Part 6
Βιβλία πλουσίως δεδεμένα, τετράδια μουσικής και ιχνογραφήματα ήσαν σκορπισμένα επάνω εις τηv μεγάλην τράπεζαν· η θύρα του εξώστου ήτο ανοικτή προς την λίμνην, η οποία ωραία εξετείνετο έξω και ήτο τόσον στιλπνή και ήρεμος, ώστε τα βουνά της Σοβοΐας με τας πόλεις, τα δάση και τας χιονισμένας κορυφάς των κατωπτρίζοντο μέσα ες το υδάτινον αυτό κάτοπτρον ανεστραμμένα.
Ο Ρούντυ, ο οποίος άλλοτε ήτο πάντοτε τολμηρός, ζωηρός και χωρίς συστολήν, εδώ δεν ησθάνετο τον εαυτόν του και τόσον εν ανέσει. Εκινείτο σαν να επατούσε επάνω σε ρεβίθια επί ολισθηρού εδάφους. Πώς περνούσε ο καιρός αργά, πώς περνούσε φρικτά, σαν να ευρίσκετο εις ανθρωποκίνητον Μύλον! Ήθελαν και να περιπατήσουν τώρα. Αλλά και αυτό έγινε με πολλήν νωθρότητα και με πολλήν ανίαν. Ο Ρούντυ έπρεπε να κάνη δύο βήματα εμπρός και ένα 'πίσω διά να μένη κατά το βάδισμα μαζί με τους άλλους. Έκαμαν τον περίπατόν των κάτω προς την Σιγιόν, το παλαιόν σκυθρωπόν φρούριον, το κτισμένον επάνω εις το νησάκι των βράχων, μόνον και μόνον διά να ίδουν τα μαρτυρικά σκεύη, τα νεκρικά δεσμωτήρια, της σκουριασμένες αλυσσίδες εις τους βραχώδεις τοίχους, τους διά τους εις θάνατον καταδικασμένους πετρίνους κοπάνους, τας θύρας της πτώσεως, διά των οποίων κατεκρήμνιζον τους δυστυχείς και τους διαπερνούσαν εις σιδηρούς, σουβλερούς πασσάλους διά να τους καύσουν. Ευχαρίστησιν, έλεγαν, να βλέπουν όλα αυτά τα πράγματα. Ήτο τόπος μαρτυρίου, τον οποίον το άσμα του Βύρωνος ανύψωσεν εις τον κόσμον της ποιήσεως.
Ο Ρούντυ είχε το αίσθημα, ότι ωδηγήθη αυτός εις τόπον μαρτυρίου. Εστηρίζετο εις το πλαίσιον ενός από τα μεγάλα πέτρινα παράθυρα και έβλεπε κάτω μέσα εις το βαθύ κυανοπράσινον ύδωρ και πέραν εκεί προς την μικράν νήσον με τας τρεις ακακίας· εκεί αυτός επιθυμούσε να είναι, ελεύθερος από όλην αυτήν την φλυαρούσαν συντροφιάν· αλλά η Μπαμπέττα εσυμφωνούσε με αυτήν και ήτο εκτάκτως φαιδρά. Είχε διασκεδάσει λαμπρά, έλεγε· ο εξάδελφος, ήτο καθολοκληρίαν τέλειος, εύρισκε αυτή.
— Μάλιστα, ένας καθ' ολοκληρίαν τέλειος βλάκας! έλεγεν ο Ρούντυ και ήτο η πρώτη φορά, που έλεγεν ο Ρούντυ πράγμα, που δεν ήρεσεν εις αυτήν. Ο Άγγλος της εχάρισε και ένα μικρόν βιβλίον, εις ανάμνησιν της Σιγιόν, το ποίημα του Βύρωνος: «Οι φυλακισμένοι της Σιγιόν» μεταφρασμένον εις την Γαλλικήν, διά να δυνηθή να το αναγνώση η Μπαμπέττα.
— «Το βιβλίον βέβαια είναι καλόν», είπεν ο Ρούντυ, «αλλά ο κομψοκτενισμένος νέος δεν μου αρέσει!»
— «Φαίνεται ακριβώς σαν τσουβάλι αλευριού χωρίς αλεύρι», είπεν ο μυλωθρός και εκορόιδευε με την ιδιάζουσαν ευφυολογίαν του. Και ο Ρούντυ εγέλα και έλεγε και αυτός ότι μάλιστα ακριβώς έτσι φαίνεται.
