Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Part 16

Chapter 1649 wordsPublic domain

Έχομεν λοιπόν και εφέτος θέατρον εις το Φάληρον, και θέατρον μάλιστα γαλλικόν, και συρρέομεν πάλιν εκεί αθρόοι από της προχθές Κυριακής, άνδρες γυναίκες και παιδία, και συνωθούμεθα να ακούσωμεν την Ω ρ α ί α ν Μ υ ρ ο π ώ λ ι δ α, και απολαύομεν πάλιν μετά το τέλος της παραστάσεως του θορυβώδους μεν αλλά διασκεδαστικού εκείνου θεάματος, το οποίον παρέχουσιν οι επί του κρηπιδώματος του σιδηροδρόμου συσσωρευόμενοι άνδρες, οι ως επί το πλείστον ηρωικώς αγωνιζόμενοι προς προκατάληψιν θέσεως εν τη αμαξοστοιχία. Ο εφετεινός θίασος δεν είνε κακός εν συνόλω, ούτε δικαιούται τις να έχη μείζονας παρ' αυτού απαιτήσεις, όταν αναλογισθή ότι είνε θίασος υπαιθρίου θεάτρου, και ότι μία δραχμή είνε η τιμή της εισόδου. Είνε αληθές ότι άλλοτε η εταιρεία του σιδηροδρόμου μας είχε συνειθίσει να πληρόνωμεν δέκα μόνον λεπτά διά το θέατρον, και ότι ενθυμούμεθα την ευδαίμονα εκείνην εποχήν. Λέγουν μάλιστα, ότι ο χρυσούς εκείνος αιών υπήρξε και διά την εταιρίαν χρυσούς. Αλλ' οπωςδήποτε η δεκάρα εκείνη ήτο απλώς αστειότης, και δεν δύναται τις ευλόγως να ζητή καθ' εκάστην αστειότητας. Το βέβαιον είνε, ότι η φαληρική εκείνη διασκέδασις είνε μία των ωραιοτέρων μας θερινών διασκεδάσεων, αίτινες άλλως δεν είνε λίαν άφθονοι· οσάκις δε μάλιστα, ως εφέτος, δεν λαμβάνει τας τραγικάς διαστάσεις του Φ ά ο υ σ τ, της Λ ο υ κ ί α ς, της Ν ό ρ μ α ς και των Κ α θ α ρ ι σ τ ώ ν, αλλά περιορίζεται εις πινάκια ελαφρά και ευκατάποτα, οποία είνε μ' όλα των τα ελαττώματα αι Οφφεμπαχιάδες, δύναται τις να λησμονήση ευαρέστως παρά το γλαυκόν κύμα του Φαλήρου, υπό την θερινήν πανσέληνον, και προς ορχηστικήν τινα μελωδίαν του γαλλικού θεάτρου, τον καύσωνα και τον κονιορτόν της πρωτευούσης.

Περί του θεάτρου του Απόλλωνος και των άλλων παραλισσίων διασκεδάσεων δεν σου γράφω σήμερον, διότι δεν κατώρθωσα ακόμη να τας ίδω. Ο ιατρός μου, όστις, σημείωσε, φορεί ακόμη το εσπέρας τον επενδύτην του, δεν μου επιτρέπει να μεταβώ εκεί την εσπέραν, διότι, λέγει, είνε πολλή υγρασία. Δεν θα τον ακούσω όμως — σου το εξομολογούμαι υπό πάσαν εμπιστοσύνην — και η προσεχής μου επιστολή θα ήνε πλήρης γερμανικών ασμάτων, και πάθους ελλήνων υποκριτών, και αμανέ ανατολικού, αν, ως ελπίζω, έλθη έως τότε ο ανυπομόνως εκ Σμύρνης προσδοκώμενος θίασος.

