Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις
Part 9
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Πολύ ενδιαφέρουσα θα είνε η ζωή, ως βλέπω εις τα ξένα μέρη. Μεγάλως θα ηυχαριστούμην αν είχον σχέσεις με άνθρωπον κσσμογυρισμένον. Επιτρέψατέ μοι να μάθω: με ποίον έχω την τιμήν να ομιλώ.
ΖΕΒΑΚΗΝ Ζεβάκην — απόστρατος υποπλοίαρχος. Επιτρέψατέ μοι ωσαύτως να ερωτήσω: προς ποίον έχω την τιμήν να συνομιλώ;
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Ανώτερος υπάλληλος, Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος!
ΖΕΡΒΑΚΗΝ (Μη ακούσας καλώς) Σφογγάτο; Ναι, κ' εγώ έφαγα κάτι τι! τους δρόμους βλέπετε τους ξεύρω, έχω να κάμω ακόμη πολύ δρόμο, κάμνει και ολίγον ψύχος, λοιπόν επήρα ένα μεζεδάκι μίαν σαρδέλαν με ψωμάκι . . .
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Όχι, νομίζω δεν εννοήσατε καλά: το επίθετόν μου είνε Σφογγάτος!
ΖΕΒΑΚΗΝ (υποκλινόμενος) Α, με συγχωρείται, βαρυακούω ολίγον! εγώ αληθινά ενόμισα ότι είπατε πως εφάγατε σφογγάτο.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Τι να κάμης! εγώ ήθελα να παρακαλέσω τον προϊστάμενον, να μου επιτρέψη να μετονομασθώ Σφογγύλης, αλλά δεν με άφισαν οι φίλοι· λέγουν ότι τότε θα μοιάζω με γογγύλην!
ΖΕΒΑΚΗΝ Αυτό συμβαίνει· εις την Μοίραν μας, όλοι οι αξιωματικοί και ναύται, όλοι είχον παραδοξότατα επίθετα: ήκουες λόγου χάριν επίθετα: Νεροπλυματάς, Αφρισμένος, και Πυρωμένος υποπλοίαρχος. Ενός δε δοκίμου, και καλού δοκίμου, το επίθετον είναι απλώς, Τρύπα. Και ο πλοίαρχος καμμιά φορά: «Τρύπα, έλα εδώ!» και πολλαίς φοραίς εχοράτευε μαζύ του, «μα είσαι μία Τρύπα!» του έλεγε (ακούεται εις τον προθάλαμον ο κώδων. Η Φέκλα διά του Θαλάμου τρέχει ν' ανοίξη)
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Α! καλημέρα κυρά.
ΖΕΒΑΚΗΝ Καλημέρα, τι κάμνεις είσαι καλά, ψυχή μου;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Καλημέρα, κυρά Φέκλα Ιβάνοβνα!
ΦΕΚΛΑ (τρέχουσα ακροποδητεί) Σας ευχαριστώ, αφεντάδες, καλά είμαι (ανοίγει την θύραν· εις τον προθάλαμον ακούονται φωναί: «Εδώ είναι; — εδώ» είτα λέξεις τινές μόλις ακουόμεναι; εις ας η Φέκλα αποκρίνεται μετ' αγανακτήσεως; Καλέ τον είδες εκεί!)
ΣΚΗΝΗ ΙΖ'.
Οι άνω, Κοτσκαριώφ, Ποτκαλιόσην και Φέκλα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Τω Ποτκαλιόσην) Ενθυμού τους λόγους μου, θάρρος, θάρρος, και τίποτε περισσότερον. (Παρατηρεί και χαιρετίζων με έκπληξίν τινά κατ' ιδίαν). Τι θέλει εδώ τόσος κόσμος! τι σημαίνει τούτο; μήπως είναι γαμβροί; (ωθεί την Φέκλαν και λέγει αυτή ταπεινοφώνως). Από ποιο κονάκι ήρθαν οι κοράκοι; πού τους βρήκες; αι;
ΦΕΚΛΑ (χαμηλοφώνως) Δεν είναι κοράκοι είναι όλοι τίμιοι άνθρωποι.
ΚΟΤΣΑΡΙΩΦ (Τη Φέκλα) Είναι πολλοί οι ξένοι, μα είνε μαδημένοι.
