Η νεράιδα του Πάγου

Part 4

Chapter 41 wordsPublic domain

Κάτω εις την κοιλάδα κοντά εις το Βεξ ανάμεσα εις της μεγάλες καρυδιές, πλησίον εις μικρόν ορμητικόν χείμαρρον κατώκει ο πλούσιος μυλωθρός· η κατοικία του ήτο μέγα κτίριον με τρία πατώματα, με μικρούς πύργους· οι πύργοι ήσαν στεγασμένοι με σχίζες και ήσαν στρωμένοι επάνω με πλάκας λευκοσιδήρου που κατέλαμπον εις το φως του ηλίου και της σελήνης. Ο μεγαλύτερος πύργος είχε ως ανεμοδείκτην βέλος αστράπτον, το οποίον διετρύπα μήλον και υπενθύμιζε βέβαια του Τέλλου την τόξευσιν. Ο Μύλος ήτο κομψός και εδείκνυεν ευπορίαν, μάλιστα και τον εζωγράφιζον και τον περιέγραφον· αλλά την κόρην του μυλωθρού, δεν ήτο δυνατόν κανείς ούτε να την ζωγραφίση ούτε να την περιγράψη — έτσι τουλάχιστον είχαν ειπή εις τον Ρούντυ — και όμως ήτο ζωγραφισμένη μέσα 'στην καρδιά του· τα μάτια της ακτινοβολούσαν εκεί τόσον 'σάν να ήτο αληθινή φωτιά εκεί μέσα· έξαφνα είχεν εισβάλη εκεί μέσα, όπως εισβάλλει κάθε φωτιά και το παραδοξότερον μάλιστα ήτο, ότι η κόρη του μυλωθρού, η ωραία Μπαμπέττα, δεν είχε καμμίαν ιδέαν δι' αυτό το πράγμα· αυτή και ο Ρούντυ δεν είχαν ακόμη ούτε λέξιν ανταλλάξει μεταξύ των.

Ο μυλωθρός ήτο πλούσιος, και αυτός ο πλούτος ανέβαζε την Μπαμπέττα πολύ υψηλά, που ήτο δύσκολον να την πιάσουν. Αλλά τίποτε δεν είναι τόσον υψηλά, που να μη ημπορή κανείς να το φθάση. Αρκεί να σκαρφαλώση. Και να πέση κανείς δεν μπορεί, αν δεν το σκεφθή. Την διδασκαλίαν αυτήν την είχε ο Ρούντυ από το σπίτι του.

Έτυχε να έχη ο Ρούντυ να διακανονίση κάποτε κάτι εις το Βεξ· έως εκεί ήτο ολόκληρον ταξείδι και ο σιδηρόδρομος δεν είχε ακόμη γίνει. Από τον παγώνα του Ροδανού κατά μήκος εις τους πρόποδας του Σιμπλόν μεταξύ πολλών υψωμάτων βουνών, τα οποία διαδέχονται άλληλα, εκτείνεται η ευρεία του Βαλαί κοιλάς με τον κραταιόν ποταμόν της, τον Ροδανόν, όστις συχνά εξέρχεται από την κοίτην του και κατακλύζει αγρούς και οδούς, καταστρέφων τα πάντα. Μεταξύ των πόλεων Σιών και αγίου Μαυρικίου η κοιλάς σχηματίζει μίαν κύρτωσιν, κάμπτεται σχηματίζων αγκώνα, και γίνεται τόσον στενή όπισθεν του αγίου Μαυρικίου, ώστε έχει θέσιν μόνον διά την κοίτην του ποταμού και διά την μικράν αμαξιτήν οδόν. Εδώ προ του καντονίου Βαλαί, το οποίον περατούται εις αυτό το μέρος, ίσταται παλαιός πύργος ως φρουρός, και βλέπει πέραν της μαρμαρίνης γεφύρας προς το επί της άλλης πλευράς τελωνείον. Εκεί αρχίζει το καντόνιον Βωντ. Η εγγυτάτη πόλις η ουχί πολύ απέχουσα εντεύθεν είναι το Βεξ.

Εδώ εις κάθε βήμα το παν είναι είς σφρίγος και ογκούται εν αφθονία και τρυφή· νομίζει κανείς, ότι ευρίσκεται μέσα εις κήπον με καστανιές και καρυδιές· κάπου-κάπου προβάλλουν κυπαρίσια και ροδιές· εδώ είναι μεσημβρινή θερμότης 'σάν να ευρίσκεται κανείς εις την Ιταλίαν.

