Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται
Part 11
Ελαφροί των παιδίων οι μικροί πόδες έπληττον, ρυθμικώς ενίοτε, το πάτωμα, αι λάλοι των γλώσσαι συνώδευον κατά διάλείμματα διά προχείρου άσματος τον σκοπόν της ορχήστρας, ο δε πατήρ, διακόπτων ενίοτε την μουσουργίαν, ανέμελπεν έρρινον και βροντόφωνον ωδήν, προς ην αγαλλιών και σκιρτών ανταπήντα ο χορός.
— Κέφι που τώχεις, ευλογημένε! έλεγεν η κυρά Μαριώ, νανουρίζουσα ηρέμα το βρέφος της, — διότι είχε και βρέφος η ευλογημένη. — Κέφι που τώχεις! Δεν πέφτεις να πλαγιάσης, που είσαι κουρασμένος, μόνον κάθεσαι και. . . .
Κτύπος δυνατός εις την εξώθυραν διέκοψε της Δημήτραινας την φράσιν και του Δημήτρη την μουσικήν.
— Ποιος νάνε τέτοια ώρα! είπεν ούτος, αποθέτων το όργανον του και εγειρόμενος. Έλα! σιωπή εσείς και ησυχία! εξηκολούθησεν αποτεινόμενος προς τα παιδία, άτινα εξηκολούθουν ορχούμενα και μετά το πέρας του μέλους, ως θάλασσα σαλευομένη και μετά του ανέμου την πτώσιν.
Και εβάδισε προς την θύραν.
***
Καθ' ον χρόνον ηυθύμουν και διεσκέδαζον οι κάτοικοι της πτωχής καλύβης, έπληττον και εχασμώντο του πλουσίου οίκου οι κύριοι.
Περάναντες το γεύμα των, όπερ άφθονον ως συνήθως και ποικίλον ουδέν είχεν ιδιαίτερον γνώρισμα, το δυνάμενον να αναμνήση αυτούς την απόκρεω, ανεκλίθησαν αμφότεροι απέναντι αλλήλων, εκείνος μεν επί σοφά μαλακού, καπνίζων το σιγάρον του, και χειλοποτών ηρέμα τον καφέν του, αυτή δε επί του εγγυτάτου εις την τράπεζαν κλιντήρος, θωπεύουσα νωχελώς διά της λευκής και δακτυλιοφόρου χειρός της το λείον τρίχωμα χονδροκεφάλου γάτου, ρέγχοντος μακαρίως επί των γονάτων της.
Πλην του ρόγχου τούτου σιγή εντελής επεκράτησεν ικανήν ώραν εν τη αιθούση.
Ότε δε τέλος ο κύριος Μαρής ερρόφησε πλην του καφέ του και μικρόν ποτήριον κονιάκ, και ησθάνθη το σιγάρον του εγγίζον εις το τέλος, ανεκάθισε μορφάζων εκ μικρού ρευματικού νυγμού, ον ησθάνετο εις την κνήμην, και είπεν, αφού μεγαλοφώνως εχασμήθη·
— Δεν παίζεις λιγάκι Boccace, Ερμιόνη;
— Ουφ! καϋμένε Αγησίλαε, . . να ήξευρες πώς βαρηούμαι! απήντησεν εκείνη παρατείνουσα μετά κόπου τας λέξεις και οιονεί συλλαβίζουσα αυτάς. Επάνω εις την χώνευσιν . . πού ν' αφήσω τώρα τον καϋμένον των Πλούτωνα, που κοιμάται τόσον εύμορφα.
— Καλά! υπέλαβεν ο Αγησίλαος· και η τελευταία της λέξεως συλλαβή απήχησεν εις δεύτερον και φωβερώτερον του πρώτου χάσμημα.
— Τι; ενύσταξες κι' όλα; ηρώτησεν η σύζυγός του, ακούουσα μάλλον ή βλέπουσα την συζυγικήν εκείνην χασμωδίαν. Μήπως δεν είσαι καλά;
— Καλά είμαι . . . αλλά βαρηούμαι κ' εγώ . . . 'ξεύρεις.
— Δεν πηγαίνεις καμμίαν ώραν εις την λέσχην, να διασκεδάσης;
— Αποκρηά σήμερον, . . . ποιος θα ήνε εις την λέσχην; Έπειτα . . . μπορεί να μας έλθουν και τίποτις μάσκαραις απόψε . .,
— Ο Θεός να τους φωτίση, να σου ειπώ! Διότι αυταίς η βραδυαίς του χειμώνος είνε ατελείωταις.
Την στιγμήν εκείνην εισελθών υπηρέτης άψογος την περιβολήν αφήκεν επί της τραπέζης δέσμην εφημερίδων, ειπών απλώς·
— Ταχυδρομείον!
— Α! τι καλά! εφώνησεν ευθύμως ο Αγησίλαος, και θεις επί της ρινός τας διόπτρας του ανέπτυξε το νεώτατον των φύλλων και ήρχισε την ανάγνωσιν από του τέλους.
