Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Part 10

Chapter 101 wordsPublic domain

— Να της στείλωμε της καϋμένης κάτι τι, λέγει συγκινημένος ο Ιωάννης, συγγενής μας είνε

Η κυρία Πηνελόπη, πολύ ολιγώτερον συγκεκινημένη, ήνοιγε τα χείλη προς συζήτησιν των φιλανθρώπων διαθέσεων του συζύγου της, ότε από της αυλής της οικίας εκρήγνυται αίφνης παράφωνος αρμονία προχείρου οργανικής μουσικής, αποτελουμένης εξ ενός κλαρινέτου, μιας κιθάρας και μιας σάλπιγγος, και μελπούσης άρρυθμόν τινα και προκατακλυσμιαίαν πόλκαν, εις πανηγυρισμόν της μεγάλης ημέρας.

— Τα είπαν άλλοι! τα είπαν άλλοι! φωνεί οργίλη προς τον υπηρέτην η κυρία Πηνελόπη. Διώξε τους!

— Άφησέ τους, ψυχή μου! παρατηρεί μεγαθύμως ο Γιάγκος πτωχοί άνθρωποι είνε. Νά! προσθέτει αμέσως στρεφόμενος προς τον υπηρέτην, δος τους τρία φράγκα, και πες τους, τους ευχαριστούμεν.

— Αφέντη, και εις άλλα! ακούεται μετά μικρόν έξωθεν τριπλή και ομόφωνος ευχή, πολύ αρμονικωτέρα της προτέρας μουσικής συμφωνίας.

Οι μουσικοί απέρχονται, και ο Περδίκης αναγινώσκει την δευτέραν επιστολήν·

_Αξιότιμε κύριε!

Επεκρότησα πάντοτε εις την προόδόν σας, και χαίρω, ότι πρώτος ίσως πάντων σπεύδω να σας εκφράσω τα εγκάρδια συγχαρητήρια μου διά την σημερινήν εύνοιαν της τύχης. Επί τη ευκαιρία δε ταύτη συγχορήσατέ με να σας ενοχλήοω με μικράν τινα παράκλησιν. Έχω ανάγκην μικρού δανείου τριών χιλιάδων δραχμών, διά να ετοιμάσω τα ενδύματα της θυγατρός μου, την οποίαν νυμφεύω μετά ένα μήνα. Δεν έχω άλλην ασφάλειαν εκτός της υπογραφής μου. Υποθέτω δε, ότι σεις ο οποίος τόσον με γνωρίζετε, γνωρίζετε επίσης ότι είνε υπογραφή τιμίου ανθρώπου. Ελπίζω να μου απαντήσετε δύο λέξεις ευνοϊκάς.

Όλος υμέτερος Θ. Ξυλούδης._

— Αυτός που ήτον βουλευτής μια φορά; ερωτά η κυρία Περδίκη.

— Αυτότατος! λέγει προτάσσων συνεσταλμένα τα χείλη του και επινεύων σοβαρώς την κεφαλήν ο σύζυγός της. Τον ενθυμούμαι εδώ και πέντε χρόνια . . . πώς αλλάζουν οι καιροί! Ήθελε πολιτικά, βλέπεις! Τον έπιασε η μυίγα να κάμη επιρροήν, διά να γείνη υπουργός. Είχε μερικά παραδάκια· του τάφαγαν οι κομματάρχαι, και τώρα δεν έχει να κάμη τα ασπρόρρουχα της κόρης του.

— Και όμως κάθε βράδυ, παρατηρεί η κυρία Πηνελόπη, ενώ μειδίαμα οξύγλυκυ κυμαίνει τον επί του αδρού της χείλους επανθούντα μύστακα, κάθε βράδυ η κυρία του με ταις κόραις του είνε η πρώτη και καλλίτερη εις το Φάληρον. Πώς τα καταφέρνουν;

— Ό,τι να σου πω σε γελώ. Ποιος ξεύρει πόσα τέτοια γράμματα θα έχη ως τώρα γραμμένα ο άνδρας της.

— Αι, και θα του δανείσης τώρα συ;

— Να ιδούμεν. Αν έχη ασφάλειαν . . .

— Αφού σου γράφει ότι δεν έχει άλλην από την υπογραφήν του.

— Αυτό είνε ένας λόγος. Όλοι εις την αρχήν έτσι λέγουν. Κάτι θα του βρίσκεται.

Την στιγμήν εκείνην κρούεται η θύρα, και μετ' ολίγον εισέρχεται ο υπηρέτης λέγων·

— Αυθέντη, ένας κύριος σας ζητεί.

— Πήγαινε τον 'ς τη σάλα! παραγγέλλει η κυρία.

Ο Περδίκης εξέρχεται, και μετά τινα λεπτά επιστρέφει φωνών εν αγανακτήσει

— Αι! με παρασκότισαν!

— Ποίος ήτον; ερωτά περιέργως η σύζυγός του.

— Δεν τον γνωρίζεις ένας παλαιός φίλος μου.

