Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 15
Εστενοχωρείτο κάπως, αλλ' ήτο ευχαριστημένος. Το πλήθος εκείνο όπερ τον περιεκύκλου, ο συμμιγής των φωνών του θόρυβος, αι κραυγαί των παρερχομένων εφημεριδοπωλών, η τύρβη των αεικινήτων υπηρετών του καφενείου, ετάραττον μεν την ανάγνωσίν του, αλλά τον έτερπον ενδομύχως, διότι επλήρουν τας προσδοκίας του.
— Αλήθεια έγειναν μεγαλόπολις αι Αθήναι, διελογίσθη και εξηκολούθησε ροφών μεν τον καφέν του, προσπαθών δε ν' αναγνώση και τας εφημερίδας του.
Αίφνης ίσταται ενώπιόν του ανήρ ομήλιξ, τον βλέπει επί τινας στιγμάς ατενώς, και τείνων προς αυτόν την χείρα,
— Δεν με γνωρίζεις; λέγει προς αυτόν μειδιών.
— Ο Γιαννάκης! αναφωνεί Ο νέηλυς Δημητράκης — εις ον πρέπει τέλος να δώσωμεν έν όνομα.
— Ολόκληρος. Αλλά πώς εδώ; πόθεν έτσι έξαφνα; πότε ήλθες;
— Χθες το βράδυ, από το Παρίσι, διά να ιδώ τας Αθήνας μου.
— Πάντοτε φιλαθήναιος! Σ' ενθυμούμαι από τους μαθητικούς μας χρόνους, ότε ανέβαινες δις της εβδομάδος εις την Ακρόπολιν διά να θαυμάσης το πανόραμα των Αθηνών.
— Τώρα τας θαυμάζω απ' εδώ. Τι μεταβολή! Και συ τι γίνεσαι, τι κάμνεις;
— Το βλέπεις, τι κάμνω.
— Δεν το βλέπω διόλου.
— Πώς; δεν εννόησες ακόμη πού ευρίσκεσαι;
— Εις καφενείον, υποθέτω.
— Ναι, αλλά εις καφενείον μεσιτών.
— Μεσιτών; Έγεινες μεσίτης λοιπόν από υπάλληλος;
— Τι να κάμω, αγαπητέ; Η κυβέρνησις μ' έτρεφε πολύ μέτρια, εγώ δε καμμίαν διάθεσιν δεν είχα να γείνω ασκητής. Εβαρέθην επί τέλους την πείναν κ' έγεινα μεσίτης.
— Κερδίζεις τώρα περισσότερα;
— Κερδίζω κατά μήνα όσα έπαιρνα κατ' έτος από το δημόσιον.
— Λαμπρά· και όλοι αυτοί είνε συνάδελφοι σου;
— Οι περισσότεροι. Άλλοι παλαιοί υπάλληλοι ως εγώ· άλλοι νέοι επιστήμονες, τους οποίους άφινε νηστικούς η επιστήμη· άλλοι φοιτηταί, οι οποίοι ευρίσκουν περισσότερον προσοδοφόρον να φοιτούν εδώ παρά εις το Πανεπιστήμιον. Άλλοι είχαν έργον και το άφησαν, άλλοι δεν είχαν και ηύραν. Όλοι των τέλος πάντων τους οποίους βλέπεις εδώ συναθροισμένους, πάσχουν μίαν κοινήν ασθένειαν . . . δίψαν χρημάτων.
— Να την έχουν οι άνδρες και οι γέροντες, δεν απορώ.
Όταν κανείς δεν έχη πλέον πόθους, ούτε ελπίδας, ούτε φιλοδοξίαν οιανδήποτε, εννοώ να κυνηγά τα χρήματα. Όταν ξηρανθή η καρδία, μόνον με χρήματα ποτίζεται, συμφωνώ· αλλά να πάσχουν δίψαν χρημάτων και οι νέοι. . . .
— Είνε κάπως περίεργον, θα ειπής.
— Περίεργον; Είνε λυπηρόν, πολύ λυπηρόν διά το μέλλον του τόπου. Ποίους άνδρας του ετοιμάζουν οι νέοι αυτοί, οι οποίοι εγήρασαν τόσον πρόωρα; Ποίας ηθικάς δυνάμεις του φυλάττουν οι αμύστακες αυτοί μεσίται, τους οποίους εξήντλησεν ή θα εξαντλήση βέβαια ο πυρετός των χρημάτων; Ποίον ευγενές αίσθημα θα μείνη εις την καρδίαν των, όταν γείνουν άνδρες, αφού όλη των η ύπαρξις συνεκεντρώθη από τώρα εις το υλικόν κέρδος; Τι κεφάλαιον γνώσεων, μαθήσεως, εργασίας, ηθικότητος θα ταμιεύσουν αυτοί οι ίδιοι διά το μέλλον των;
— Ενδιαφέρεσαι, φίλε μου, διά πράγματα, διά τα οποία αυτοί πολύ ολίγον ενδιαφέρονται. Συ εταμίευσες αρκετήν ποίησιν από την νεότητά σου. Αυτοί εργάζονται να ταμιεύσουν χρήματα, διότι τα χρήματα μόνον σήμερον κάμνουν τον άνθρωπον.