Ο Πλούτων αφυπνισθείς επήδησε χαμαί άνευ περαιτέρω διατυπώσεως, και βυθίσας τους εμπροσθίους του όνυχας εις τον παχύν της αιθούσης τάπητα εκύρτωσεν ευαρέστως την ράχιν του, η δε κυρία Ερμιόνη ανεγερθείσα ήνοιξε μίαν των επί της οδού θυρίδων.
— Να πάρωμεν ολίγον αέρα, και κλείω ευθύς, είπε προλαμβάνουσα πάσαν του ανδρός της διαμαρτύρησιν.
Αλλ' από της θυρίδος εκείνης, πλην του δροσερού αέρος, εισέβαλεν απρόσκλητος ξένος και η φαιδρά αντήχησις του μπουζουκιού του κυρ Δημήτρη.
— Νά τα! είπεν ο χρηματιστής, εξακολουθών την ανάγνωσιν του· άρχισαν πάλιν οι αντικρυνοί μας τα συνειθισμένα. Ξεύρεις, Ερμιόνη, ότι κατήντησεν ανυπόφορος αυτός ο κυρ Δημήτρης με το κοπάδι του;
— Διατί οι καϋμένοι; ηρώτησε μετ' αγαθότητος η κυρία. Διασκεδάζουν . . . . δεν κάμνουν κακόν. Τι σε πειράζουν;
— Με ανησυχούν. . . . τι άλλο θέλεις να με πειράξουν; απήντησεν εκείνος, αναγινώσκων πάντοτε.
— Εγώ τους ζηλεύω, να σου ειπώ, υπέλαβε μετά μικρόν η κυρία Μαρή, πλησιάζουσα εις τον σύζυγόν της και θωπεύουσα ηρέμα τον επί της εφημερίδος κύπτοντα τράχηλόν του.
— Τι σου ήλθεν; είπεν εκείνος αναβλέπων.
Την ερώτησιν ταύτην υπέλαβεν η Ερμιόνη αποτεινομένην εις την ζηλείαν μάλλον ή την θωπείαν της, και έσπευσε να προσθέση·
— Αχ, . . . . ζηλεύω τα παιδιά των. Δεν ξεύρεις πόσα είνε, Αγησίλαε, . . . και όλα τόσα . . . τόσα, το ένα μικρότερο και ωραιότερο από το άλλο. Να είχαμε κ' εμείς κανένα! . . . είπε μετ' ολίγον σιγαλή τη φωνή, κύπτουσα το πρόσωπον προς τον σύζυγόν της.
— Χα, χα, χα! εφώνησεν εκείνος γελών· με την ώρα σου ήλθεν η όρεξις! Ποίος σου πταίει; μην τα κάμνης μισά!
Και αποβαλών τας διόπτρας του ηγέρθη και επλησίασεν εις την εστίαν.
— Με τα σωστά σου λοιπόν, αγάπη μου, εξηκολούθησε διά μειλιχίας φωνής, προσπαθών να κολάση την προ μικρού σκαιάν τραχύτητα της φράσεώς του, με τα σωστά σου ζηλεύεις τους γείτονάς μας;
— Και είνε να μην τους ζηλεύση κανείς; Δεν βλέπεις τι ευτυχισμένοι που ζουν! Πως είνε πτωχοί, . . αδιάφορον! Όλοι ροδοκόκκινοι από υγείαν . . . Ανάγκας δεν έχουν. . . . φροντίδας δεν έχουν. . . . Σπίτι γεμάτο ζωήν και χαράν! Όταν είνε να δουλεύσουν δουλεύουν, και όταν είνε να διασκεδάσουν διασκεδάζουν. Όχι . . .
— Όχι 'σάν εμάς; ήθελες να ειπής κ' εστάθης.
— Βέβαια. Ψεύματα; απήντησεν η κυρία Μαρή, υψούσα τους ώμους. Ημείς με όλα μας τα καλά . . . με τα πλούτη μας, με ωραίο σπίτι, με αμάξια, μαγείρους, υπηρέτας, τα έχομεν αιωνίως κατεβασμένα, 'σαν να έχωμεν πένθος· και αν δεν έλθη κανείς ξένος να μας ίδη, δεν ανοίγομεν το στόμα μας ώραις. Εγώ τουλάχιστον, σε βεβαιόνω, εξηκολούθησεν η αγαθή γυνή μετά πικρού μειδιάματος, κατήντησα να μην ομιλώ παρά όταν μαλόνω τους υπηρέτας . . . . Αυτοί οι πτωχοί με το τίποτε είνε πάντα ευχαριστημένοι, εύθυμοι, διασκεδάζουν αδιάκοπα, τραγουδούν, χορεύουν, χαίρονται την ζωήν των τέλος πάντων. Διατί αυτό;
— Διατί! είπε καθ' εαυτόν ο χρηματιστής, περιπατών σιγά άνω κάτω εν τη αιθούση. Είτα δε, ωσεί φαεινή τις ιδέα επήλθεν αίφνης απαντώσα εις το ενδιάθετον αυτό ερώτημα, έστη αποτόμως επιστραφείς ενώπιον της συζύγου του και ηρώτησε·
— Θέλεις, Ερμιόνη μου, να σιωπήσουν οι γείτονές μας, και να παύση όλη αυτή η διασκέδασις και ο θόρυβος;
— Όχι τους καϋμένους! απήντησεν εκείνη περίτρομος, τις οίδεν οποία υποθέτουσα τα σχέδια του συζύγου της. Όχι, . . . μη τους κάμης κακόν! άφησέ τους . . . . Τι μας πειράζουν;
— Κακόν να τους κάμω; απήντησε μειδιών ο κύριος Μαρής. Πού σου εφάνη; Έννοια σου, μην ανησυχής . . . . και δεν θα πάθουν τίποτε. Καλόν θα τους κάμω . . . και θα σιωπήσουν, θα ιδής!
