Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 17
Οπωσδήποτε το ζήτημα των υδάτων της πόλεώς μας αποκτά καθ' ημέραν μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, και πολύ επικαίρως εδημοσιεύθη εσχάτως επί του αντικειμένου τούτου πραγματεία τις αληθούς επιστήμονος, του κ. Κορδέλλα. Δεν ανέγνωσα ακόμη το βιβλίον. Θα το αναγνώσω όμως αυτήν την εβδομάδα και θα σου γράψω την προσεχή.
Ε'.
Εν Αθήναις τη 20 Ιουνίου 1879.
Είσαι κατενθουσιασμένη, μου γράφεις, και εννοώ κάλλιστα τον ενθουσιασμόν σου, και θα τον υπέθετα, αν δεν μου τον έγραφες. Φαντάζομαι δε πού θ' αναβή ο ενθουσιασμός σου αυτός ακόμη, όταν σιγά σιγά περιπλεύσης ανέτως, όχι δι' ατμοκινήτου αλλά διά μικράς λέμβου, την λίμνην ολόκληρον, ή περιέλθης ανέτως τας όχθας της, και επισκεφθής και θαυμάσης τας μαγευτικάς εκείνας επαύλεις, αίτινες κοσμούσι τους χλοερούς των λόφους. Τότε θα ιδής . . . — δεν εξακολουθώ, διότι είμαι βεβαία ότι θα θυμώσης, ως εθύμονες άλλοτε κωμικώτατα, ότε με κατελάμβανεν — ενθυμείσαι; — η σατανική επιθυμία να σου διηγούμαι το τέλος μυθιστορήματος, ούτινος συ ανεγίνωσκες την αρχήν. Ας έλθω λοιπόν εις τας Αθήνας μας, και ας αφήσω την Ιταλίαν σου. Ας υποταχθώ εκούσα άκουσα εις τον φοβερόν σου εγωισμόν, όστις δεν αρκείται μόνον εις τας εκ της ξενιτείας απολαύσεις, αλλά θέλει ως καρύκευμα εβδομαδιαίον και τας από της πατρίδος ειδήσεις, και τας θέλει ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς. Ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς! Αυτό δα είνε! Ηξεύρεις, ότι κατήντησες τυραννική; Δεν θέλεις, λέγεις, να σου αναφέρω τα δυσάρεστα των Αθηνών, ούτε να ακονίζω την ευφυίαν μου — ευχαριστώ διά την φιλοφροσύνην — εις τας ελλείψεις της ελληνικής πρωτευούσης· τας γνωρίζεις, λέγεις, και επιθυμείς να τας λησμονήσης· δι' αυτό ίσα ίσα εταξείδευσες, διά να μη βλέπης το θέαμα των μικρών μας ασχημιών, και ν' ατενίζης μόνον μακρόθεν την Ελλάδα, ως ωραίον σκηνογράφημα, το οποίον δι' αυτό ακριβώς εζωγραφήθη, διά να βλέπεται μακρόθεν. Σου ταράττει, γράφεις, τα νεύρα σου, η έστω και ανώδυνος και αθώα κακολογία· σ' εμποδίζει να χωνεύης τακτικά τα ωραία ελβετικά χαμοκέρασα, τα οποία σου παραθέτει ο προγάστωρ και φαιδρός σου ξενοδόχος, και τέλος πάντων, kurz und gut, ως λέγει πάλιν ο γερμανός σου υπηρέτης, θέλεις να σου γράφω τα ωραία πράγματα των Αθηνών, τα ευχάριστα μόνον και τα ιλαρά, διότι αυτό σε ωφελεί εις την υγείαν! Έχεις εν μέρει δίκαιον. Ταξειδεύεις χάριν θεραπείας . . . νοσήματος το οποίον αγνοείς και συ, ως το αγνοούσι και οι . . ιατροί σου, αλλ' αδιάφορον — και εννοείς, πολύ λογικώς και συνεπώς, να αποτελώσι και αι επιστολαί μου μέρος ολοκληρωτικού της θεραπείας σου: τρις της εβδομάδος λουτρά, πάσαν πρωίαν τυρόγαλα, δύο ώρας περιπάτου καθ' ημέραν, και άπαξ της εβδομάδος . . . μίαν φαιδράν επιστολήν εξ Αθηνών! Ωραία, μα την αλήθειαν, ετακτοποίησες την υγιεινήν σου δίαιταν, και θα είχα μαύρην αληθώς την καρδίαν, αν εγώ μόνη εκ κακής μου θελήσεως ετάραττα την συνταγήν σου.