— Αυτού κατηντήσατε και σεις; σας συγχαίρω.
— Διατί να μη καταντήσωμεν, αφού κατήντησεν αυτού όλος ο κόσμος;
— Διότι ο άλλος κόσμος είνε γέρων, και η Ελλάς είνε ακόμη νέα· νά, διατί! Αν ο άλλος κόσμος έσπασεν αλληλοδιαδόχως όλους τους πήχεις με τους οποίους εμέτρει άλλοτε την αξίαν, και την μετρεί μόνον σήμερον με τα χρήματα, είχε καιρόν να το κάμη, διότι ζη προ αιώνων. Σεις όμως είσθε ακόμη νήπια. Εβγήκατε χθες από το αυγόν· δεν έχετε βιομηχανίαν, δεν έχετε εμπόριον, δεν έχετε σχολεία, δεν έχετε κλήρον, δεν έχετε τίποτε, και νομίζετε ότι το άλφα και το ωμέγα του πολιτισμού είνε τα πλήρη χρηματοκιβώτια.
— Είσαι κάπως υπερβολικός. Λησμονείς, ότι οι άνθρωποι σήμερον έχουν πολύ περισσοτέρας ανάγκας, παρ' όσας είχαν προ τριάκοντα ετών, και ότι αι ανάγκαι αυταί δεν θεραπεύονται με δρόσον, με σύννεφα και με πανσέληνον.
— Δεν το λησμονώ διόλου. Βλέπω μάλιστα με λύπην μου, ότι ηυξήσατε τας ανάγκας σας εκείνας, αι οποίαι θεραπεύονται μόνον με χρήματα, και αι οποίαι δεν είνε βέβαια αι ευγενέστεραι ανάγκαι του ανθρώπου. Διατί όμως τας ηυξήσατε; Ποίος σας εβίασε;
— Ο πολιτισμός, φίλτατε· ο πολιτισμός! Δεν ηξεύρεις, ότι αι Αθήναι έγειναν μεγαλόπολις; ότι δεν έχουν πλέον σαράντα, αλλά εκατόν χιλιάδας κατοίκους; ότι . . .
— Όλ' αυτά μου τα είπαν, και ήλθα να τα ιδώ. Αλλά τι να σου ειπώ; το πρώτον σημείον του πολιτισμού σας, το οποίον βλέπω, δεν είνε πολύ ορεκτικόν.
— Ιδέ και τα άλλα, και ελπίζω να μεταβάλης γνώμην. Αλλά τώρα με συγχωρείς να σ' αφήσω, προσέθηκεν ο Γιαννάκης μειδιών. Οι πελάται μου βλέπεις ανησυχούν. Πλησιάζει η εκκαθάρισις του μηνός, και έχομεν εργασίας· το εσπέρας όμως σε θέλω· θα έλθω να σε πάρω από το ξενοδοχείον σου. . . . Πού κατέλυσες;
— Εις την Μασσαλίαν.
— Λοιπόν αναβλεπώμεθα.
Και οι δύο φίλοι εχωρίσθησαν.
***
Ο Δημητράκης έμεινε μόνος, αλλά δεν έμεινεν εν τω καφενείω· τα πέριξ αυτού γινόμενα δεν εκίνουν πλέον την περιέργειάν του, ετάραττον δε την πατριωτικήν του χολήν. Είχε τόσους γνωρίσει οικείους και φίλους, καταποθέντας εις την άβυσσον των χρηματιστηρίων! Ενθυμείτο άλλους, και αυτοί ήσαν οι ολιγώτεροι, ων είχε ρικνώσει την καρδίαν το από της κυβείας χρήμα, και εθεώρει τον κύκλω τυρβάζοντα όμιλον ως αγέλην θυμάτων, αγομένην ταχέως ή βραδέως αλλ' αναποδράστως πάντοτε εις τα σφαγεία δύο ή τριών μεγάλων κερδοσκόπων.
Συνήγαγε τας εφημερίδας του, εταμίευσεν αυτάς διά τον μεσημβρινόν του ύπνον εις το θυλάκιόν του, και εξήλθεν εις την οδόν.
Ουδένα είχε σκοπόν το βήμα του. Ήθελεν απλώς να περιέλθη την πόλιν, και να ίδη τας εξωτερικάς και ορατάς ούτως ειπείν προόδους της.
Κατέβη ούτω προς την οδόν Πατησίων, εσταμάτησεν ολίγον προ του πλήθους των διασταυρουμένων αμαξών και της παρερχομένης αμάξης του ιπποσιδηροδρόμου, και μόλις κατώρθωσε να αναγνωρίση πού ευρίσκετο, βλέπων δεξιά του την αμετάβλητον παλαιάν οικίαν του Μαυροκορδάτου, πιεζομένην υπό τον όγκον των πέριξ οικοδομών. Είδε κύκλω, και εθαύμασε το άπειρον πλήθος των εν υπαίθρω καθημένων, ων άλλοι μεν έπινον τον καφέν των, άλλοι εκαθαρίζοντο τα υποδήματα, άλλοι ανεγίνωσκον εφημερίδας, άλλοι συνωμίλουν, και άλλοι, οι ενεργητικώτεροι, εθεώρουν τους παρερχομένους.