— Μα τι σκοπόν έχεις;
Ο Αγησίλαος ουδέν απήντησεν, αλλ' εξελθών της αιθούσης, και καλέσας τον υπηρέτην του Γιάννην, είπεν εις αυτόν ολίγας λέξεις ταπεινή τη φωνή.
Μετά τινας στιγμάς ο Γιάννης έκρουεν, ως είδομεν ήδη, την θύραν του κυρ Δημήτρη.
Την επαύριον εσπέραν ο κυρ Δημήτρης, δειπνήσας συντομώτερον και του συνήθους, έπλυνε πρώτον τας χείρας αυτού και το πρόσωπον, υπεδύθη κατόπιν έν ζεύγος καινουργών δήθεν σανδαλιών, άτινα από πέντε ήδη ετών εφύλαττεν η Μαριώ εντός παλαιού ερμαρίου διά τας δ ε σ π ο τ ι κ ά ς ε ο ρ τ ά ς, εφόρεσε το καλόν του φέσιον, και ευτρεπίσας όσον κάλλιον ηδύνατο την λοιπήν αυτού αναβολήν, ητοιμάσθη να εξέλθη, λέγων·
— Ας πάμε να ιδούμε τι μας θέλει ο κυρ Αγησίλαος.
— Δε θ' αργήσης; ηρώτησεν η σύζυγός του.
— Πώς θ' αργήσω; Μήπως έχομε τίποτε να μοιράσωμε με το γείτονα; Θάχη καμμιά δουλειά να μου παραγγείλη . . . Σε δύο λεπτά είμαι 'πίσω.
— Κύτταξε να μη παραστρατήσης! . . .
— Με το καλό μου φέσι; απήντησεν ο Δημήτρης, εκπλαγείς ότι η συμβίος του υπέθετεν αυτόν ικανόν προς τοιαύτην μωρίαν.
Και εξήλθε λέγων·
— Πλάγιασε τα παιδιά!
Η κυρά Δημήτραινα, μείνασα μόνη, κατέκλινε πρώτον τον πολυάριθμον αυτής τόκον επί δύο ευρέων στρωμάτων, χαμαί ηπλωμένων εντός του παρακειμένου θαλάμου, είτα δε καθεσθείσα παρά τον λύχνου της, ήρχισε πλέκουσα κάλτσαν και διανοούμενη τι άρα γε ήθελε τον σύζυγόν της ο κύριος Αγησίλαος.
— Να τον φώτιζε ο Θεός, έλεγε καθ' εαυτήν, να μας έδιδε καμμιά καλή δουλειά . . . αποκοπή, να βγάλωμε τίποτε. Κανένα χωράφι, να ειπούμε, να το βάλη αμπέλι ο Δημήτρης, . . . καλογερικό, να πάρωμε και 'μείς λιγάκι επάνω μας. Γιατί μ' όλα αυτά τα παιδιά, ζωή νάχουνε! πού να βγη κανείς με το μεροδούλι; . . . ψωμί μοναχά δεν μπορεί να τα προφτάξη ο καϋμένος ο Δημήτρης. Αι! δόξα σοι ο Θεός! είπεν αίφνης, διακόπτουσα μεγαλοφώνως τας σκέψεις της και σταυροκοπουμένη.
Απορούσα δε, ότι ο Δημήτρης δεν επανήρχετο, ανέλαβε πάλιν ανεπαισθήτως τον ειρμόν του τερπνού της ονείρου.
— Θάκανα ένα φουστανάκι της Ελένης μου, εξηκολούθησε διαλογιζομένη, και θάστελνα και τον Νικολή μου 'ς το σχολειό να μη μείνη στραβό το καϋμένο, και με βλαστημάη μια μέρα. Θάκανα και το τάμμα που έχω 'ς τη Βαγγελίστρα για το Σπύρο μου, όταν έβγαλε τη βλογιά, . . . και δεν μπόρεσα ακόμη να το στείλω . . . — με τι να το στείλω; . . . Αν περίσσευε τίποτα, αι! θάκανα κ' εγώ, να σου πω, ένα ρούχο να βάλω επάνω μου, που περπατώ τώρα δυο χρόνια με μπαλώματα . . .