ΦΕΚΛΑ Να κυττάξης τα δικά σου και να μην παινεύεσαι που δεν έχεις τι να φας κι' όλο κοκορεύεσαι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Έννοια σου κ' οι δικοί σου οι πλούσιοι έχουν τσέπαις τρυπυμέναις. (δυνατά) Τι κάμνει λοιπόν τώρα μέσα; Η πόρτα αυτή, βέβαια δα πηγαίνη στην κάμμαρή της; (Πλησιάζει προς την θύραν).
ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ Αδιάντροπε! σου λένε ντύνεται ακόμη!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μωρέ δουλειά! Και τι πειράζει εγώ μονάχα δα κυττάξω, και τίποτε άλλο. (Παρατηρεί διά της οπής του κλείθρου).
ΖΕΒΑΚΗΝ Επιτρέψατε, παρακαλώ, να παρατηρήσω κ' εγώ
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Επιτρέψατε και εις εμέ να παρατηρήσω μόνο μια φορά.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εξακολουθεί παρατηρών). Μα τίποτε δεν φαίνεται, κύριοι! Κάτι ασπρίζει — μα γυναίκα είνε, δεν διακρίνεται (πάντες μολαταύτα συνωστίζονται προς την θύραν και προσπαθούν να παρατηρήσωσι).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Αι, αι, . . κάποιος έρχεται (πάντες αποσκιρτώσι).
ΣΚΗΝΗ ΙΗ'.
Οι άνω Αρήνα Παντελεημόνοβιτς και Αγάφια Τύχωνοβνα
(πάντες υποκλίνονται).
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Και ποία αφορμή σας έκαμε να μας τιμήσητε με την παρουσίαν σας.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Εγώ, κυρία, έμαθον από τας εφημερίδας, ότι επιθυμείτε ν' αναλάβητε την εργολαβίαν της προμηθείας καυσοξύλων, και επειδή είμαι υπάλληλος εις το υπουργείον, ήλθα να μάθω το είδος των ξύλων, το ποσόν και την εποχήν που ειμπορείτε να τα παραδώσητε.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Αν και δεν κάμνομεν ποτέ εργολαβίαις χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Το επίθετό σας παρακαλώ;
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Κολλεγιακός πάρεδρος (2), Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Ζεβάκην και παρατηρεί αυτόν) επιτρέψατε παρακαλώ . . .
ΖΕΒΑΚΗΝ Κ' εγώ επίσης ξεύρετε βλέπω μίαν ειδοποίησιν διά κάτι; Ας υπάγω, είπα· ο καιρός μου εφάνη ωραίος εις τους δρόμους χορταράκι . . .
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Και το επίθετόν σας;
ΖΕΒΑΚΗΝ Απόστρατος υποπλοίαρχος Βαλταζάρ-Βαλταζάροβιτς Ζεβάκην, δεύτερος. Είχομεν κ' ένα άλλον Ζεβάκην, αλλ' εκείνος ετέθη πριν από εμέ εις αποστρατείαν. Είχε πληγωθεί, κυρά μου, κάτω από το γόνατον και με ένα τέτοιον παράδοξον τρόπον· η σφαίρα του ετρύπησε το πόδι πέρα πέρα, έτσι που το γόνατον μεν δεν το έβλαψε, αλλά του ετρύπησε το νεύρο σαν βελόνα και συμβαίνει τώρα όταν στέκεσαι κοντά του να νομίζης πως θέλει να σε κτυπήση από πίσω με το γόνατο.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Σας παρακαλώ πολύ καθίσατε, (αποτείνεται προς τον Ανούτσην). Επιτρέψατε, παρακαλώ, να μάθωμεν την αφορμήν της επισκέψεώς σας;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Από γειτωνικόν χρέος κυρία . . . . . Κατοικώ τόσον πλησίον . . . .