Πλην, φίλη μου, . . . — αλλ' έστω· ουδέ δικαιολογούμαι καν, διότι συλλογίζομαι τα πορφυρά σου ευώδη χαμοκέρασα, και την ενδεχομένην κακήν των χώνευσιν. Τούτο μόνον συλλογίσου· ότι αν έξαφνα καμμίαν εβδομάδα δεν λάβης επιστολήν μου, δεν πρέπει να το αποδώσης εις κακήν μου θέλησιν, μήτε εις αμέλειαν, μήτε εις οκνηρίαν, αλλά μόνον και απλούστατα εις εξάντλησιν ή προσωρινήν τουλάχιστον έλλειψιν των συστατικών του χαροποιού αερίου, όπερ επιθυμείς και καλά να φέρωσιν υπό την ρίνα σου τα γράμματά μου. Où le peuple n' a rien, le roi perd ses droits λέγουν οι γάλλοι, συ δε βεβαίως δεν έχεις την αξίωσιν να δεσπόσης των αδυνάτων, ούτε θα οργισθής διότι δεν σου δίδεται το μη υπάρχον. Αλλά και αν οργισθής, θ' ακούσης το «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», και θα ησυχάσης.
Αυτήν ευτυχώς την εβδομάδα έχω κάτι να σου διηγηθώ, και χαίρω ότι η υγεία σου είνε ακόμη εξησφαλισμένη δι' οκτώ ημέρας.
Την παρελθούσαν ή μάλλον ειπείν την προπαρελθούσαν τρίτην κατέβην με τον I . . . εις το Φάληρον. Μη με μαλώσης, σε παρακαλώ, ότι καταβαίνω συχνά εις το Φάληρον, μήτε υποθέσης άλλ' αντ' άλλων. Το εσπέρας δεν έχομεν τι άλλο να κάμωμεν, όσοι δεν θέλομεν να μείνωμεν εις το Σολωνείον καθήμενοι ή εις την πλατείαν του Συντάγματος περιπατούντες, παρά να καταβώμεν εις το Φάληρον, ή να υπάγωμεν εις τον Απόλλωνα, ή να μείνωμεν θαυμάζοντες την σελήνην εις το καφενείον των Ολυμπίων. Εγώ προτιμώ το πρώτον, όχι μόνον διότι είνε δροσερώτερον, αλλά και διότι είνε μακρύτερα από τα περιπαθή άσματα των γερμανίδων. Κατέβην λοιπόν εις το Φάληρον, εγευμάτισα εκεί, και άμα έδυσεν ο ήλιος ετράπην με τον σύντροφόν μου προς την Μουνυχίαν, διά να διασκεδάσω θεωρούσα τα πυροτεχνήματα, τα οποία επρόκειτο να καώσι προ των βασιλικών οικημάτων επί τοις γενεθλίοις του βασιλόπαιδος Γεωργίου, όστις την 12 υπερμεσούντος συνεπλήρου το δέκατον της ηλικίας του έτος. Οι βασιλείς, ως γνωρίζεις ήδη πιθανώς εκ των εφημερίδων, κατοικούσι και εφέτος θερινά τινα οικήματα, εκ των ωραίων εκείνων και κομψών, άτινα κατεσκεύασε πρό τινων ετών επί του μεσημβρινοανατολικού λόφου της Μουνυχίας και αντικρύ της Φρεαττύος ο φιλόκαλος γερμανός αρχιτέκτων Τσίλλερ. Η από του νέου Φαλήρου άγουσα εκεί οδός, ήτις πρό τινων ετών περιωρίζετο εις ανώμαλον και θαμνόσπαρτον ατραπόν, τέμνουσα ελικοειδώς τον παρά την παραλίαν υψούμενον λόφον, είνε σήμερον ωραία αμαξιτός λεωφόρος περικάμπτουσα τον λόφον, παρατρέχουσα τον αιγιαλόν, διερχομένη κάτωθεν του ερημικού πύργου του πρωθυπουργού ημών, και καταλήγουσα διά κομψοτάτης καμπής εις την Μουνυχίαν.
Πρό τινων ετών, ως ενθυμείσαι, ουδέν άλλο υπήρχεν εκεί, ή γυμνοί τινες μόνον βράχοι, όπου ουδέ άκανθαι εύρισκον τροφήν, παραλία κάτωθεν αμμώδης και παντέρημος, και μόλις που το εσπέρας κάρρα τινά μεταφέροντα εις τα γαλανά του Φαλήρου και της Μουνυχίας κύματα τέκνα τινά του λαού, άτινα, επόμενα εις τον παντοκράτορα συρμόν, ενόμιζον και αυτά απαραίτητον εις την υγείαν των την χρήσιν των λουτρών. Σήμερον ήλλαξαν τα πράγματα· και το μεν Φάληρον μεταμορφούται από ημέρας εις ημέραν εις χαριεστάτην θερινήν διαμονήν, της οποίας επιφυλάττω την περιγραφήν εις κανέν άλλο μου γράμμα — οικονομούσα ως βλέπεις τα γλυκύσματά μου, ώςτε να έχω με τι να τρέφω την πεινώσαν υγείαν σου, — ο δε παρ αυτό λόφος, ούτινος την κορυφήν κατέχει δίκην σκοπιάς ο πύργος του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισε και αυτός να στολίζεται, να οικοδομήται και να αποκτά κατοίκους και λάτρεις. Την εσπέραν μάλιστα εκείνην η εξ αυτού θέα ήτο αληθώς μαγευτική.