— Πολύ πρέπει να επλούτησαν αι Αθήναι, διελογίσθη, διά να έχουν τόσους αργούς και τόσα καφενεία.
Και ετράπη δεξιά, αναβαίνων την οδόν Σταδίου.
Εδώ αληθώς τα έχασε.
Ούτε τάφρος πλέον, ούτε γεφύρια συνδέοντα τας βραχώδεις πλευράς της, ούτε μάνδραι κατηρειπωμέναι, ως άλλοτε, ούτε οικόπεδα αναπεπταμένα εις πάσαν του παροδίτου ανάγκην.
Οικίαι εκατέρωθεν μεγάλαι, και πεζοδρόμια πλακόστρωτα, και σύρματα πολλαπλά τηλεγράφων, και δενδροστοιχίαι, και ικριώματα κολοσσιαία μεγάρων οικοδομουμένων.
Είνε αληθές, ότι ολίγου δειν εξώρυττε τον οφθαλμόν του η λατύπη των επί του πεζοδρομίου μαρμαροκοπούντων οικοδομών, και εκηλίδου τον ιματισμόν αυτού το άνωθεν καταπίπτον κονίαμα. Αλλά τι εσήμαινον τα παροδικά ταύτα μικρολογήματα απέναντι της καλλιμαρμάρου οικοδομής;
Περαιτέρω τον εξένισε κάπως το οικτρόν θέαμα των ξηρών πεύκων, άτινα δίκην ανεστραμμένων σαρωμάτων παρετάσσοντο εκατέρωθεν της οδού, και εφαίνοντο παρακαλούντα τους διαβάτας να πτύσωσιν εις τας ρίζας των, ίνα δροσισθώσιν, ενώ εγγύς αυτών έρρεε διαρκώς βρύσις κατακλύζουσα την οδόν. Προσεπάθησε να εύρη πατριωτικήν τινα εξήγησιν του πράγματος, αλλά δεν το κατώρθωσεν, ως δεν κατώρθωσεν επίσης να εννοήση, διατί η μεν οδός ήτο πλήρης πηλού εκ του καταβρέγματος, τα δε πεζοδρόμια πλήρη κονιορτού και χωμάτων και σκυβάλων.
Έφθασεν ούτω απορών προ του Πανεπιστημίου, και εσταμάτησεν εκεί μικρόν, και μετά συγκινήσεως ανεπόλησεν ημέρας αρχαίας. Περιήλθε χαίρων το θαλερόν του κηπάριον, εντράπη ολίγον, ιδών δι' οποίων αγαλμάτων ετίμησεν η ελληνική επιστήμη την μνήμην του Ρήγα και του Γρηγορίου, και εισήλθεν εις τον αριστερά πευκώνα, ίνα επανίδη τον τάφον των ιερολοχιτών. Εδώ κατεξανέστη η καρδία του, — αφού κατεξανέστη πρότερον η όσφρησίς του — και εκάλυψεν εξ αισχύνης το πρόσωπον, βλέπων οποίον φόρον σεβασμού εκλήθησαν οι παροδίται και οι φοιτηταί του Πανεπιστημίου να προσφέρωσιν εις τους ήρωας του Δραγατσανίου.
Κατέλιπε βαρυθυμών τον δυσώδη περίβολον, και χαιρετίσας διά τρυφερού βλέμματος την απέναντι μεγάλην οικίαν, ης μαθητής ποτε προ χρόνων πολλών είχε κατοικήσει έν στενόν δωμάτιον, επροχώρησεν αναβαίνων την λεωφόρον Πανεπιστημίου.
Ωραία, πολύ ωραία του εφάνη η Ακαδημία.
— Τι θα το κάμουν άραγε το κατάχρυσον αυτό οικοδόμημα; είπε καθ' εαυτόν, και ενθυμηθείς τους στίχους του Bodenstedt
Geld lieber ohne Taschen als Taschen ohne Geld,
— Καλλίτερα, είπε παρωδών, να είχαμεν ακαδημαϊκούς χωρίς Ακαδημίαν, παρά Ακαδημίαν χωρίς ακαδημαϊκούς.
Παρήλθε τους βασιλικούς σταύλους, ους εύρεν ως τους είχεν αφήσει, και θαυμάζων πάντοτε τα εκατέρωθεν της οδού νεόδμητα μέγαρα, έφθασεν εις την πλατείαν των ανακτόρων.
Τι ήτο αυτό! Ατμομηχανή συρίζουσα, και άμαξαι κατόπιν συρόμεναι πλήρεις ανθρώπων, και σιδηρά ελάσματα επί της οδού!
— Μνήσθητί μου, Κύριε! ανέκραξεν ο Δημητράκης, και εσταυροκοπήθη.