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Δεν κατοικείτε, νομίζω, εις το σπίτι εκείνης της γυναικός του εμπόρου Τουλούμπωφ εδώ αντικρύ;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Όχι, προς το παρόν κατοικώ ακόμη εις την συνοικίαν Πεσκή, σκοπεύω όμως και αυτάς να περάσω εδώ κοντά εις αυτήν την γειτονιά.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Κοτσκαριώφ). Επιτρέψατε να μάθω.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Είνε δυνατόν να μη με γνωρίζετε; (Προς την Αγάφιαν). Και σεις επίσης κυρία;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Αν δεν απατώμαι, μου φαίνεται, ότι ποτέ δεν σας είδα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και όμως προσπαθήσατε να ενθυμηθήτε κάπου με έχετε ιδεί.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Αληθινά, δεν ηξεύρω. Μήπως εκ της Βεριούσκην;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ακριβώς εκεί.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Αχ, δεν ηξεύρετε τι έπαθεν η καϋμένη . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Το γνωρίζω, — υπανδρεύθη.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Όχι, τούτο δα δεν είνε και άσχημον πράγμα, αλλά έπεσε κ' έσπασε το πόδι της.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Και το έσπασε πολύ άσχημα: επέστρεφε πολύ αργά εις το σπίτι ο αμαξάς ήτον μεθυσμένος, και την αναποδογύρισε από το αμάξι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μάλιστα, νομίζω ότι ενθυμούμαι ένα τέτοιο πράγμα, ή πως έσπασε το πόδι της.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Και το επίθετόν σας; . . . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Πώς;. . . . Ηλίας Φωμίτζ Κοτσκαριώφ, έχομεν μάλιστα και κάποια συγγένειαν, η σύζυγός μου δεν παύει να μου λέγη ότι . . . . παρακαλώ, παρακαλώ, (λαμβάνει της χειρός τον Ποτκαλιόσην και τον παρουσιάζει) ο φίλος μου Ποτκαλιόσην Ιβάν Κουσμίτζ, αυλικός σύμβουλος, διεκπεραιωτής, μόνος του εκτελεί όλην την υπηρεσίαν, και ετελειοποίησεν αξιόλογα το τμήμα του.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Και το επίθετόν του . . . . ,
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ποτκαλιόσην Ιβάν Κουσμίτζ, Ποτκαλιόσην, ο τμηματάρχης είνε μόνον διά τ' όνομα, αλλά όλας τας υπηρεσίας τας εκτελεί αυτός ο Ιβάν Κουσμίτζ Ποτκαλιόσην.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Μάλιστα, λοιπόν καθίσατε, παρακαλώ.
ΣΚΗΝΗ ΙΘ'.
Οι άνω και Σταρηκώφ.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ
(υποκλίνων μετά ταχύτητος και ζωηρότητος).
Καλημέρα κυρά Αρήνα Παντελεημόνοβνα! άκουσα από τα παιδιά στα πραματευτάδικα πως πουλείτε μαλλιά!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
(αποστρέφει το πρόσωπον μετά περιφρονήσεως και λέγει χαμηλοφώνως μεν αλλ' ούτως ώστε ν' ακουσθή παρ' αυτού).
Εδώ δεν είνε πραματευτάδικο.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ Νάτην! θαρρώ πως δεν ήρθαμε στην ώρα και χωρίς εμάς ταχουν πια ψημένα.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Παρακαλώ, παρακαλώ, Αλεξέι Δμήτριεβιτς· αν και δεν πωλούμεν μαλλιά, χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Καθίσατε σας παρακαλώ
(Κάθηνται πάντες. Σιωπή).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Τι αλλόκοτος καιρός σήμερα: Το πρωί ενόμιζε κανείς πως θα βρέξη και τώρα σαν να εκαθάρισε ο ουρανός.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μάλιστα, αλλόκοτος καιρός: πότε καθαρός ουρανός και πότε όλως διόλου βροχερός. Πολύ δυσάρεστον πράγμα.
ΖΕΒΑΚΗΝ Εις την Σικελίαν, κυρία, είμεθα με την Μοίραν εν καιρώ ανοίξεως, σαν να ειπούμεν τον Φεβρουάριον καθ' ημάς. Βγαίνεις λοιπόν, καμμιά φορά από το σπίτι με λιακάδα, έπειτα βλέπεις πως αρχίζει να βρέχη και είνε πραγματικώς βροχή.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Το μάλλον δυσάρεστον — να είνε κανείς μόνος με αυτόν τον καιρόν. Διά τους παντρεμένους όμως αλλάζει τα πράγμα· αυτοί δεν στενοχωρούνται . . . όταν όμως είνε κανείς μόνος είνε φοβερόν! . . .
