Η νεράιδα του Πάγου

Part 2

Chapter 214 wordsPublic domain

Η σύγκρισις της Δανικής φιλολογίας προς την πρόδρομον Γερμανικήν, δεικνύει, ότι η Δανική λαμβάνει την πρώτην εκ της Γερμανίας ώθησιν, αλλ' ακολουθεί ίδιον δρόμον διατηρούσα την βόρειον ιδιάζουσαν χαρακτηριστικήν αυτής φλέβα. Ανέγνωσαν οι Δανοί ποιηταί τους Γερμανούς, ιδιοποίησαν το ξένον στοιχείον, την ύλην και τας ιδέας, και το επροίκισαν και επλούτισαν με περισσοτέραν τέχνην, δώσαντες έκφρασιν και επεξεργασθέντες την ύλην. Οι Γερμανοί έχουσι περισσοτέραν ζωήν και αλήθειαν, οι Δανοί σαφήνειαν και μορφήν. Ο Andersen είναι τέλειος ποιητής εις πάντα τα έργα του εξ αρχής· ως φανταστικός διηγηματογράφος αποβάλλει το δυσοίωνον και βαρύ του Γερμανού. Ο ρωμαντισμός ηύρεν εν αυτώ νηφαλίαν περιεσκεμμένην και ήρεμον φύσιν και μεταβάλλεται εις μειδιώντα και ειδυλλιακόν τόνον. Τα παραμύθια του έχουν τας ποιητικάς ιδιότητας, φαντασίαν, ευθυμίαν και νεανικήν δροσερότητα, χαρακτήρας επιτυχείς και παιδικήν αφέλειαν- έχει επίγνωσιν του έργου του, όπερ ρυθμίζει ως αληθής καλλιτέχνης, βαίνει με το αίσθημα της ασφαλείας και με το υγιές και ισχυρόν αίσθημα της φύσεως, άτινα είναι ιδιώματα του ευγενούς και κυρίου επί του εαυτού του πνεύματος του Δανού.

Ο Andersen εγεννήθη εν Οδένση της Φιλανδίας, νήσου της Δανίας, ουχί εξ επιφανών γονέων. Υποδηματοποιός ήτο ο πατήρ του, αλλ' ευγενής, ευαίσθητος και φύσεως καλλιτεχνικής· πτωχός, ώστε μόνος κατεσκεύασε την κλίνην του εκ σανίδων βάθρου φερέτρου· επ' αυτής εγεννήθη ο Χανς Χριστιανός (Άνδερσεν), βρέφος διαρκώς κλαίον. Την πρώτην αγωγήν έλαβεν εκ του πατρός του αναγινώσκοντος αυτώ κωμωδίας και διηγήματα και παίζοντος μετ' αυτού με νευρόσπαστα. Ήτο παιδίον ρεμβώδες και αλλόκοτον, απέφευγε τα άλλα παιδία κατά την μικράν σχολικήν του εκπαίδευσιν, πρεσβύτερος ων αυτών και δειλός· ως ευφάνταστος εβασανίζετο διαρκώς υπό τινος τρόμου. Ο πατήρ του εγένετο στρατιώτης του Ναπολέοντος, επανήλθε δε μετά την ειρήνην ασθενών και απέθανε. Μετά πολλάς περιπετειώδεις δυστροπίας της τύχης, ενεγράφη διά της ελευθεροδωρίας του μονάρχου εις το Πανεπιστήμιον τω 1828 είκοσι τριών ετών, ένθα εσπούδασε φιλολογίαν και φιλοσοφίαν, οπότε αρχίζει η λίαν ευδόκιμος ποιητική δράσις του, εφ' ης πολύ επέδρασαν και τα ανά την Ευρώπην, Ανατολήν και Αφρικήν ταξείδιά του. Έγραψε πολλά έργα, εν οις και ποιήματα, αλλά περιώνυμα έμειναν παγκοίνως τα παραμύθια του, αι λαϊκαί διηγήσεις.

