήρξαν οι μάρτυρες. Μεταξύ αυτών υπήρξα δυστυχώς και εγώ· το δε μ α ρ τ ύ ρ ι ό ν μου διήρκεσε δύο περίπου ώρας. Ευτυχώς όμως «Ο τρώσας και πάλιν ιάσεται» λέγει η Γραφή. Το μαρτύριόν μου είχεν εν εαυτώ και την θεραπείαν του. Η φωνή της Κ. Frigeri ήτο τοσούτον μετριοφρόνως ολίγη και τόσον δειλώς οικονομική, οι δε συμπαραστατούντες αυτή μουσουργοί τοσούτον συμπαθώς είχον αποσυρθή εις τα μύχια βάθη της φαληρικής σκηνής, ίνα μη καταστήσωσι φαίνεται προδηλοτέραν διά της παραβολής την φωνητικήν ανέχειαν της ψαλτρίας, ώςτε η όλη συναυλία δεν υπερέβη την ευάρεστον διαπασών υποκώφου τινός μορμυρισμού, συγχεομένου μυστηριωδώς προς τον ήρεμον φλοίσβον των επί των άμμων του Φαλήρου εκπνεόντων κυμάτων.
Εβλέπομεν την αοιδόν ανοίγουσαν τα χείλη και χειρονομούσαν μετά πάθους πολλού, εβλέπομεν τους μουσικούς σύροντας ευσυνειδήτως τα τόξα των επί των χορδών, αλλά τόσον και μόνον. Η μυστική ημών ρέμβη δεν εταράσσετο· εφανταζόμεθα ότι είχομεν εμπρός μας κινεζικήν τινα σκιοπαιδιάν, και . . . . ήμεθα ευχαριστημένοι. Μόλις πού και πού η φωνή της ψαλλούσης έκρινε καλόν να βεβαιώση την ύπαρξίν της δι' εκτάκτου αγώνος, και κραυγή τις τότε οξεία μας εξήγειρε του ύπνου, ως ψυχρού λουτρού καταρράκτης επί την κεφαλήν οπιοφάγου κινέζου. Αλλά τα έκτακτα αυτά ήσαν σπάνια· η δε καθόλου της μουσικής ημών διασκεδάσεως εντύπωσις ωμοίαζε προς την παράδοξον εκείνην και μυστηριώδη συγκίνησιν, ην προξενεί φωνή εγγαστρίμυθου.
Έρχομαι τώρα εις τον papa Lavergne. Τον ενθυμείσαι, τον εύσωμον εκείνον και φαιδρόν Ολύμπιον Δία, όστις επιδεικνύων εις την χορείαν του δωδεκαθέου τας ευσάρκους του κνήμας, ανεφώνει μετά δικαίας υπερηφανείας: et pas coton! Τον ενθυμείσαι βέβαια· τον εθαυμάσαμεν μαζή κατά το 1871, ότε απετέλει τον ακράδαντον στόλον του γαλλικού θεάτρου των Αθηνών. Τον εχειροκροτήσαμεν τότε ως Général Boum και ως Jupiter, ήλπιζα δε να τον χειροκροτήσω και εφέτος, ότε η διεύθυνσις του φαληρικού θεάτρου ενόμισε πρόσφορον να καρυκεύση τα μουσικά της μαγειρεύματα διά των εκ του παρελθόντος ευαρέστων αναμνήσεων των θεατών. Ήλθε λοιπόν και πάλιν και ανέβη εις το φαληρικόν σανίδωμα ο Ζευς του 1871. Πόσον όμως μεταβεβλημένος! Πόσον ισχνός και μαραμμένος ο ταλαίπωρος! Ούτε παρειαί πλέον στρογγύλαι, ούτε κνήμαι στρογγυλώτεραι, ούτε κοιλία στρογγυλωτάτη. Πομφόλυγες ήσαν πάντα και διερράγησαν. Και αυτοί νομίζω οι τρεις τέσσαρες οδόντες του π α τ ρ ό ς α ν δ ρ ώ ν τε θ ε ώ ν τε, οίτινες επένθουν άλλοτε εν ερημία την στέρησιν των αδελφών των, μετέβησαν εις εντάμωσιν εκείνων, και το άσμα του εφετεινού Διός ήτο άναρθρός τις φωνή, βαρεία μεν ως πάντοτε και ηχηρά, αλλά τίποτε περιπλέον. Φαντάσου την απογοήτευσιν των παλαιών του θαυμαστών. Φαντάσου δε και την λύπην αυτών, ότε την επομένην πρωίαν ηκούσθη αίφνης καθ' όλην την πόλιν η απαισία είδησις, ότι ο Ζευς ούτος ο κατεσκληκώς και ηρειπωμένος, ούτινος το παρελθόν καν μεγαλείον επέβαλλε τον σεβασμόν, μετηνέχθη από του χαρτίνου του Ολύμπου εις τας πολιτικάς φυλακάς διά χρέη! Αστείος τις, αλλά σκληροκάρδιος και απαθής προς το φοβερόν αυτό δυστύχημα του φαληρικού Ολύμπου, είπεν, ότι εις το νέον του violon θα εννόησεν ο Ζευς πόσον τερπνόν ήτο και προτιμότερον το violon του Ορφέως. Το λογοπαίγνιον είνε άσχημον, ως βλέπεις, και διά τον δυστυχή Lavergne ήτο πολύ ασχημότερον. Ευτυχώς ευρέθη, φαίνεται, θεός τις από μηχανής ισχυρότερος του Διός, και απεφυλάκισε τον νεφεληγερέτην. Τον έχομεν λοιπόν και πάλιν, μέχρις ου φυτρώση κανείς άλλος δανειστής.