Εις το Ωδείον τώρα, το οποίον βλέπεις αφήκα τελευταίον pour la bonne bouche. Ότε προ οκτώ ετών συνεστήθη ο μουσικός και δραματικός σύλλογος εν Αθήναις, και σκοπόν αυτού εκήρυξε την μόρφωσιν Ελλήνων αοιδών και ηθοποιών, και την διάδοσιν εν γένει του ευρωπαϊκού μουσικού αισθήματος εις τόπον όπου απόλυτος σχεδόν κύριος εδέσποζεν ο αμανές, οι πλείστοι, ενθυμούμαι, εχαιρέτισαν την σύστασιν αυτού με δυσπιστίας μειδίαμα, ολίγοι δε μόλις πλήρεις ελπίδων αισιόδοξοι επίστευσαν εις την επιτυχίαν του νέου ιδρύματος. Τα πράγματα σήμερον δεν εδικαίωσαν μεν εισέτι τους αισιοδόξους, διέψευσαν όμως ήδη τους δυσκόλους εκείνους, οίτινες αφθονούσι δυστυχώς παρ' ημίν, και νομίζουσι πάντοτε, ότι παρέχουσι δείγματα βαθείας κρίσεως και δυνάμεως μαντικής, αν εκ προοιμίων φανώσι δυσπιστούντες προς την επιτυχίαν γενναίας τινός επιχειρήσεως, και καταδικάσωσιν εκ προκαταβολής, ως ματαίαν ή πρόωρον, την παρ' ημίν εισαγωγήν των στοιχείων εκείνων του νεωτέρου πολιτισμού, άτινα αποτελούσι τα υγιέστερα των συστατικών του. Το Ωδείον των Αθηνών, ήτοι το κύριον ίδρυμα του μουσικού και δραματικού συλλόγου, δεν παρήγαγεν ακόμη, είνε αληθές, ηθοποιούς, διότι αρχήθεν, αγνοώ έκ τινων σκέψεων ορμώμενος, επέστησεν ο σύλλογος την προσοχήν αυτού εις καταρτισμόν και μόρφωσιν του μουσικού ιδίως τμήματος. Παρήγαγεν όμως ήδη ικανώς μορφωμένους μουσικούς και αοιδούς εκατέρου του φίλου, εξεπαίδευσεν ορχήστραν ολόκληρον, εκ τεχνιτών συγκειμένην και βιομηχάνων, εδίδαξε την μουσικήν και την ωδικήν τους τροφίμους του Ορφανοτροφείου Χατζή Κώστα, έδωκε πολλάς μέχρι τούδε συναυλίας, ακουσθείσας μετ' ευχαριστήσεως και δικαίας, εννοείται, επιεικείας, και τέλος πάντων — τώρα ετοίμασε το μεγαλείτερον των επιφωνημάτων σου — εξετέλεσε πρό τινων ημερών ολόκληρον μελόδραμα — την Βετλήν του Δονιζέττη — από της μικράς σκηνής του θεάτρου του. Το επερίμενες αυτό; Εγώ, σε βεβαιώ, δεν το επερίμενα. Δεν σου γράφω περί του κειμένου του μελοδράματος, όπερ είς των καθηγητών του Ωδείου μετέφρασεν ελληνιστί, διότι είνε αυτό καθ' εαυτό ασήμαντον, και ολίγη επομένως η βλάβη, αν η ελληνική μετάφρασις ηύξησε κάπως την ασημαντότητά του· εκτός δε τούτου ευτυχώς αι λέξεις δεν ακούονται, και ο ακροατής, ευχαριστούμενος εκ της ελαφράς μελωδίας και του υποπτέρου ρυθμού της μουσικής, δεν προσέχει εις τας περιέργως περιπαθείς φράσεις, τας οποίας ανταλλάσσουσιν οι δύο ερασταί. Ό,τι όμως πρέπει να σου γράψω, διότι μεγάλην και απροσδόκητον μ' επροξένησεν εντύπωσιν, είνε η επιτυχία των χορών κατά πρώτου λόγου και της ορχήστρας κατά δευτέρου. Η επιτυχία αύτη είνε καθαρόν και αναντίρρητον προϊόν της διδασκαλίας του Ωδείου, και αληθή παρήγαγεν έκπληξιν εις τους ακροατάς. Νέοι και νέαι, από δύο μόλις ή από τριών ετών διδασκόμενοι εν τω Ωδείω, εξετέλεσαν τους χορούς και τας ομοφωνίας του μελοδραματίου με πολλήν και τονικήν και χρονικήν ακρίβειαν, και ουδόλως ήσαν υπερβολικά τα χειροκροτήματα των θεατών, άτινα επεδοκίμασαν και ενεθάρρυναν τον νεαρόν εκείνον θίασον. Δικαία επίσης ήτο η επιδοκιμασία και ενθάρρυνσις της πρωταγωνιστρίας δεσποινίδος Βέσσελ, ήτις δεν έχει μεν πλήρη και τελείαν φωνήν υψιφώνου, έψαλεν όμως αψόγως το μέρος της, και θέλει βεβαίως καταστή δόκιμος ελαφρά υψίφωνος, αν εξακολουθήση ασκουμένη μετά του αυτού ζήλου, και αποφεύγη ιδίως να κουράζη την φωνήν αυτής. Περί των δύο ανδρών, του υψιφώνου και βαρυφώνου, non ragioniam, ως λέγει ο Δάντης· προθυμίαν είχον πολλήν και οι δύο αλλ' ενθυμείσαι τι λέγει το γραφικόν ρητόν.

Τέλος πάντων, φιλτάτη, ηκούσαμεν εν Αθήναις μελόδραμα ελληνιστί αδόμενον υπό ελλήνων. Το πράγμα είνε άξιον λόγου, φαντάζομαι δε ποίος ενθουσιασμός θα καταλάβη σε την πατριώτιδα, και ποίος διθύραμβος θα ήνε η απάντησίς σου εις την επιστολήν μου.

Γ'.

Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879.