Η θαυμασία της Ελβετίας φύσις περιάγει τον θεατήν από εκπλήξεως εις έκπληξιν ανά παν βήμα· γραφικαί κοιλάδες και τοπεία, μαγικαί λίμναι, δάση, αλύσσεις χιονοσκεπών ορέων, καταρράκται, παράδοξα φυσικά φαινόμενα, τέλος και προ πάντων παγερός των αλλεπαλλήλων Παγώνων κόσμος, ανακαλών την εποχήν, καθ' ην άπασα η Ευρώπη ήτο κεκαλυμμένη υπό πάγων και, ως λέγει ο Agassiz, σιγή θανάτου εβασίλευε και αι ακτίνες του ηλίου εάν έφθανον έως εκεί, εχαιρετώντο μόνον από τας πνοάς του βορείου ανέμου και από τους βρόντους των διανοιγομένων επί των πάγων ρηγμάτων. Ταύτα πάντα δικαίως συνεκίνησαν και ηρέθισαν την ευφάνταστον και ρωμαντικήν του Άνδερσεν ψυχήν και εξέρρευσεν η ανταύγεια των πολυχρώμων της ψυχής του εικόνων εις αριστούργημα τέλειον. Η Oberland Rernois και το Interlacken και Γκρίντελβάλτ, το καντόνιον Βαλαί με τον κραταιόν ποταμόν του Ροδανόν, τον κατά το ήμισυ αιχμάλωτον και υπό την κρυσταλλώδη εν Παγώνι μορφήν του — ως λέγει ο περίφημος γεωγράφος και καλλιτέχνης εν τω είδει του Reclus — και κατά το ήμισυ ελεύθερον και ρέοντα, και με τους Παγώνας του, τους παγωμένους και εις πέδας συνεσφιγμένους αυτούς ποταμούς, οίτινες και αυτοί κατά φυσικούς νόμους κινούνται και αφ' ων παφλάζουσι τα εκ των τηκομένων πάγων καταρρέοντα ύδατα, το καντόνιον Βωντ με το Μοντρέ, το φρούριον Σιγιόν και την Γενεύην λίμνην, είναι το θέατρον του βίου του προσφιλούς του Andersen ήρωος Ρούντυ εν τω μυθιστορηματίω, όπερ παρουσιάζομεν εν τη μεταφράσει μας.

Αι μορφαί του ειδυλλιακού και περιγραφικού αυτού έπους είναι σαφώς περιγεγραμμέναι, ζώσαι, ηθικώς τέλειαι. Παντού αρμονία, τελειότης, ζωή, κίνησις, αλήθεια. Το φανταστικόν και το ρωμαντικόν ενεργεί μόνον όπου η φύσις χρωματίζεται δι' εικόνων και όπου αι δυνάμεις και τα φαινόμενα της φύσεως αντλούσιν εκ της ποιήσεως Μορφήν και αλληγορίαν.

Πολλάκις οι ποιηταί εισάγουσιν εις τους υπ' αυτών διαγραφομένους ήρωας ατομικάς περιστάσεις. Τούτο και ενταύθα δυνάμεθα να διακρίνωμεν και δη ο μικρός Ρούντυ είναι ο μικρός Άνδερσεν· βρέφος πεσόν εις τον παράδοξον κόσμον του Παγώνος εις τας αγκάλας της μητρός του έχασε την αίσθησιν του γέλωτος, όπως ο μικρός Άνδερσεν διαρκώς έκλαιε εις την παράδοξον νεκρικής καταγωγής κλίνην· ήτο ρεμβώδες και αλλόκοτον ως αυτός παιδίον, φεύγον την συναναναστροφήν των παιδίων, ελκύον ως και εκείνος την προσοχήν· ο θείος του ήτο θαυμαστής του Ναπολέοντος, ενετρύφα και αυτός εις τας διηγήσεις, ετέρπετο εις τα φαινόμενα της φύσεως· αλλ' αντιθέτως αυτού ήτο ατρόμητος, μη φοβηθείς και να ριφθή υπέρ τας φάραγγας άνω της αβύσσου, μετέωρος, να αρπάση τον αετιδέα χάριν του έρωτός του· δεν έσπασε τον λαιμόν του, διότι &εκρατείτο στερεά&, αλλά και ο Άνδερσεν αυτό είχεν ως αρχήν του, μεταβάλλων μεν τας σειομένας σκιάς εις Πρόσωπα και φρικιών εις τους ήχους αλλά διά της επιμονής και καρτερίας του δρέψας την αθανασίαν. Ήτο παιδίον υπερφυσικόν, δένον τα στοιχεία της φύσεως, αλλά και ο Άνδερσεν την αυτήν γοητευτικήν δύναμιν είχε διά της γοητείας της φαντασίας του· ούτω αυξάνει ο Ρούντυ πίνων το άρωμα του βουνού, διδασκόμενος από τα ζώα, συνοδευόμενος από τας χελιδόνας και τας αίγας και αναρριχώμενος διαρκώς υψηλότερα πλήρης σφρίγους και σταθερότητος.

Αι από της φύσεως επιδράσεις παρά τω Άνδερσεν είναι ισχυραί και ανεξάντλητοι, ο χρωστήρ της γονίμου και πλουσίας φαντασίας του ζωγραφίζει αφειδής εις παραστάσεις, αφ' ων ως από καλλιχρόου και ευρείας πηγής δύναται ο καλλιτέχνης ν' αντλή ανεξαντλήτως εικόνας· κατοπτρίζεται η πόλις εν τη ηρεμία της φύσεως εις το ωραίον του ουρανού βάθος, τα σύννεφα διαρκώς χρωματιζόμενα και σχηματιζόμενα δύνανται να δώσουν μορφάς εις την μιμικήν ορχησιν, και ο κινηματογράφος της διηγήσεώς του μας οδηγεί ανά τα θελκτικά τοπεία· ακούομεν τα πτηνά άδοντα, τας χιονοστιβάδας να κατακυλίωνται, τα κτυπήματα του πελέκεως να ρίπτουν κατά την δύσιν τους κορμούς εις τας πλευράς των ορέων.