Ο Ρούντυ έφθασεν εις το Βεξ και εφρόντισε περί εκείνου, το οποίον είχε να κανονίση εδώ, και περιήλθε την πόλιν αλλά ούτε καν υπηρέτην του Μύλου όχι την Μπαμπέτα επήρε το 'μάτι του. Αυτό δεν ήτο, όπως επερίμενε

Άρχισε να βραδυάζη· η ατμόσφαιρα ήτο πεπληρωμένη με το άρωμα του αγρίου θυμαριού και της ανθισμένης φιλύρας· γύρω γύρω εις τα πράσινα από τα δάση βουνά ήτο απλωμένος ο φωτεινός υποκύανος του αιθέρος πέπλος· βαθεία και ευρεία εβασίλευε γαλήνη· όχι η γαλήνη του ύπνου ή του θανάτου, όχι! ήτο 'σάν να εκρατούσε η όλη Φύσις την αναπνοήν της, 'σάν να ησθάνετο τον εαυτόν της διευθετημένον διά να φωτογραφηθή η εικών της επάνω εις το γαλανόν του ουρανού βάθος. Εδώ και εκεί, ανάμεσα εις τα δένδρα, επάνω εις τους πρασίνους αγρούς ήσαν στημέναι δοκοί, αι οποίαι υπεστήριζον τα τηλεγραφικά σύρματα, άτινα διήρχοντο την ήρεμον κοιλάδα· εις μίαν από αυτάς τας δοκούς εστηρίζετο ένα πράγμα τόσον ακίνητον, ώστε ημπορούσε κανείς να το εκλάβη κορμόν δένδρου: ήτο ο Ρούντυ· εστέκετο εκεί τόσον ήσυχα, όπως ήτο κατ' αυτήν την στιγμήν και όλον το περιβάλλον δεν κοιμάται, ακόμη περισσότερον δεν είναι νεκρός! αλλά όπως συχνά συμβαίνει να πετώσι διά των τηλεγραφικών συρμάτων ανθρώπινα περιστατικά — στιγμαί του βίου μεγάλης σημασίας διά τα άτομα — χωρίς το σύρμα να το δηλώση διά τρόμου ή άλλου θορύβου, ούτω διά μέσου του ηρέμου Ρούντυ έτρεμον αι κραταιαί, αι πανσθενείς του σκέψεις: η ευτυχία της ζωής του ήτο εις το εξής εις αδιαλείπτως σταθεράν σκέψιν. Οι οφθαλμοί του προσηλώθησαν εις έν σημείον, εις έν φως, το οποίον διά μέσου των φυλλωμάτων εφαίνετο εις την κατοικίαν του μυλωθρού, όπου έμενε η Μπαμπέττα.

Με αυτόν τον τρόπον όπως ίστατο ο Ρούντυ ακίνητος, θα ενόμιζε κανείς, ότι σημαδεύει αίγαγρον· αλλά αυτός ο ίδιος ήτο αυτήν την στιγμήν όμοιος με αίγαγρον, η οποία επί τινα λεπτά δύναται να σταθή σαν να είναι από λίθον πελεκημένη, και αιφνιδίως ανασκιρτά και τρέπεται εις φυγήν, εάν κανένα λιθάρι κατρακυλίση. Ακριβώς το ίδιο έκαμε και ο Ρούντυ: Μία σκέψις εκύλισε μέσα του.

«Ποτέ δεν αποθαρρύνομαι!» εφώναξε. «Μία επίσκεψις εις τον Μύλον! καλησπέρα εις τον μυλωθρόν, καλησπέρα εις την Μπαμπέττα. Δεν πέφτει κανείς, εάν δεν το σκεφθή. Πρέπει τέλος πάντων να με ιδή η Μπαμπέττα μια φορά. Θέλω να γίνω άνδρας της!»

Ο Ρούντυ εγέλα, είχε φαιδράς διαθέσεις και εβάδισε προς τον Μύλον. Ήξευρε τι ήθελε: ήθελε να έχη την Μπαμπέτταν.

Ο ποταμός με τον λευκοκίτρινον βυθόν του επάφλαζε τρέχων. Ιτέαι και φιλύραι εκρέμαντο επάνω από τα σπεύδοντα νερά του.

O Ρούντυ εβάδισε όλο το μονοπάτι το προς την κατοικίαν του Μυλωθρού.

— Αλλά όπως λέει το τραγούδι των παιδιών:

&«Μα 'στο σπίτι πού κανείς! Μόνον βγαίν' η γάζα ευθύς!»&

Η γάτα του σπιτιού εστέκετο επάνω εις της σκάλες, εκύρτωνε την ράχη της και έλεγε: «Μιάου!» Αλλά ο Ρούντυ δεν εννοούσε τι του έλεγε· εκτύπησε· κανείς δεν τον άκουσε, κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα. «Μιάου!» έλεγε η γάτα. Εάν ο Ρούντυ ήτο ακόμη παιδί, θα εκαταλάβαινε την γλώσσαν και θα εννοούσε, ότι η γάτα ήθελε να του 'πή ακριβώς: «Εδώ κανείς δεν είναι, 'στο σπίτι!» Κατ' ανάγκην λοιπόν επέρασε εις τον Μύλον, διά να ερωτήση, και εκεί έλαβε πληροφορίας, ότι ο Μυλωθρός είχεν αποδημήσει πέραν εις το Ιντερλάκεν και μαζί με αυτόν και η Μπαμπέττα· ότι εκεί ήτο μεγάλη σκοπευτική εορτή, θα ήρχιζε την επαύριον και θα διήρκει οκτώ ολοκλήρους ημέρας. Θα ήσαν εκεί άνθρωποι από όλα τα γερμανικά καντόνια.