Ο Περδίκης αποσιωπά εντελώς, ότι ο παλαιός του φίλος συνυπηρέτει ποτέ μετ' αυτού εν τω αυτώ καφενείω.

— Και τι σε ήθελε;

— Τι με ήθελε! δεν το καταλαμβάνεις; Ήθελε να του βάλω χρήματα . . . ν' ανοίξη καφενείον.

— Μη χειρότερα. Δανεικά τα ήθελε;

— Α, μπα! Ήθελε να με κάμη σύντροφον.

Η κυρία Πηνελόπη διαρρήγνυται εις άσβεστον γέλωτα, ο δε Ιωάννης ετοιμάζεται ν' αναχωρήση, ίνα μεταβή εις παραλαβήν της ευτυχούς ομολογίας του, ότε ο υπηρέτης εισέρχεται και πάλιν εις την αίθουσαν, φέρων διά της μιας χειρός επιστολήν, και κρατών διά της άλλης υπερμέγεθες δέμα βιβλίων.

— Τι είνε πάλιν αυτά; ερωτά ο Περδίκης,

— Ένα παιδί τα έφερε. Είνε έξω, και περιμένει, λέγει, απάντησιν.

Ο Γιάγκος ανοίγει το γράμμα και αναγινώσκει·

_Ευγενέστατε κύριε.

Η τιμή μου είνε εις χείρας εχθρού μου. Πού να φαντασθώ ο ταλαίπωρος, ποία ημέρα μου εξημερόνει. Διά σας εμειδίασε σήμερον η τύχη δι' εμέ, αλλοίμονον! η τύχη δεν έχει πλέον μειδιάματα.

Δι' εκατόν δραχμάς γελοίας, δι εκατόν γελοίας δραχμάς κινδυνεύει η προσωπική μου ελευθερία. Αυτάς τας δραχμάς τας ζητώ από σας. Μη μου ειπήτε όχι, μη μου το ειπήτε! Η ευτυχία είνε φιλάνθρωπος και γενναία. Δεν σας ζητώ έλεος. Σας στέλλω είκοσι αντίτυπα των ποιημάτων μου. Αδελφώσατε την μούσαν μου με τον πλούτον σας. Ο κομιστής αναμένει απάντησιν.

Συννεφάκος._

— Συννεφάκος; ερωτά η Κ. Περδίκη, ποίος είν' αυτός;

— Ένας κακομοίρης . . .

— Και τι δουλειάν κάμνει;

— Δεν το ήκουσες από το γράμμα του; στίχους γράφει.

— Καλά, γράφει στίχους, το εκατάλαβα αλλά τι έργον έχει; πώς ζη; Οι στίχοι του δεν πιστεύω να τον τρέφουν.

— Πουλεί τα βιβλία του, όταν εύρη αγοραστάς, δανείζεται από κανένα, ο οποίος δεν του εδάνεισε άλλην φοράν, γράφει γράμματα συγκινητικά . . .

— Τι να του ειπώ του παιδιού, αφέντη, που στέκει έξω; ερωτά δειλώς διακόπτων ο υπηρέτης.

— Νά! απαντά ο Περδίκης μεγαλοπρεπώς. Δος του ένα πεντάρι, και δος του και τα βιβλία του πίσω. Τον ευχαριστούμε, πες, πολύ, αλλά δεν έχομε 'ς το σπίτι βιβλιοθήκη να τα βάλωμε.

— Η ώρα περνά, προσθέτει, στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, κ' εγώ πρέπει να πάγω να φροντίσω διά την ομολογίαν μου.

— Δεν έχεις τώρα καιρόν, παρατηρεί η κυρία. Το τραπέζι είνε στρωμένον. Άφησε· πηγαίνεις το απομεσήμερον.

— Δεν σου λέγω, . . . αλλά ήθελα να τελειώσω μίαν ώραν αρχήτερα. Δεν ηξεύρει κανείς, τι ημπορεί να συμβή.

— Τι θα συμβή; Αι ομολογίαι είνε κατατιθειμέναι, λέγουν τα γραμμάτια, εις το τραπεζιτικόν κατάστημα του κ. Μαυρίδου. Έως το βράδυ έχεις καιρόν να παραλάβης τον αριθμόν μας.

— Όλα αυτά είνε καλά και άγια, άλλα καμμιά φορά . . . Εγώ λέγω να πεταχτώ μίαν στιγμήν· δεν θα αργήσω.

Και ο Γιάγκος λαμβάνει τον πίλον του και κατευθύνεται προς την θύραν, ενώ η συζυγός του φωνάζει κατόπιν του·

— Μην αργήσης!

— Δεν πιστεύω, αν όμως αργήσω, μη με περιμένετε.

Ο Περδίκης ανοίγει την εξώθυραν, αλλά συναντάται επί της φλιάς προς άνθρωπον τινα παραδόξου εξωτερικού, όστις την αυτήν εκείνην στιγμήν έκρουε την θύραν.