Η διήγησίς του είναι αφελής, παραστατική και ζωγραφική· διά να μεταχειρισθώ φράσιν του, δεν είναι δυσπρόσιτος, επίσημος και ξένη, αλλά δημοτική, έρχεται απ' ευθείας εις συνάφειαν με την καρδίαν, συνεννοείται κάλλιστα με αυτήν και την μαγεύει· το κάθε τι μεταβάλλεται εις κίνησιν και λαμβάνει ζωήν· τρέχουν προ της φαντασίας του τα σπιτάκια από το βουνό διά να παραταχθούν και σχηματίσουν την κομψήν πόλιν· η αφέλεια της διηγήσεώς του θωπεύει ως αφελές παιδίον και πρόσκειται εναγκαλιζομένη την καρδίαν ως το ευπρόσιτον και μαγικόν του λαού στόμα. Και πού δεν είναι ζωή, πού δεν είναι δύναμις; Η νεότης δροσίζει την ψυχήν μας, η της ζωής απόλαυσις θερμαίνει, η ψυχική μέθη ρίπτει την φλόγα του φλογερού οίνου εις την ψυχήν και τας φλέβας· η ζωηρά, θερμή και ρωμαντική μετά μελαγχολίας τινός και σκέψεως φαντασία του ποιητού αρδεύει με ζωήν θερμότητα και ρωμαντισμόν τας λεπτομερείας του έργου.

Την μαγικήν του ποιητού αφέλειαν κοσμεί ως ο δακτυλιόλιθος τον χρυσόν, το στενώτατα αλλά και αρμονικώτατα μετ' αυτής συνημμένον κλασσικόν, οι της παιδείας αδάμαντες, οι μαργαρίται των αντιθέσεων· συνταράσσουν την ψυχήν του νεαρού και θερμού των Άλπεων κυνηγού αι πανσθενείς του έρωτος σκέψεις και όμως ίσταται παρά τον τηλεγραφικόν στύλον ως απολιθωμένη έλαφος· κοσμούν οι αδάμαντες καταλλήλων παραβολών, ζωοποιείται η φαντασία προσωποποιούσα τας δυνάμεις της φύσεως και περιγράφουσα τα Πνεύματα ανέρχεται εις επικόν ύψος.

Αι Δυνάμεις, τα Φαινόμενα και αι έννοιαι ακόμη προσωποποιούνται. Όπισθεν του συρίζοντος Ανέμου, όπισθεν εκάστου φαινομένου είναι και Μορφαί. Η ρωγμή του Παγώνος είναι τα πράσινα χείλη του· αι δύουσαι Ακτίνες είναι θυγατέρες του Ηλίου, λημεριάζουν εις την κορυφήν του βουνού διά να εξυπνήσουν ως ανατέλλουσαι, είναι πνεύματα αγαθοποιά, πλήρη αγάπης, αγαπώντα τα άνθη, τα πτηνά και προ πάντων τον ήρωά του Ρούντυ, τον οποίον θωπεύουν με στοργήν και φιλούν διά να λυώσουν το παγωμένο φιλί, που του έδωσε η Νεράιδα και τον έκαμεν ιδικόν της, του τραγουδούν το άσμα του οδοιπόρου και περί των Δυνάμεων της ανθρωπίνης διανοίας, αι οποίαι είναι κυρίαρχοι των Δυνάμεων της φύσεως.

Η φεύγουσα μικρά έλαφος είναι η εις τον κίνδυνον και την φυγήν ησκημένη Ζωή.

Προσωποποιείται και ο Ίλιγγος εις θεράποντα της Βασιλίσσης του Παγώνος, σύρων τον χορόν των ακολούθων του.

Αλλ' η κυρία και ισχυρά Μορφή η αποκτήσασα διά της δυνάμεώς της τον Ρούντυ είναι η Νεράιδα του Πάγου, η βασίλισσα του Παγώνος. Μακρά και κυανοπρασίνη είναι η κόμη της, μακρά και κυανοπρασύνη η εσθής της. ως ο υδάτινος των λιμνών πέπλος· ιππεύει τον συρίζοντα Άνεμον· η έπαυλίς της αυξάνει κατ' όγκον τον χειμώνα· αναπαύεται επί προσκεφαλαίων εκ χιόνος· πλέει επί ευθραύστου πλοίου, του ελάτου, γέλως της είναι το κατρακύλισμα της χιονοστιβάδος, δύναμίς της είναι να νεκρώνη. Αυτή εφίλησε τον Ρούντυ μικρόν, τον απέκτησε νέον την παραμονήν των γάμων του, αφού του επήρε πρότερον τον αρραβώνα αποπλανήσασα επί των ορέων και με αυτόν τον εδελέασεν εντός του παγερού της λίμνης βαράθρου.