Καϋμένε Ρούντυ! Θα έλεγε κανείς, ότι δεν είχεν εκλέξει ευτυχή ημέραν διά την εις το Βεξ επίσκεψίν του. Τώρα έπρεπε να επιστρέψη. Επέστρεψε λοιπόν και εβάδισε πέραν προς τον άγιον Μαυρίκιον και την Σιών, προς την κοιλάδα της πατρίδος του, προς τα βουνά της πατρίδος του, αλλά δεν απεθαρρύνθη. Όταν ανέτειλε την άλλην ημέραν ο ήλιος, η εύθυμος διάθεσίς του ήτο πολύ μεγάλη, η οποία ποτέ ακόμη δεν είχε σβύσει.

— Η Μπαμπέττα είναι εις το Ιντερλάκεν, ταξείδιον πολλών ημερών από εδώ, έλεγε καθ' εαυτόν. Η προς τα εκεί οδός είναι μακρά, εάν κανείς πορευθή την ευρείαν λεωφόρον αλλά δεν είναι τόσον μακράν εάν κανείς αναιβή το βουνόν εγκαρσίως και ίσα ίσα αυτός είναι ο δρόμος διά κυνηγόν αιγάγρων. Αυτόν τον δρόμον τον εβάδισα προτήτερα· εκεί πέραν είναι η πατρίς μου, όπου ήμην εγώ παιδί κοντά 'στον παππούν μου· και εις το Ιντερλάκεν είναι σκοπευτική εορτή! Θέλω να είμαι εκεί, και θέλω να είμαι ο πρώτος, και θέλω και να είμαι και κοντά εις την Μπαμπέτταν, όταν διά πρώτην φοράν κάμω τέλος πάντων την γνωριμίαν της!

Έρριψεν ο Ρούντυ εις τους ώμους του το ελαφρόν του ταγάρι με τα κυριακάτικά του, το όπλον του και τον κυνηγετικόν του σάκκον και ανέβαινε το βουνό την σύντομον οδόν, η οποία όμως ήτο πολύ μακρά. Αλλά η σκοπευτική εορτή ήρχισε μόλις αυτήν την ημέραν και θα διήρκει ολόκληρον την εβδομάδα και πέραν. Καθ' όλον αυτόν τον χρόνον θα έμενεν ο μυλωθρός και η Μπαμπέττα εις τους συγγενείς των εν Ιντερλάκεν, του είπαν. Ο Ρούντυ επέρασε το Γκέμμι, ήθελε να καταιβή εις το Γκρίντελβάλτ.

Δροσερός και φαιδρός εβάδισε προς τα άνω εις τον δροσερόν, ελαφρόν, δυναμωτικόν αέρα του βουνού. Η κοιλάς εβυθίζετο ολοένα κάτω αυτού βαθύτερον, ο ορίζων εγίνετο ευρύτερος· εδώ μία χιονοσκεπής κορυφή, πάρα πέρα άλλη και μετ' ολίγον η φωταυγής λευκή άλυσις των Άλπεων. Ο Ρούντυ ήξευρε το κάθε βουνόν· επλησίασε το Σρεκχόρν, το οποίον εκτείνει υψηλά εις τον κυανούν αιθέρα το πέτρινον δάκτυλό του, το πασπαλισμένο με χιόνι.

Τέλος πάντων εβγήκε επάνω εις την υψηλήν ράχην· αι χλοεραί βοσκαί κατήρχοντο βυθιζόμενοι προς την κοιλάδα της πατρίδος του· ο αήρ ήτο ελαφρός, ο νους ήτο ελαφρός· όρος και κοιλάς απήστραπτον εν πλησμονή με άνθη και χλόην. Η καρδία του ήτο γεμάτη αίσθημα νεότητος, εις την οποίαν σκέψις γήρατος και θανάτου είναι μακράν. Η ν ε ό τ η ς ε ί ν α ι ν α ζ η κ α ν ε ί ς, ν α κ υ ρ ι α ρ χ ή, ν α α π ο λ α ύ η. Ελεύθερος ως πτηνόν, ελαφρός ως πτηνόν ήτο ο Ρούντυ. Και αι χελιδόνες επετούσαν πλησίον του προηγούμενοι και εκελαϊδούσαν, όπως εκελαϊδούσαν, όταν ήτο παιδί.

«Εμείς και σεις, εσείς και 'μεις». Το παν ήτο πτήσις και χαρά!