Κυκεών αληθής έγεινεν ο εγκέφαλός του, και έστη ενεός και άλαλος, μη δυνάμενος να συμβιβάση ό,τι έβλεπε με ό,τι είδε προ μικρού.
— Μα το ναι, είπε, περίεργον πολιτισμόν έχουν αι Αθήναι. Πολιτισμόν Λονδίνου και πολιτισμόν χωρίου της Βουλγαρίας.
Αλλ' ο ήλιος των Αθηνών ο καυστικός και απολίτιστος ήρχιζεν ήδη να φλέγη την φαλακράν κεφαλήν του νεήλυδος πατριώτου.
— Το εσπέρας βλέπω τα άλλα με τον Γιαννάκην! διελογίσθη, και επανέκαμψεν εις το ξενοδοχείον του.
Ας αφήσωμεν τον ξένον ημών να αναγνώση ήσυχος τας πρωινάς του εφημερίδας, χωρίς ν' αναγράψωμεν τας εξ αυτών εντυπώσεις του περί της γλωσσικής και δημοσιογραφικής προόδου των Αθηνών.
Ας τον αφήσωμεν επίσης να κοιμηθή τον μεσημβρινόν του ύπνον μ' όσην αταραξίαν τω επιτρέπουσιν αι μυίαι, οι σκνίπες και οι κώνωπες της κλασικής πόλεως, και ας παρακολουθήσωμεν αυτόν την εσπέραν, εξερχόμενον εις περίπατον μετά του Γιαννάκη.
Ο Γιαννάκης, ως μεσίτης σεβόμενος εαυτόν και τους πελάτας του, έχει, εννοείται, δίφρον κομψότατον, εις ον επιβιβάζει τον φίλον του, αναφωνούντα φαιδρώς·
— Έχεις και αμάξι, βλέπω.
— Μεσίτης και ιατρός χωρίς αμάξι δεν κάμνει σήμερον δουλειά εις τας Αθήνας, αγαπητέ.
Και φωνεί προς τον αμαξηλάτην·
— Τράβα εις τα Πατήσια!
— Εδώ είνε το Πολυτεχνείον, λέγει μετά μικρόν εις τον νεήλυδα φίλον· θα το ενθυμείσαι βέβαια.
— Το εθεμελίοναν, νομίζω, όταν έφυγα· πώς; δεν ετελείωσεν ακόμη;
— Ετελείωσαν τα χρήματα.
— Δεν ημπορούσατε να το κάμετε μικρότερον μ' όσα χρήματα είχατε; θα εχωρούσε, υποθέτω, πάντοτε την αθηναϊκήν καλλιτεχνίαν. Και αυτό το άλλο, τι είνε;
— Το αρχαιολογικόν Μουσείον.
— Και αυτό ατελείωτον. Ας ήνε! ελληνική ασθένεια. Μεγάλα τα σχέδια και μικρά τα πράγματα. Αλλ' ας αφήσωμεν τας οικοδομάς, να ιδούμεν ολίγον και τον ζωντανόν κόσμον. Ποία είνε αυτή η κυρία εις το αμάξι;
— Είνε μία κυρία . . . κάπως . . . δηλαδή . . . πώς να σου ειπώ . . .
— Εννόησα. Περίεργον να ήνε τόσον σεμνά ενδυμένη. Εγώ θα εξελάμβανα ως τοιαύτην εκείνην εκεί, η οποία περιπατεί δεξιά εις το πεζοδρόμιον.
— Αυτή; είνε κυρία πολύ καθώς πρέπει.
— Και διατί ενδύεται έτσι;
— Είνε συρμός, φαίνεται.
— Ο συρμός είνε πολλών ειδών, αγαπητέ· αλλ' αι κυρίαι σας, βλέπω, δεν εκλέγουν τον καλλίτερον. Και αυτή η άλλη κυρία εις το αμάξι, ποία είνε;
— Ό,τι ήτον η πρώτη.
— Αι! να σου ειπώ, καλά προωδεύσατε. Με το έλεγαν . . .
Αλλά διακόπτει αίφνης τους λόγους του αγαθού ξένου θόρυβος φωνών, κραυγών, ύβρεων, ανταλλασσομένων μεταξύ κ α ρ ρ α γ ω γ έ ω ς ελαύνοντος το αμάξιόν του από ρυτήρος και κλητήρος αστυνομικού διατάσσοντος αυτόν να σταματήση. Ο αμαξηλάτης φαίνεται πως υποβεβρεγμένος, ο δε κλητήρ δεν φαίνεται νήστις.