Αλλά και ο Ρούντυ είχε ζήσει ευτυχής, απέκτησε το ποθούμενον, η γη δεν είχε άλλο να του δώση περισσότερον.

Η ωραία και αφελής του Andersen ψυχή ήτο πλήρης αγάπης και τον ήρωά του τον περιάγει από αγάπης εις αγάπην. Τον ηγάπων τα ζώα, τον συνώδευον τα πτηνά, τον ηγάπων αι Ακτίνες, την αγάπην της Μπαμπέττας διαδέχονται της Νεράιδας τα φιλήματα και από την αγάπην της φθαρτής γης μεταβαίνει ο Ρούντυ εις την αγάπην του Απείρου. «Με αγαπούν όλοι» έλεγεν ο Andersen δι' εαυτόν και πράγματι, ου μόνον οι σύγχρονοι ηγάπων τον συμπαθή λαοφίλητον ποιητήν, αλλά και μετά θάνατον τον ηγάπησαν πάντες και οι πατριώται του την ημέραν των γενεθλίων του ετίμησαν ως εθνικήν εορτήν πριν αποθάνη· έστησαν τέλος τον ανδριάντα αυτού, ώστε η συμπαθής, αφελής, πλήρης αγάπης Μεγάλη Μορφή δι' αγάπης υψούται εις το Άπειρον!

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΗΤΖΗΑΡΑΠΗ — Διδάκτωρ της Φιλολογίας Εν Αθήναις τη 10 Μαρτίου 1914

Η ΝΕΡΑΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

1. Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΟΥΝΤΥ

Ας επισκεφθώμεν την Ελβετίαν. Ας περιοδεύσωμεν την θαυμασίαν των υψηλών ορέων χώραν!

Εδώ προσφύονται τα δάση και ριζοβολούσιν επάνω εις τους αποκρήμνους πετρίνους τοίχους των ανωφερών κλιτύων των ορέων. Αναβαίνει κανείς επάνω εις εκτυφλωτικά χιονοπέδια και καταβαίνει πάλιν μέσα εις χλοερούς λειμώνας, τους οποίους ποταμοί και ρύακες παφλάζοντες διασχίζουσιν επειγόμενοι, ως να φοβώνται μήπως δεν φθάσωσι πολύ ταχέως εις την θαλασσαν να εξαφανισθώσιν. Καυστικός ίσταται ο ήλιος επάνω από την βαθείαν κοιλάδα, και την περιφλέγει, καθώς περιφλέγει και τας ογκώδεις της χιόνος μάζας, αι οποίαι κατά μικρόν συντήκονται εις διαλάμποντας πάγου όγκους· οι όγκοι κυλίονται εις χιονοστιβάδας και πυργούμενοι μορφούνται εις Παγώνας.

Δυο τοιούτοι παγώνες κείνται μέσα εις τας ευρείας των βράχων φάραγγας κοντά εις την ορεινήν πολίχνην Γκρίντελβαλντ κάτω από τας κορυφάς Σρέκχορν και Βέττερχορν. Αξιοθέατοι πολλούς πάντοθεν ελκύουσι ξένους και δη κατά το θέρος. Έρχονται οι επισκέπται και επάνω από τα χιονοσκεπή όρη, ανέρχονται και από τας βαθείας κοιλάδας· αλλά τότε πρέπει να αναβαίνουν πολλάς ώρας· και ενώ αναβαίνουν, βυθίζεται πάλιν η κοιλάς βαθύτερον και βλέπουν κάτω μέσα εις αυτήν, σαν να έβλεπον από αερόστατον. Υπεράνω των κρέμανται συχνά τα νέφη ως πυκνοί βαρείς πέπλοι γύρω εις τας οξείας των ορέων κορυφάς, ενώ κάτω μέσα εις την κοιλάδα, όπου είναι σκορπισμένα τα πολλά καστανά ξύλινα σπιτάκια, λάμπει ακόμη μία ακτίς του ηλίου και προβάλλει την μορφήν της τοποθεσία μέσα από ακτινοβολούν πράσινον, σαν να είναι διαφανές. Εδώ κάτω βομβεί και παταγεί και παφλάζει το ύδωρ· εκεί επάνω ηρέμα κελαρύζει και ηχεί κατερχόμενον εκ των βράχων εις αργυράς ταινίας.

Και εις τας δυο πλευράς του δρόμου, ο οποίος πηγαίνει προς τον ανήφορον του βουνού εις το Γκρίντελβαλντ, είναι σπιτάκια φιασμένα από κορμούς δένδρων. Το κάθε σπίτι είναι απαραιτήτως εφωδιασμένον με κήπον· ο κήπος είναι καλλιεργημένος με πατάτες· πολλοί λαιμοί είναι μέσα 'ς της καλύβες, παιδιά είναι άφθονα να της καταβροχθίσουν. Από παντού εμφανίζονται τα παιδιά και βρίθουν γύρω εις τους ταξειδιώτας είτε πεζοί έρχονται αυτοί είτε με τας αμάξας· όλον αυτό το παιδομάνι ασκεί το εμπόριόν του· και είτε βρέχει είτε ακτινοβολεί ο ήλιος, παρόντα είναι τα παιδιά και προσφέρουν καθέν το είδος του, κομψά σκαλισμένα σπιτάκια, όμοια με τα οικοδομημένα επάνω εις το βουνό.