Ο ΕΞΑΔΕΛΦΟΣ
Όταν ο Ρούντυ μερικάς ημέρας βραδύτερον επεσκέφθη τον Μύλον, ηύρεν εκεί τον νεαρόν Άγγλον· η Μπαμπέττα ίσα-ίσα εσκέφθη να προσφέρη εις αυτόν βρασμένες πέστροφες, που με τα ίδια τα χέρια της της εκαρίκευσε με μαϊντανό διά να του φανούν πολύ ορεκτικαί. Αλλά αυτό δεν ήτο καθόλου αναγκαίον. Τι ήθελεν ο Άγγλος εδώ; Τι είχε να κάμη εδώ; Να φιλοξενηθή από την Μπαμπέτταν και να του δώση αυτή να φάγη και να πιη! Ο Ρούντυ ήτο ζηλότυπος και τούτο εχαροποίει την Μπαμπέτταν. Της προυξένει ευχαρίστησιν να γνωρίζη την καρδίαν του από όλες της μεριές, και της ισχυρές και της ασθενείς. Ο έρως ήτο ακόμη δι' αυτήν παιγνίδι και έπαιζε με όλην την καρδιά του Ρούντυ· και όμως — αυτό πρέπει να λεχθή — αυτός ήτο η ευτυχία της, όλη η ζωή της, η διαρκής σκέψις της, το καλύτερον και λαμπρότερον που είχεν εις τον κόσμον αλλά όσον περισσότερον εσκυθρώπαζε το βλέμμα του, τόσον περισσότερον εγελούσαν τα μάτια της· ημπορούσε να φιλήση τον ξανθόν Άγγλον με τα χρυσόξανθά γένεια, εάν κατώρθωνε με αυτό να πιάση τρέλλα τον Ρούντυ και να φύγη τρεχάτος· αυτό ίσα ίσα θα της έδειχνε πόσον την αγαπά. Αυτό δεν ήτο καλόν εκ μέρους της Μπαμπέττας, αλλά ήτο μόλις δεκαεννέα ετών. Αυτό δεν το πολυεσκέπτετο και ακόμη ολιγώτερον εσκέπτετο, ότι η συμπεριφορά του Άγγλου προς αυτήν ήτο ελαφρά και κάθε άλλο ημπορούσε να δείξη παρά εκείνο που ήρμοζε προς την τιμίαν αρραβωνιασμένην κόρην του μυλωθρού.
Ο Μύλος έκειτο εκεί, όπου η του Βεξ λεωφόρος πηγαίνει υπό τας χιονοσκεπείς βραχώδεις κορυφάς, οι οποίαι εις την εκεί τοπικήν γλώσσαν λέγονται Ντιαμπλερέτ, όχι μακράν από ορμητικόν χείμαρρον του βουνού, ο οποίος ήτο λευκόφαιος σαν κτυπημένη σαπουνάδα. Εν τούτοις δεν κινεί αυτός τον Μύλον· αλλά τον μέγαν του μύλου τροχόν, τον περιστρέφει μικρότερον ρεύμα, το οποίον καταπίπτει από των βράχων εις την άλλην του ποταμού πλευράν και διά πετρίνου προχώματος αυξάνει την δύναμιν και την ορμήν του και τρέπεται μέσα εις δεξαμενήν από δοκούς, και ως ευρύς οχετός φέρεται υπέρ τον ορμητικόν ποταμόν. Ο οχετός ήτο τόσον πλούσιος εις ύδωρ, ώστε επλημμύρει και καθίστα υγρόν και ολισθηρόν δρόμον, εάν ετύχαινε να θέλη κανείς να έλθη εις τον Μύλον ταχύτερον δι' αυτού του μέρους και αυτή η περίπτωσις έτυχε εις ένα νέον, τον Άγγλον. Λευκά ενδεδυμένος σαν εργάτης του μύλου κατά το βράδυ ανερριχάτο εκεί επάνω, οδηγούμενος από το φως, που ηκτινοβόλει από το παράθυρον του δεματίου της Μπαμπέττας. Αλλά αυτός δεν είχε μάθει να αναρριχάται και εκινδύνευσε να πέση, κατακέφαλα μέσα εις το ρεύμα· όμως την εγλύτωσε με βρεμένα μανίκια και πιτσιλισμένα τα πανταλόνια· μουσκεμένος και με ιλύν πιτσιλισμένος έφθασε κάτω από το παράθυρον της Μπαμπέττας· εδώ εσκαρφάλωσε επάνω εις την γηραιάν φιλύραν και ήρχισε να μιμήται την φωνήν της κουκουβάγιας, γιατί δεν εγνώριζε κελάιδημα άλλου πουλιού να μιμηθή. Η Μπαμπέττα ήκουσε και παρετήρησε έξω διά των λεπτών παραπετασμάτων του παραθύρου της· όταν όμως είδε τον λευκοφορεμένον άνδρα και εσκέφθη ποίος είναι, εκτυπούσε η καρδούλα της από φόβον, αλλά και από θυμόν.
Έσβυσε τάχιστα το φως, εδοκίμασε αν όλοι οι σύρται των παραθύρων ήσαν βαλμένοι, και τον άφησε τώρα να κουκουβαγιάζη και να βουίζη όσον ήθελε.