Ούτω δε δειλώς ιστιοδρομούσα διά του πελάγους των ονείρων, δεν ήκουσεν η Μαριώ ανοιγομένην και κλειομένην την αυλόθυραν, ούτε την μετ' ολίγον ημιανοιχθείσαν ηρέμα θύραν του οικίσκου, ούτ' εννόησε του κυρ Δημήτρην, όστις προκύψας διά της θύρας την κεφαλήν, ηρώτησε σιγαλή τη φωνή, πριν εισέλθη·
— Κοιμήθηκαν τα παιδιά;
— Ου! μ' ετρόμαξες, καϋμένε! εφώνησεν η ανανήψασα αίφνης σύζυγός του. Τι στέκεσαι τώρ' αυτού; Τελείωσες; έλα μέσα!
— Μη φωνάζης! υπέλαβε σιγά σιγά και πάλιν ο κυρ Δημήτρης, ιστάμενος πάντοτε επί της φλιάς της θύρας. Κοιμήθηκαν τα παιδιά;
— Σε καλό σου! κοιμήθηκαν βέβαια. Τι θα πη αυτό; Τι ρωτάς; Τι σου ήλθε;
— Μεγάλα πράγματα, Μαριώ μου! απήντησεν εκείνος εισερχόμενος.
Πρέπει δ' αληθώς μεγάλα πράγματα να είχον συμβή εις τον πτωχόν Δημήτρην, διότι και το πρόσωπόν του ήτο ηλλοιωμένον, και οι οφθαλμοί του είχον λάμψιν ασυνήθη, και της φωνής αυτού η κλαγγή ήτο τρομώδης και παρηλλαγμένη.
— Καλέ τι έπαθες; ηρώτησεν εγειρομένη και πλησιάζουσα ανησύχως η κυρά Δημήτραινα. Συ δεν είσαι ο ίδιος.
— Τώρα κ' άλλη μια φορά ο ίδιος! Κύτταξε εδώ!
Και λαβών κάτωθεν της μασχάλης του σακκίδιον πλήρες ταλλήρων, κατήνεγκεν επ' αυτού βαρύν τον γρόνθον του.
Η πτωχή Μαριώ έγεινε κάτωχρος. Ησθάνθη διά μιας λυόμενα τα γόνατά της· ήνοιξε το στόμα της να ομιλήση . . . αλλά πού φωνή! Ενόμισεν ότι ο λάρυγξ της είχε καταβή διά μιας εις τα βάθη του στήθους της . . Ευτυχώς δεν ήτο φύσις αβρά, ην ηδύνατο να νικήση επί μακρόν η συγκίνησις.
— Δημήτρη! ανέκραξε τέλος συνερχομένη, και η φωνή της εβρόντησεν ως φωνή κατηγόρου, και η χειρ της υψώθη απειλητική. Πού τα ηύρες αυτά τα χρήματα;
Ο πτωχός Δημήτρης έμεινε κατ' αρχάς ενεός και κατάπληκτος προ της αιφνιδίας μεταμορφώσεως της συζύγου του. Αλλ' αστραπή ταχεία, η αστραπή της υποψίας της Μαριώς, διέδραμεν αμέσως την διάνοιάν του, και ανακαγχάσας παταγωδώς.
— Χα, χα! χα! εφώνησε· μη θαρρής πως τάκλεψα; Μου τάδωσαν, ματάκια μου, μου τα . . . δωσαν, . . . μου τα χάρισαν!
— Σου τα χάρισαν; Ποιος σου τα χάρισε; Ποιος χαρίζει σήμερα 'ς την 'Αθήνα σακκούλια τάλλαρα; . . . Δημήτρη!
— Έλα, έλα . . . μην ήσαι τρελλή. Μου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος.
— Σου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος; . .
— Πού ο θεός να μου κόβη χρόνια να του δίνη μέραις! Κάθισε· κάθισε να σ' τα πω!
Και καθίσας πρώτος εκείνος ήρχισε προσπαθών να διηγηθή τα γενόμενα και ν' απαρτίση εις έν όλον τα πράγματα, τας εντυπώσεις αυτού και τα αισθήματά του.
— Μπήκα, που λες, Μαριώ μου, κ' ένας υπηρέτης, — ντρεπόμουνα που τον κύτταζα, τόσο ωραία ρούχα φορούσε . . .
— Τι τα θέλεις τώρ' αυτά, διέκοψεν ανυπομονούσα η κυρά Δημήτραινα. Λέγε, τι έγεινε!
— Στάσου δα, μη βιάζεσαι. Μπήκα το λοιπόν, και από κάμαρα σε κάμαρα, μπρος ο δούλος πίσω εγώ, βρέθηκα μπροστά 'ς τον κυρ Αγησίλαο. Τι σπίτι, καϋμένη Μαριώ! Καλά που έβαλα τα καινούργια μου παπούτσια.
— Ουφ, καϋμένε . . . λέγε τι σου είπε, και άφησε της φλυαρίαις.
— Τι μου είπε; και θυμάμαι θαρρείς; Τι κάνουμε, πώς περνούμε, πόσα παιδιά έχομε . . . αν είμαστε στενοχωρημένοι, χίλια δυο. Καλώτατος άνθρωπος, Μαριώ μου! χρυσός άνθρωπος! Αύριο ευθύς θα παραγγείλω μία λαμπάδα, ίσα με μπόι του, να την πάω 'ς τον άι Δημήτρη.