Τι προσφωνούσιν αλλήλους εν τοιαύτη καταστάσει, ευκόλως δύναταί τις να φαντασθή. Το αμάξιον τρέχει πάντοτε, ο κλητήρ μονολογεί, χειρονομών τραγικώς ως πρωταγωνιστής του ελληνικού θεάτρου, διότι ουδεμίαν έχει αυτός διάθεσιν ούτε αι κνήμαι του δύναμιν να τρέξωσι κατόπιν του παραβάτου των αστυνομικών διατάξεων, οι δε διαβάται υποχωρούσι μεν φρονίμως προ του καλπάζοντος ιππαρίου, συναγείρονται δε περί τον κλητήρα και σχολιάζουσι πατριωτικώς τα συμβαίνοντα. Αλλά διά μιας η σκηνή μεταβάλλεται. Το αμάξιον τρέχον πάντοτε ανατρέπει εν μέση οδώ αμέριμνον χωρικόν, μεταβαίνοντα επί του όνου του εις την πόλιν, και το ιππάριον σταματά, έκπληκτον και αυτό προ του κατορθώματός του. Ο κλητήρ καταφθάνει τότε δρομαίος, επιτίθεται κατά του αμαξηλάτου, δέρει, δέρεται, και εν μια στιγμή ευρίσκεται χαμαί ανάσκελος δι' ενός λακτίσματος του αμαξηλάτου, όστις τρέπεται εις φυγήν.
— Πού θα μου πας! λέγει στωικώς ο κλητήρ εγειρόμενος και τινάσσων τον κανιορτόν από της πρώην πορφυράς εφεστρίδος του. Πού θα μου πας!
Και επιβαίνων μεγαλοπρεπώς του κ ά ρ ρ ο υ, δράττεται των χαλινών, και οδηγεί αυτό εις την Αστυνομίαν, αφίνων εις τους διαβάτας να μεριμνήσωσι περί του μωλωπισθέντος χωρικού.
— Πώς σου εφάνη η σκηνή; ερωτά ο μεσίτης τον φίλον του.
— Ας επιστρέψωμεν, απαντά εκείνος, χωρίς ν' απαντήση.
— Εις τα Ολύμπια! διατάσσει ο Γιαννάκης τον αμαξηλάτην ταυ, και ο δίφρος διαβαίνων ταχύς την οδόν Πατησίων και την οδόν Σταδίου, διελαύνει την πλατείαν του Συντάγματος.
Η στρατιωτική μουσική παίζει από της κεντρικής εξέδρας, και κόσμος πολύς πληροί την πλατείαν. Οι μεν κάθηνται κύκλω, ροφώντες μετά του κανιορτού τον καφέν των, οι δε περιπατούσιν άνω και κάτω, και ολίγοι, πολύ ολίγοι κυκλούσι την εξέδραν, προσέχοντες εις την μουσικήν.
— Ο δήμος, λέγει ο Δημητράκης, πρέπει να κερδίζη αρκετά απ' αυτά τα καφενεία.
— Πώς, δηλαδή;
— Πόσον τους ενοικιάζει το μέρος της πλατείας το οποίον τους παραχωρεί διά την τοποθέτησιν των τραπεζίων των;
— Ο δήμος δεν ενοικιάζει τίποτε. Αυτό δα έλειπε, να μας ενοικιάζη τόρα ο δήμος και τους δρόμους. Οι άνθρωποι βάζουν τα τραπέζια των εμπρός εις τα καταστήματά των, και κανείς δεν τους εμποδίζει.
— Α! έτσι εννοείτε σεις εδώ τας πλατείας. Πολύ καλά· ως προς τούτο δεν εγείνατε, βλέπω, ακόμη παρισινοί, ενώ τους επεράσατε ως προς τας αγγελίας των δημοσίων θεαμάτων.
Και ο νέηλυς Αθηναίος δεικνύει εις τον μεσίτην υπερμεγέθη θεατρικήν ειδοποίησιν, κυκλοφορούσαν διά του πλήθους επί των ώμων μικρού γεροντίου.
Η άμαξα διέρχεται μετά μικρόν την οδόν Φιλελλήνων, κάμπτει την αγγλικήν εκκλησίαν και καταβαίνει προς τους παριλισσίους κήπους.
— Δεν αφίνομεν το αμάξι, να περιπατήσωμεν ολίγον; παρα...
[λείπουν οι σελίδες 223 233 - Όνομα νέου πεζογραφήματος: Αθηναϊκαί επιστολαί]
_πάψε κ' εβαρεθήκαμε, κάμε και λίγη κάψα! Την ώρα δεν εβλέπαμε ναρθής, για να μπορέσουμε τουλάχιστον τα ρούχα μας τα άλλα να φορέσουμε. Αλλά και συ κλαψόμηνας, απ' ό,τι βλέπω, γένεσαι. Μα ταις μοσκαίς και τάνθη σου. για Μάης δε μου φαίνεσαι!_
Αγνοώ αν οι εξορκισμοί του κ. Αβλίχου επτόησαν τον χειμερινόν μας Μάιον, ή αν συνεκίνησεν αυτόν η περίφρων σιγή των λοιπών βάρδων του ελληνικού Παρνασού. Το βέβαιον είνε, ότι πρό τινων ημερών ήλλαξε πάλιν γνώμην, και έγεινεν ό,τι ήτο πάντοτε, τουτέστι θέρους και καύσωνος μην. Εννοείς, ότι ημείς και πάλιν παραπονούμεθα διά τον καύσωνα, όπως παρεπονούμεθα προ μιας εβδομάδος διά το ψύχος. Αλλ' ο Μάιος δεν έχει βεβαίως σκοπόν να μεταβληθή εις φούρνον του Νασρεδίν-Χότζα, διά να ευχαριστήση τας ιδιοτροπίας μας· και θα ψηθώμεν επομένως τακτικά, ως πάντοτε, ακούοντες την ημέραν τους τέττιγας και την εσπέραν τας γαλλίδας τραγουδιστρίας του Φαλήρου ή τον Νικηφόρον και τον Αλεξιάδην των ιλισσίων θεάτρων. Αυτά όλα τα ζηλεύεις συ, και θα τα ποθής βεβαίως εντός ολίγου από της Ω ρ α ί α ς Ν ή σ ο υ της λίμνης σου. Μη απελπίζεσαι όμως, και εγώ σου στέλλω προσεχώς ένα αθηναίον τέττιγα, ίνα παρηγορή, διά της θέας του καν, τας ώρας της ανίας σου.