Ο επισκέπτης είνε υψηλού μάλλον αναστήματος, ισχνός ως οι λεπτοί και ανεμόφθοροι στάχυς του ενυπνίου του Φαραώ, ρυπαρός την ενδυμασίαν, αξύριστος, άνιπτος, και θρασύς το ήθος μ' όλην αυτού την φαινομένην κατάπτωσιν.

— Τι αγαπάτε; ερωτά ο Ιωάννης.

— Εδώ κατοικεί ο Κ. Περδίκης;

— Μάλιστα, εγώ είμαι. Τι αγαπάτε;

— Α! η ευγενεία σας είσθε; Έχω πολλήν ευχαρίστησιν.

Και ο άνιπτος κύριος δράττεται διά των ρυπαρών του δακτύλων της χειρός του Ιωάννου, και σείει αυτήν μετά προδήλου συγκινήσεως, προσθέτων·

— Επεθύμουν να σας ομιλήσω μίαν στιγμήν ιδιαιτέρως.

— Με συγχωρείτε . . . δεν έχω τόρα καιρών, έχω κάπου να υπάγω, και βιάζομαι . . . , απαντά ο Περδίκης εξερχόμενος εις την οδόν και παρακολουθούμενος υπό του αγνώστου. Αν ηθέλατε να περάσετε αργότερα . . . προς το εσπέρας . . . Ποίος είσθε, παρακαλώ; δεν έχω την τιμήν.

— Είμαι δημοσιογράφος! απαντά ο άγνωστος μετά πολλής αυταρκείας. Εκδίδω την Αλογόμυιγαν, σατυρικήν εφημερίδα . . . την γνωρίζετε, βέβαια;

— Ακούτ' εκεί την αγοράζω τακτικώτατα, και με διασκεδάζει πολύ. Του λόγου σας λοιπόν είσθε ο συντάκτης; Χαίρομαι, χαίρομαι!

— Ευχαριστώ.

— Και τι ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ερωτά ο Ιωάννης, με ήθος ανθρώπου κερδήσαντος εκατόν χιλιάδας δραχμών, και διατεθειμένου να προστατεύση κάπως την δημοσιογραφίαν.

— Να μου χρησιμεύσετε; σεις εις εμέ; αντερωτά ο εκδότης του σατυρικού φύλλου, μειδιών εν πλήρει και αδιαπτώτω συνειδήσει της ισχύος του. Τίποτε επί του παρόντος. Εγώ ημπορώ να σας χρησιμεύσω, και διά τούτο ήλθα να σας ιδώ . . . να συννενοηθώμεν, αν θέλετε.

— Με μεγάλην μου ευχαρίστησιν, απαντά ο μεσίτης, και ανακόπτει προς στιγμήν το βήμα του. Περί τίνος πρόκειται;

— Κύριε Περδίκη, έχετε εχθρούς! . . .

— Ναι, βέβαια, βέβαια.

— Αλλά του λόγου σας έχετε κακούς εχθρούς. Σας κατατρέχουν πολύ, σας κακολογούν, θέλουν να σας βλάψουν εις την κοινωνίαν. Χθες μου έφεραν μίαν διατριβήν εναντίον σας τρομεράν!

— Διατριβήν εναντίον μου; και τι έχουν να μου ειπούν;

— Φοβερά πράγματα. Διακόσια φράγκα πληρόνουν να την καταχωρίσω. Αλλά εγώ δεν ηθέλησα να το κάμω, πριν συνεννοηθώ μαζή σας. Όπως αυτοί έχουν τόσον συμφέρον να δημοσιευθή η διατριβή των, ίσως έχετε και σεις, εσυλλογίσθην, να μη δημοσιευθή. Ώστε . . . αν θέλετε . . .

— Τι να θέλω;

— Να μη δημοσιεύσω την διατριβήν των . . .

— Δεν με μέλει. Δημοσίευσε, αδελφέ, ό,τι θέλεις. Δεν ιδρόνει εμένα το αυτί μου από αυτά τα πράγματα. Δεν μ' έκαμε ο τύπος ό,τι έγεινα, ούτε θα με χαλάση απ' ό,τι είμαι. Αυτά είνε διά τους κουτούς.

— Νομίζω, απατάσθε, κύριε Περδίκη. Εγώ με πολύ ολιγωτέραν θυσίαν εκ μέρους σας θα επεθύμουν να μη φανούν εις την δημοσιότητα. — όπως δήποτε δυσάρεστον πράγμα θα ήνε . . — Με πενήντα φράγκα μόνον . . .

Ο Περδίκης ίσταται και πάλιν, διότι έφθασεν ήδη πλησίον του τραπεζιτικού γραφείου, όθεν ηγόρασε την ομολογίαν του. Η μορφή του γίνεται κάπως σκεπτική, αλλ' αιθριάζει αμέσως. Τα πεντήκοντα φράγκα δεν του φαίνονται πολλά, συλλογίζεται δε ως φρόνιμος άνθρωπος και πεπειραμένος Έλλην, ότι καλλίτερον είνε να μη γείνη περί αυτού λόγος δημοσιογραφικός.