Έχεις δίκαιον. Τα Μεδιόλανα είνε αναντιρρήτως η ωραιοτέρα πόλις της Ιταλίας. Δεν έχουν βεβαίως ούτε την ζωηρότητα της Νεαπόλεως, ούτε το κλασικόν γόητρον της Ρώμης, ούτε την επιβάλλουσαν εκείνην σεμνότητα της Φλωρεντίας. Δεν έχουσιν όμως επίσης ούτε τον επαιτικόν και ρυπαρόν πληθυσμόν της πρώην πρωτευούσης του παλαιού νεαπολιτικού βασιλείου, ούτε τους ρασοφόρους και τας κωδωνοκρουσίας και τους λοιμώδεις πυρετούς της ουρανίας πόλεως, ούτε την ερημίαν εκείνην της βασιλίδος της Τοσκάνης, ήτις εμπνέει σήμερον αληθή λύπην εις τον γνωρίσαντα την Φλωρεντίαν άλλοτε ποτε, εις ημέρας δόξης παρελθούσης. Ολίγας ημέρας έμεινα προ ετών εις Μεδιόλανα. Με ηύφρανεν όμως, σε βεβαιώ, κατά το βραχύ αυτό διάστημα, το εξωτερικόν εκείνο ήθος της ευτυχίας, το οποίον βλέπει ευθύς πρώτον ο επισκεπτόμενος την πόλιν, και το οποίον διαθέτει τόσον ευχαρίστως του θεατήν, οπουδήποτε και αν το απαντήση, είτε εις πόλιν ολόκληρον, είτε εις οικίαν είτε εις άτομον απλούν. Είσελθε εις ολλανδικήν οικίαν, και θα ιδής πόσην θα αισθανθής ευχαρίστησιν, βλέπουσα πάντα τα εν αυτή καθάρια και εν τάξει, το έδαφος στίλβον, τας υέλους των παραθύρων αστραπτούσας από το τρίψιμον, τα παραπετάσματα λευκά ως χιόνα, τα κλείθρα λάμποντα ως κάτοπτρα. Αισθάνεσαι ευθύς, ότι ο ιδιοκτήτης ου μόνον ευπορεί, αλλά και γνωρίζει πώς πρέπει να ζήση εν ευπορία· τον μακαρίζεις ενδομύχως, η ευημερία εκείνη αντανακλάται εις την ψυχήν σου και ανατέλλει κατόπιν επί του προσώπου σου, και η καρδία σου ευρύνεται υπό ανεξήγητόν τι αλλ' ευάρεστον συναίσθημα, όμοιον προς εκείνο το οποίον μας προξενεί το άρωμα ευόσμου άνθους.

Δεν ηξεύρω, αν ερμηνεύω καλώς την ιδικήν σου ευχαρίστησιν, αλλ' εις εμέ τουλάχιστον τοιαύτην τινά επροξένησεν εντύπωσιν η πόλις σου, ότε κατά πρώτον την είδα. Η καθαριότης των οδών και των κατοίκων, η αυτάρκης εκείνη ευχαρίστησις η λάμπουσα επί της χρηστής αυτών και ακάκου μορφής, το σπεύδον και συγχρόνως μετρημένον βήμα των, εκ του οποίου εσυμπέραινέ τις ευθύς, ότι οι βαδίζοντες ούτε κηφήνες ήσαν, ούτε περίεργοι, αλλά μετέβαινον εις το έργον των, όλα αυτά ως και η παντελής έλλειψις επαιτών και αργών ανθρώπων, μου επροξένησαν εντύπωσιν, οποίαν εις ουδεμίαν άλλην ησθάνθην ευρωπαϊκήν πόλιν.

«Αλλά, θα εκφωνήσης βέβαια, εγώ σου ζητώ νέα εξ Αθηνών, και συ μου γράφεις διά τα Μεδιόλανα!» Συγχώρει με, αγαπητή μου· έχεις δίκαιον. Ελησμονήθην προς στιγμήν, αλλά δεν σου γράφω και διατί ελησμονήθην, διότι . . . γνωρίζω ότι θέλεις επιστολάς couleur de rose, και αν σου έγραφον την αιτίαν της λήθης μου, πολύ διαφορετικόν θα είχεν η αιτιολογία μου το χρώμα.