— Τι άλλο να σου γράψω; Α! έχω έν νέον, πένθιμον όμως και βαρύ, το οποίον θα θολώση βεβαίως τους οφθαλμούς σου και θα σφίγξη την καρδίαν σου. Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης απέθανε! Ο νέος έτι και ακμαίος πολιτικός ανήρ ο γλυκύς και απτόητος ρήτωρ ο ακάματος και χρηστός κυβερνήτης, ανηρπάγη εντός τεσσάρων ημερών υπό νόσου οξείας, ήτις και άλλοτε προ δώδεκα ετών τον είχεν επιβουλευθή, καθ' ης όμως δεν κατώρθωσε να παλαίση εκ δευτέρου το εξηντλημένον σώμα του ατυχούς τέκνου του Μεσολογγίου. Τέσσαρες ημέραι αγωνίας, καθ' ας συνηγωνία μετ' αυτού ολόκληρος η πόλις των Αθηνών, ήρκεσαν να νεκρώσωσιν την μελίρρυτον εκείνην γλώσσαν, ήτις τοσάκις είχε γοητεύσει τα ακροατήρια της Βουλής. Ενθυμείσαι, . . . ότε προ τεσσάρων ετών συνωθούμεναι και αι δύο διά της στενής κλίμακος, κατωρθώσαμεν μετά κόπον πολύν να εύρωμεν θέσιν εντός του μικρού ακροατηρίου, και προσμένουσαι ανυπομόνως να τον ακούσωμεν εκινούμεν τα ριπίδιά μας ως μηχαναί, διά να μη λιποθυμήσωμεν εκ του καύσωνος και της στενοχωρίας; «Ο Δεληγεώργης θα ομιλήση! θα ομιλήση ο Δεληγεώργης!» εψιθύριζον πέριξ ημών τα πυκνά ακροατήρια, και μετ' ολίγον αληθώς τον είδομεν εγκαταλείποντα την θέσιν αυτού και αναβαίνοντα εις το βήμα. Ενθυμείσαι, ποία βαθεία σιωπή έκλεισεν ευθύς τα ουχί συνήθως σιωπηλά στόματα των βουλευτών και ακροατών· ενθυμείσαι, πώς εισώρμησαν αίφνης διά μιας εις τας κενάς των έδρας οι απόντες, εχθροί του και φίλοι του, και κατέλαβον εν ησυχία τας θέσεις των, και ώπλισαν τα ώτα των διά των χειρών των, ίνα μη χάσωσι μίαν του συλλαβήν. Δεν είχαν δίκαιον; Το κατ' εμέ ουδέποτε θα λησμονήσω την στιγμήν εκείνην, την οποίαν ουδέ συ, είμαι βεβαία, ελησμόνησες. Το υπερήφανον εκείνο παράστημα, η ευγενής μορφή, η σεμνή αναβολή, το εγκρατές και μεμετρημένον των κινήσεων, το ιλαρόν και ατάραχον βλέμμα του ρήτορος με εγοήτευσαν αληθώς, πριν ή εκείνος ανοίξη τα χείλη του. Και όμως ποία με ανέμενεν ακόμη γοητεία, ότε ήνοιξε το στόμα! Δεν ήτο, έλεγες, φωνή εκείνη, αλλά γλυκεία τις και μυστηριώδης απήχησις κώδωνος κρυσταλλίνου, μαγεύουσα την ακοήν και κρατούσα υπό διαρκές και ακαταμάχητον θέλγητρον τον ακροατήν. Ουδέποτε ήκουσα γλυκυτέραν ανθρώπου φωνήν, σπανίως δε και ήχου οιανδήποτε κλαγγήν, ήτις να έχη τόσην την μυστηριώδη της μαγείαν. Μετά τας πρώτας του λέξεις δεν εννόουν πλέον τι έλεγε, διότι — σου εξωμολογήθην το πάθημά μου — δεν επρόσεχον πλέον εις την έννοιαν των λεγομένων — μου ήρκει η διαρκής εκείνη μουσική, ην απλήστως κατέπιναν ούτως ειπείν τα ώτα μου, μου ήρκει η μελωδία εκείνη του λόγου, η αρμονία της φράσεως, η ουδέποτε προσκόπτουσα, ο ρυθμός εκείνος, όστις ενετείνετο και εχαλαρούτο, παλλόμενος ως βαρβίτου χορδή υπό τόξον αριστοτέχνου, το μυστηριώδες εκείνο μέλος, όπερ εξέπνεεν ηρέμα εις το τέλος της φράσεως, ως ο επί της λείας άμμου εκπνέων φλοίσβος του κύματος. Έκλεισα, ενθυμούμαι, τους