— Δεν μου λέγεις, αδελφέ, φωνεί τέλος φαιδρώς προς τον δημοσιογράφον, ότι θέλεις πενήντα φράγκα; Νά τα, μάτια μου! προσθέτει, εξάγων αυτά εκ του χαρτοφυλακίου του· πάρ' τα και με γεια σου! Πιε, αν θέλης, και μίαν παραπάνω εις την τύχην μου. Ξεύρεις, εκέρδισα σήμερα τον πρώτον λαχνόν.

— Το ήξευρα! απαντά σοβαρός ο ιθύντωρ της κοινής γνώμης, και απέρχεται υπόπτερος.

ΣΤ'.

Η κυρία Πηνελόπη, ην αφήκαμεν μόνη προ μικρού, λαμβάνει έν μυθιστόρημα, κάθηται νωχελώς επί του ανακλίντρου και αναγινώσκει. Αλλ' αναγινώσκει μηχανικώς, χωρίς σχεδόν ν' αντιλαμβάνεται. Ο νους της είνε αλλού. Αι εκατόν χιλιάδες παρεμβαίνουσι διαρκώς μεταξύ των οφθαλμών της και των γραμμών του βιβλίου, και η φαντασία της μεθίπταται από σχεδίου εις σχέδιον και από επινοίας εις επίνοιαν. Το προσφιλέστατον όμως των ονείρων, άτινα πλάττει γρηγορούσα η κυρία Περδίκη, είνε να ταξιδεύση. Αφότου ενυμφεύθη, δεν είδεν Ευρώπην. Και την επεθύμει τόσον, ότε ήτο έτι δεσποινίς! Προσεπάθησεν επανειλημμένως να πείση εις τούτο τον σύζυγόν της, αφ' ότου μάλιστα ήρχισαν τιμώμενα και υπερτιμώμενα τα ανακαλυφθέντα εκείνα γήπεδα.

Αλλ' ο Μερδίκης είνε πρακτικός άνθρωπος.

— Τα χρήματα, απήντα πάντοτε, που ξοδεύονται 'ς το ταξίδι, δεν φέρνουν τόκο.

Και η Πηνελόπη παρητείτο άκουσα των σχεδίων της και κατέπνιγε προς ώραν τους πόθους αυτής.

Τώρα όμως, τώρα δεν έχει πλέον ο Γιάγκος να είπη τίποτε. Θα της δώση βεβαίως δέκα χιλιάδας, να μεταβή τουλάχιστον έως τους Παρισίους· εκεί θα κάμη και τα χειμερινά της ενδύματα, καλλίτερα, εννοείται, και ευθηνότερα παρά εις τας Αθήνας, και θα έχη τοιουτοτρόπως και οικονομίαν.

Κατά φυσικώτατον δε συνειρμόν ιδεών αρχίζει αμέσως η κυρία Περδίκη να δημιουργή εσθήτας και επανωφόρια, και πίλους και πετάσσους, και τρίχαπτα και ταινίας, να κόπτη, να ράπτη, να συμφωνή τιμάς, να δοκιμάζη φορέματα ενώπιον μεγάλων κατόπτρων, διπλών και τριπλών, να κομψεύεται επιχαρίτως ενώπιον των παρισινών ραπτριών, και να ακούη μετά προσπεποιημένης και μετριόφρονος αιδούς τας προς τα σωματικά της κάλλη κολακείας των.

Από του ευχαρίστου τούτου ονείρου αφυπνίζει αυτήν αίφνης ο υιός της, επιστρέφων από του καφενείου, όπου έπαιζε σφαιριστήριον, και φωνών από της θύρας·

— Α, μητέρα! ξεύρεις ότι το πράγμα άρχισε να γίνεται αστείον;

— Τι είνε, παιδί μου;

— Όλοι οι φίλοι μου ήθελαν να τους κάμω γεύμα. Άλλοι ήθελαν δανεικά, άλλοι . . .

Ο νέος Περδίκης αποσιωπά, ότι οι άλλοι εκείνοι εζήτουν την επιστροφήν δανεισθέντων.

— 'Σάν να είχα κερδήσει εγώ, προσθέτει μετ' ολίγον, τον πρώτον λαχνόν.

— Τον καϋμένον τον Τηλέμαχον! Έννοια σου, και θα πω εγώ του μπαμπά σου να σου δώση κάτι τι διά τα έκτακτά σου έξοδα.

— Κ' εμένα, μαμάκα; ερωτά η την στιγμήν εκείνην ακριβώς εισερχομένη Ασπασία, δεν θα μου πέση τίποτε από ταις εκατόν;

Πριν ή απαντήση η Κυρία Περδίκη, εισέρχεται ο υπηρέτης, κομίζων δύο επιστολάς και μίαν κολοσσιαίαν ανθοδέσμην.

— Ακόμη γράμματα; φωνεί η οικοδέσποινα. Καλά! Βάλε τα εκεί, επάνω εις το τραπέζι. Και αυτό το μπουκέτο ποίος το έφερε;

— Ο περιβολάρης, κυρία. Σας συγχαίρεται, λέγει· και εις άλλα.