Δεν αισθάνεσαι τώρα κάπως τον εαυτόν σου καλλίτερα; Αι; Η βραδυά ήτο γαληναία και δροσερά, τα δε νερά του Φαλήρου και της Μουνυχίας ουδέ καν εσείοντο πέριξ των παντοειδών πολεμικών πλοίων, τα οποία σταθμεύουσιν από τινος προ του όρμου της Καλλιθέας, και των οποίων τους προτόνους εκόσμουν από τινος πολύχρωμοι σημαίαι, οιονεί ανθόπλεκτοι στέφανοι. Πέραν εις το βάθος διεγράφετο καθαρώς ο φαληρικός κόλπος, όστις μίαν ημέραν θ' αμιλλάται ίσως προς τον ονομαστόν κόλπον της Νεαπόλεως, και ούτινος τον αιγιαλόν διέστιζον ήδη πού και πού τ' αναπτόμενα φώτα των επ' αυτού οικιών και καφενείων. Μακρότερον δε προς ανατολάς ανέδυεν έτι από της εσπερινής ομίχλης το ποικίλον πανόραμα των Αθηνών, ούτινος εδέσποζον τα απαράμιλλα του Παρθενώνος ερείπια, χρυσούμενα υπό των ακτίνων της νέας σελήνης. Πολλάκις εσταμάτησα καθ' οδόν και εστράφην προς τα οπίσω, ίνα θαυμάσω το αμίμητον εκείνο πανόραμα, πάντοτε δε, οσάκις εστάθην, εσυλλογίσθην σε την ξενιτευμένην, και επόθησα να σε είχα την στιγμήν εκείνην πλησίον μου. Μετά ημισείας ώρας δρόμον εφθάσαμεν τέλος πάντων εις το μικρόν καφενείον της Καλλιθέας, όπου προ δέκα μεν περίπου ετών εφύετο ρικνή τις και νανοφυής αγριαπιδιά, σήμερον δε υπάρχουν δένδρα σκιερά, και καθίσματα αναπαυτικά παρά την θάλασσαν, και παίγνια γυμναστικά, ως εκείνα τα οποία θ' απαντήσης μετά τινας εβδομάδας εις όλα τα χωρία της Ελβετίας, και κόσμος τέλος πάντων, κόσμος καπνίζων το σιγάρον του και πίνων τον ζύθον του εν ευαρέστω λήθη των κόπων της ημέρας. Επί του ωραίου τούτου λόφου κατοικεί από τριών ήδη περίπου εβδομάδων η βασιλική οικογένεια. Ο βασιλεύς, αληθής ναυτική φύσις, ως γνωρίζεις, αγαπά, λέγουσι, πολύ το μέρος τούτο, όπερ αποτελεί ούτως ειπείν trait d' union μεταξύ Φαλήρου και Πειραιώς, και το πλείστον σχεδόν της ημέρας και της εσπέρας διατρίβει επί της θαλάσσης, οτέ μεν κολυμβών οτέ δε αλιεύων, άλλοτε κωπηλατών και άλλοτε επισκεπτόμενος και εξετάζων ως εμπειροπράγμων τα προ της Καλλιθέας ορμούντα πολεμικά πλοία, ελληνικά ή ξένα. Μεταξύ τούτων ευρίσκετο την εσπέραν εκείνην και η ωραία ρωσσική θαλαμηγός «Μ έ γ α ς Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς» εκείνη ακριβώς, ήτις μετήγαγε προ μικρού την βασίλισσαν ημών από της Κριμαίας, και ήτις, ως ελέγετο, επρόκειτο να αποπλεύση μετά τινας ημέρας εις Νεάπολιν, ίνα παραλάβη και μεταφέρη εις Κωνσταντινούπολιν και Βάρναν τον πρίγκιπα Βάτεμβεργ.