Εκεί από κάτω εξετείνετο η βελουδίνη των λειμώνων χλόη, κατεσπαρμένη με τα καστανόχροα ξύλινα σπίτια, η Λουτσίνη εβομβούσε και επάφλαζε. Παρετήρει ο Ρούντυ τον Παγώνα με τα κρυστάλλινα πράσινα χείλη και το λερωμένο χιόνι, έβλεπε μέσα την βαθείαν ρωγμήν, έβλεπε και τον Άνω Παγώνα και τον Κάτω. Οι κώδωνες της εκκλησίας εσήμαινον προς αυτόν ως να ήθελον να του σημάνουν με τους ήχους των: «καλώς ώρισες εις την πατρίδα σου!» Η καρδιά του έπαλλε δυνατώτερα, ωγκούτο τόσον, ώστε η Μπαμπέττα για μια στιγμή εξηφανίζετο καθ' ολοκληρίαν εκεί μέσα· τόσον μεγάλη εγίνετο η καρδιά του, τόσον εγέμιζε με αναμνήσεις.

Πάλιν εβάδισε την οδόν εκείνην, όπου μικρό παιδί με τα άλλα παιδιά εστέκετο και επώλει λεπτουργημένα σπιτάκια. Εκεί επάνω, 'πίσω από τα έλατα ήτο ακόμη το σπίτι του εκ μητρός πάππου του· ξένοι τώρα το κατοικούσαν. Παιδιά έτρεχον καθ' οδόν προς αυτόν· ήθελαν να του προσφέρουν εμπόρευμα· έν από αυτά του προσέφερε τριαντάφυλλον των Άλπεων· ο Ρούντυ εξέλαβε το ρόδον καλόν σημείον και ο νους του επήγεν εις την Μπαμπέτταν. Μετ' ολίγον επέρασε την γέφυραν, όπου ενώνονται αι δύο Λουτσίναι· τα φυλλοφόρα δένδρα ήσαν πυκνότερα εδώ, και η καρυδιές έρριχναν σκιάν. Ήδη έβλεπε την σημαίαν, η οποία εκυμάτιζε, τον λευκόν σταυρόν της επάνω εις την ερυθράν επιφάνειαν, όπως έχουν οι Ελβετοί και οι Δανοί· εμπρός του εξετείνετο το Ιντερλάκεν.

Ήτο αληθώς πόλις μεγαλοπρεπής, περισσότερον από κάθε άλλην, εσκέφθη ο Ρούντυ. Μικρά Ελβετική πόλις εν στολή Κυριακής. Αυτή δεν εφαίνετο, όπως αι άλλαι πόλεις, βαρείαι, σωρός λιθίνων βαρειών οικιών, ξένη και απρόσιτος, επιφανής άνευ δημοτικότητος· όχι! Εδώ εφαίνετο 'σάν να είχαν τρέξει επάνω από το βουνό τα ξύλινα σπίτια κάτω εις την πρασίνην κοιλάδα και 'σάν να είχαν παραταχθή παρά τον διαυγή ορμητικώς με ταχύτητα βέλους ρέοντα ποταμόν, αλλά ολίγον πιο μέσα και αλλά πιο έξω, αλλ' όμως σχηματίζοντα κομψάς οδούς. Η πολυτελεστέρα όλων των οδών είχεν αληθώς αυξήσει εκταθείσα από την εποχήν, που ήτο εδώ παιδί ο Ρούντυ· του εφάνη 'σάν να είχε γίνει από όλα τα κομψά σπιτάκια, που είχε ο παππούς του λεπτουργήσει και με τα οποία ήτο γεμάτη η σκευοθήκη, του σπιτιού· 'σάν να είχαν αυτά παραταχθή και 'σάν να ελάβον δυνάμεις και να αύξησαν, όπως και η παλαιές, η παμπάλαιες καστανιές. Το κάθε σπίτι ήτο ξενοδοχείον, όπως το ωνόμαζον, με κομψοτεχνημένην ξυλείαν περί τα παράθυρα και τα μπαλκόνια, με προεξέχουσαν στέγην, κοσμημένην και κομψήν· εμπρός από κάθε σπίτι ήτο κήπος ανθέων προς την ευρείαν πλακοστρωμένην λεωφόρον· κατά μήκος αυτής ήσαν τα σπίτια· αλλά μόνον εις την μίαν πλευράν, γιατί αλλοιώς θα εσκεπάζοντο αι δροσεραί χλοεραί νομαί, όπου περιδιέβαινον η αγελάδες με τα κουδούνια των περί τον λαιμόν, που εκουδούνιζαν, όπως επάνω εις τας υψηλάς Άλπεις. Αι βοσκαί περιεβάλλοντο από υψηλά όρη, τα οποία εις το μέσον υπεχώρουν τρόπον τινά προς τα πλάγια, διά να ημπορή κανείς ευκόλως να βλέπη καθαρά το ακτινοβολούν χιονοσκεπές όρος Γουνγκφράου, το οποίον είναι ωραιότερα σχηματισμένον από όλα τα βουνά της Ελβετίας.