— Το πήρε και αυτός μυρωδιά; μη χειρότερα! παρατηρεί ο Τηλέμαχος.

— Δος του πέντε φράγκα, Νικόλα, και πες του, τον ευχαριστούμεν.

Μόλις εξήλθεν ο Νικόλας, και παρίσταται εις την θύραν του εστιατορίου άνθρωπός τις του λαού, χυδαίαν έχων την όψιν και τα κνήμας γυμνάς, κοντός δε και στενάς φορών αναξυρίδας μέχρι γονάτων, εφεστρίδα με διπλήν σειράν σφαιροειδών και θυσσανωτών κομβίων, και πέτασσον εκ πιλήματος άμορφον και αποτετριμμένον. Διά της μιας αυτού χειρός κρατεί ράβδον χονδράν, διά της άλλης δε αναλικνίζει από των τεσσάρων του άκρων μανδήλιον ρυπαρόν, εις ου το βάθος κροταλίζουσιν ολίγα κέρματα.

— Καλό 'ς τα χαίρεστε, κυρά! λέγει ο νέηλυς, βλέπων εστρωμένην την τράπεζαν. Ο θεός να σας τα πληθαίνη! Το μάθαμε δα κάτω 'ς το παζάρι όλοι μας, και το καταχαρήκαμε, μάρτυς μου ο Θεός! Του άξιζε του κυρ Γιάγκου, αλήθεια, γιατί είνε καλός άνθρωπος και καλός πατριώτης. Αι! 'ς της άλλαις εκλογαίς θα τον έχωμε πρώτο σύμβουλο, χωρίς άλλο.

Ευχαριστούμεν, απαντά δειλώς η κυρία Πηνελόπη, πτοουμένη σχεδόν την προστατευτικήν εκείνην οικειότητα της φράσεως, και προσθέτει αμέσως·

— Τι αγαπάτε; τον Γιάγκο θέλετε; δεν ήλθ' ακόμη.

— Δεν πειράζει, κυρά! αφού είσθε η ευγενεία σας, το ίδιο κάνει. Είνε για μια πτωχή οικογένεια . . . ό,τι προαιρείται ο καθείς.

Και ο μέλλων κομματάρχης του Κ. Περδίκη ανοίγει διά των δύο του χειρών τας άκρας του μανδηλίου και πλησιάζει δύο βήματα προς την οικοδέσποιναν.

— Νικόλα! φωνάζει η κυρία· δόσε πέντε φράγκα του κυρίου . . . — πώς ονομάζεσθε, παρακαλώ;

— Κωστής Φυσέκης, κυρά!

— Δόσε του Κυρίου Κωστή, . . εξακολουθεί η οικοδέσποινα.

— Όχι να μου τα δώση κυρά, όχι! 'Σ το μανδήλι να τα ρίξη, παρακαλώ. Αυτά είνε χρήματα ιερά, και εγώ δεν τα πιάνω εις το χέρι μου.

Ο Νικόλας αποθέτει εις το μανδήλιον το πεντόφραγκον, ατενίζων εκφραστικώτατον και γνώριμον βλέμμα επί τον ευσυνείδητου ερανιστήν, όστις αποχαιρετά και απέρχεται.

— Ξεύρεις, μητέρα, παρατηρεί ο Τηλέμαχος, ότι αν πηγαίνη έτσι το πράγμα, αι εκατόν χιλιάδες θα γείνουν πολύ γρήγορα παραμύθι;

— Αι, καλά! απαντά μειδιώσα η μήτηρ του. Ο άνθρωπος πρέπει να βοηθή, όταν ειμπορή και όσον ειμπορή. Μ' εκατό και με διακόσια φράγκα δεν θα μας λιγοστευτούν, παιδί μου, κ' έννοια σου.

— Εμένα μου έρχεται μία ιδέα, υπολαμβάνει ο νεαρός Περδίκης διαρρηγνύμενος εις γέλωτα. Να βάλωμε μίαν ειδοποίησιν αύριον εις τας εφημερίδας, ότι παρακαταθέτομεν το ποσόν εις ένα συμβολαιογράφον, εις μίαν τράπεζαν, — αδιάφορον πού — και να κοπιάση ο κόσμος να παίρνη, ως που να τελειώσουν. Έτσι, μου φαίνεται, θα ευρούμε τουλάχιστον την ησυχίαν μας.

— Στάσου δα πρώτα να ταις πάρωμεν, και ύστερα σκεπτόμεθα, απαντά γελώσα επίσης η μήτηρ.

— Ου, καϋμένε Τηλέμαχε, λέγει η δεσποινίς Ασπασία, τι ανοησίαις που λες!

— Κύτταξε που το πίστευσε κ' εφοβήθηκε! υπολαμβάνει ο Περδικίδης και γελά έτι θορυβωδέστερον. Έννοια σου, Ασπασάκη! έννοια σου, και ο μπαμπάς τέτοιους χωρατάδες άνοστους δεν τους κάμνει. Αλήθεια, μητέρα, δεν τρώμε; Είνε μία περασμένη.

Ζ'.