Θα ήτο φοβερόν, εάν τώρα ήτο ο Ρούντυ εις τον Μύλον. Αλλά ο Ρούντυ δεν ήτο εις τον Μύλον, όχι· όπερ ήτο χειρότερον, ήτο κάτω από την φιλύραν. Ηκούοντο δυνατά λόγοι θυμού, ημπορούσε να κτυπηθούν, ίσως και να σκοτωθούν.
Η Μπαμπέττα ήνοιξεν εν αγωνία το παράθυρον· εφώναξε το όνομα του Ρούντυ, του είπεν ότι ημπορεί να φύγη; δεν ανέχεται να μείνη του είπε.
Δεν ανέχεσαι να μείνω; εφώναξε, «είμεθα σύμφωνοι! Περιμένεις καλούς φίλους, καλυτέρους από μένα!» Ντροπή Μπαμπέττα!»
— Είσαι αποτρόπαιος! είπεν η Μπομπέττα. Σε μισώ! και έκλαιε. Φύγε, φύγε!»
Αυτό δεν το άξιζα! είπεν ο Ρούντυ και έφυγε· τα μάγουλά του ήσαν αναμμένα σαν φωτιά, η καρδιά του ήτο αναμμένη σον φωτιά.
Η Μπαμπέττα έπεσε 'στο κρεββάτι της και έκλαιε.
— Πόσον πολύ σε αγαπώ Ρούντυ! και συ μπορείς να σκεφθής κακόν για μένα»
Εξέσπασε την οργήν της και αυτό την ωφέλησε πολύ, γιατί αλλοιώς θα εγίνετο πολύ μελαγχολική· τώρα ημπορούσε να αποκοιμηθή, να κοιμηθή τον δυναμωτικόν της Αρετής ύπνον.
ΚΑΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
Ο Ρούντυ κατέλιπε το Βεξ, και επήρε το δρόμο προς το σπίτι του· επήρε το βουνό προς τον καθαρόν δροσιστικόν αέρα, εκεί που εξετείνετο χάμω το χιόνι, όπου η Νεράιδα του Πάγου εκυριάρχει. Τα φυλλοφόρα δένδρα ήσαν κάτω αυτού βαθιά, και εφαίνοντο σαν να ήσαν πατατιές· οι θάμνοι εδώ επάνω εγίνοντο μικρότεροι, τα τριαντάφυλλα των Άλπεων εξεφύτρωναν πλάι- πλάι 'στο χιόνι, που ήτο στρωμένο λωρίδες, λωρίδες, όπως τα πανιά εις το πλυντήριον. Μια γαλανή γεντιανή, που ευρέθη εμπρός εις τον δρόμον του, την εζούλισε με τον υποκόπανον του όπλου του.
Ακόμη υψηλότερα επάνω εφάνησαν δύο ορειναί αίγες· του Ρούντυ τα μάτια ήστραψαν, αι σκέψεις του επήραν νέον δρόμον, αλλά δεν ήτο αρκετά πλησίον, ώστε να ημπορέση να της σημαδεύση με ασφαλές σημάδι. Ανέβη υψηλότερα επάνω, όπου τραχεία μόνον χλόη μέσα εις τους πετρίνους όγκους ηύξανεν· αι αίγαγροι επήγαιναν με άνεσιν επάνω εις το χιονοπέδιον, ετάχυνε το βήμα του. Η νεφώδης ομίχλη εβυθίζετο κατερχομένη περί αυτόν και αιφνιδίως ευρέθη προ αποκρήμνου πλευράς βράχου· ήρχισε να καταρρέη βροχή.
Ησθάνετο καυστικήν δίψαν, φλόγα εις το κεφάλι, ψύχος εις όλα τα μέλη· επήρε το κυνηγετικό του φλασκί, αλλά ήτο άδειο, δεν το είχε σκεφθή να το γεμίση, όταν ετράπη προς το βουνό επάνω. Ουδέποτε προτήτερα είχεν ασθενήσει, αλλά τώρα είχε το αίσθημα τοιαύτης καταστάσεως· ήτο κουρασμένος· ησθάνετο επιθυμίαν να κατακλιθή, πόθον να κοιμηθή, παντού όμως έπεφτε βροχή· προσεπάθησε να συνέλθη, έτρεμον και εχόρευον τα αντικείμενα εμπρός εις τα μάτια του με παράδοξον τρόπον. Τότε διέκρινε έξαφνα πράγμα, που ποτέ ακόμη δεν είχε ιδή εδώ· ένα καινούργιο χαμηλό σπίτι ήτο στηριγμένο εις τους βράχους. Εις την πόρτα εστέκετο μία νέα κόρη, που την παρωμοίαζε με την Αννέτταν, την κόρην του διδασκάλου που μια φορά την είχε φιλήσει εις τον χορόν αλλά δεν ήτο η Αννέττα· μόλα ταύτα είχε ιδή κάποτε προτήτερα το κορίτσι, ίσως εις το Γκρίντελβαλτ εκείνο το βράδυ, που από την σκοπευτικήν εις το Ιντερλάκεν εορτήν επανήρχετο,
— Πώς ευρίσκεσαι εδώ; ηρώτησε.