— Καλά όλ' αυτά, . . μα πώς σούδωσε τα χρήματα; γιατί σου τάδωσε;
— Ξέρω κ εγώ γιατί; έτσι θέλησε. Μας βλέπει, λέει, από τα παράθυρά του και μας χαίρεται, γιατί έχομε πολλά παιδιά και καλή καρδιά, και ζούμε χαρούμενοι και διασκεδάζομε . . . Κάνομε λιγάκι ανησυχία καμμιά φορά, μα δεν τον πειράζει, λέει . . . η γυναίκα του μας καμαρόνει . . . — δεν έχει, ξεύρεις, παιδί η καϋμένη. . . . Τι έλεγα; . . . α ναι το λοιπόν, μας λυπήθηκε, λέει, εμένα και σένα, να μας βλέπη έτσι να δουλεύωμε όλη μέρα, και του ήρθε, λέει, η ιδέα να μας κάμη ευτυχισμένους. Με ρώτησε, τι θέλω. — Τι να θέλω; υγεία και δουλειά, αφέντη.
— Δουλειά; λέει· εγώ να σου δώσω χρήματα να κάμης δουλειά, ό,τι δουλειά θέλεις. Και σηκόνεται, μωρέ μάτια μου, βάζει ένα κλειδί σε μια ορθή κασσέλα . . . Κρακ! εγώ τρόμαξα, να σου πω!
— Ανοίγει ένα πορτέλλο, χονδρό 'σάν κ' εκείνο που έχουν η μπουκαπόρταις 'ς τα βασιλικά καράβια, και βγάζει αυτή τη σακκούλα.
Ταύτα δε λέγων ο κυρ Δημήτρης κατέφερε και πάλιν τον γρόνθον του επί του προ ποδών του αποτεθειμένου σακκίου.
— Εδώ μέσα, λέει, έχει πεντακόσια τάλλαρα. Μπορείς να κάμης με αυτά ό,τι δουλειά θέλεις. Παρ' τα! Δεν θέλω χαρτί, ούτε απόδειξη. Αν πλουτήσης καμμιά φορά, και παν η δουλειαίς σου καλά, μου τα δίνεις . . . . ειδεμή χάρισμά σου. Μου φάνηκε πως ονειρευόμουνα. Δεν είξευρα τι να πω, . . τι να κάμω. — Χάρισμά μου; λέω, αφέντη, μα πώς . . . — Δεν έχει πώς, λέει· θα τα πάρης! Μου κάνεις χάρη, . . . . Και μου σφίγγει το χέρι. Μου σφίγγει το χέρι, Μαριώ, κατάλαβες; Τι να κάμω το λοιπόν; τα πήρα. Κακά έκαμα; έπρεπε να μη τα πάρω;
Η πτωχή Μαριώ δεν ηδύνατο να απαντήση. Έκλαιε. Το όνειρόν της εκείνο, το προ μικρού, ήρχετο πάλιν μειδιών προ της φαντασίας της, και το μειδίαμά του δεν ήτο πλέον πλάνη ουδέ γοητεία. Ηδύνατο τόρα να στείλη εις το σχολείον τον Νικολή της, . . . . ηδύνατο να κάμη το τάμμα της εις την Ευαγγελίστραν.
Εκεί σιμά της έκαιε μικρόν κανδήλιον προ μικρού εικονίσματος της Θεοτόκου. Ενώπιον της εικόνος αυτής ευρέθη αυτομάτως γονυπετής η κυρά Δημήτραινα.
— Αμ' δεν είπαμε δα, γυναίκα, ν' αρχίσωμε τα κλάμματα! υπέλαβεν ο ανήρ, βλέπων αυτήν σπογγίζουσαν τα δάκρυά της, και προσπαθών να νικήση και αυτός την συγκίνησιν, ήτις τον κατελάμβανεν. Έλα, σήκω τώρα και πάρ' τ' αυτά να τα φυλάξης.
— Πού να τα φυλάξω; είπεν εγειρομένη η Μαριώ, αφού επέρανε την υπέρ του μεγαλοδώρου ευεργέτου θερμήν αυτής δέησιν.
— Ξεύρω' γώ; όπου θέλεις. Να εκεί, 'ς τη μεγάλη κασσέλα, που έχει και μεγάλο κλειδί. Έτσι! εξηκολούθησεν, αφού εξετελέσθη η παραγγελία του. Δος μου τώρα το κλειδί, και βοήθησέ με να βάλωμε την κασσέλα αποκάτω από το κρεββάτι για πειό ασφάλεια.
— Ασφάλεια; και τι φοβάσαι! να μας πατήσουν κλέφταις;
— Δεν ξεύρω εγώ. . . . όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά· τόρα είμαστε πλούσιοι, κυρά Μαριώ, το κατάλαβες; και χρειάζεται προσοχή και φρόνηση.
— Και ποιος μας ξέρει, Δημήτρη μου;
— Ναι, δε σου λέω, . . . απήντησεν εκείνος ξύων την κεφαλήν του, αλλά πού ξεύρεις; ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, . . και πολλά μάτια. Καλλίτερα έτσι. Α! σβύσε τώρα το φως να πλαγιάσωμε, και αύριο τα λέμε. Αλήθεια, να στείλης από το πρωί τα παιδιά, τα μισά 'ς την αδελφή μου, και τα μισά 'ς τη μάννα σου.