ΖΕΒΑΚΗΝ Ω, είνε φοβερόν, φοβερόν!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Μάλιστα ειμπορεί κάνεις να . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τι λέγεις, αδελφέ! Φρίκη! Βαρύνεται κάνεις την ζωήν του. Ο Θεός να με φυλάξη από τέτοιο κακό.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Δεν μου λέγετε, δεσποσύνη, άν ποτε εσκέπτεσθε να εκλέξετε συζύγον, — επιτρέψατε να μάθωμεν το γούστο σας. Συγγνώμην, διότι σας ερωτώ χωρίς περιστροφάς: ποία υπηρεσία θα ενομίζατε ότι θα ήτον ευπρεπεστέρα διά τον σύζυγόν σας;
ΖΕΒΑΚΗΝ Θέλετε, δεσποσύνη να λάβετε σύζυγον άνδρα δοκιμασμένον εις τας τρικυμίας του πελάγους;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Όχι, όχι ο καλλίτερος κατά την γνώμην μου σύζυγος είνε . . . ιδού ανήρ ο όποιος μόνος διευθύνει ολόκληρον τμήμα του υπουργείου.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Διατί προλαμβάνεται; διατί θέλετε να δείξετε περιφρόνησιν προς άνδρα, ο οποίος γνωρίζει επίσης τους τρόπους της ανωτέρας κοινωνίας;
ΣΦΟΓΓΤΑΟΣ Δεσποσύνη, αποφασίσατε σεις.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (Σιωπά)
ΦΕΚΛΑ Αποκρίσου, μάννα μου, ειπέ τους κάτι τι.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Λοιπόν, δεσποσύνη;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ποίας γνώμης είσθε, Αγάφια Τύχωνοβνα;
ΦΕΚΛΑ (ταπεινοφώνως προς αυτήν) Μίλησε λοιπόν, μίλησε, 'πέ τους «ευχαριστώ» τάχα, «με μεγάλη ευχαρίστησι» . . δεν είνε καλό να κάθεσαι έτσι δα!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Εντρέπομαι αληθινά, εντρέπομαι· θα φύγω αλήθεια θα φύγω, θεία, μείνατε σεις, εγώ θα φύγω.
ΦΕΚΛΑ Αχ μη κάμης αυτή την 'ντροπή μη φύγης, θα ντροπιασθής όλως διόλου. Ποιος ηξεύρει τι θα υποθέσουν;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ταπεινοφώνως) Όχι, αληθινά, θα φύγω, θα φύγω. θα φύγω! (φεύγει, η Φέκλα και η Αρήνα Παντελεημόνοβνα την ακολουθούν).
ΣΚΗΝΗ Κ'.
Οι άνω εκτός των απελθόντων.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Νά τα! έφυγαν όλαις! . . . Τι θα ειπή αυτό;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Κάτι θα συνέβη, χωρίς άλλο.
ΖΕΒΑΚΗΝ Ίσως επήγε να συμπληρώση τον καλλωπισμόν της . . . Να επιδιορθώση την τραχηλιάν της . . . ή κάτι να καρφώση . . . (εισέρχεται η Φέκλα. Πάντες τρέχουν εις προϋπάντησίν της, ερωτώντες): «τι, τι συνέβη;»
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Συνέβη τίποτε;
ΦΕΚΛΑ Καλέ τι θα συμβή; Μα τον Θεό, τίποτε δεν συνέβη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τότε λοιπόν γιατί έφυγε;
ΦΕΚΛΑ Να, γιατί την εντροπιάσατε· για τούτο έφυγε· τόσο πολύ την εντροπιάσατε, που δεν μπορούσε πια να καθήση στη θέσι της. Παρακαλεί να τήνε συχωρέσετε, και το βράδυ, τάχατες, να κοπιάσετε 'στο τσάι (φεύγει).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (Κατ' ιδίαν) Ω, να μην βλαστημήσω τώρα και το τσάι και την ώρα του! Να γιατί δεν αγαπώ εγώ αυταίς της προξενειαίς· γιατί μπαίνει κανείς σε σκοτούρες· σήμερα δεν γίνεται και κοπιάστε αύριον, και ακόμη ορίστε μεθαύριον 'στο τσάι, και ακόμη πρέπει να σκεφθούμεν. Και είναι μια τιποτένια δουλειά αυτή, δεν θέλει και πολλή σκέψι! Στο διάβολο! εγώ είμαι άνθρωπος της υπηρεσίας, δεν έχω καιρό!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (τω Ποτκαλιόσην) Δεν σου φαίνεται νοστιμούλα η νοικοκυρά, αι;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Δεν είνε άσχημη.
ΖΕΒΑΚΗΝ Ωραία είνε η οικοδέσποινα!