— Είμαι εδώ στο σπίτι, βόσκω το κοπάδι μου!
— Το κοπάδι σου!; και πού βόσκει εδώ; Εδώ μόνον χιόνι και βράχοι είναι!
— Ξέρεις πολύ, τι είναι εδώ! είπε το κορίτσι και εγέλα. «Εδώ πίσω μας, κάτω, είναι ένα λαμπρό λιβάδι! εκεί πηγαίνουν η κατσίκες μου! Της βόσκω με επιμέλειαν! καμμία δεν χάνω. Ό,τι είναι δικό μου, μένει δικό μου!»
— Είσαι θρασεία! είπεν ο Ρούντυ.
— Και συ! απήντησε το κορίτσι.
— Έχεις γάλα στο σπίτι; δώσε μου να πιω, διψώ φοβερά.
— Έχω κάτι καλύτερο από γάλα! είπε το κορίτσι· και θα σου το δώσω. Χθες ήσαν εδώ ταξειδιώται με τους οδηγούς των, ελησμόνησαν μισή μποτίλια κρασί, τέτοιο, που δεν έχεις συ ακόμη γευθή· δεν θα το πάρουν 'πίσω, εγώ δεν πίνω, πιε συ!
Και το κορίτσι έφερε το κρασί κοντά του, έχυσε μέσα σε μια ξυλίνη κούπα και την προσέφερε εις τον Ρούντυ.
— Αυτό είναι καλό! . . . είπεν αυτός. «Ακόμη δεν έχω δοκιμάσει κρασί σαν αυτό, που ζεσταίνει σαν φωτιά!» Τα μάτια του ακτινοβολούσαν. Ζωή, φλόγα καυστική τον επλήρωσε, κάθε μέριμνα, κάθε στενοχώρια εξητμίζετο· η παφλάζουσα, σφριγώσα ανθρωπίνη φύσις συνεταράσσετο και εκινείτο μέσα του.
— Μα είναι η Αννέετα! . . . εφώναξε· «δώσε μου ένα φιλί!»
— Μάλιστα! δώσε μου το ωραίο δακτυλίδι, που έχεις στο δάκτυλο.
— Τον αρραβώνα μου;
— Μάλιστα, ακριβώς αυτόν! . . . είπε το κορίτσι, και έχυσεν εκ νέου κρασί μέσα εις το τάσι, του το έθεσεν εις τα χείλη του και αυτός ήπιεν. Ο πόθος της απολαύσεως έρρευσε μέσα εις το αίμα του· όλος ο κόσμος του εφάνη 'δικός του, γιατί να μαραίνεται; Το παν έχει γίνει διά να το απολαύσωμεν, διά να μας κάμη ευτυχείς. Το ποτάμι της Ζωής είναι της Χαράς το ποτάμι, που η Ζωή το συμπαρασύρει εις το δικό της, αυτό είναι ευδαιμονία . . . Εκυτταζε την νέαν, ήτο η Αννέττα και μόλα ταύτα δεν ήτο· και ακόμη ολιγώτερον δεν ήτο το φάντασμα, η μυστηριώδης μορφή — όπως το έλεγεν αυτός — που συνήντησεν εις το Γκρίντελβαλτ. Το κορίτσι αυτό εδώ επάνω εις το βουνό ήτο δροσερό, 'σάν το λευκό το χιόνι, γεμάτο σφρίγος σαν το τριαντάφυλλον των Άλπεων και ταχύπους σαν το ζαρκάδι, αλλά όμως από την πλευράν του Αδάμ φιασμένο, όπως και ο Ρούντυ. Περιέβαλε με τα χέρια του την Έμμορφη, εκύτταζε μέσα εις τα παραδόξως διαυγή μάτια της· το βλέμμα αυτό ένα δευτερόλεπτον μόνον διήρκεσε και εις το δευτερόλεπτον αυτό, ναι, ποιος ημπορεί να το εξηγήση, με λόγια να το παραστήση; Η ζωή του Πνεύματος ήτο ή του Θανάτου εκείνο που τον κατέκλυζε; ανυψούτο αυτός ή εβυθίζετο μέσα εις την βαθείαν, νεκρώνουσαν παγεράν φάραγγα βαθύτερα, διαρκώς βαθύτερα; εκύτταζε τους παγετώδεις τοίχους, που ήσαν σαν κυανοπράσινο γυαλί· άπειρα βάραθρα έχαινον γύρω του και το νερό κατέσταζε κελαρύζον με ήχον σαν κουδούνισμα, και διαυγές, καταλάμπον σαν μαργαριτάρια με λευκοκυάνους μαρμαρυγάς . . . &Η Νεράιδα του Πάγου τον εφίλησε& φίλημα, που τον έκαμε να φρικά παγεράν φρικίασιν από του τραχήλου μέχρι του μετώπου· κραυγή άλγους του διέφυγε, παρέλυσε, εκλονίσθη και — έγινε νύκτα μπρος εις τα μάτια του . . . αλλά τα άνοιξε πάλιν. Κακαί Δυνάμεις τον έσυρον έρμαιόν των . . . .