Δύσκολον ήτο να σταθή τις επί του λόφου την εσπέραν της προπαρελθούσης τρίτης· τόσον πολύς ήτο ο κόσμος των περιέργων. Επέβημεν λοιπόν χάριν πλειοτέρας ανέσεως εις μικράν αλιευτικήν λέμβον, και κωπηλατήσαντες μέχρι του στομίου της Μουνυχίας, εστάθημεν εκεί, ίνα απολαύσωμεν το θέαμα των πυροτεχνημάτων, άτινα είχον παρασκευασθή τη επιμελεία της δημαρχίας Πειραιώς, και του ηλεκτρικού φωτός, διά του οποίον ο κ. Τιμολέων Αργυρόπουλος έμελλε να φωτίση τα πέριξ. Ηκούσαμεν δε τοιουτοτρόπως μακρόθεν και πολύ ευαρεστότερον τας μουσικάς της φρουράς και του Φιλαρμονικού θιάσου Πειραιώς, αίτινες συνηλλάσσοντο μουσουργούσαι καθ' όλον της φωταψίας τον χρόνον. Τα πυροτεχνήματα δεν σου τα περιγράφω, διότι ήσαν μεν ωραία, αλλ' ουδέν είχον το καινοφανές. Και είδες και είδαμεν πολλάκις εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός και εις το Φάληρον τους τυπικούς μύλους και τας τυπικωτέρας ρ ο υ κ έ τ α ς. Το ηλεκτρικόν όμως φως, ούτινος η εστία είχε τοποθετηθή εις το απέναντι της βασιλικής επαύλεως κτήμα του κ. Μελετοπούλου, και απετελείτο, ως μοι είπον, εκ μεγάλου παραβολοειδούς επαργύρου κατόπτρου, παρήγαγε μαγευτικήν αληθώς εντύπωσιν εις τους παρεστώτας, ων πολλοί το έβλεπον βεβαίως πρώτην φοράν, και δι' αυτό δεν κατώρθωσαν να κρατήσουν την μεγαλόφωνον του θαυμασμού των εκδήλωσιν. Υπό την λευκήν και άπλετον λάμψιν του, ήτις επλημμύρισε διά μιας την επιφάνειαν των ηρέμων υδάτων, διέκρινα επί στιγμήν εντός μικράς λέμβου τον βασιλέα και την βασίλισσαν, επί άλλης δε τους βασιλόπαιδας εκδηλούντας εν παιδική φαιδρότητι την χαράν των.
Είδαμεν άλλοτε μαζή, αν ενθυμείσαι, τους πίδακας των Βερσαλλιών φωτιζομένους, τους κήπους του Schönbrun της Βιέννης καταφώτους επίσης υπό ηλεκτρικών ακτίνων, τοξευομένων άνωθεν από της οροφής των ανακτόρων, και πέρυσι μόλις την Avenue de l' Opera των Παρισίων ηλεκτρόφωτον.
Τι να σου ειπώ, όμως; Τα κύματα της Μουνυχίας υπό την λευκήν εκείνην μαρμαρυγήν είχαν άλλην τινά μαγείαν. Μη νομίσης δε, ότι σου λέγω και τούτο χάριν της υγείας σου. Όχι! είνε αληθής μου εντύπωσις.
Εν Αθήναις, τη 27 Ιουνίου 1879.
Αψίκορος και συ, ως όλαι μας αι αδελφαί, ως όλαι της Εύας αι απόγονοι. Μόλις είδες την Λ ί μ ν η ν τ ο υ Κ ό μ ο υ, — και αμφιβάλλω αν την είδες καλά, διότι ουδεμίαν σχεδόν μου γράφεις περί αυτής λεπτομέρειαν, — μόλις ανέπνευσες την δρόσον των διαυγών της υδάτων, την οποίαν εγώ ματαίως ποθώ και ονειρεύομαι καθ' εσπέραν από της φλογεράς καμίνου των Αθηνών, μόλις απήλαυσες το θέαμα των πρασίνων οχθών της, και θέλεις πάλιν να φύγης, και σχεδιάζεις ταξείδια προς βορράν, και επιθυμείς κλίματα δροσερώτερα. Δροσερώτερα κλίματα! Είσαι τη αληθεία ανεκτίμητος. Δεν σε αρκεί λοιπόν η δρόσος της βορείου Ιταλίας, δεν σε φθάνει η ζωογόνος εκείνη