— Γιατί;
— Νάχωμε λίγην ησυχία αύριο . . . θάχωμε ομιλίαις που δεν είνε για παιδιά.
— Τα καϋμένα! δεν τ' αφίνεις και αυτά να χαρούν;
— Έχουν καιρό να χαρούν! επέμεινε λέγων, σκαιότερον ή κατ' αυτόν, ο Δημήτρης. Κάμε αυτό που σου λέω.
— Καλά.
Και το ανδρόγυνον κατεκλίθη· αλλά δεν απεκοιμήθη αμέσως, όπως άλλοτε, ότε ο ύπνος ήρχετο ταχύς αναπαύων τα εκ της εργασίας καταπεπονημένα των μέλη, και ναρκών ευκόλως την αργήν αυτών διάνοιαν.
Είχον τόσα πράγματα να σκεφθούν απόψε, η Μαριώ και ο Δημήτρης! Τι να τα κάμουν αυτά τα χρήματα; διενοείτο εκάτερος· τι ν' αγοράσουν; τι να επιχειρήσουν; Πώς να τα καταστήσουν κερδοφόρα; Και έπειτα . . . να τα κρατούν εις τον πενιχρόν αυτών οίκον, . . . τόσα χρήματα; Ό,τι ήτο να γείνη, έπρεπε να γείνη γρήγορα . . . και να γείνη μάλιστα και με τρόπον, ώςτε να μη φανή . . . να μην εννοήσουν οι συγγενείς των — πτωχοί επίσης ημερόβιοι — ότι επλούτησαν.
Θα ήρχιζαν τότε τα δανεικά — και αγύριστα βεβαίως — και αιτήσεις βοηθείας, και μεμψιμοιρίαι, και δυσαρέσκειαι και υποψίαι ίσως ακόμη, — τις οίδε — περί της πηγής του πλούτου των . . και φθόνος, . . . και χίλια άλλα κακά . . . Έπειτα ο κύριος Μαρής είχε ειπεί να του τα επιστρέψουν, αν πάγουν καλά η δουλειαίς των . . . Δεν έπρεπε να προσέξουν μήπως ζημιωθούν; Χωρίς άλλο! αλλά πώς; . . . απλοί άνθρωποι ως ήσαν; . . .
Και εσκέπτετο ο Δημήτρης, και εσκέπτετο η Μαριώ, και εστρέφοντο με κλειστούς οφθαλμούς επί της κλίνης των, προσποιούμενος έκαστος ότι εκοιμάτο, ίνα μη αφυπνίση τον άλλον, ον υπέθετε κοιμώμενον.
Τέλος εβαρύνθη ο ανήρ να κρατή κλειστά τα όμματά του. Τα ήνοιξε, και είδεν άγρυπνον παρ' αυτώ την γυναίκα του.
— Δεν κοιμάσαι και συ Μαριώ; είπε. Εγώ, τι να σου πω, δεν μου κολλάει ύπνος απόψε, μ' αυτά τα διαβολοχρήματα.
— Αμ' εμένα;
— Πρέπει κάτι να τα κάμωμε . . . να τα βγάλωμε από εδώ μέσα . . . γιατί . . .
— Κ' εγώ το ίδιο συλλογίζομαι.
— Εγώ λέω, γυναίκα . . .
Και ήρχισε συζήτησις μακρά μεταξύ των συζύγου περί της διαθέσεως του σοβαρού εκείνου περιεχομένου του σάκκου· συζήτησις ήρεμος το κατ' αρχάς, ζωηροτέρα κατόπιν, τραχυνθείσα δε βαθμηδόν εις έριδα, και απολήξασα μετά τινα ώραν εις πείσμονα μεγαλόφωνον λογομαχίαν, — την πρώτην ην ήκουον οι ταπεινοί της οικίας των τοίχοι.
Άλλα ήθελεν ο είς και άλλα ήθελεν ο άλλος. Εκείνη γνώμην είχε ν' αγοράσουν χωράφια καλά και να φυτεύσουν αμπέλια· ο Δημήτρης έλεγε καλλίτερα ν' ανοίξη οινοπωλείον, ή καφενείον, ή άλλο τι έργον να επιχειρήση, ήσυχον όμως, καθιστικόν, . . . διότι είχε βαρυνθή πλέον την αξίνην, . . . είχε γηράσει . . . ήθελεν ολίγην ανάπαυσιν.
— Καπελειό ν' ανοίξης; βέβαια! εφώνησεν οξύ η κυρά Δημήτραινα· για να τώχης μπόλικο και χάρισμα!
— Κατάλαβα πως είσαι τρελλή, απήντησεν αγροίκως ο Δημήτρης, και εγερθείς κατέλιπε την κλίνην.
— Εγώ είμαι τρελλή, ή εσύ είσαι τεμπέλης και μεθύστακας;
— Μαριώ! εβρόντησεν εκείνος εξαγριωθείς, κ' επροχώρησεν εγείρων την χείρα κατά της συζύγου του.