Νέον εξ Αθηνών δεν έχω άλλο μεγαλείτερον και σπουδαιότερον να σου γράψω, ειμή ότι ο θίασος του Ταβουλάρη ήρχισε τέλος πάντων τας παραστάσεις του παρά τας όχθας του Ιλισσού. Λέγω όχθας εξ απλής παραδόσεως, χωρίς να εννοώ παντάπασι να προσβάλω τον ειρηνικόν μας Ιλισσόν, ονομάζουσα αυτόν ποτάμιον. Είνε αληθές, ότι η επί του καλλωπισμού της πόλεως επιτροπή έκρινεν αναγκαίον να εγείρη παρόχθια τείχη, ίνα προφυλάξη, φαίνεται, τα χώματα της οδού εναντίον της κατακτητικής ορμής του κλασικού ρύακος. Αλλ' ο πτωχός — τω ύδατι — Ιλισσός δεν έχει αναντιρρήτως κακούς σκοπούς, και ομοιάζει, νομίζω, αυτήν την φοράν με κράτος τι, κλασικόν επίσης, το οποίον εμπόδιζαν άλλα μεγαλείτερα κράτη να πολεμήση, ενώ εκείνο το ταλαίπωρον ουδέ καν εσυλλογίζετο τοιαύτα κινδυνώδη εγχειρήματα. Ήρχισε λοιπόν ο κλασικός Μένανδρος τας κλασικάς του παραστάσεις παρά το κλασικόν ποτάμιον, ή κυριολεκτικώτερον παρά τα χαλίκια του κλασικού ποταμίου, επί θεάτρου ανακαινισθέντος εκ βάθρων, υπό την λάμψιν αεριόφωτος αυτήν την φοράν, και απέναντι κοινού, το οποίον τίποτε άλλο δεν θέλει καλλίτερον, ειμή να ανατριχιάζη εκατοντάκις της εσπέρας προς τας φοβεράς σκηνάς των οικογενειακών δραμάτων του Dennery, να μοσχεύη τέσσαρα τουλάχιστον μανδήλια διά των δακρύων, άτινα προκαλεί η περιπαθής απαγγελία της πρωταγωνιστρίας, και να χειροκροτή εκθύμως la prose του κ. Ταβουλάρη, όστις από τινος έγεινε και μεταφραστής, και, — μα τον θεόν, νομίζω και συγγραφεύς. Εις αυτού τουλάχιστον τον κάλαμον απέδωκε το κοινόν την προκήρυξιν, δι' ης ο θίασός του εδήλωσεν εις τους Αθηναίους την έναρξιν των παραστάσεων αυτού. Υποθέτω, ότι θα έχης την φυσικήν και πατριωτικήν περιέργειαν να την αναγνώσης· επειδή δε μου είνε αδύνατον να την αντιγράψω ολόκληρον εντός επιστολής, σου μεταδίδω μόνον την αρχήν της. «Αφιππεύοντες», λέγουσιν οι έλληνες ηθοποιοί, «εκ του Πηγάσου, όστις εν τω παρελθόντι κατά την νηπιώδη της ελληνικής σκηνής κατάστασιν συμπαρέσυρεν ημάς πολλάκις εις αιθέρια ύψη, εις ελπιδοφόρα και ψυχοτερπή όνειρα, αλλά και εις απροσπελάστους τοις πλείστοις κορυφάς, ένθα αι μούσαι μεθύσκουσι τους θνητούς εκ των αθανάτων ναμάτων της Ιπποκρήνης, λέγομεν ξηρά ξηρά . . . κ. τ. λ.» Σου ορκίζομαι, ότι ούτε παρέλειψα ούτε προσέθηκα συλλαβήν εις το αυθεντικόν της προκηρύξεως κείμενον. Δεν προσθέτω δε σχόλιον κανέν, διότι . . . ουδέ διότι, νομίζω, χρειάζεται.

Πρώτη παράστασις υπήρξεν η του Μ ά ξ β ε λ, «εξόχου δράματος του Ιουλίου Βαρβιέ», ως λέγει η θεατρική προκήρυξις, «εις πράξεις πέντε και ένα πρόλογον, μεγάλην εμποιήσαντος αίσθησιν εν Παρισίοις, διότι παριστά την πάσχουσαν και πεπλανημένην δικαιοσύνην». Φέρουσα δε ο πρόλογος και αι πέντε του δράματος πράξεις τας εξής φοβεράς επιγραφάς· «Θ α ν α τ ι κ ή ε κ τ έ λ ε σ ι ς, Ο υ ι ό ς τ ο υ δ ο λ ο φ ό ν ο υ, Α δ ε λ φ ό ς κ α ι α δ ε λ φ ή, Τ ο ε γ χ ε ι ρ ί δ ι ο ν, Τ ο ό ρ α μ α, Η τ ι μ ω ρ ί α». Φοβείσαι; εγώ φοβούμαι, αγαπητή, και δι' αυτό, σου εξομολογούμαι την αμαρτίαν μου, μόλις κατώρθωσα να ακούσω τον πρόλογον. Η φρίκη μου υπήρξε τόση, ώστε τα νεύρα μου ήρχισαν να χορεύουν, και ανεχώρησα ευθύς με σφοδρόν πονοκέφαλον. Αναντιρρήτως αι σφοδραί συγκινήσεις δεν με στέργουν. Ήμην πάντοτε κράσεως ασθενούς, και δι' αυτό κάμνω ακόμη ψυχρολουσίαν.