Η Κόρη των Άλπεων εξηφανίσθη, εξηφανίσθη και η στεγάσασα καλύβη. Το νερό κατέρρεε κελαρύζον εις τας γυμνάς των βράχων πλευράς· χιόνι ήτο απλωμένο γύρω του. Ο Ρούντυ έτρεμεν από το ψύχος διάβροχος μέχρι δέρματος, το δακτυλίδι του είχεν εξαφανισθή, ο αρραβών του, που του το είχε βάλει η Μπαμπέττα στο δάκτυλό του. Το όπλον του ήτο χάμω μέσα στο χιόνι κοντά του. Το ανεσήκωσε, ήθελε να πυροβολήση, αυτό δεν έπαιρνε φωτιά. Υγρά, πυκνά, ως στερεοί όγκοι χιόνων σύννεφα ήσαν σωρευμένοι μέσα εις την φάραγγα. Ο Ίλιγγος εκάθητο εκεί και παρεμόνευε την άτονον άνευ των δυνάμεών της λείαν του, και κάτω εις την βαθείαν φάραγγα αντηχούσε ήχος, 'σάν να εκρημνίζετο ογκώδης βράχος ο οποίος τα πάντα συντρίβει και παρασύρει παν ό,τι τον εμποδίζει εις τη πτώσιν του.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλλά εις τον Μύλον εκάθητο η Μμαμπέττα και έκλαιε.
Ο Ρούντυ δεν είχε φανή έξ ημέρας, αυτός, που είχε το άδικον αυτός, που έπρεπε να ζητήση συγγνώμην, που τον αγαπούσε με όλη της την καρδιά.
ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΥΛΟΝ
— Τι είδους πράγμα σου είναι αυτοί οι άνθρωποι!» έλεγεν η γάτα του δωματίου εις την γάταν της κουζίνας. «Τώρα πάλιν είναι μακρυά ο ένας από τον άλλον, ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα. Αυτή κλαίει και αυτός ούτε την σκέπτεται καθόλου.»
— Αυτό δεν μου αρέσει, έλεγεν η γάτα της κουζίνας.
— Ούτε και μένα! έλεγεν η του δωματίου «αλλά δεν το παίρνω κατάκαρδα! Η Μπομπέττα ημπορεί βέβαια να αρραβωνισθή με τον κοκκινογένη! Αλλά και αυτός δεν ξαναήλθε εδώ, από τότε που ήθελε να ανεβή επάνω 'στη στέγη!»
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Κακαί Δυνάμεις ασκούν το παιγνίδι των γύρω μας και μέσα μας. Αυτό το είχε αντιληφθή ο Ρούντυ και είχε πολύ συλλογισθή γι' αυτό το πράγμα. Τι ήτο αυτό όλον, που είχε συμβή γύρω του και μέσα του εκεί επάνω εις το βουνό; Ήσαν άρα γε φαντάσματα ή ονείρατα πυρετού; Προτήτερα ούτε πυρετόν ούτε καμμίαν άλλην ασθένειαν είχε ποτέ γνωρίσει. Αλλά, όταν έκρινε την Μπαμπέτταν, έρριψε και ένα βλέμμα και εις το ιδικόν του εσωτερικόν. Είχεν ανιχνεύσει μέσα 'στην καρδιά του το άγριον κυνήγιον, τον θερμόν Λίβαν, που είχε στήσει εκεί την έδραν του. Θα ηδύνατο να εξομολογηθή και εις την Μπαμπέτταν το παν, να εξομολογηθή κάθε σκέψιν, η οποία ημπορούσε και να πραγματοποιηθή από αυτόν κατά την ώραν του πειρασμού; Είχε χάσει το δακτυλίδι του και ακριβώς δι' αυτής της απωλείας τον ανέκτησε αυτή. Θα ημπορούσε πάλι να του εξομολογηθή και αυτή; Του εφαίνετο ότι θα ξεσχισθή η καρδιά του, όταν την εσυλλογίζετο. Πόσαι αναμνήσεις δεν ανέβαιναν εις το κεφάλι του! Την έβλεπε σαν να εστέκετο εμπρός του πραγματική, με το σώμα της, μειδιώσα, καλόκαρδον παιδίον. Κάθε προσφιλής τρυφερά λέξις, που του είχε πη εκ της πλησμονής της καρδίας της, εισέδυσεν ως ηλιακή φωτοβολία μέσα εις το στήθος του και αμέσως το παν έγινεν εκεί μέσα φως ηλιακόν με την σκέψιν της Μπαμπέττας. Μάλιστα, να του εξομολογηθή και έπρεπε και ώφειλε.