αύρα, την οποίαν σου στέλλουν αι χιονοσκεπείς των Άλπεων κορυφαί, αλλά θέλεις άλλην, ακόμη δροσερωτέραν διαμονήν. Έπρεπε να σε είχα εδώ εις τας Αθήνας αυτάς τας ημέρας, και τότε να έβλεπα τι ήθελες ποθήσει! Τριάκοντα βαθμοί Ρεωμύρου εις την σκιάν, αγαπητή μου, ηξεύρεις τι θα ειπή; θα ειπή ένα βαθμόν περισσότερον από τα θερμά σου εκείνα λουτρά, τα οποία, ως ενθυμείσαι, σου επροξένουν σχεδόν λειποθυμίαν. Δεν ομιλώ περί του καύσωνος εν υπαίθρω, διότι δεν τον ησθάνθην και αποφεύγω να τον αισθανθώ. Ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας καθέτους του ηλίου ακτίνας δεν έχω δόξα τω Θεώ, ουδέ ομοιάζω τον καλόν μας εκείνον φίλον, όστις εξήρχετο την μεσημβρίαν εις τας οδούς ασκεπής, και εμειδία παράδοξον οίκτου μειδίαμα προς τους φορούντας πίλον και κρατούντας αλεξήλιον. Άλλως τε και τίποτε δεν με αναγκάζει να εξέρχωμαι την ημέραν εις τας οδούς των Αθηνών· αφίνω τον Βουγάν και τα εμπορικά διά το εσπέρας, και λυπούμαι εκ βάθους καρδίας τας δυστυχείς εκείνας, τας οποίας βλέπω από τα παράθυρά μου περιφερομένας εις τα μαγαζιά εν μέση μεσημβρία διά μισήν πήχην κορδέλλα, ως πολλάκις — entre-nous εννοείται, — μου συνέβη και σου συνέβη. Λέγουσιν όμως, ότι ο υπό τον ήλιον καύσων των τριών τεσσάρων τελευταίων ημερών ήτο αληθής καμίνου πνοή· ότι εξ όσων τον περιεφρόνησαν μετενόησαν πολλοί, και ότι τινών μάλιστα εκ των τολμηροτέρων έπαθεν η υγεία — άλλων, εννοείται, η σωματική και άλλων η πνευματική. Εις του καύσωνος τουλάχιστον την επίδρασιν αποδίδονται υπό των αρμοδίων έκτακτα τινά γεγονότα, οποία δεν συμβαίνουσι συνήθως εις τας ηρέμους και μονοτόνους Αθήνας, και των οποίων ήρωες — ή θύματα αν θέλεις — ήσαν ως επί το πλείστον ομόφυλοί μας. Ούτως εν παραδείγματι προχθές απεπειράθη, ως ήκουσα, τρυφερά τις νεάνις να αυτοκτονήση, λόγω μεν ότι η περιπαθής της καρδία, από καιρού ήδη ψάλλουσα μόνη, δεν κατώρθονε να ψάλη εν δυωδία, πράγματι όμως, ως έμαθον, διότι την προτεραίαν επί τέσσαρας όλας ώρας είχε περιέλθει τας οδούς Αιόλου και Ερμού, διά να εύρη κομβία αρμόζοντα εις το μακρόν corsage της à la Pompadour ενδυμασίας της. Άλλης τινός κομψής θεραπαινίδος τοσούτο εξηρέθισε, λέγουσι, την ζηλοτυπίαν ο καύσων του ηλίου, προστεθείς εις του μαγειρείου τον καύσωνα, ώστε ολίγου δειν εξερρίζονε τον μύστακα του σπαθάτου της δορυφόρου, εις ώραν παροξυσμού, αν προλαμβάνων εκείνος δεν εδρόσιζε κάπως τας παρειάς της διά της επαφής των στιβαρών του χειρών. Τρίτη τις άλλη ερρίφθη πρό τινων ημερών εις το φρέαρ της οικίας, ζητούσα όχι τον θάνατον, υποθέτω, ως έγραψαν αι εφημερίδες, αλλ' απλώς μόνον ολίγον ύδωρ δροσερόν.
Βλέπεις λοιπόν πού ευρισκόμεθα, και ευλόγει μάλλον τον Θεόν, ότι δεν είσαι εις τας Αθήνας, αντί να αγνωμονής προς την δρόσον και την χλόην της λίμνης σου.