Πλην τι τα θέλεις; μ' όλην αυτήν την τακτικήν θεραπείαν, των νεύρων μου, είνε ακόμη απρόσιτοι εις εμέ αι συγκινήσεις των «ο ι κ ο γ ε ν ε ι α κ ώ ν δ ρ α μ ά τ ω ν» του Μενάνδρου. Δεν δύναμαι λοιπόν, βλέπεις, να σου γράψω λεπτομερέστερον τα κατά την πρώτην παράστασιν του Απόλλωνος, επιφυλάττομαι δε να σου λαλήσω εκτενέστερον περί του ελληνικού μας θεάτρου, όταν δοθή καμμία κωμωδία ή άλλη τις παράστασις ηρεμωτέρα, την οποίαν να καταπίνη ευκολώτερον ο ασθενής μου στόμαχος.

Εξελθούσα του Απόλλωνος ηξεύρεις τι έκαμα; μετέβην ευθύς απέναντι εις το Άντρον των Νυμφών, όπου ψάλλει σήμερον και μουσουργεί θίασος γερμανών και γερμανίδων, ή κυριολεκτικώτερον βοημών και βοημίδων. Quantum mutatum ab illo το ταλαίπωρον αυτό Άντρον! Ούτε άνθη πλέον, ούτε σκιαί, ούτε υδάτων ψίθυρος, ούτε παράσχειον μονοπάτι! Καθίσματα μόνον ξύλινα τριγύρω και τραπέζια με ποτήρια ζύθου, ναργιλέδες πού και πού αναδίδοντες τας κυανωπάς των έλικας διά του αραιού φυλλώματος των ολίγων περισωθέντων δένδρων, και σανίδωμά τι, απομιμούμενον δήθεν σκηνήν, και μεταφερόμενον εδώ και εκεί κατά τας εκάστοτε ανάγκας και συμφωνίας του ιδιοκτήτου. Αφ' ότου το πρώτον, προ οκτώ ετών, εισέβαλεν εις τον ποιητικόν εκείνον χώρον ο πρώτος επισκεφθείς τας Αθήνας γερμανικός μουσικός θίασος, ήτοι η Μ α ρ ί κ α ι ς, ως επωνόμασεν αυτόν το πυκνόν πλήθος των θαυμαστών του, τι δεν είδε το πτωχόν αυτό Άντρον, και τι δεν ήκουσεν! Ήκουσε την Risette τραγουδούσαν διά της ανδρικής της φωνής την Femme du sapeur· ήκουσε την Stella del nostro amore εν ιταλική δυωδία, και τας κωμικάς προσλαλιάς του έλληνος clown Μανώλη· είδε τον Φραντζήν και την αμερικανήν σχοινοβάτιδα, ήτις ανήρτα από του τραχήλου της εκατόν οκάδων βάρος· ήκουσεν αμανέν και είδε ταχυδακτυλουργίαν! Όλα τα είδε, και σήμερον πάλιν επανέρχεται εις τα πρώτα του,

comme on revient toujours a ses prémieres amours,

και έχει βοημούς μουσουργούς, οίτινες πίνουσι τον ζύθον των απαθέστατα, οσάκις δεν παίζουσι, και αοιδούς βοημίδας, αίτινες, οσάκις δεν ψάλλουσι, περιφέρουσι το ιλαρόν τον μειδίαμα και το πινάκιόν των εις τους θεατάς.

_Άλλαξαν όμως οι καιροί ς' τον κόσμον εδώ κάτω!_

Δεν βρέχει πλέον αργυρά νομίσματα ούτε χαρτονομίσματα αιδημόνως συνεπτυγμένα η περιπαθής λατρεία των θεατών· δεν φωλεύουσι πλέον εις τα άδυτα των αδύτων του συμφύτου άλλοτε κήπου οι γηραιοί λάτρεις της Τούμπλας και της Άννας, αναμένοντες έν των μειδίαμα ως δρόσον του ουρανού· ουδέ υπάρχει πλέον ανάγκη να συνοδεύωσι τας μουσουργούς νεάνιδας εις τας οικίας των κλητήρες και χωροφύλακες μετά το τέλος της παραστάσεως, ίνα προφυλάττωσιν αυτάς κατά του εξημμένου ενθουσιασμού των ακροατών. Οι χρυσοί χρόνοι της ποιητικής εκείνης νηπιότητος του αθηναϊκού κοινού παρήλθον ανεπιστρεπτεί, και σήμερον μόλις που τολμά η δεκάρα να περιφρονήση το πεντάλεπτον επί του λευκού χειρομάκτρου του πινακίου, μόλις δε το χείλος των αδιαφόρων ακροατών ανοίγεται εις ανάλατόν τινα φιλοφροσύνην προς την χαλκολογούσαν μουσουργόν, και το περικαθήμενον κοινόν δυσκόλως μόλις συγκατατίθεται να μειδιάση προς την τετράφωνον μελωδίαν του

Auf der Au, Au . . Au, Au . . Au!

την οποίαν υλακτούσιν εναμίλλως τέσσαρες γερμανικαί χάριτες, φορούσαι κατά παράδοξον καλαισθησίαν όλα της ίριδος τα χρώματα.