οφθαλμούς, και μ' εφάνη ότι από γλυκύ εξύπνησα όνειρον, ότε μ' επρότεινες ν' αναχωρήσωμεν, διότι ο Δεληγεώργης είχε καταβή από το βήμα. Τα ενθυμείσαι όλα αυτά; τα ενθυμείσαι βεβαίως, διότι πολλάκις μ' επερίπαιξες διά το πάθημά μου εκείνο, το λίαν ποιητικόν, ως το απεκάλεσες. Αλλοίμονον! δεν θα το πάθω πλέον αυτό το πάθημα, διότι θ' αργήση πολύ ν' αποκτήση άλλον Δεληγεώργην το βήμα της βουλής. Πόσον βαθέως συνησθάνθη την απώλειάν του ο λαός των Αθηνών! Είδα, φίλη μου, πένθος αληθινόν και εγκάρδιον εικονισμένον εις όλων τας μορφάς, είδα τας θύρας και τα παράθυρα των εμπορικών καταστημάτων ενδυμένας μελανά παραπετάσματα· είδα τριάκοντα στεφάνους σωρευμένους επί του φερέτρου του· είδα δάκρυα ανεπίπλαστα σταλάζοντα επί του ψυχρού του μετώπου!
Κλείω βαρύθυμος την επιστολήν μου, ήτις και εις σε βεβαίως βαρυθυμίαν θέλει προξενήσει. Αλλ' ήτο δυνατόν να σου γράψω, και ν' αποσιωπήσω το φοβερόν αυτό δυστύχημα, το οποίον απωρφάνωσεν όχι μόνον μίαν οικογένειαν, αλλ' έθνος ολόκληρον;
Ευχήσου να ήμαι φαιδροτέρα την ερχομένην εβδομάδα, και μη με μαλώσης πλέον διότι βλέπεις πώς σε τιμωρώ· αντί επιστολής σου γράφω . . . σωστόν σύγγραμμα.
Β'.
Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879
Θα μείνης, μου γράφεις, ακόμη ημέρας τινάς εις Φλωρεντίαν, διά ν' απολαύσης ανέτως τα παντοειδή θέλγητρα της τοσκανικής μεγαλοπόλεως. Θέλεις να θαυμάσης μέχρι κόρου την Α φ ρ ο δ ί τ η ν και τους Π α λ α ι σ τ ά ς της Tribuna, τας θαυμασίας γλυφάς του Γιβέρτη επί των ορειχαλκίνων πυλών του Βαπτιστηρίου, την περιώνυμον Κ α θ η μ έ ν η ν Π α ν α γ ί α ν του Ραφαήλου εν τω μεγάρω Πίττη και την Ν ύ κ τ α, το γλυπτικόν αριστούργημα του Μιχαήλ Αγγέλου, εν τη εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου. Θέλεις να επανίδης εκ τετάρτου και πέμπτου το σύμπλεγμα των Νιοβιδών, να παραδράμης τον Άρνον υπό την δροσεράν σκιάν των πυκνών δενδροστοιχιών των Cascine, να καθίσης άπαξ έτι υπό την ερυθράν σκιάδα του Bello Sguardo και να εκδράμης πρωί, πριν ή ανατείλη ο ήλιος, εις το Φιέζολε, διά της μυροβόλου φλωρεντινής πεδιάδος, την οποίον κοσμεί αυτοφυής η αγριορροδή και ο ίασμος. Όλα αυτά μου τα γράφεις με τόσην αυτάρκη ευχαρίστησιν, ώστε μα την αλήθειαν θα επίστευα, ότι το κάμνεις διά να κινήσης τον φθόνον μου, αν συγχρόνως δεν μου εζήτεις και νέα αθηναϊκά. Δεν επαναλαμβάνεις μεν πλέον τας επιτιμήσεις της πρώτης σου επιστολής, ουδέ πνέει πλέον το γράμμα σου θυμόν και αγανάκτησιν, αλλ' ο φιλαθηναϊσμός σου, αν και δεν έχει την πρώτην εκείνην αγρίαν του έξαψιν, έγεινεν όμως επιμονώτερος, και κινδυνεύει να μεταβληθή εις νόσον χρονίαν. Τι κάμνουν αι Αθήναι; Ήρχισε το Φάληρον; εκτίσθη το νέον θέατρον του Απόλλωνος; Ήλθεν ο θίασος του Ταβουλάρη; Έγειναν αι εξετάσεις του Ωδείου; Όλα σου αυτά τα ερωτήματα παρατάσσονται κομβολογηδόν εις την επιστολήν σου, και ζητούν απάντησιν ταχείαν και λεπτομερή.