Πόσοι κομψοί κύριοι και κυρίαι από ξένους τόπους! Τι διαρκής κίνησις των ανθρώπων από τα διάφορα καντόνια! Κάθε σκοπευτής είχε τον αριθμόν του της σκοποβολής εις ένα στεφάνι γύρω εις το καπέλλο του. Μουσική και άσμα, κασσελίτσες με λύρες, σάλπιγγες, φωναί, θόρυβος ήσαν εδώ. Οικίαι και γέφυραι ήσαν στολισμέναι, με εμβλήματα και στίχους. Σημαίες και σημαιούλες εκυμάτιζαν· τα όπλα εξεπυρσοκότουν την μίαν βολήν επάνω εις την άλλην και οι πυροβολισμοί ήσαν διά τα αυτιά του Ρούντυ η ωραιοτέρα μουσική· μέσα εις αυτήν την οχλοβοήν ελησμόνησε καθ' ολοκληρίαν την Μπαμπέτταν, που προς χάριν της μόλα ταύτα είχεν έλθει εδώ.

Οι σκοπευταί συνωθούντο εις την σκοποβολίαν και μετ' ολίγον ίστατο και ο Ρούντυ μεταξύ αυτών. Ήτο ο δεινότερος και ο ευτυχέστερος όλων. Διαρκώς η βολή του επετύγχανε μέσα το μαύρο σημάδι.

— Ποίος είναι τέλος πάντων ο ξένος νεαρός κυνηγός; ηρώτων.

— Ομιλεί τα Γαλλικά, που ομιλούμεν εις το καντόνιον Βαλαί. Εννοεί εν τούτοις πολύ καλά τα Γερμανικά μας, έλεγον μερικοί.

— Ως παιδί είχε ζήσει περί το Γκρίντελβαλτ, εγνώριζε κάποιος από τους κυνηγούς.

Και ήτο γεμάτος ζωήν αυτός ο νεαρός ξένος. Τα 'μάτια του 'πετούσαν φλόγες, το βλέμμα του και ο βραχίων του ήτο εύστοχος, διά τούτο επετύγχανε. Η ευτυχία δίδει θάρρος και θάρρος είχε βέβαια διαρκώς ο Ρούντυ. Εντός ολίγου είχε συναγμένον εδώ κύκλον ξένων γύρω του· τον ετίμων, μάλιστα τον εσέβοντο. Η Μπαμπέττα είχεν εξαφανιστθή εντελώς από την σκέψιν του. Τότε εκτύπησε τον ώμον του ένα βαρύ χέρι και κάποια βαθειά φωνή του ωμίλησεν εις την Γαλλικήν γλώσσαν.

— Είσθε από το καντόνιον Βαλαί;

Ο Ρούντυ εστράφη και είδε ένα ερυθρωπόν φαιδρόν πρόσωπον, ένα παχύν άνδρα: Ήτο ο πλούσιος του Βεξ μυλωθρός· με το μεγάλων διαστάσεων σώμα του έκρυπτε την λεπτήν, κομψήν Μπαμπέτταν, η οποία εν τούτοις επρόβαλε μετ' ολίγον με τα ακτινοβολούντα σκοτεινά μάτια της. Είχε κολακεύσει τον πλούσιον μυλωθρόν, ότι ήτο κυνηγός από το καντόνιόν του εκείνος, που έρριπτε τας καλυτέρας βολάς και ετιμάτο από όλους τους άλλους. Τώρα πράγματι ήτο ο Ρούντυ το αγαπημένο της τύχης παιδί: αυτό το πράγμα χάριν του οποίου περιώδευσε εδώ, και εδώ επί τόπου είχε σχεδόν λησμονηθή, τον ανεζήτει αυτό.

Όταν συντοπίται συναντηθούν εις έν μέρος μακράν της πατρίδος των, τότε ομιλούν ο ένας με τον άλλον και κάνουν γνωριμίαν μεταξύ των. Ο Ρούντυ κατά την σκοπευτικήν εορτήν διά της επιτυχίας των βολών του ήτο ο πρώτος, όπως ο μυλωθρός ήτο ο πρώτος εις την κοινωνίαν του Βεξ διά το χρήμα και τον κομψόν του Μύλον. Ούτω έσφιξαν οι δυο άνδρες τα χέρια, όπερ πρότερον μέχρι τούδε δεν είχον κάμει· και η Μπαμπέττα επίσης έτεινεν εις τον Ρούντυ το χέρι με ειλικρινή συμπάθειαν και της έσφιξε αυτός το χέρι και την εκύτταζε με επίμονον βλέμμα, ώστε αυτή έγινε κατέρυθρος.