— Θέλεις και να με δείρης;
Να την δείρη! ο Δημήτρης να δείρη την Μαριώ! . . την μητέρα δέκα τέκνων του! Ησχύνθη αμέσως, ο ταλαίπωρος, ησχύνθη εαυτόν, και η χειρ του κατέπεσεν αδρανής.
— Κ' εγώ είμαι μασκαράς, είπεν ηπίως, . . . μα και συ καϋμένη είσαι ανόητη.
— Έλα, έλα πλάγιασε, Δημήτρη, να ησυχάσης λιγάκι, απήντησεν εκείνη, κάμπτουσα εις θωπείαν την τρέμουσαν έτι φωνήν της.
— Πού να πλαγιάσω τώρα; μου έφυγε ο ύπνος· ξεύρεις όμως; μου έρχεται μία ιδέα.
— Άφησε τώρα της ιδέαις γι' αύριο, κ' έλα να κοιμηθής
— Μου έρχεται ιδέα . . να μετρήσω τα τάλλαρα.
— Να τα μετρήσης; και γιατί; πού σου ήλθε;
— Να ιδώ, είνε σωστά πεντακόσιας ή με γέλασε ο κυρ Μαρής;
— Να σε γελάση ο άνθρωπος; γιατί να σε γελάση, αφού σου τα χάρισε; Δεν σούδινε, σαν ήθελε, λιγώτερα;
Ο Δημήτρης έμεινεν επί στιγμήν σιγών, κύπτων υπό το βάρος της ακαταγωνίστου εκείνης ευθύτητος.
— Έχεις δίκη ο γυναίκα! είπε ταπεινή τη φωνή, έχεις δίκηο . . . . Και εντρεπόμενος να εξακολουθήση μεγαλοφώνως, συνεπλήρωσεν ενδομύχως την φράσιν του: Τα χρήματα χαλούν τον άνθρωπον.
— Σαλέπι ζεστό! ηκούσθη αίφνης φωνή βραγχώδης από της οδού.
— Νά! ξημέρωσε, είπεν εγειρομένη της κλίνης της η κυρά Μαριώ. Στάσου να σου πάρω λιγάκι σαλέπι να ζεσταθής.
***
Ότε μετά τινας ώρας εφάνη πλήρης η ημέρα, και φαιδρός εισεχώρησεν ο ήλιος διά των χαραμίδων του στενού παραθύρου της μικράς οικίας, αθόρυβος επεκράτει εν αυτώ ηρεμία.
Τα μεγαλείτερα και θορυβωδέστερα των παιδίων είχον αποσταλή εις την μάμμην των, η Μαριώ εσάρονε την αυλήν και συνήγεν από των φωλεών των ορνίθων της τα νωπά των ωά, ο δε Δημήτρης, καθήμενος προ της θύρας εκάπνιζε σιωπηλός αλλεπάλληλα σιγάρα κ' έξεεν επιμόνως διά της αριστεράς του χειρός τον αξύριστον αυτού πώγωνα.
— Δεν θα πας σήμερα σε δουλειά; ηρώτησεν αίφνης, διακόπτουσα το έργον της και ανακύπτουσα η Μαριώ.
— Τώρα πειά; πέρασε η ώρα. Έπειτα έχομε και να μιλήσωμε, γυναίκα . . . πρέπει να ιδούμε τι θα κάμωμε . . .
— Έχομε καιρό . . . να μιλήσωμε, απήντησεν εκείνη μελαγχολικώς, ενθυμουμένη τα νυκτερινά. Σήκω τώρα! σήκω! Πήγαινε να πάρης λίγο αέρα 'ς το παζάρι . . . να ψωνήσης κι' όλα. Ψωμί έχομε ολίγο . . . δεν θα μας φτάση. Πάρε ένα καρβέλι . . . λίγο τυρί και κρασί.
— Δεν βράζεις καμπόσα αυγά λέω εγώ; Τι θα τα κάμης που τα κρύβεις;
— Και τη λαμπρή τι θα βάψωμε; Έλα, έλα, σήκω.
— Πώς βαρηέμαι, καϋμένη! απήντησεν ο Δημήτρης, διατείνων εις ύψος τους βραχίονας.
— Βαρηέσαι; γιατί τάχα γεινήκαμε πλούσιοι, βαρηέσαι;
— Πλούσιοι! αμή δε γενήκαμε πλούσιοι! Πεντακόσια τάλλαρα, . . . μεγάλο πράγμα!
Η κυρά Δημήτραινα ενόμισεν ότι παρήκουσε.
— Με τα σωστά σου είσαι; είπεν έκπληκτος.
— Αι! κατάλαβα πως έχεις πάλι όρεξι για καυγά. . . . Δος μου το φέσι μου.
— Έτσι γεια σου!
Και ο Δημήτρης εξήλθεν εις την οδόν.
— 'Σ το καλό! εφώνησεν η σύζυγός του, και κλείσασα την θύραν εισήλθεν εις τον οίκον της.