Επήγε εις τον Μύλον, εξωμολογήθησαν· ήρχισε η Μπαμπέττα με ένα φίλημα και ετελείωσε με το ότι ο Ρούντυ ήτο αμαρτωλός. Η μεγαλυτέρα αμαρτία του ήτο, ότι ημπόρεσε να αμφιβάλλη διά την πίστιν της Μπαμπέττας· ήτο αποτρόπαιον εκ μέρους του, Τοιαύτη έλλειψις εμπιστοσύνης, τοιαύτη βιαιότης ημπορούσε και τους δύο να κρημνίση εις την δυστυχίαν. Ναι, βέβαια, ημπορούσε! Γι' αυτό του έκαμε η Μπαμπέττα ένα μικρό κήρυγμα, το οποίον και αυτήν την ιδίαν εφαίδρυνε και το εστόλισε και ευχάριστα· μόλα ταύτα είχε και ο Ρούντυ εις έν σημείον δίκαιον: ο ανεψιός της νονάς της Μπαμπέττας ήτο βλαξ, ήθελε να κάψη και το βιβλίον, που της είχε αυτός χαρίσει, και δεν ήθελε η Μπαμπέττα να κρατήση το ελάχιστον, που θα της έφερε την ανάμνησίν του.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
— Τώρα επέρασεν εκείνο! είπεν η γάτα του δωματίου· «ο Ρούντυ είναι πάλιν εδώ, εννούνται αναμεταξύ των, και αυτό είναι, λέγουν, ευτυχία.»
— Εγώ πάλι άκουσα αυτή την νύκτα από τους ποντικούς, είπεν η γάτα του μαγειρείου, «ότι η μεγαλύτερα ευτυχία είναι να τρώγουν το ξυγκοκέρι και να αισθάνωνται την γεύσιν του τσαγκού λίπους· ποίον να πιστεύση κανείς, τους ποντικούς ή τους ερωτευμένους;
— Κανένα από τους δυο . . . είπε η γάτα του δωματίου· «αυτό πάντοτε είναι το ασφαλέστατον! . . .»
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η μεγαλυτέρα ευτυχία του Ρούντυ και της Μπαμπέττας η ωραιοτέρα ημέρα, όπως την έλεγαν αυτοί, η ημέρα του γάμου των, ήτο εγγύς εμπρός των.
Όπως δήποτε ούτε εις την εκκλησίαν εις το Βεξ, ούτε εις τον Μύλον θα εγίνετο η τελετή του γάμου· η νονά ήθελε να τελεσθή ο γάμος εις το σπίτι της και η στεφάνωσις να γίνη εις την ωραίαν μικράν εκκλησίαν του Μοντρέ. Ο Μυλωθρός επέμεινε και αυτός και ούτω εξετελέσθη αυτή η επιθυμία, αυτός μόνον ήξευρε τι επεφύλαττεν η νονά διά τους νεονύμφους. Θα τους έδιδε γαμήλιον δώρον, που θα ήτο βέβαια αντάξιον της εις την θέλησίν της ευπειθείας των. Η ημέρα είχε καθορισθή· ήδη αφ' εσπέρας θα εταξείδευον εις Βιλλνεύβ διά ν' ανεβούν με το αμάξι την αμέσως επιούσαν πρωίαν· πολύ ενωρίς εις το Μοντρέ διά να κοσμήσουν την νύμφην αι θυγατέρες της νονάς.
— Βέβαια θα δώσουν και εδώ 'στο σπίτι συμπόσιον διά τον γάμον, είπεν η γάτα του δωματίου. «Αν όμως δεν δώσουν, τότε ούτε ένα μιάου δεν θα βγάλω για όλην αυτήν την ιστορίαν.»
— Εδώ, να λέγεται, θα γίνη συμπόσιον! είπε η γάτα της κουζίνας. «Εσφαχθήκανε πάπιες, επελεκηθήκανε περιστέρια και ένα ολόκληρο πλατώνι κρέμεται 'στον τοίχον. Με γαργαλάνε τα γούλια μου, όσο τα συλλογίζομαι! Αύριον πια αρχίζει το ταξείδι!»
— Μάλιστα, αύριον! Αυτή τη βραδυά εκάθισε ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα για τελευταίαν φοράν εις τον Μύλον ως αρραβωνιασμένοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έξω ήσαν ροδισμέναι αι Άλπεις, οι εσπερινοί της εκκλησίας κώδωνες εσήμαιναν, αι θυγατέρες του Ηλίου ετραγουδούσαν: «Ας συμβή το καλύτερον».