Ο μυλωθρός διηγήθη περί της μακράς οδού, που είχον έως εδώ ταξειδεύσει, και περί των πολλών μεγάλων πόλεων, τας οποίας είχον ίδει· είχον κάμει, κατά την ιδέαν του, μεγάλο ταξείδιον, και είχαν ταξειδεύσει με το ατμόπλοιον, με την ατμάμαξαν ως και με την ταχυδρομικήν άμαξαν.

— Εγώ ήλθα την σύντομον οδόν, είπεν ο Ρούντυ. «Ήλθα επάνω από τα βουνά· καμμιά οδός δεν είναι τόσον υψηλά, που να μην ημπορή κανείς να την διαβή.»

— Αλλά και να σπάση και τον λαιμόν! είπεν ο μυλωθρός. «Και σεις μου φαίνεσθε ακριβώς 'σάν να εσπάσατε επί τέλους τον λαιμόν σας. Είσθε πολύ ριψοκίνδυνος!»

— Ω! δεν πέφτει κάτω κανείς, εάν δεν το σκεφθή, είπεν ο Ρούντυ.

Οι συγγενείς του μυλωθρού εν Ιντερλάκεν, εις επίσκεψιν των οποίον ο μυλωθρός και η Μπαμπέττα είχον έλθει, προσεκάλεσαν τον Ρούντυ να καταλύση εις το σπίτι των, αφού ήτο από το ίδιον καντόνιον, οπόθεν και ο μυλωθρός. Αυτό ήτο επίκαιρος προσφορά· η ευτυχία ήτο ευνοϊκή εις τον Ρούντυ, όπως είναι πάντοτε εις εκείνον, ο οποίος οικοδομεί επί του εαυτού του, και σκέπτεται ότι: «Ο Θεός μας δίδει τα καρύδια αλλά και δεν μας τα σπάει».

Ο Ρούντυ εκάθισεν εκεί εις τους συγγενείς του μυλωθρού 'σάν να ανήκεν εις την οικογένειαν· εκένωσαν και τα ποτήρια εις υγείαν του αρίστου σκοπευτού. Η Μπαμπέττα συνέκρουσε το ποτήριόν της και ο Ρούντυ ευχαρίστησε διά την πρόποσιν.

Κατά την εσπέραν επήγαν όλοι περίπατον επεριπάτησαν την ωραίαν κατά μήκος των μεγαλοπρεπών ξενοδοχείων οδόν κάτω από τας παλαιάς καρυδέας· και τόσοι άνθρωποι ήσαν εκεί, τόσος συνωστισμός, ώστε ηναγκάσθη ο Ρούντυ να προσφέρη τον βραχίονά του εις την Μπαμπέτταν. Έχαιρε τόσον πολύ, διότι συνήντησεν ανθρώπους από το Βωνττ, έλεγεν αυτός· Βωνττ και Βαλαί ήσαν πολύ καλά γειτονικά καντόνια. Εξέφραζε την χαράν του τόσον εγκαρδίως, ώστε δεν ημπόρεσε να παραλείψη η Μπαμπέττα να του σφίξη το χέρι δι' αυτό. Επήγαιναν ο ένας κοντά εις τον άλλον 'σάν να ήσαν παλαιοί γνώριμοι. Η Μπαμπέττα ωμιλούσε και διηγείτο· και της ήρμοζε πολύ καλά, — ενόμιζε ο Ρούντυ· να κάνη παρατηρήσεις διά το γελοίον και υπερβολικόν, που είχαν αι ξέναι κυρίαι εις τα ενδύματά των και εις το βάδισμά των· αυτό δεν το έκαμε διά να τας χλευάση, επειδή ημπορεί να ήσαν ενάρετοι άνθρωποι και μάλιστα αγαπητοί και αγαθοί· αυτό το ήξευρε καλά η Μπαμπέττα, γιατί και αυτή η ίδια είχε μίαν ανάδοχον, που ήτο επιφανής Κυρία Αγγλίς, τοιαύτη. Προ δεκαοκτώ ετών, όταν εβαπτίσθη η Μπαμπέττα, είχεν έλθει αυτή η νονά της εις το Βεξ. Είχε δωρήσει εις την Μπαμπέτταν την πολύτιμον καρφίτσα, που εφορούσε εις το στήθος της. Είχε γράψει δύο φοράς η νονά, και το έτος τούτο θα συνηντώντο με αυτήν και τας θυγατέρας της εδώ εις το Ιντερλάκεν. Αι θυγατέρες ήσαν ανύπανδροι τριάκοντα περίπου χρόνων, ενώ αυτή ήτο μόλις δεκαοκτώ.