Η οικογένεια Περδίκη απέκαμε να περιμένη τον αρχηγόν αυτής και κάθηται εις την τράπεζαν.

Το γεύμα, εννοείται, είνε φαιδρότατον, και οι δαιτυμόνες ομιλητικότατοι.

Η κυρία Πηνελόπη υψόνει ήδη το ποτήριόν της προπίνουσα εις υγείαν του συζύγου της και ευχομένη καί εις άλλα, ότε ο Περδίκης ανοίγει παταγωδώς την θύραν και ενσκήπτει ως κεραυνός εις την αίθουσαν. Η μορφή του είνε πορφυρά, οι οφθαλμοί του απλανείς, το βήμα του ασταθές, και αι χείρες του κινούνται ως πτέρυγες ανεμόμυλου. Δεν λέγει λέξιν, αλλά καταπίπτει επί μιας καθέδρας, και ασθμαίνει κοπιωδώς, ως φύσα σιδηρουργείου.

— Τι είνε; φωνεί αναπηδώσα από της έδρας της η σύζυγός του, Τι τρέχει; τι έπαθες;

Ο Περδίκης προσπαθεί να ομιλήση, αλλ' η φωνή του εκπνέει εις τον λάρυγγά του.

— Δος μου εδώ ένα ποτήρι νερό, Ασπασία! κραυγάζει η Κ. Πηνελόπη, Γρήγορα. Έλα!

Και ποτίζει τρυφερώς τον συμβίον της.

— Μα τι τρέχει λοιπόν; Λέγε μου! ερωτά και πάλιν.

— Τι να τρέχη, αδελφή, απαντά τέλος ανακτών την φωνήν του ο Ιωάννης. Το κέρδος μας . . .

— Αι;

— Έγεινε. . . .

— Τι;

— Κα-πνός!

— Με τα σωστά σου είσαι; Τι είν' αυτά; τι θα ειπή, έγεινε καπνός;

— Να είπη, ότι η ομολογία μας . . . δεν είχε πληρωμένην . . . την τελευταίαν δόσιν.

— Και τι μ' αυτό;

Δεν είνε ακριβώς γνωστόν, τι απήντησεν ο Περδίκης εις την ερώτησιν ταύτην της συζύγου του.

ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ (6)

Ήσαν δύο οικίαι επί της αυτής οδού, η μία της άλλης αντιμέτωπος.

Η μία μεγάλη, άρχοντος οικία, η άλλη μικρά, ταπεινή, σχεδόν καλύβη, πτωχόν πτωχού ενδιαίτημα.

Εδώ πυλώνες μεγάλοι, και παράθυρα πολλά, διά βαρυτίμων παραπετασμάτων μετριάζοντα το άπλετον φως, και εξώσται κομψοί περικοσμούντες την οικοδομήν, και άνδηρα, αναπεπταμένα το μεν εις τον ήλιον, το δε εις την αύραν την εσπερινήν, και κήπος οπίσω θαλερός και βαθύσκιος, και στρουθίων τάγματα πολυάριθμα, φλυαρούντα υπό των δένδρων το φύλλωμα και ζωογονούντα την βαρείαν σιγήν, ην περιέβαλλε τον οίκον πάσα η σοβαρότης του πλούτου.

Είναι μία μόνη μικρά θύρα, και στενόν παράθυρον μόλις που τας κυριακάς και τας εορτάς δειλώς ανοιγόμενον, και πέραν εκεί, εις το άκρον στενού διαδρόμου και όπισθεν των δύο χαμογείων δωματίων άτινα αποτελούν τον πτωχικόν οίκον, αυλή ευρεία, ης το γεώδες έδαφος συνεκύλων δι' όλης της ημέρας παιδία γυμνόποδα φαιδρώς φωνασκούντα, και όρνιθες κλώζουσαι και ραμφοκοπούσαι το χώμα, ας ένθεν μεν κατεδίωκεν ακάκως πυρρόθριξ μολοσσός, απαθής δ' εκείθεν αλλά προσηνής το φαινόμενον εθεάτο τεφρόχρους όνος, προσδεδεμένος εις φάτνην πενιχράν, υπό την στέγην ολίγων σανίδων.

Του πλουσίου μεγάρου κάτοικοι, πλην των πολλών οικετών, αφώνων και σοβαρών ως ο οίκος, ήσαν δύο μόνοι· ανήρ και γυνή. Ο Θεός δεν είχε δώσει τέκνα εις αυτούς, νομίσας ίσως ότι τους ήρκει ο πλούτος· αλλ' είχεν όμως δώσει φίλους πολλούς εις τον πλούτον των, οίτινες επλήρουν πολλάκις την τράπεζαν αυτών κ' εφαίδρυνον ενίοτε τας αίθουσάς των. Δεν εφαίδρυνον όμως και τον οίκον αυτών οι ξένοι· πολλάκις δε τα όμματα της πλουσίας αλλ' ερήμου οικοδεσποίνης εθόλονε μελαγχολία, και δάκρυ δειλόν ανέβλυζεν υπό τα βλέφαρά της, οσάκις από της σιγής του θαλάμου της εθεώρει διά του παραθύρου εις την απέναντι πτωχικήν αυλήν, και έβλεπε τα ακτένιστα παιδία του γείτονος παίζοντα εν φωναίς και θορύβω το κ ε ρ ά κ ι και τον κ ρ υ π τ ό ν.