ΝΥΚΤΕΡΙΝΑΙ ΕΝ ΟΝΕΙΡΩ ΜΟΡΦΑΙ
Ο Ήλιος είχε δύσει, τα σύννεφα κατέβαιναν βυθιζόμενα εις την κοιλάδα του Ροδανού, ανάμεσα εις τα υψηλά βουνά· άνεμος εφύσα μεσημβρινός· άνεμος εξ Αφρικής πνέων εφέρετο υπέρ τας υψηλάς Άλπεις. Λίβας, όστις διέσπα τα σύννεφα και όταν ο άνεμος διερχόμενος πέραν αυτών εκόπαζε, εγίνετο μίαν στιγμήν γαλήνη.
Τα διεσπασμένα σύννεφα εκρέμαντο εις φανταστικά σχήματα και ανάμεσα εις τα δασόφυτα όρη, και επάνω από το σπεύδον του Ροδανού ρεύμα· εκρέμαντο σχηματισμένα εις Μορφάς ομοίας με τα θαλάσσια ζώα του πρωτογενούς κόσμου, όμοια με τον πτερυγίζοντα αετόν του αέρος με τους πηδώντας του έλους βατράχους· κατέβαινον επάνω εις τον ορμητικόν χείμαρρον, εταξείδευαν επάνω εις αυτόν και μόλα ταύτα έπλεον εις τον αέρα. Ο Χείμαρρος συμπαρέφερε κάποιο ξερριζωμένον έλατον και εις το νερό εσχηματίζοντο εμπρός στρεφοδινούμενοι κύκλοι· ήτο ο Ίλιγγος, περισσότεροι του ενός, εκείνοι που στροβιλίζουν επί του εν παφλασμώ χωρούντος Χειμάρρου· η σελήνη εφώτιζε το σωριασμένο επάνω εις τας κορυφάς των ορέων χιόνι, εφώτιζε και τα ζοφερά δάση και τα λευκά παραδοξόσχημα σύννεφα, τας νυκτερινός Μορφάς, τα Πνεύματα των Δυνάμεων της φύσεως· ο κάτοικος του βουνού τα έβλεπε μέσα από τα τζάμια των παραθύρων του· έπλεον εκεί κάτω αγεληδόν εμπρός από την &Νεράιδα του Πάγου.&
Αυτή είχεν εξελίξει από την επαυλίν της, τον Παγώνα· εκάθητο επάνω εις εύθραστον πλοίον, επάνω εις το ξερριζωμένον έλατον· το νερό του Παγώνος την έφερεν επί του ρεύματος προς τα κάτω έως την ανοικτήν λίμνην.
— Οι διά τον γάμον ξένοι έρχονται, ηκούετο ένας ψιθυρισμός και ένα άσμα μέσα εις τον αέρα και εις το νερό.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πρόσωπα έξω, Πρόσωπα μέσα. Η Μπαμπέττα ωνειρεύετο παράδοξον όνειρον.
Της εφάνη σαν να ήτο νυμφευμένη με τον Ρούντυ και μάλιστα από πολλών ετών ότι αυτός ήτο εις το κυνήγιον, και αυτή εις το σπίτι, εις την κατοικίαν της, και ότι εκεί εκάθητο ο Άγγλος, ο χρυσόξανθος γενειοφόρος κοντά της! Τα μάτια του ήσαν τόσον θερμά και εύγλωττα, τα λόγια του γοητευτικά! Της έτεινε το χέρι και αυτή τον ηκολούθησε! Εβάδισαν μακρυά από το σπίτι, διαρκώς μακρύτερα! Η Μπαμπέττα ησθάνετο σαν να είχε εις την καρδιά της βάρος, που εγίνετο όλο και βαρύτερον· ήτο η ενοχή προς τον Ρούντυ, ενοχή προς τον Θεόν· αιφνιδίως έμεινεν εγκαταλελειμμένη· τα ενδύματά της ήσαν ξεσχισμένα από τα αγκάθια, τα μαλλιά της άρχισαν ν' ασπρίζουν, εν τη οδύνη της εκύτταξε προς τα επάνω και είδε εις το χείλος του βράχου τον Ρούντυ. Εξέτεινε τον βραχίονά της προς αυτόν, αλλά δεν ετόλμησε να του φωνάξη, δεν ετόλμησε να τον παρακαλέση! Αλλά και δεν θα την ωφέλει καθόλου, διότι αμέσως ανεκάλυψε, ότι δεν ήτο αυτός, αλλά μόνον το κυνηγετικόν του ένδυμα και ο σκούφος του, που εκρέμοντο επάνω εις το ορεινό ραβδί του, που τοποθετούν οι κυνηγοί κατ' αυτόν τον τρόπον διά να εξαπατήσουν τας αιγάγρους! Και εν απείρω οδύνη εθρήνει η Μπαμπέττα: «Ω! ας επέθαινα καν κατά την ημέραν του γάμου μου, την ευτυχεστέραν μου ημέραν! Θεέ μου τούτο θα ήτο έλεος, μεγάλη ευτυχία! Αυτό θα ήτο το άριστον, που ημπορούσε να συμβή δι' εμέ και διά τον Ρούντυ! Κανείς δεν γνωρίζει το μέλλον του.» Και εν οδύνη ανοσία εκρημνίσθη εις το βαθύ του βράχου βάραθρον.