Το μικρό γλυκύ στόμα δεν έμενε ήσυχο ούτε μια στιγμή, και ό,τι έλεγε η Μπαμπέττα ηχούσε εις τα ώτα του Ρούντυ ως πράγμα μεγίστης σπουδαιότητος· και αυτός πάλιν διηγείτο, ό,τι είχε να διηγηθή· δηλαδή πόσας φοράς επήγεν εις το Βεξ, ότι εγνώριζε καλά τον Μύλον, και πόσας φοράς είχεν ιδεί την Μπαμπέτταν, ενώ αυτή κατά πάσαν πιθανότητα ποτέ δεν τον είχε παρατηρήσει· και ότι τώρα τελευταίως, όταν επήγεν εις τον Μύλον και μάλιστα με πολλάς σκέψεις, τας οποίας δεν ηδύνατο να εκφράση, απουσίαζον αυτή και ο πατήρ της μακράν ταξειδιώται, αλλά μόλα ταύτα όχι τόσον μακράν, ώστε να μην ημπορή να σκαρφαλώση επάνω εις τα τείχη, τα οποία καθίστων την οδόν μακράν.

Μάλιστα, αυτό έλεγε και έλεγε πάρα πολλά· έλεγε δηλαδή, ότι ευχαρίστως ηδύνατο να υποφέρη την επίπονον οδόν και ότι προς χάριν της και όχι χάριν της σκοπευτικής εορτής ήλθεν.

Η Μπαμπέττα έγινεν άφωνος εις όλα αυτά· ήτο 'σάν να της απήτει να υποφέρη πάρα πολύ.

Ενώ αυτοί έκαμαν προς τα εκεί την περιήγησίν των, έδυσεν ο ήλιος 'πίσω από την κλιτύν του βράχου. Η Γιουγκφράου υψούτο εκεί εν μεγαλοπρεπεία και λαμπρότητι περιβαλλομένη από τον δασώδη πράσινον στέφανον των εγγύς ορέων. Πάντες εσταμάτησαν και εθεώντο το κάλλος της φύσεως. Και ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα ησθάνοντο και αυτοί την από ταύτης μαγείαν.

— Πουθενά δεν είναι ωραιότερα από εδώ; έλεγεν η Μπαμπέττα.

— Πουθενά! έλεγε ο Ρούντυ και εκύτταζε την Μπαμπέτταν.

— Αύριον πρέπει να επανέλθω εις το σπίτι! έλεγεν ο Ρούντυ, ολίγας στιγμάς βραδύτερον.

— «Έλα να μας επισκεφθής εις το Βεξ!» εψιθύρισεν η Μπαμπέττα. «Θα ευχαριστηθή ο πατέρας».

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΟΔΟΝ

Ω! πόσα είχε να φέρη ο Ρούντυ, όταν την αμέσως επομένην επανήρχετο εις το σπίτι του επάνω από τα υψηλά βουνά· Μάλιστα! είχε τρία αργυρά ποτήρια, δύο ωραία όπλα, και ένα άργυρο μπρίκι· το μπρίκι θα το μετεχειρίζετο, όταν θα έκανε νοικοκυριό. Αλλά αυτά όλα δεν ήσαν το σπουδαιότερον· κάτι σπουδαιότερον, κραταιότερον έφερε, ή τον έφερεν επάνω από τα υψηλά βουνά προς την πατρίδα του. Ο καιρός εν τοσούτω ήτο τραχύς, φαιός, βροχερός και βαρύς. Τα σύννεφα κατέπιπτον σαν πένθιμος πέπλος από τα ύψη των βουνών και περιέβαλλον την ακτινοβολούσαν κορυφήν. Από το βάθος του δάσους αντήχουν τα καταφερόμενα τελευταία του πελέκεως κτυπήματα και οι κορμοί των δένδρων κατεκυλίοντο εις τας κλιτύς του όρους· από το ύψος επάνω εφαίνοντο ως λεπταί ράβδοι και όμως ήσαν ως οι μεγαλύτεροι των πλοίων ιστοί. Η Λουτσίνη παφλάζουσα έκρουε την μονότονον συμφωνίαν της, ο άνεμος εσφύριζε, τα σύννεφα εταξείδευον.

Εκεί αιφνιδίως ήλθε πλησιέστατα εις τον Ρούντυ μία νέα κόρη. Δεν είχε παρατηρήσει την κόρην προτήτερα, παρά μόνον, όταν ήλθε εντελώς κοντά εις το πλευρόν του. Ήθελε και αυτή να ανεβή επάνω εις τους βράχους. Της κόρης τα μάτια εξήσκουν ιδιάζουσαν επιβολήν· ηναγκάζετο κανείς να κυττάζη εξάπαντος μέσα εις αυτά· ήσαν όλως διόλου παράξενα, διαυγή σαν κρύσταλλος, βαθιά, βαθιά, ατελεύτητα.

— Έχεις ερωμένον; ηρώτησεν ο Ρούντυ. Αι σκέψεις του κατηυθύνοντο όλαι εις τον έρωτα.

— Δεν έχω! απήντησε το κορίτσι και εγελούσε· αλλά όμως εφαίνετο 'σάν να μην ήσαν αληθινά τα λόγια της. «Ας μην κάνωμεν όμως λοξοδρομίας!» είπε αυτή. «Πρέπει να πάμε αριστερώτερα, διότι είναι συντομώτερος έτσι ο δρόμος».