Προ είκοσι περίπου ετών, συχνά, αλλά κάπως μακρύτερα από τα άλλα παιδιά, εστέκετο εκεί και μικρός παις· μετείχε και αυτός του παιδικού εμπορίου· εις το πρόσωπόν του έδιδε πολύ σοβαρόν ύφος και εκράτει το κιβώτιόν του με τα λεπτουργημένα εμπορεύματά του τόσον σφιγκτά με τα δυο του χέρια, ώστε θα έλεγε κανείς, ότι ο μικρός εκουσίως του δεν θέλει να τα αποχωρισθή· και ακριβώς αυτή η σοβαρά στάσις συνδιαζομένη με την μικρότητά του προσέλκυε τα βλέμματα των ξένων. Και λοιπόν συχνά τον εκάλουν οι ταξειδιώται και ο μικρός είχε την μεγαλυτέραν κατανάλωσιν χωρίς να γνωρίζη και αυτός διατί. Μίαν ώραν μακράν από εδώ, υψηλότερα επάνω εις το βουνό έμενεν ο πάππος του· αυτός του ελεπτούργει τα κομψά σπιτάκια του και εκεί εις το δωμάτιον του γέρου ήτο ένα μεγαλύτερο ντουλάπι γεμάτο με τέτοιου είδους λεπτουργημένα αντικείμενα· καρυοθραύσται, μαχαίρια, κουτάλια, κουτιά, που είχαν μέσα φυλλώματα με αιγάγρους πηδώσας, άφθονα-άφθονα ήσαν εκεί μέσα· δηλαδή περιεχόμενον, που ήτο ίσα-ίσα η χαρά των παιδικών οφθαλμών.

Αλλά ο Ρούντυ — έτσι ωνομάζετο το αγόρι — με μεγαλυτέραν όρεξιν και με 'μάτι πλήρες πόθου έβλεπε την παλαιάν καραμπίνα, που ήτο κρεμασμένη κάτω από τας δοκούς της στέγης, και του την είχε υποσχεθή ο παππούς· θα την έπαιρνε αργότερα· πρώτα όμως έπρεπε να μεγαλώση και να γίνη δυνατός, διά να ημπορή να την μεταχειρίζεται.

Ας ήτο μικρός ο Ρούντυ, είχεν έργον να βόσκη της κατσίκες· και ήτο καλός φύλαξ, αφού ήξευρε να αναρριχάται μαζί των, όπως και αυταί. Μάλιστα εσκαρφάλωνε σαν αγριοκάτσικο κάπως υψηλότερα· του ήρεσε να αρπάζη της φωλιές των πουλιών επάνω από τα υψηλά δένδρα· ήτο ριψοκίνδυνος και τολμηρός, αλλά όσο για να γελά, τον έβλεπε κανείς μόνον, οσάκις εστέκετο κοντά εις την όχθην του παφλάζοντος καταρράκτου ή όταν ήκουε το κατρακύλισμα χιονοστιβάδος. Ποτέ δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά· τότε μόνον επήγαινε μαζί των, όταν ο παππούς τον έστελνε κάτω από το βουνό να πωλήση εμπόρευμα και ο Ρούντυ δεν έτρεφε καμμίαν ιδιαιτέραν αγάπην εις το εμπόριον· εκείνο διά το οποίον ησθάνετο ευχαρίστησιν, ήτο να αναρριχάται επάνω εις τα βουνά ή να κάθεται κοντά εις τον παππούν του και να τον ακούη να του διηγήται για τα παληά τα χρόνια και για τους ανθρώπους, που κατοικούν τον γειτονικόν τόπον Μάιρινγκεν, που ήτο ο γενέθλιος του παππού τόπος. Οι άνθρωποι εις το Μάιρινγκεν, έλεγεν ο παππούς δεν ήσαν αυτόχθονες, ήσαν μετανάσται· ήλθαν υψηλά από τον βορράν, όπου έμενον οι πρόγονοί των και ελέγοντο Σουηδοί. Ο Ρούντυ εύρισκε αυτά κάπως πολύ ευχάριστα, να τα μανθάνη.

Εμάνθανεν όμως ο Ρούντυ και με άλλην αξιόλογον συναναστροφήν· την είχε μεταξύ των συγκατοίκων του και ανήκεν εις το βασίλειον των ζώων. Ήτο δηλαδή ένα μεγάλο σκυλί, που ωνομάζετο Αγιόλας, και ήτο του πατρός του Ρούντυ, και ένας γάτος· μάλιστα αυτός ο γάτος ήτο εν τιμή εις την ψυχήν του Ρούντυ, γιατί τον είχε μάθει την α ν α ρ ρ ί χ η σ ι ν.