Γινόμεθα βλέπεις πρακτικώτεροι οσημέραι και ημείς οι εν Αθήναις. Επαύσαμεν προ καιρού να τρεφώμεθα με ατμούς και αισθήματα· αποβλέπομεν εις την ουσίαν κυρίως· ανάγομεν όλα εις την υ π ε ρ τ ί μ η σ ι ν ή υ π ο τ ί μ η σ ι ν, και φιλολογικώς κινδυνεύομεν, μα την αλήθειαν, να γείνωμεν οπαδοί της πραγματικής σχολής του Assomoir ή του Α υ τ ο κ τ ο ν ε ί ο υ (!!), αν προτιμάς την πρόσφατον ελληνικήν μετάφρασιν.

Απέρχεσαι τέλος, μου γράφεις, εις την λίμνην του Κόμου, και εκεί θα σου διευθύνω την προσεχή μου επιστολήν. Μη λησμονήσης, ότι θέλω λεπτομερή έκθεσιν των πρώτων σου εντυπώσεων.

Δ'.

Εν Αθήναις, τη 11 Ιουνίου 1879.

Σου γράφω και σήμερον εις Μεδιόλανα, διότι, μη λαβούσα επιστολήν σου αυτήν την εβδομάδα, δεν ηξεύρω πού αλλού να διευθύνω το γράμμα μου. Είμαι τουλάχιστον βεβαία τοιουτοτρόπως, ότι η επιστολή μου θα σε πάρη το κατόπιν, και θα σε φθάση επί τέλους όπου ευρίσκεσαι, χωρίς να πάθη ό,τι φοβούμαι ότι έπαθεν η ιδική σου εις το ελληνικόν ταχυδρομείον. Τι τα θέλεις όμως; ήθελα πολύ να είχες φθάσει εις την λίμνην του Κόμου. Πρώτον, διότι θα επέγραφα με αρχαιολογικήν υπερηφάνειαν την επιστολήν μου: Εις Λ ά ρ ι ο ν Λ ί μ ν η ν, και θα σου εδείκνυα τοιουτοτρόπως σοφίαν γεωγραφικήν, την οποίαν βεβαίως δεν θα επερίμενες, διότι δεν υποπτεύεις συ — η άκακος και ενθουσιώδης φύσις — ότι αρκεί τις να φυλλομετρήση επ' ολίγα μόνον λεπτά τον πρώτον τυχόντα ερυθρόφυλλον Οδηγόν, διά να μάθη πώς έλεγον οι παλαιοί την λίμνην, της οποίας αι όχθαι θα ακούσουν εφέτος τα θαυμαστικά σου επιφωνήματα. Δεύτερον, διότι θα είχα αφορμήν, απαντώσα εις τας ιδικάς σου εντυπώσεις, να φλυαρήσω και εγώ ολίγον περί της μαγευτικής εκείνης λίμνης, και να γεμίσω κάπως το σημερινόν μου γράμμα, το οποίον κινδυνεύει τώρα να μείνη κενόν, κενότατον και πτωχόν. Διότι — τι να σου το κρύπτω αγαπητή μου; — αι Αθήναι, όσον και αν εξογκούνται, όπως ομοιωθώσι με τας ευρωπαϊκάς μεγαλοπόλεις, όσον και αν αντιγράφουν — με στραβόν, εννοείται, χάρακα, — τον δυτικόν πολιτισμόν, όσον και αν ετελειοποιήθησαν κατά το φαγητόν, την ενδυμασίαν και τας διασκεδάσεις, μένουσιν όμως πάντοτε και είνε πόλις μικρά, μικροσκοπική, μικρόσοφος και μικρολόγος· μ' όλας δε τας εβδομήκοντα δύο χιλιάδας κατοίκων, τας οποίας έχουν σήμερον κατά την τελευταίαν απογραφήν, δεν παρέχουσιν όμως ύλην δι' επιστολάς εβδομαδιαίας, οποίας τας θέλεις συ . . . — φλυάρους δηλαδή, λεπτομερείς και παραγεμισμένας με νέα, — με νέα, εννοείται, περίεργα και ενδιαφέροντα, άσχετα με την πολιτικήν, μη μετέχοντα κακογλωσσίας, αποτασσόμενα δε τω Σατανά και πάση τη πομπή αυτού.