Ας σου απαντήσω λοιπόν, αφού
Il n' est pas avec toi des accommodements,
ως θα έλεγε φίλος μου τις επιφυλλιδογράφος, παρωδών χάριν σου τον στίχον του Μολιέρου.
Και εν πρώτοις, τι κάμνουν αι Αθήναι. Αι Αθήναι προ παντός, αγαπητή μου, ομιλούν πολιτικά. Ερωτούν, αν έφθασεν ο Φουρνιέ εις την Κωνσταντινούπολιν, αν προσεκλήθη η κυβέρνησις να διορίση εκεί αντιπρόσωπον, αν και πότε πρόκειται να διαταχθούν αι νέαι βουλευτικαί εκλογαί, αν έγειναν οι συνδυασμοί της δείνα και δείνα επαρχίας, αν το δάνειόν μας καλύπτεται ταχέως, και τα λοιπά, και τα λοιπά.
Περί αυτών όμως πάντων ευτυχώς συ δεν ενδιαφέρεσαι. Ο Θεός σ' επροφύλαξεν από την λύμην της πολιτικής. Τα κύρια άρθρα των αθηναϊκών εφημερίδων δεν κινούσιν ευτυχώς τον θαυμασμόν σου· δεν αναγινώσκεις συ τον Μακώλαιϋ, ουδέ τους λόγους του Κικέρωνος εις γαλλικήν μετάφρασιν, και προτιμάς να ομιλής περί της βροχής και του κονιορτού μάλλον ή περί της προσεχούς εκβάσεως των βουλευτικών εκλογών.
Δεν σου ομιλώ λοιπόν περί πολιτικών, διότι άλλως ούτε τα ηξεύρω ούτε τα εννοώ. Σου σημειόνω μόνον εν παρόδω, ότι οσάκις οι Αθηναίοι δεν ομιλούν περί πολιτικών, ασχολούνται σπογγίζοντες τον ιδρώτα όστις περιρρέει τα πρόσωπά των, ροφώντες, ουχί ευχαρίστως εννοείται, τον κονιορτόν, όστις, κατά το βαθύ λόγιον της πρώην δημοτικής αρχής, θα μείνη εν Αθήναις εφ' όσον θα μείνη και η ομίχλη εν Λονδίνω, παγωτοφαγούντες και γλωσσωλγούντες το εσπέρας εν τω Σολωνείω, και μη κατορθόνοντες πολλάκις μ' όλην αυτών την παταγώδη και ασθματικήν αναπνοήν να δροσίσωσιν ολίγον τον αέρα, όστις την παρελθούσαν εβδομάδα ήτο αληθώς πνιγηρός.
Τώρα, — προχωρώ βλέπεις κατά τάξιν — τι κάμνει το Φάληρον;
Το Φάληρον ήρχισε τας πανηγύρεις του την προχθές Κυριακήν. Τα λουτρά, εννοείται, δεν ήρχισαν ακόμη, αρκείται δε ο κόσμος αναπνέων από της ακτής την ιωδούχον αύραν των κυμάτων, πλην ενός μόνου κυρίου, εις τον οποίον οι ιατροί, ένεκα της πασχούσης υγείας των ροδίνων του παρειών, παρήγγειλαν, ως λέγει, να κάμνη ενενήκοντα λουτρά και να τρώγη ενενηκοντάκις την mayonnaise του φαληρικού εστιατορίου, και όστις επομένως αρχίζει πρώτος πάντοτε τα λουτρά του και τα τελειόνει τελευταίος. Διηγούνται μάλιστα, ότι πέρυσιν, ότε περί τας αρχάς Σεπτεμβρίου απεφασίσθη να αφαιρεθώσιν οι λουτήρες ένεκα ελλείψεως λουομένων, εύρον αυτόν εν τούτοις οι εργάται εντός ενός λουτήρος, ενδυμένον, εννοείται, ως ο Αδάμ προ της αμαρτίας, κρατούντα σφιγκτά τας δοκούς του παραπήγματος, και μη συναινούντα να παύση τα λουτρά του, διότι . . του έλειπαν ακόμη δύο προς συμπλήρωσιν των ενενήκοντα. Αν δεν ήρχισαν όμως ακόμη τα λουτρά, ήρχισαν αι παραστάσεις. Παραστάσεις! θα αναφωνήσης βέβαια. Και εφέτος λοιπόν πάλιν παραστάσεις; Μάλιστα! και εφέτος πάλιν παραστάσεις εις το πείσμα σου, διά να ζηλεύης. Τι τάχα ενόμισες, ότι επειδή πέρυσι και προπέρυσι απέτυχε κάπως το θέατρον του Φαλήρου, ηθέλαμεν αποκάμει εφέτος και βαρυνθή; Διόλου· και ηπατήθης πολύ, αν το ενόμισες.