— Έλα μοναχά μαζί μου έξω επάνω εις την στέγην!, του είχε πη η γάτα, και μάλιστα με πολύ σαφή τρόπον και καταληπτόν· διότι όταν είναι κανείς παιδί και δεν ηξεύρει ακόμη να ομιλή, όμως καταλαβαίνει πολύ καλά της κότες και της πάπιες. Οι γάτες και οι σκύλοι μας ομιλούν τόσον καταληπτά, όπως ο πατέρας μας και η μητέρα μας, αλλά πρέπει να είναι κανείς πολύ μικρός· ακόμη και το μπαστούνι του παππού ημπορεί κάλλιστα να χρεμετίζη και να γίνη ένα ολόκληρο άλογο με κεφάλι, πόδια και ουράν. Εις μερικά παιδία παύει αυτή η συνεννόησις πολύ αργότερα από τα άλλα και τότε λέγουν γι' αυτά οι άνθρωποι, ότι έμειναν πολύ 'πίσω, ότι μακρόν χρόνον έμειναν παιδιά. Και τι δεν λέγει κανείς για όλα;

— Έλα μαζί μου επάνω εις την στέγην Ρούντυ! ήτο βέβαια ο πρώτος λόγος, που του είπε η γάτα και ο Ρούντυ εκατάλαβε. «Ό,τι οι άνθρωποι λέγουν για κατρακύλισμα, είναι κενή φαντασιοπληξία! δεν πέφτει κανείς, αν δεν το φοβηθή προτήτερα. Έλα εσύ, βάλε το ένα πόδι έτσι, το άλλο έτσι! Δοκίμασε με τα μπροστινά πόδια να αισθανθής καλά. Πρέπει κανείς να έχη μάτια 'ς το κεφάλι και εύκαμπτα μέλη! Παρουσιάζεται κανένα βάραθρον; αρκεί να πηδήσης και να κρατηθής στερεά· έτσι κάνω και εγώ!» Και λοιπόν έτσι έκαμε και ο Ρούντυ· γι' αυτό κάθεται τόσον συχνά επάνω εις την κορυφήν της στέγης κοντά με την γάταν· κάθεται μαζί της και εις την κορυφήν των δένδρων και μάλιστα και υψηλά επάνω εις το χείλος του απορρώγος, όπου η γάτα δεν τα εκατάφερνε εκεί ψηλά. «Επάνω υψηλότερα, έλεγον δένδρα και θάμνοι. Βλέπεις, εμείς, πώς αναρριχώμεθα, πόσον υψηλά φθάνομεν, πώς κρατούμεθα στερεά, ακόμη και εις την άκρη-άκρη του στενού χείλους του βράχου!»

Ο Ρούντυ έφθανεν επάνω εις την κορυφήν του βουνού, εκεί που ο ήλιος πολλάς φοράς δεν είχεν ακόμη φθάσει, και εκεί ερρόφα το πρωινόν του ποτόν, τον δροσερόν δυναμωτικόν αέρα του βουνού, το ποιόν, το οποίον μόνον ο αγαθός Θεός, ηξεύρει να παρασκευάση, και οι άνθρωποι μόνον την συνταγήν του ημπορούν να διαβάζουν, εις την οποίαν είναι γραμμένον:

«Το δροσερόν άρωμα από τα βότανα του βουνού, από την αγριόμεντα και το θυμάρι της κοιλάδος.»

Ό,τι είναι βαρύ, το απορροφώσι τα κρεμάμενα νέφη και ο άνεμος το συμπαρασύρει και το τρίβει επάνω εις τας κορυφάς των ελάτων- ο αιθήρ του αρώματος γίνεται αεράκι ελαφρό και δροσερό, με διαρκώς αυξάνουσαν δροσερότητα.

Αυτό ήτο το πρωινόν ποτόν του Ρούντυ.

Αι Ακτίνες, αι ευλογημέναι θυγατέρες του ηλίου εφιλούσαν τα μάγουλά του και ο Ίλιγγος επαραμόνευε· δεν ετόλμα όμως να τον πλησιάση· αι χελιδόνες από το σπίτι του παππού του, όπου ήσαν επτά σωστές φωλιές, επετούσαν προς αυτόν υψηλά και της κατσίκες του και έψαλλον.

«Εμείς και σεις! Εσείς και μεις.»

Έφερον χαιρετισμούς από το σπίτι, από τον παππού, ως και από αυτές της δυο κόττες, τα μόνα πουλιά του σπιτιού, που μόλα ταύτα ο Ρούντυ ουδέποτε τα συναναστρέφετο.