Εργασία δεν έλειπε ποτέ εις την πτωχήν οικοδέσποιναν· και αν της έλειπεν, εδημιούργει, διότι αδύνατον της ήτο να κάθηται, ως έλεγε. Παρήρχετο δε ούτω η ώρα, και πάντοτε σχεδόν ήκουε χωρίς να περιμένη το σήμαντρον της Μητροπόλεως αγγέλλον την μεσημβρίαν. Αλλά την ημέραν αυτήν δεν ήθελεν η ώρα να περάση. Εσυγύριζεν η Μαριώ, έπλυνεν ολίγα φορέματα των μικρών της, διώρθονεν άλλα, ήρχιζε το πλέξιμόν της, . . . αλλ' ο καιρός δεν παρήρχετο. Τι να κάμη; Της ήλθεν όρεξις ν' ανοίξη το βαρύ εκείνο κιβώτιον, και να ιδή ολίγον, να ιδή μόνον — τα τάλληρα του σάκκου. Ποτέ της δεν είχεν ιδεί πολλά μαζή, . . . ουδέ ολίγα, η αγαθή γυνή. Αλλ' ενθυμήθη αμέσως ότι είχε το κλειδίον ο Δημήτρης. «Κρίμα!» είπε καθ' εαυτήν, και εξήλθεν εις την αυλήν, όπου τα νεώτατα των παιδιών της έπαιζον μετά του οικοφύλακος μολοσσού, σύροντα αυτόν άλλο από των ώτων και άλλο από της ουράς.
Τέλος εσήμανε μεσημβρία, και ο Δημήτρης δεν είχεν έτι επιστρέψει από της αγοράς.
— Κάπου θάμπλεξε, διενοήθη η Μαριώ. Καλά που δεν είνε εδώ τα παιδιά, . . . θα τάφινε νηστικά.
Και λαβούσα από του ερμαρίου τεμάχιον άρτου, λείψανον της προτεραίας, το εμοιράσθη με τα μικρά της.
— Εκείνος θάφαγε βέβαια, είπε καθ' εαυτήν.
Αληθώς δε είχε φάγει ο κυρ Δημήτρης, και είχε πίει μάλιστα.
Εξελθών της οικίας του ησθάνθη, και αυτός δεν ήξευρε διατί, ελαφρότερον τον εαυτόν του. Ενόμισεν, ότι είχε γείνει διά μιας νεώτερος, ότι αι κνήμαι του ήσαν ευσταλέστεραι και το βήμα του κουφότερον, και έβαινεν ανατείνων την κεφαλήν και υποτονθορύζων το δημοτικόν άσμα της απόκρεω: Κ α τ η γ ο ρ ο ύ ν τ η γ ά τ α μ α ς, αμέριμνος, σχεδόν υπόπτερος. Μετ' ολίγας στιγμάς είχεν εντελώς λησμονήσει ότι κατηυθύνετο εις την αγοράν. Εσκέπτετο, υπελόγιζε, εσχεδιάζε . . . Πάντα δε ταύτα μειδιών, κατευχαριστημένος. Χωρίς να το εννοήση, ευρέθη μετ' ολίγον εις το καφφενείον του. Παρήγγειλε καφέν, εκέρασε και μερικούς φίλους, τους οποίους εύρεν εκεί, έπιε κατόπιν έν δύο ρακιά, φιλευθέντα υπό των φίλων, και εξήλθε του καφενείου έτι ευθυμότερος, θωπεύων ενίοτε έξωθεν του θυλακίου του το μεγάλο κλειδί της κασσέλας. Ενθυμήθη τότε την παραγγελίαν της Μαριώς, ενθυμήθη ότι έπρεπε ν' αγοράση άρτον διά τα τέκνα του· και ετράπη προς την αγοράν. Αλλά — κακή μοίρα! — εκεί προ της αγοράς έχαινε παρά την οδόν η θύρα καπηλείου, και προ της θύρας ίστατο φίλος παλαιός, βλάμης του Δημήτρη, ο κυρ Θοδωρής.
— Βρε, καλό 'ς το Μήτρο! Σκόλη έχεις και συ; Κάτι χαρούμενος;
Η από πολλού ήδη εν σιγή πνιγομένη χαρά του Δημήτρη ολίγου δειν εξώρμα αθυρόστομος.
— Πού να σ' τα . . . είπε, αλλ' ανεκόπη αμέσως. Άλλη ώρα τα λέμε, . . . έλα τώρα να σε κεράσω! υπέλαβε ταχέως, θέλων να διορθώση διά της ελευθεριότητος την παραδρομήν της γλώσσης του.
Και εισήλθεν εις το καπηλείον ο Δημήτρης, . . . και έμεινεν εκεί μέχρι νυκτός.
Ότε δε αργά επέστρεψεν εις τον οίκον του, κλονούμενος και παραπαίων, υποστηριζόμενος υπό του βλάμη του Θοδωρή, είχεν ήδη κατά μήκος πλάτος διηγηθή τα κατ' αυτόν εις όμιλον φίλων ευωχητών, εις τους οποίους, κενώσας το τελευταίον του ποτήριον, είχε κενώσει και όλα του τα μυστικά, και αυτό το μυστικώτατον και νωπότατον, το του θησαυρού του.