Διότι είχε πολλά παιδία ο γείτων' ουδ' αυτός ο ίδιος ήξευρε πόσα, — έλεγεν αστειευόμενος, οσάκις ηρωτάτο. Ότε δε την εσπέραν επέστρεφεν οίκαδε ο ημερόβιος εργάτης, άλλοτε πεζός και άλλοτε σοβαρώς κεντρίζων τον όνον του, και ηνοίγετο προ αυτού η θύρα του οικίσκου, χωρίς καν εκείνος να την ωθήση, αλαλαγμός χαρμόσυνος ηγείρετο από της αυλής, και πάσα παιδιά κατελείπετο εις το μέσον, και όλος των παικτόρων ο εσμός, μικρών και μεγάλων, εκρεμάτο βοτρυδόν από των φορεμάτων του πατρός. Ο ευσταλέστερος ανερριχάτο εις τους ώμους του, η ζωηροτέρα ήρπαζεν από της αγκάλης του τον άρτον της εσπέρας, άλλος ανηρτάτο από του τραχήλου του, και τα μικρότερα ενηγκαλίζοντο τας κνήμας του.

— Έλα, ησυχάστε! αφήστε τον πατέρα σας να ξανασάση! εφώνει προς το στίφος των πολιορκητών η κυρά Δημήτραινα, εύσωμος και πορφυρόχρους μεσήλιξ, ης τα σπαργώντα στήθη, ανέτως αναπτυχθέντα υπό τα λαίμαργα στόματα δέκα ευρώστων νηπίων και ουδένα ποτέ γνωρίσαντα στηθόδεσμον, εκυμαίνοντο μεγαλοπρεπώς μόλις συγκρατούμενα υπό των πτυχών του χιτώνος της.

— Άσ' τα! μη τα μαλόνης! απήντα ο κυρ Δημήτρης, και αναλαμβάνων εις τας αγκάλας του τα δύο δίδυμα μικρά του, εκάθητο κεκμηκώς επί του σάγματος του όνου και εσπόγγιζε τον αδρόν του μετώπου του ιδρώτα διά της ποδιάς των τέκνων του.

Τοιούτων φαιδρών σκηνών πολλάκις εγίνοντο από του εξώστου των θεαταί ο Κύριος Μαρής και η Κυρία Μαρή, του πλουσίου οίκου οι άπαιδες άρχοντες. Και εκείνος μεν, εκατομμυριούχος χρηματιστής, από μακρού ήδη τραχυνθείς την καρδίαν εκ των συγκινήσεων της υψώσεως και του εκπεσμού, δυσθύμως μάλλον προσέβλεπε τας θορυβώδεις εκείνας και προστύχους, ως τας απεκάλει, οικογενειακάς πανηγύρεις, αίτινες ετάραττον την εσπέραν ου μόνον την κοπιώδη συνήθως χώνευσίν του, αλλά και πάσαν την ηρεμίαν των οικονομικών αυτού υπολογισμών. Αλλ' η συζυγός του, γυνή και δις ήδη αποτυχούσα μήτηρ, μακράν πολλάκις ώραν ελησμονείτο θωρούσα την διηνεκή σχεδόν εκείνην τύρβην, και μειδίαμα παράδοξον, χαράς άμα και πόνου μαρτύριον, διέστελλε τα χείλη της. Τι δεν έδιδε διά μικράν τινα μόνον μερίδα της ζωηρότητος εκείνης και ταραχής!

***

Εσπέραν τινά, ήτο η πρώτη Κυριακή των Απόκρεω ο Δημήτρης επέστρεψεν ενωρίτερα εις τον οίκον του,

Ήτο κατοφορτωμένος.

Διά του δεξιού βραχίονος έσφιγγεν ενηγκαλισμένον ταβάν, όθεν από παχέος ορύζης στρώματος προέκυπταν πού και πού, ως λόφοι μικροί, τεμάχια κρέατος οπτού· κάτωθεν δ' αυτού ανελικνίζετο δίκην εκκρεμούς από της δεξιάς του χειρός φιάλη μελάγγρους ευμεγέθης, πλήρης ξανθού ρητινίτου. Αριστερόθεν εκράτει μανδήλιον, εγκυμονούν τις οίδε τίνα και ποία έκτακτα τραγήματα, και επί του μανδηλίου έσφιγγε διά του αντίχειρος χάρτινον πρόστυχον προσωπείον είκοσι λεπτών.

— Έλα, Μαριώ, να ζης! ξεφόρτωσέ με! εφώνησεν εισερχόμενος.