Πού να τα εύρω λοιπόν εγώ, αυτά τα νέα; Να τα δημιουργήσω; Ούτε το θέλεις, ούτε, αν το ήθελες, έχω αυτήν την ικανότητα. Δεν μου μένει άλλο, ή να επιχειρήσω λεπτομερή ανάλυσιν της Perichole και του Oeil crevé, τα οποία δίδει τώρα ο γαλλικός θίασος του Φαλήρου. Αλλά και γνωρίζεις και γνωρίζω και γνωρίζομεν όλοι, εκ της ενδόξου ιστορίας του εν Αθήναις γαλλικού θεάτρου, τα μουσικά αυτά αριστουργήματα, των οποίων δικαιοί τον τίτλον αυτόν αναντιρρήτως η καθ' εκάστην εσπέραν πυκνή συρροή του κοινού επί των αναπαυτικών σκάμνων του θεάτρου. Να σου απαριθμήσω τα παντοειδή πολεμικά πλοία, άτινα σταθμεύουσι τώρα εις Φάληρον; Να σου περιγράψω το cricket των άγγλων ναυτών, οίτινες με απαραμείωτον ευσυνειδησίαν παρέχουσι καθ' εσπέραν σχεδόν εις το περίεργον κοινόν το διασκεδαστικόν αυτό θέαμα, ως θεατρικόν τινα πρόλογον, ούτως ειπείν, των εσπερινών παραστάσεων; Αλλ' η περιγραφή μου δεν θα είχε κανέν θέλγητρον διά σε, ήτις ηξεύρω πόσον αηδιάζεις τους άνδρας, όταν παίζωσιν ως παιδία. Ώστε, αφού και καλά θέλεις νέα αθηναϊκά, ηξεύρεις τι συλλογίζομαι; Να πάρω κατά σειράν τα σχολεία και τα παντοειδή εκπαιδευτήρια των Αθηνών, τα οποία κάμνουν τώρα τας εξετάσεις των, και να σου καταστρώσω λεπτομερεστάτην έκθεσιν του αποτελέσματός των. Το πράγμα δεν θα ήτο πληκτικόν όσον υποθέτεις, ούτε διδακτικόν μόνον, αλλά και κωμικόν εν μέρει και πολύ οπωςδήποτε ευάρεστον. Θα ήρχιζα, φαντάσου, από τας αγγελίας των διευθυντών και τα εκ προκαταβολής επαινετικά διάφορα των εφημερίδων· θα μετέβαινα κατόπιν εις τους πανηγυρικούς λόγους των διδασκάλων, οίτινες, ως μεγάλα παιδία, έχουσι και αυτοί την αθώαν επιθυμίαν να κάμωσι την επίδειξίν των· θα σου ανέφερα μερικάς φράσεις των διδασκαλικών αυτών αγορεύσεων, αίτινες μου ενθύμισαν τον θαυμάσιον εκείνον ορισμόν: «Παιδεία εστί γνώσις συνειδήσεων της ανθρωπότητος καθόλου φύσεως», δι' ου γυμνασιάρχης τις ποτέ επροοιμίασε τον εναρκτήριον των εξετάσεων λόγων του· θα σου απεμνημόνευα των διδασκάλων τας ερωτήσεις και τας απαντήσεις των μαθητών, τας συγκινήσεις των γονέων και των θεατών τα σχόλια· δεν θα παρέλιπα να σου περιγράψω τας λευχείμονας ως περιστεράς μαθητρίας, και την ενδυμασίαν των διδασκαλισσών, προσπαθούσαν να συμβιβάση την διδασκαλικήν σοβαρότητα προς την κοσμικήν φιλαρέσκειαν· θα σου ανήγγελλα κ' εγώ, ως αι εφημερίδες, τα ονόματα των τάδε μαθητών και των δείνα μαθητριών, όσαι εγοήτευσαν τους ακροατάς διά των ευφυών των απαντήσεων, και επί τέλους θα ανέγραφα τους θριάμβους εκάστου εκπαιδευτηρίου, συμφώνως προς όσα δημοσιεύουσι συνήθως περί αυτών οι διευθυνταί των, οι διδάσκαλοι, οι φίλοι, και των παιδίων αυτών οι γονείς, οίτινες νομίζουσιν, ότι δεν είνε αρκετή η επιτυχία των τέκνων των, αν δεν τυπωθή και το όνομά των εις την εφημερίδα. Αλλά όλος αυτός ο κόπος μου θα ήτο περιττός διά σε, ήτις λαμβάνεις όλας σχεδόν τας καθημερινάς εφημερίδας των Αθηνών, και θα έχης επομένως εγκαίρους και νωπάς και λεπτομερείς όλας τας περί των εξετάσεων των σχολείων μας ειδήσεις.