ΚΟΤΣΚΑΛΙΩΦ (κατ' ιδίαν) Αι, το πήρε ο διάβολος! αυτός ο βλάκας ερωτεύθηκε πια. Δεν είνε παράξενο να μας κάμη χαλάστραις. (δυνατά) Εγώ να σας πω δεν την ευρίσκω εύμορφη, άσχημη είνε.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Η μύτη της είνε μεγάλη.
ΖΕΒΑΚΗΝ Α! όχι δα! εγώ δεν παρετήρησα την μύτην της. Καλέ τέτοιο τριανταφυλλάκι!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Κ' εγώ είμαι της ιδίας γνώμης. Όχι, δεν είν' αυτό, δεν είνε αυτό . . . εγώ μάλιστα είμαι της ιδέας πως δεν γνωρίζει τους τρόπους της ανωτέρας κοινωνίας. Και να ιδούμεν ακόμη — ομιλεί άρα γε γαλικά;
ΖΕΒΑΚΗΝ Και διατί — αν μου επιτρέπετε να ερωτήσω — δεν εδοκιμάσατε; Διατί δεν ωμιλήσατε μαζύ της γαλλικά; Πιθανόν να γνωρίζη.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Νομίζετε, πως εγώ γνωρίζω γαλλικά; όχι· δυστυχώς δεν έλαβα τοιαύτην μόρφωσιν. Ο πατήρ μου ήτο αλλόκοτος άνθρωπος· με κανένα τρόπον δεν ήθελε να μάθω γαλλικά. Ήμην τότε ακόμη μικρός και ημπορούσα εύκολα να μάθω· ήρκει να μου τις έβρεχαν κάποτε και θα εμάνθανα: χωρίς άλλο θα εμάνθανα . .
ΖΕΒΑΚΗΝ Και τώρα αφού σεις δεν τα ομιλείτε τι σας ωφελεί αν αυτή . . .
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Α, όχι, δα, διά την γυναίκα διαφέρει το πράγμα· είνε ανάγκη να γνωρίζη· χωρίς αυτό . . . τι να σας 'πώ . . . (χειρονομεί) κάτι της λείπει.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Περί τούτου, ας φροντίσουν άλλοι. Εγώ δε πηγαίνω τώρα να παρατηρήσω το σπίτι και από το μέρος της αυλής. Αν ήνε όλα όπως πρέπει, τότε απόψε έρχομαι και τα διορθώνομε. Αυτά τα γαμβρουδάκια εγώ δεν τα φοβούμαι — μου φαίνονται 'σάν πολύ νερουλιασμένα, και η νύφαις τέτοιους γαμβρούς δεν τους κάμνουν γούστο.
ΖΕΒΑΚΗΝ Ας πάω κ' εγώ έξω να καπνίσω . . . (προς τον Ανούτσκην). Και πού κατοικείτε, αν επιτρέπεται η ερώτησις, μήπως έχομεν τον ίδιον δρόμον;
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Εγώ κατοικώ εις την συνοικίαν Πεσκή, οδός Πέτρου.
ΖΕΒΑΚΗΝ Βέβαια σεις θα πάρετε άλλον δρόμον εγώ κατοικώ εις το νησί, σειρά 18, εν τούτοις ας σας συνοδεύσω.
ΣΤΑΡΗΚΩΦ Όχι, εδώ κάτι μαγειρεύεται. Να μας θυμηθής ύστερα και μας, Αγάφια Τύχωνοβνα. Τα σεβάσματά μου, Κύριοι! (χαιρετά και φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΚΙ'.
Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Και μεις τι περιμένομεν;
ΚΟΤΣΚΑΡΩΙΦ Λοιπόν, πώς σου φάνηκε η νοικοκυρά — δεν είνε νόστιμη;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Α — μπα! εμένα, σου ομολογώ, δεν μου αρέσει.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Νά τα! τι 'ν' αυτά πάλι; Μα καλά συ ο ίδιος δεν είπες πως είνε ωραία!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Μα να, έτσι, κάπως δεν είνε . . . και μακρυά μύτη έχει και γαλλικά δεν ομιλεί.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Άλλο τούτο πάλι! Και τι να τα κάμης εσύ τα γαλλικά;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αι, όπως δήποτε μια κόρη πρέπει να γνωρίζη γαλλικά.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και γιατί;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Μα νά, γιατί . . . Δεν ξεύρω γιατί, αλλά μου φαίνεται, ότι της λείπει κάτι! . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ορίστε βλάκας, επειδή τώρα το είπε ένας, αυτός τώδεσε σε ψιλό μανδύλι. Είνε καλλονή, μωρέ, καλλονή! Με το κερί να την ζητής τέτοια νύφη πουθενά δεν την ευρίσκεις.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Και 'μένα κατ' αρχάς, να σου ειπώ την αλήθεια μου ήρεσε, έπειτα όμως, άμα άρχισαν να λέγουν πως έχει μεγάλη μύτη, μεγάλη μύτη, τότε εκαλοπαρατήρησα κι' εγώ, και είδα, πράγματι, ότι είχε μεγάλη μύτη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τα μυαλά σου και μια λύρα! . . . Εκείνοι σου τα έλεγαν επίτηδες για να σε απομακρύνουν: κι' εγώ — δεν είδες; επίτηδες δεν την επαινούσα: έτσι κάμνει ο κόσμος. Είνε αυτή φίλε μου μια κόρη! . . . Εσύ κύτταξε μονάχα τα μάτιά της: τι μάτια είν' εκείνα; 'μιλούν, τα διαβολεμένα, αναπνέουν· μύτη — ούτ' εγώ ξέρω, τι μύτη είνε· λευκότης — αλάβραστος! και κάτι παραπάνω. Παρατήρησέ την και συ ο ίδιος καλλίτερα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Νά, τώρα πάλιν βλέπω, πως πράγματι είνε ωραία.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Εννοείται, είνε ωραία. Άκουσε! τώρα που έφυγαν όλοι οι άλλοι έλα να πάμε να εξηγηθούμε να τελειώνη.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αι, όχι δα, αυτό εγώ δεν το κάμνω.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και γιατί;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Τούτο δα είνε εκ μέρους μας αδιακρισία! Είμεθα τόσοι· ας εκλέξη η ιδία.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τι σε μέλει εσένα γι' αυτούς; θέλεις εγώ όλους να τους διώξω, στη στιγμή;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Και πώς θα τους διώξης;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τούτο είνε ιδική μου δουλειά! Δόσε μου συ το λόγο σου πως ύστερον δεν θ' αρνηθής.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Γιατί να μη σου τον δώσω; ορίστε, εγώ δεν αρνούμαι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Το χέρι σου!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (δίδων την χείρα). Ορίστε!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Αυτό με φθάνει. (απέρχονται).
ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΣΚΗΝΗ Α'.
Αγάφια Τύχωνοβνα μόνη, είτα Κοτσκαριώφ.
Τι δύσκολον πράγμα είνε, αλήθεια, η εκλογή. Και να είνε ακόμη ένας, δύο άνδρες. . . . αλλά τέσσαρες — όπως θέλεις διάλεξε. Ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς, αν και ντελικάτος, όμως δεν είνε άσχημος· ο Ιβάν Κουζμίτς, κι' αυτός δεν είνε άσχημος. Να 'πή όμως κανείς και την αλήθεια και ο Ιβάν Παύλοβιτς, αν και χονδρός, είνε όμως πολύ παρουσιαστικός άνθρωπος. Σας παρακαλώ τώρα τι να κάμω; Ο Βαλταζάρ — Βαλταζάροβιτς είνε άνθρωπος αξιοπρεπής. Αχ, πόσον είνε δύσκολον ν' αποφασίση κανείς, δεν ημπορείτε να φαντασθήτε πόσο δύσκολον πράγμα είνε! Αν κολλήσωμε τα χείλη του Νικανώρ Ιβάνοβιτς στη μύτη του Ιβάν Κουζμίτς, και πάρομε λίγη αφέλεια από τον Βαλταζάρ — Βαλταζάροβιτς, προσθέσωμεν δε έπειτα εις αυτήν και ολίγον πάχος από τον Ιβάν Παύλοβιτς, τότε να ιδής πώς θ' απεφάσιζα αμέσως. Τώρα όμως σπάζε όσον