— Βέβαια, διά να κρημνισθώμεν μέσα 'σε καμμιά χαράδρα πάγου!» είπεν ο Ρούντυ. «Δεν ηξεύρεις τον δρόμον καλά-καλά, και θέλεις να κάνης και τον οδηγόν;!»

— Ξεύρω ακριβώς τον δρόμο!» είπε το κορίτσι· «και έχω και το μααλό μου κοντά μου. Το 'δικό σου είναι βέβαια κάτω εις την κοιλάδα· αλλά εδώ επάνω πρέπει κανείς να σκέπτεται την Νεράιδα του Πάγου· δεν είναι καλή προς τους ανθρώπους, λέγουν οι άνθρωποι!»

— Δεν την φοβούμαι! . . » είπεν ο Ρούντυ. «Με έδωσε 'πίσω, όταν ήμην ακόμη παιδί, δεν θα της παραδοθώ, όταν είμαι μεγάλος!»

Και το σκότος ηύξανε. η βροχή κατέπιπτε, επήλθε, και χιόνι, έλαμπε, ετύφλωνε.

— Δώσε μου το χέρι σου!» είπε η κόρη, «θα σε βοηθήσω εις την ανάβασιν»· και ο Ρούντυ ησθάνετο να εγγίζεται από παγωμένα δάκτυλα

— Συ να με βοηθήσης!» είπεν ο Ρούντυ, «ακόμη δεν εχρειάσθηκα την βοήθειαν γυναικός, διά να σκαρφαλώσω!» Και εβάδισε ταχύτερον προς τα εμπρός, μακράν από αυτήν ο χιονοστρόβιλος τον περιεκάλυψε σαν μέσα εις πέπλον, ο άνεμος εβόιζε και πίσω ήκουε την κόρη να γελά και να τραγουδή· ήτο παράδοξος ήχος. Θα ήτο μυστηριώδες φάντασμα εις την υπηρεσίαν της Νεράιδας του Πάγου. Ο Ρούντυ είχεν ακούσει να ομιλούν γι' αυτά, όταν αυτός τότε που ήτο ακόμη παιδί, διενυκτέρευσε εδώ επάνω εις τα βουνά, που τα περιώδευσε.

Το χιόνι έπιπτε πυκνότερα, τα σύννεφα ήσαν κάτω απ' αυτόν· εκύτταζε πίσω, δεν έβλεπε πλέον κανένα, αλλά αντελήφθη γέλωτας και λαρυγγισμούς και ο ήχος των δεν έμοιαζε να βγαίνη από στήθος ανθρώπου.

Όταν ο Ρούντυ έφθασεν επί τέλους την ανωτάτην του όρους επιφάνειαν, οπόθεν το μονοπάτι έφερε κάτω εις την κοιλάδα του Ροδανού, είδε προς την Σαμονύ, να στέκωνται εις τον διαυγή κυανούν αιθέρα δύο λαμπρά άστρα· έλαμπον και ακτινοβολούσαν και εσκέφθη την Μπαμπέττα, τον εαυτόν του και την ευτυχίαν του και με αυτήν την σκέψιν εθερμάνθη.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΥΛΟΝ

— Αρχοντικά πράγματα φέρνεις εις το σπίτι!» είπεν η γραία θετή μητέρα του και τα αλλόκοτα αέτεια μάτια της ήστραψαν, εκίνησε τον ισχνόν λαιμόν της ακόμη ταχύτερον από άλλοτε με αλλοκότους στροφάς. «Είσαι ευτυχής, Ρούντυ, πρέπει να σε φιλήσω, γλυκό μου παλληκάρι!»

Και ο Ρούντυ εστάθη να τον φιλήση, αλλά ήτο γραμμένον εις το πρόσωπόν του, ότι υπέκυπτεν εις δυσχερείας, εις μικρά οικογενειακά βάσανα.

— Πόσον ωραίος είσαι Ρούντυ! είπεν η γραία.

— Μη με κάνης να το πάρω επάνω μου!» είπεν ο Ρούντυ και εγέλα· αλλά τον ευχαριστούσε αυτό.

— Σου το λέγω πάλιν, είπεν η γραία: «η ευτυχία είναι μαζί σου!»

— Όσο γι' αυτό έχεις δίκαιον! είπε και εσκέφθη την Μπαμπέτταν.

Ποτέ ακόμη δεν είχε δοκιμάσει τοιούτον πόθον κάτω εκεί μέσ' 'στη βαθιά κοιλάδα.

— Θα είναι φθασμένοι εις το σπίτι των», είπε καθ' εαυτόν. «Είναι πλέον δύο ημέραι περισσότερον από τον χρόνον, που πρέπει να έχουν επανέλθει. Πρέπει να υπάγω εις το Βεξ!»

Ο Ρούντυ επήγε εις το Βεξ και εκεί εις τον Μύλον πράγματι ήσαν εις το σπίτι!