Τι λοιπόν να σου γράψω, αφού πρέπει οπωςδήποτε να γεμίση η επιστολή μου; Να σου γράψω, ότι, αφ' ότου ήρχισαν να πνέωσιν οι ετησίαι, έχομεν πάλιν τόσον εν Αθήναις κονιορτόν, ώστε, αφού αι εβδομήκοντα δύο χιλιάδες κάτοικοι της πρωτευούσης τρώγουσι και ροφούσι καθ' ημέραν τρισμέγιστον αυτού ποσόν, μένει πάλιν τόσον πολύς, ώστε κινδυνεύει να μας θάψη όλους; Το πράγμα δεν είνε νέον. Είνε τόσον παλαιόν, ώστε, ως ηξεύρεις, οι προπάτορές μας γηγενείς Αθηναίοι εκαυχώντο ότι εφύτρωσαν από την κόνιν αυτήν της πατρίδος των, όπως επίστευον ότι εφύτρωσαν και οι τέττιγες, και εκόσμουν την κόμην των διά τούτο με τέττιγας χρυσούς, όπως ημείς με πολύ ολιγωτέραν καλαισθησίαν κοσμούμεν αυτήν με ταριχευμένα πτηνά και με χρυσοκανθάρους. Τι τα θέλεις όμως, φιλτάτη μου; παλαιόν ή νέον, το πράγμα είνε οχληρότατον και αηδέστατον. Έχουσι και η Νεάπολις και η Αλεξάνδρεια και άλλαι πόλεις κονιορτόν, αλλ' ο ιδικός μας κονιορτός, ο κονιορτός εκείνος, από τον οποίον υπάρχει φόβος ότι θα φυτρώσουν μίαν ημέραν οι μέλλοντες κλασικοί κάτοικοι των Αθηνών, είνε κάτι τι ξεχωριστόν και μέχρις απελπισίας αφόρητον. Είνε εχθρός φοβερός και ακαταμάχητος, όστις σε πολεμεί και μακρόθεν και εκ του συστάδην, μετά παρρησίας συνάμα και υπουλότητος, και κατά του οποίον ουδεμία είνε δυνατή υπεράσπισις. Σου τυφλόνει τους οφθλαμούς, σου παραγεμίζει το στόμα, σου φράττει τα ώτα, σου ξηραίνει και αυτόν σου τον λάρυγγα, διότι αναγκάζεσαι επί τέλους να τον αναπνεύσης θέλουσα και μη θέλουσα. Εις μάτην κλείεσαι εις την οικίαν σου· σε παρακολουθεί διά της θύρας, εισέρχεται διά των παραθύρων, εισδύει διά των υέλων, και μα την αλήθειαν, νομίζω ότι και διά των τοίχων αυτών εισχωρεί. Σημείωσε δε, ότι όπως ο ανατολίτης υπό το πεπρωμένον, κύπτομεν και ημείς οι δυστυχείς την κεφαλήν υπό το παντοδύναμον κράτος της θεομηνίας, υποτασσόμεθα εις την μάστιγα του κονιορτού, και ουδ' επιχειρούμεν καν πλέον να τον πολεμήσωμεν. Απεπειράθημεν άλλοτε να τον συναθροίζωμεν από τας οδούς και να τον ρίπτωμεν έξω της πόλεως· αλλ' αφού είδαμεν ότι ο αδάμαστος ημών εχθρός επανήρχετο και πάλιν οργίλος επί πτερύγων ανέμων, εδώκαμεν τόπον τη οργή, και παρητήθημεν της ανίσου και ανωφελούς πάλης, σκεφθέντες φρονιμώτατα ως ο ευφυής εκείνος υπηρέτης, όστις δεν εκαθάριζε τα λασπωμένα υποδήματα του κυρίου του, διότι εσυλλογίζετο, ότι έμελλον και πάλιν μετ' ολίγον να λασπωθούν. Τώρα καταβρέχομεν μόνον ενίοτε. Ημέραν παρ' ημέραν μόλις, ή κάλλιον ειπείν νύκτα παρά νύκτα, διότι και τούτο γίνεται πολύ μετά την δύσιν του ηλίου (τοσούτος βλέπεις είνε ο φόβος μας!) — περιφέρονται είς τινας των δρόμων ισχνοί τινες, κατεσκληκότες και πεφοβισμένοι ημίονοι, σύροντες όπισθέν των σαθρά τινά βαρέλια, τα οποία λασπόνουν πού και πού τον δρόμον, σέβονται δε θρησκευτικώς το πλείστον μέρος του κονιορτού, όστις ευθύς κατόπιν των εγείρεται θυμώδης και περικαλύπτει και ημιονηλάτην και ημίονον και βαρέλιον. Έχουσι δε τότε οι διαβάται διπλήν διασκέδασιν· την μίαν θερινήν, τον κονιορτόν, και την άλλην χειμερινήν, την λάσπην. Λέγουν εν τούτοις πολλοί, ότι δεν είνε δεισιδαίμων φόβος η αιτία της προς τον κονιορτόν ανοχής μας, αλλ' άλλη τις πεζοτέρα και πραγματικωτέρα, . . . . η έλλειψις ύδατος. Ίσως έχουσι δίκαιον. Φοβούμαι όμως μη και τα δύο συμπίπτουσι. Διότι τέλος πάντων δεν ήτο δυνατόν με το ολίγον νερόν το οποίον έχομεν διαθέσιμον να καταβρέχωμεν περισσοτέρους δρόμους καθ' εκάστην, παρά να λασπόνωμεν ολιγωτέρους ημέραν παρ' ημέραν; Η σκέψις μου, βλέπεις, δεν έχει αξιώσεις επιστημονικής βαθύτητος, αλλ' είνε απλή τις και πρόχειρος ιδέα, η οποία απορώ πώς δεν έρχεται και εις των αρμοδίων τον νουν.