Εν τούτοις μ' όλον αυτόν τον καύσωνα και τους σπουδαίους του κινδύνους ετόλμησα την παρελθούσαν εβδομάδα να εξέλθω της οικίας μου, διά να παρευρεθώ εις τας εξετάσεις του προτύπου σχολείου, το οποίον συνέστησεν προ ενός έτους το Υπουργείου της Παιδείας ως παράρτημα του Διδασκαλείου, προς πρακτικήν άσκησιν των νεοφύτων διδασκάλων. Πρέπει δε να σου ομολογήσω, εξ ιδίου ενθουσιασμού αυτήν την φοράν και όχι χαριζομένη εις την πατριωτικήν σου αισιοδοξίαν, ότι με κατέπληξαν αληθώς τα ευχάριστα αποτελέσματα του νέου συστήματος της διδασκαλίας, το οποίον εφηρμόσθη εις το νεοσύστατον σχολείον. Το σχολείον αυτό είνε μακράν της πόλεως, όπισθεν του βασιλικού κήπου, και οι μαθηταί του είνε κατ' ανάγκην παίδες αγροτών και χωρικών. Αι εξετάσεις εν τούτοις των χωρικών εκείνων παίδων, οίτινες ούτε εορτάσιμα εφόρουν, ούτε υπερτροφίαν έπασχον, κατέδειξαν εμφανώς και πάλιν — αν υποτεθή ότι υπήρχεν ανάγκη νέας του πράγματος αποδείξεως, — δύο τινά· πρώτον ότι η αγάπη των γραμμάτων δεν είνε συνήθως του πλούτου περίσσευμα, και δεύτερον ότι ανάγκη ριζικής μεταβολής του συστήματος, το οποίον διέπει έως σήμερον την δημοτικήν μας εκπαίδευσιν. Τα παιδία δεν πρέπει να διδάσκωνται ως παπαγάλλοι, αναγκαζόμενοι να αποστηθίζωσι πράγματα τα οποία δεν εννοούσιν, αλλά να εκπαιδεύωνται απ' αυτού του αλφαβήτου τοιουτοτρόπως, ώστε να εξυπνά η νεαρά των διάνοια, αναβαίνουσα βαθμίδα προς βαθμίδα την κλίμακα των γνώσεων, και να μορφούται η εύπλαστος καρδία των, αποκτώσα βαθμηδόν την αγάπην του καλού και του αγαθού. Αλλέως . . . — πλην θα εξολισθήσω εις φιλοσοφίαν, την οποίαν και συ βαρύνεσαι και εγώ, ιδίως τώρα, ότε περιρρέομαι από ιδρώτα διά να σου γράψω τας ολίγας αυτάς γραμμάς.
Το παρελθόν σάββατον εκηδεύθη εν Αθήναις μετά μαρασμόν πολυχρόνιον και νόσον ήτις είχε μικρόν κατά μικρόν εκμυζήσει πάσαν ζωικήν της δύναμιν . . . , τις νομίζεις; Η χήρα του Οδυσσέως Ανδρούτσου! Ουδέ καν εφαντάζεσο ίσως, ότι έζη έτι εις τας Αθήνας ενενηκοντούτις περίπου, έρημος, μόνη και λησμονημένη εντός πενιχράς — όχι οικίας, αλλά σχεδόν καλύβης, η περικαλλής ποτε εκείνη αμαζών, ην θαλεράν έτι νεανίδα είχε συζεύξει μετά του οπλαρχηγού του Οδυσσέως ο φοβερός της Ηπείρου τύραννος Αλή-Πασάς, ήτις όλον τον μέγαν αγώνα του 1821 παρηκολούθει πότ' εγγύθεν και πότε μακρόθεν τον πολυπλάνητον σύζυγόν της, μέχρις ου τον εθρήνησε τέλος κρεμάμενον από των προμαχώνων της Ακροπόλεως, και της οποίας ο βίος ολόκληρος υπήρξε σειρά δυστυχημάτων και δοκιμασιών. Μη βαρυθυμής όμως διά την άγνοιάν σου, διότι πολλοί, οι πλείστοι σχεδόν των εν Αθήναις ηγνόουν ως και συ μέχρι του προχθές σαββάτου, ότι η Ελένη Ανδρούτσου, η Ο δ υ σ σ έ α ι ν α, ως την εκάλει του αγώνος η γενεά, έζη έτι εν Αθήναις. Ολίγοι, ολίγιστοι μόλις το εγνώριζον, και μεταξύ των ολίγων αυτών ήσαν οι υπάλληλοι του λογιστηρίου του Υπουργείου των Εσωτερικών, οίτινες της έδιδον κατά μήνα μικρόν τι ένταλμα