Αν και ήτο πολύ μικρός ο Ρούντυ, είχε ταξιδεύσει και μάλιστα όχι και μικρό ταξίδι διά μικρόν παιδίον. Είχε γεννηθή πέρα εις το καντόνιον Βαλαί, αλλά τον είχαν μεταφέρει επάνω από το βουνό εδώ, εις το μέρος που διέμενε τώρα, εις το Γκρίντελβαλντ. Εσχάτως είχεν επισκεφή πεζός τον γειτονικόν καταρράκτην Στάουμμπάχ, ο οποίος κυμαίνεται εις τον αέρα ως αργυρούς πέπλος εμπρός από το χιονοσκεπές με εκτυφλωτικήν λευκότητα όρος Γιούνγκφράου. Και επάνω εις τον γειτονικόν του Γκρίντελβαλντ παγώνα ευρέθη· αυτό όμως είναι λυπηρά ιστορία· εκεί ηύρε η μητέρα του τον θάνατον, εκεί έγινεν άφαντος η παιδική του Ρούντυ χαρά, το έλεγε ο παππούς. «Όταν το παιδί δεν ήτο ακόμη ενός έτους περισσότερον &εγέλα παρά έκλαιε»&, είχε γράψει η μητέρα του 'ς τον παππού. Αλλά από τον καιρόν που είχε επικαθίσει μέσα εις την χαράδραν του Παγώνος, του είχε έλθει αλλοιώτικη αίσθησις. Ο παππούς σπανίως ωμίλει περί αυτού του πράγματος, αλλά ήτο γνωστόν ήδη εις όλο το βουνόν.

Ο πατήρ του Ρούντυ ήτο ταχυδρόμος· ο μεγάλος σκύλος, που έμενε εις το δωμάτιον κοντά εις τον πάππον, ηκολούθει διαρκώς τον πατέρα του Ρούντυ κατά την περιοδείαν, που έκαμε πέραν από το Σιμπλόν κάτω προς την λίμνην της Γενεύης. Εις την κοιλάδα του Ροδανού εις το καντόνιον Βαλαί ακόμη έμενον προς πατρός συγγενείς του Ρούντυ. Ο θείος του ήτο δεινός κυνηγός αιγάγρων και πασίγνωστος οδηγός. Ο Ρούντυ ήτο μόνον ενός έτους, όταν έχασε τον πατέρα του, και τότε η μητέρα του επεθύμησε να επιστρέψη με το παιδί της εις την Ά ν ω Β έ ρ ν η ν, εις τους συγγενείς της· ο πατήρ της έμενεν ολίγας ώρας μακράν του Γκρίντελβαλντ· ήτο ξυλοκόπος και εκέρδιζε εδώ τόσα, με όσα ημπορούσε να ζη. Εξεκίνησε λοιπόν κατά τον μήνα Ιούνιον η μητέρα με το παιδί και με συνοδείαν δυο κυνηγών και ήρχετο προς το Γκρίντελβαλντ διά του Γκέμμι. Ήδη είχον διανύσει την μεγαλυτέραν απόστασιν, είχον φθάσει διά των υψηλών του βουνού ράχεων εις το χιονοπέδιον, και ήδη έβλεπον την γενέθλιον κοιλάδα με όλας τας εκ κορμών δένδρων οικίας της, τας τόσον γνωστάς και οικείας, και τους έμειναν ακόμη να διέλθωσι τον ένα μεγάλον παγώνα. Η χιών είχε πέσει πρόστρατος και έκρυπτε μίαν χαράδραν, η οποία δεν έφθανε μεν βέβαια έως κάτω τον βαθύν βυθόν, όπου επάφλαζε το ύδωρ, αλλ' όμως ήτο βαθυτέρα του ύψους του ανθρώπου: Η νέα γυνή, η οποία εκρατούσε το παιδί της, εγλύστρισε, εβυθίσθη και εξηφανίσθη. Καμμίαν φωνήν δεν ήκουσαν, κανένα στεναγμόν! και μόνον αντελήφθησαν το κλαυθμήρισμα μικρού παιδιού! Απέρασε περισσότερον της ώρας διάστημα, έως ότου οι δύο συνοδοί της προμηθευθούν από τα πλησιέστατα σπιτάκια καραβόσχοινα και κοντάρια διά να παράσχουν βοήθειαν το κατά δύναμιν και μετά πολλάς προσπαθείας έφεραν έξω από την παγεράν φάραγγα δυο πτώματα, ως εφαίνετο. Μετεχειρίσθησαν όλα τα μέσα· κατώρθωσαν το παιδίον, αλλ' όχι και την μητέρα να φέρωσιν εις τας αισθήσεις της. Με αυτό λοιπόν το συμβάν απέκτησεν ο γέρων πάππος εις το σπίτι του ένα ορφανόν, αυτό το αγόρι, που περισσότερον &γελούσε παρά έκλαιγε& εφαίνετο όμως ότι του είχεν εξαφανισθή το γέλοιο· και αυτή η αλλοίωσις συνετελέσθη βέβαια μέσα εις την χαράδραν του Παγώνος μέσα εις τον κρύον παράδοξον του Πάγου κόσμον, όπου αι ψυχαί των κολασμένων είναι εγκαθειργμέναι μέχρι της δευτέρας παρουσίας, όπως πιστεύει ο Ελβετός χωρικός.