— Μία χορδή έσπασε, πένθιμος τόνος αντήχησε!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η Μπαμπέττα εξύπνησε, το όνειρον παρήλθε και εξηφανίσθη, αλλά είχε αυτή την συναίσθησιν, ότι κάτι φοβερόν είχεν ονειρευθή περί του Άγγλου, τον οποίον από πολλών μηνών δεν τον είχε ιδή, τον οποίον δεν είχε καν σκεφθή.
Άρα γε μήπως ευρίσκετο εις το Μοντρέ; μήπως θα ετύχαινε να συναντηθούν εις τον γάμον; Μικρά σκιά ωλίσθησεν εις το λεπτόν στόμα, τα φρύδια της συνεσπάσθησαν. Αλλά αμέσως ήλθεν ο γέλως εις τα χείλη, χαράς ακτίνες ετοξεύθησαν από τα μάτια της, έξω έλαμπεν ο ήλιος τόσον ωραίος και αύριον ήτο ο γάμος αυτής και του Ρούντυ.
Ο Ρούντυ ήτο ήδη εις το δωμάτιον, όταν εισήλθεν η Μπαμπέττα, και μετ' ολίγον μετέβησαν εις Βίλλνευβ.
Και οι δυο ήσαν ευτυχέστατοι και ο Μυλωθρός επίσης εγέλα και ακτινοβολούσεν εις ευθυμίαν: καλός πατήρ ήτο αυτός και ψυχή λαμπρά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
— Τώρα είμαστε οι κύριοι εδώ μέσα εις το σπίτι! έλεγε η γάτα του δωματίου.
ΤΕΛΟΣ
Δεν είχεν ακόμη βραδυάσει, όταν οι τρεις εύθυμοι άνθρωποι έφθασαν εις Βιλλνεύβ και εκεί εγευμάτισαν. Ο Μυλωθρός εκάθισε εις την πολυθρόνα, εκάπνισε την πίπα του και επήρε ένα υπνάκο. Οι νεαροί μελλόνυμφοι επήγαν έξω εις την πόλιν μπράτσο και εβάδισαν την αμαξιτήν οδόν κάτω από τους καταφύτους με χαμόδενδρα βράχους, παρά την κυανοπράσινον βαθείαν λίμνην. Η σκυθρωπή Σιγιόν κατώπτριζε τους φαιούς τοίχους της και τους βαρείς της πύργους εις την διαυγή κυματωγήν· η μικρά νήσος με τας τρεις ακακίας έκειτο πλησιέστερα· εφαίνετο 'σάν ανθοδέσμη μέσα εις την λίμνην.
— Θα είναι μαγεία εκεί!» είπεν η Μπαμπέττα. Πάλιν είχε μεγίστην όρεξιν να μεταβούν εκεί και αυτός ο πόθος ημπορούσε ομοίως να πραγματοποιηθή· εις την όχθην ήτο κάποιο ακάτιον, εύκολον ήτο να λύσουν το σχοινί, με το οποίον ήτο δεμένο, κανένα δεν έβλεπαν να τον παρακαλέσουν να τους δώση την άδειαν να το μεταχειρισθούν, και έτσι συντόμως χωρίς διαδικασίαν επήραν το ακάτιον· ο Ρούντυ μάλιστα ήξευρε να μεταχειρίζεται τα κουπιά.
Τα κουπιά σαν φτερούγες ψαριού ήγγιζαν το νερό, που υπεχώρει, το νερό, που τόσον εύκαμπτον και όμως τόσον ισχυρόν είναι, που έχει ράχην διά να φέρη επάνω του και φάρυγγα διά να καταπίνη, που ηπίως μειδιά, που αυτήν την μαλακότητα αλλά όμως και τον φόβον ενσταλλάζει, που είναι ικανόν να κατασυντρίψη. Αφρίζων αύλαξ εσχηματίζετο 'πίσω από το ακάτιον, το οποίον εις ολίγα λεπτά έφθασε με τους δύο πέρα εις το νησάκι όπου απεβιβάσθησαν. Το νησάκι είχε χώρον διά να χορεύσουν μόνον δύο άνθρωποι.