βοηθήματος χρηματικού, δι' ου κατώρθωσεν η μαραμμένη χήρα να συρθή σιγά σιγά προς τον τάφον. Είνε τόσον άνετον πράγμα η άγνοια! Τόσον εύκολον και ευπρόσιτον παρέχει την πρόφασιν εις τον αδιαφορούντα, αν η χήρα του Οδυσσέως Ανδρούτσου κατεκλίνετο πολλάκις εν σκότει και εκοιμάτο νήστις! Προ ολίγων μόλις ετών είχαμεν αναγκασθή, είνε αληθές, να την ενθυμηθώμεν, και οιονεί αφυπνισθέντες έν πρωί ηκούσαμεν, ότι έζη έτι η χήρα του Οδυσσέως, και ετέλει — αυτή μόνη, διότι τις άλλος είχε καιρόν να φροντίση περί τούτου — την ανακομιδήν των οστών του πεφιλημένου συζύγου της, του ήρωος της Γραβιάς. Έκτοτε όμως την είχαμεν λησμονήσει εντελώς! Αλλ' η κόρη εκείνη άλλης γενεάς, η γυνή του 1821, το γέννημα των Καλαρρυτών της Ηπείρου, η θυγάτηρ του Χρήστου Καρέλη, δεν ελησμόνει εν τη πενιχρά της και σκοτεινή καλύβη την Ελλάδα. Ότε δε προ ενός και ημίσεος έτους ευοίωνα τινα αλλ' απατηλά δυστυχώς σημεία υπέδειξαν, ότι επρόκειτο να εξαναστή το Ελληνικόν, και οι άνδρες ωπλίζοντο και εβάδιζον προς τα σύνορα, ημείς δε αι γυναίκες, υπακούοντες εις το ευγενές φώνημα της ελληνικής μας βασιλίσσης, ερράπτομεν χιτώνας και εξαίναμεν μοτόν διά τους μέλλοντας τραυματίας του νέου ιερού αγώνος, η χήρα του Οδυσσέως ησθάνθη και πάλιν την γηραιάν της καρδίαν θερμαινομένην· εμνήσθη ημερών αρχαίων, ενθυμήθη την υπό τον ζυγόν πατρίδα της, ωνειρεύθη την σοβαράν μορφήν του απαγχονισθέντος ήρωός της, και έμεινε νύκτας πολλάς αγρυπνούσα υπό το αμυδρόν φως της διψώσης λυχνίας της, ίνα . . . ξαίνη μοτόν δ ι ά τ α π α λ λ η κ ά ρ ι α!
Ότε δε τέλος απέκαμον οι ισχνοί της δάκτυλοι και οι οφθαλμοί της δεν έβλεπον πλέον, παρέλαβε της εργασίας της το προϊόν η ενενηκοντούτις γραία και μεταβάσα εις τα ανάκτορα παρέδωκεν αυτό εις την Βασίλισσαν, λέγουσα· «Στείλ' το, βασίλισσά μου! να ζούσε ο Λεωνίδας μου, το πήγαινε 'κείνος!» Ο Λεωνίδας της ήτο ο αγαπητός της υιός, ον δωδεκαετή μόλις είμαρτο να θάψη η δυστυχής χήρα προ τεσσαράκοντα δύο ετών εν Μονάχω, όπου εξεπαίδευεν αυτόν η μεγαλοδωρία του γηραιού φιλέλληνος βασιλέως Λουδοβίκου.
Αυτή λοιπόν η γυνή απέθανε την παρελθούσαν παρασκευήν εν Αθήναις, και εκηδεύθη την επαύριον, προπεμφθείσα εις τον τάφον . . . . υπό εικοσάδος ανθρώπων, και τούτων εκ των λαϊκών στρωμάτων. Ναι, αγαπητή μου! Ημείς, οι ευγενείς και πεφωτισμένοι και τοσούτον ευαίσθητοι κάτοικοι της πρωτευούσης του ελληνικού βασιλείου, οίτινες συνοδεύομεν πυκνοί και πρόθυμοι την πρώτην κηδείαν ήτις θα παρέλθη προ των παραθύρων μας — όταν μάλιστα έχη και μουσικήν — ωκνήσαμεν να πληρώσωμεν εις του Οδυσσέως την χήραν ένα έσχατον φόρον συμπαθείας και ελέου, τον οποίον εχρεωστούσαμεν, εννοείς; εχρεωστούσαμεν και εις αυτήν και εις τον άνδρα της. Δεν το εσυλλογίσθημεν, βλέπεις. Είμεθα τόσον πολυάσχολοι! Έπειτα, . . . μήπως είχε μουσικήν; Μήπως είχαμεν αφορμήν να ακούσωμεν και να κρίνωμεν κανέν νέον πένθιμον εμβατήριον του αρχιμουσικού μας;
Ζ'.