Αλλά πού να προφθάση η Μαριώ! Τρία ήρπασαν διά μιας την βαύκαλιν, άλλα τόσα το μανδήλιον, ούτινος διεσπάρησαν χαμαί τα περιεχόμενα — δύο λεμόνια εδώ, πέντε μήλα εκεί, ολίγα μύγδαλα παρέκει — και η γενική κατ' αυτών έφοδος των παιδίων έσωσεν από σοβαρού κινδύνου τον ταβάν, ον κατώρθωσε τέλος να παραλάβη σώον και ακέραιον η μήτηρ.

— Κύτταξε, κύτταξε τα διαβολόπουλα! Εφώνει αύτη, και ηγωνίζετο ασθμαίνουσα να επαναφέρη την τάξιν εν μέσω του αφηνιάσαντος στίφους, ενώ ο πατήρ εκράτει το προσωπείον υψηλά, υψηλότερα των κατ' αυτού αναπηδώντων μικρών, και έλεγεν αταράχως·

— Αι, ησυχία τώρα, ησυχία! Κάμετε φρόνιμα . . . ειδεμή δεν έχει μουτσούνα.

— Μουτσούνα! Μουτσούνα! εκραύγασεν εν χορώ το παιδοθέμιον, θορυβώδη συγκροτούν πυρρίχιον κύκλω του πατρός, ενώ η μήτηρ μόλις κατώρθονε να περισυναγάγη από του πεδίου της μάχης τους από του μανδηλίου πεσόντας τραυματίας.

Τέλος επήλθεν ησυχία εν τω οίκω του κυρ Δημήτρη. Τα παιδία κατηυνάσθησαν, και συναχθέντα περί τον τ α β ά ν ωσφραίνοντο βουλιμιώντα το περιεχόμενον.

Η οικοδέσποινα έστρωσεν εν μέσω την βραχύποδα τράπεζαν του δείπνου, τον σ ο φ ρ ά ν, και ανήψε παρ' αυτώ κλαυθμηρίζοντα λύχνον. Ο κυρ Δημήτρης εκάθισε χαμαί σταυροποδητί, και σταυρώσας διά του μαχαιρίου του τον άρτον έκοψε και διένειμε.

— Δόξα σοι ο Θεός, γυναίκα, είπε σταυροκοπούμενος, η βδομάδα πήγε καλά. Βγάλαμε τριάντα δραχμαίς. Υγεία νάχωμε, και οξωνού! Η φτώχια θέλει καλοπέραση!

Ούτως ευθύμως ήρχισε και ευθύμως επεράνθη το πτωχικόν του πτωχού οίκου δείπνον.

Αφού δε τα παιδία ετραγάνισαν και το έσχατον φαγώσιμον οστούν του ταβά, σκυθρωπάζοντος ευλόγως του παρισταμένου μολοσσού, εις ον σκληρός απέμεινε κλήρος ό,τι μόνον απρόσιτον εις παίδων οδόντας — και αποσμήχοντα διά ψωμίου το πήλινον σκεύος εγάνωσαν αυτό λάμπον και στίλβον, ο κυρ Δημήτρης εμοίρασεν ακριβοδικαίως τα τρωγάλια εις τα τέκνα του, εστράγγισεν εις το ποτήριόν του το κατάλοιπον της μελαψής φιάλης, και σπογγίσας διά της παλάμης τον μύστακα, είπεν εις την σύμβιόν του εν αληθεί ευφροσύνη·

— Δος μου τώρα λιγάκι το μπουζούκι μου, κυρά Μαριώ, να το τραγουδήσωμε·

— Δεν νυστάξατε σεις ακόμη; ηρώτησεν η κυρά Δημήτραινα· αλλά τοσαύτα διά μιας απήντησαν όχι, εις μίαν κορυφωθέντα κραυγήν, ώστε καθησύχασε μεν η μητρική μέριμνα, εξετέλισε δ' αμέσως το παραγγελθέν η συζυγική προθυμία.

Το πρωσαχθέν μπουζούκιον ήτο πατρική κληρονομία τον κυρ Δημήτρη. Ο πατήρ αυτού, βαρελοποιός ποτε και μουσικός κατά τας ώρας της σχόλης του, μόλις είχε κατορθώσει να διδάξη τον υιόν αυτού, πλην τυπικών τινων υποκρούσεων, ένα συρτόν και ήμισυν καλαματιανόν. Αλλά το έν και ήμισυ τούτο ήρκει εις διασκέδασιν των παιδίων, ων αι χορευτικαί γνώσεις περιωρίζοντο κατ' ανάγκην εις το μουσικόν του πατρός των πεδίον.

— Ελάτε τώρα σεις, είπεν ούτος· πιασθήτε από τα χέρια. Εμπρός ο Νικολής, ύστερα ο Γιώργης, και οι άλλοι με την αράδα. Συρτό· Ο Νικολής που τραβάει το χορό φορεί και τη μουτσούνα!

— Κ' εμείς πατέρα; εμείς; εφώνησε δυσθύμως ο λοιπός όμιλος, δεν θα τη φορέσωμε;

— Αγάλια, αγάλια· Ένας ένας θα τραβά το χορό και θα την φορή.

Και ανέκρουσεν ο μουσικός, και ήρχισεν η διασκέδασις.