Παφλάζοντα ύδατα εις πάγον πεπηγμένα και συμπιεσθέντα εις πρασίνους κρυσταλλίνους όγκους, κείται ο Παγών, μεγάλοι όγκοι πάγου ο είς κυλίσας επί του άλλου. Κάτω εις το βάθος παφλάζει ορμητικός χείμαρρος τετηγμένης χιόνος και πάγου εν διαλύσει καταρρεύσαντος. Βαθέα βάραθρα, μεγάλαι φάραγγες εκτείνονται εκεί κάτω: είναι θαυμάσιον κρυστάλλινον ανάκτορον και μέσα εις αυτό μένει &η Νεράιδα του Πάγου&, η Βασίλισσα του Παγώνος.

Αυτή, η νεκρώνουσα, η συνθλίβουσα, είναι το μεν τέκνον του αέρος, το δε η κραταιά του ποταμού κυρίαρχος: διά τούτο δύναται και εις την υψηλοτέραν κορυφήν του όρους με ταχύτητα δορκάδος να μετεωρισθή, όπου μόλις βαθμίδας διά τα βήματά των οι τολμηροί ορειβάται επί του πάγου πρέπει να τάμωσιν και πλέει και τον ορμητικόν χείμαρον επί των λεπτών φυλλωμάτων ελάτων και πηδά εκεί από του ενός βραχώδους όγκου εις τον άλλον περιβαλλομένη ως διά πτερύγων από την λευκήν χιονώδη κόμην της και την κυανοπρασίνην εσθήτα της, ήτις λάμπει όπως το ύδωρ μέσα εις τας βαθείας της Ελβετίας λίμνας.

«Να συντρίβω, να κρατώ πιασμένους, είναι η δύναμίς μου!» έλεγε «Ένα ωραίο αγόρι μου έκλεψαν, ένα αγόρι, που το εφίλησα, αλλά δεν το εφίλησα νεκρόν. Επανήλθε πάλιν μεταξύ των ανθρώπων, βόσκει τας αίγας επάνω εις το βουνό, αναρριχάται προς τα επάνω, πάντοτε υψηλότερα, μακράν από τους άλλους, όχι όμως από εμέ! Είναι ιδικόν μου! Το έχω διά τον εαυτόν μου!»

Έδωσε παραγγελίαν εις τον Ίλιγγον να εργασθή δι' αυτήν, επειδή ήτο πολύ πνιγηρόν διά την Νεράιδα του Πάγου κατά το θέρος, επάνω εις την χλόην, όπου βλαστάνει η μέντα. Ο Ίλιγγος ανεβοκαταβαίνει· σηκώνεται ένας, σηκώνονται τρεις! Ο Ίλιγγος έχει πολλούς αδελφούς, ένα κοπάδι· η Νεράιδα του Πάγου εκλέγει τον δυνατότερον από τους πολλούς, οι οποίοι διάγουν τον βίον των και μέσα και έξω. Κάθονται δηλαδή επάνω 'ς τα κάγκελα και 'ς της σκάλαις των πύργων και τρέχουν γραμμή πέρα-πέρα το χείλος των βράχων, πηδούν έξω επάνω από κάγκελα και μονοπάτια και διαβαίνουν ελαφρά τον αέρα, όπως ο κολυμβητής το ύδωρ και γοητεύοντες δελεάζουν το θύμα των έξω και κάτω εις την άβυσσον. &Ο Ίλιγγος και η Νεράιδα τον Πάγου& συναρπάζουν και οι δυο τους ανθρώπους, όπως ο πολύπους συναρπάζει παν ό,τι τον προσεγγίση! Ο Ίλιγγος έλαβεν εντολήν να πιάση τον Ρούντυ.

«Μάλιστα! να τον πιάσω αυτόν!» είπεν ο Ίλιγγος, «αυτό δεν το μπορώ! το θηρίο η γάτα τον έχει διδάξει την τέχνην της. Αυτό το γέννημα ανθρώπου έχει δύναμιν ιδιάζουσαν, αλλόκοτον, που με απωθεί· δεν μπορώ να το φθάσω αυτό το παιδί, όταν κρεμιέται επάνω εις τους κλάδους, εκεί έξω επάνω από την άβυσσον. Και όμως με πόσην ευχαρίστησιν του γαργαλίζω τα πέλματά του, ή τον σπρώχνω κατακέφαλα έξω εις τον αέρα! Αλλά δεν 'μπορώ να το καταφέρω!

— Θα το καταφέρωμεν πλέον! έλεγεν η Νεράιδα του Πάγου. «Συ ή εγώ! Εγώ, εγώ!»