Εν Αθήναις τη 5 Ιουλίου 1879
Είχες δεν είχες λοιπόν, έφυγες από την Ιταλίαν, και προχωρείς, ως μου γράφεις, προς βορράν, αγνοείς δε και συ ακόμη που θα σταματήσης, απαράλλακτα ως τα εκδημητικά εκείνα πτηνά, τα οποία διώκει εναλλάξ πότε το θέρος και πότε ο χειρών προς κλίματα ευκραέστερα. Σε κατέλαβε και πάλιν, βλέπω, η κινητική σου εκείνη μανία, διά την οποίαν ο μεν σοφός σου φίλος Ξ. σε ωνόμαζεν άλλοτε perpetuum mobile, ημείς δε οι άλλοι οι μη σοφοί σ' ελέγαμεν αεικίνητον, και σε εσυμβουλεύαμεν, ενθυμείσαι, αστειευόμενοι να ζητήσης brevet d' invention από την κυβέρνησιν, πριν ή σε προλάβη ο ατυχής εκείνος νέος Κ., ούτινος η μεγαλοφυής εφεύρεσις επέπρωτο τέλος να εξατμισθή εντός . . . φρενοκομείου. Αλλά την μονομανίαν σου αυτήν μας την ενδύει τώρα με το ωραίον πρόσχημα της επιθυμίας δροσερωτέρας διαμονής. Έστω και τούτο· δεν φιλονεικώ μαζή σου διά τόσον μικρόν πράγμα. Είμαι όμως περίεργος να ιδώ, αν ο λόγος αυτός της αδιάκοπου σου κινήσεως δεν θα σε ωθήση επί τέλους μέχρι της βορείου θαλάσσης. Πολύ φοβούμαι, μήπως λάβω καμμίαν ημέραν επιστολήν σου, ήτις να μου αναγγέλλη, ότι επεβιβάσθης εις ατμοκίνητον εκπλέον εις τας βορείους ακτάς της Νορβηγίας. Μη μειδιάς· σε βεβαιόνω, ότι η είδησις δεν θα με εκπλήξη διόλου. Οπωσδήποτε εγώ διευθύνω το γράμμα μου εις την παλαιάν σου διαμονήν, και είμαι ήσυχος ότι κάπου θα σ' εύρη.
Σου είχα υποσχεθή εις μίαν των τελευταίων μου επιστολών να αναγνώσω το περί των υδάτων της πόλεώς μας βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, και να σου γράψω περί αυτού. Υπέθεσα τότε και υποθέτω ακόμη εν τω εγωισμώ μου, ότι θα σ' ενδιέφερε να γνωρίζης, αν ο λάρυγξ της φίλης σου είνε υγρός ή ξηρός, και αν υπάρχει ελπίς να εξασφαλισθή τουλάχιστον εν τω μέλλοντι το επιούσιον ύδωρ εις τους κατοίκους της πόλεως, εις την οποίαν θα σταματήση επί τέλους μίαν ημέραν και το πολυπλάνητον βήμα σου. Το ανέγνωσα λοιπόν απ' αρχής μέχρι τέλους, αλλά δεν σου γράφω περί αυτού, και προτιμώ να σου το στείλω υπό ταινίαν, ως λέγει παρ' ημίν η επίσημος των γραφείων γλώσσα.
Δεν σου γράφω εν εκτάσει περί αυτού, και αρκούμαι μόνον να συστήσω εις την προσοχήν σου το πολύτιμόν του περιεχόμενον, διότι αδύνατον μου είνε δυστυχώς να συνοψίσω εντός επιστολής τας πολυειδείς και ποικίλας ειδήσεις περί της γεωλογικής και υδρογραφικής καταστάσεως των Αθηνών, όσας ο συγγραφεύς εταμίευσεν εντός αυτού, διά πολλών κόπων και μελέτης μακράς. Σου σημειόνω μόνον εν παρόδω, και τούτο διά να λάβης εγκαίρως τα μέτρα σου, πριν ή αποκατασταθής οριστικώς εν Αθήναις, ότι κατά τον κύριον Κορδέλλαν απαιτείται δαπάνη τριών περίπου εκατομμυρίων δραχμών, ίνα διοχετευθώσιν εις τας Αθήνας τα αναγκαία εις τους κατοίκους της ύδατα. Σημείωσε δε και τούτο, το οποίον δεν περιλαμβάνεται εις το βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, είνε όμως ουχ ήττον αληθές, διότι περιλαμβάνεται εις τα λογιστικά βιβλία του δήμου Αθηναίων· ότι δηλαδή ο αρχοντικός ούτος δήμος, — όστις κατά τούτο ομοιάζει τους άρχοντας, ότι τα χρέη του είνε εξαπλάσια περίπου των εισοδημάτων του — έχει ήδη τριών περίπου εκατομμυρίων χρέη, και ότι απέναντι αυτών πληρόνει κατ' έτος εις τους δανειστάς του τόκον . . έν σχεδόν τοις εκατόν. Υποθέτεις συ, ότι είνε εύκολον εις τοιούτον οφειλέτην να εύρη και νέον δάνειον; Εγώ δυσκολεύομαι να το ελπίσω, και διά τούτο εφρόντισα ήδη εγκαίρως να ανοίξω φρέαρ εντός της οικίας μου, ίνα προλάβω την κόρυζαν, από την οποίαν πολύ φοβούμαι ότι είνε προωρισμένοι ν' αποθάνωσι μίαν ημέραν επιδημικώς οι κάτοικοι των Αθηνών.