θέλεις το κεφάλι σου. Και άρχισε πια να μου πονεί. Εγώ νομίζω, πως δεν θα κάμω άσχημα να βάλλω κλήρους, και να τ' αφίσω πλέον εις το θέλημα του Θεού. Εκείνος που θαύγη — θα γείνη άνδρας μου· θα τους γράψω όλους σε χαρτάκια, θα τα στρίψω εις κυλίνδρους, και ας γείνη ό,τι γείνη. (πλησιάζει προς την τράπεζαν, εξάγει εκείθεν ψαλλίδα και χάρτην, κόπτει τετράγωνα τεμάχια, γράφει, και συστρέφουσα τους κλήρους εξακολουθεί λέγουσα:) Πόσον δυσάρεστος είνε η θέσις μιας κόρης και μάλιστα ερωτευμένης! Κανείς από τους άνδρας δεν ειμπορεί να υποφέρη αυτά και μάλιστα οι άνδρες ούτε θέλουν νά το εννοήσουν. Ιδού οι κλήροι είνε έτοιμοι. Πρέπει τώρα να τους ρίψω μέσα εις τη σακκουλίτσα να κλείσω τα μάτια και ας γείνη ό,τι γείνη (ρίπτει τους κλήρους εντός σακκιδίου και τους ανακατεύει διά της χειρός) Φοβερόν! . . . . . Αχ, αν έδιδε ο θεός να ήτον ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς! όχι, και γιατί αυτός; Καλλίτερα ο Ιβάν Κουζμίτς. Αλλά μήπως οι άλλοι είνε χειρότεροι; . . . . . όχι, όχι, δεν θέλω. Εκείνον που θα πιάσω, εκείνος θα είνε. (περιστρέφει την χείρα εντός του δοχείου, και εξάγει αντί ενός πάντας). Ω, όλοι, όλοι εβγήκαν! Και η καρδιά μου πόσον κτυπά! όχι, ένα, ένα, χωρίς άλλο ένα! (ρίπτει τους κλήρους εις το σακκίδιον και ταράττει αυτούς. Ταυτοχρόνως εισέρχεται κρυφίως ο Κοτσκαριώφ και ίσταται όπισθέν της) Αν έβγαινε ο Βαλταζάρ . . . . Τι λέγω! ήθελα να ειπώ ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς . . . . όχι, όχι, όχι, δεν θέλω, ας ιδούμεν την τύχην!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Πάρετε τον Ιβάν Κουζμίτς, είνε ο καλλίτερος απ' όλους.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ
(αναφωνεί και κρύπτει το πρόσωπον διά των παλαμών, φοβουμένη να παρατηρήση όπισθέν της).
Α!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Γιατί ετρομάξατε; Μην τρομάζετε, είμ' εγώ! αληθινά, πάρετε τον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Καλέ τι 'ντροπή με ηκούσατε!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Μήπως εγώ είμαι ξένος; είμαι συγγενής· εμπρός μου δεν υπάρχει λόγος να 'ντρέπεσθε. Έλα ξεσκεπάσατε το προσωπάκι σας.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ημιαποκαλυπτομένη). Αληθινά! ντρέπομαι . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Πάρετε λοιπόν τον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Α! (αναφωνεί και καλύπτεται εκ νέου).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Αληθινά, αξιόλογος άνθρωπος, ετελειοποίησε το τμήμα του . . σας βεβαιώ αξιολάτρευτος άνθρωπος!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (μικρόν κατά μικρόν αποκαλυπτομένη). Καλά, μα ο άλλος, ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς, — άσχημος είνε;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Καλέ τι λέτε; αυτός είνε σκύβαλον εμπρός στον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και γιατί;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Φως φανερόν ο Ιβάν Κουζμίτς είνε άνθρωπος . . . άνθρωπος σπάνιος.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και ο Ιβάν Παύλοβιτς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και αυτός και όλοι οι άλλο είνε σκύβαλα εμπρός εις εκείνον . . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Είνε δυνατόν όλοι; . . .
ΚΟΤΣΑΡΙΩΦ Σκεφθήτε μοναχά και συγκρίνατε: πάρετε όποιον θέλετε απ' αυτούς: τον Ιβάν Παύλοβιτς; τον Νικανώρ Ιβάνοβιτς; ένας και ο αυτός διάβολος!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και μολαταύτα φαίνονται τόσον . . . ήσυχοι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Αυτοί ήσυχοι; ο Θεός να σας φυλάξη από τα χεράκια τους. Όρεξιν έχετε να φάτε ξύλο την επομένην του γάμου σας!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Θεέ μου! Χειροτέρα δυστυχία από αυτήν δεν ειμπορεί να υπάρξη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και βέβαια! χειρότερο απ' αυτό δεν ειμπορείς να φαντασθής!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Λοιπόν με συμβουλεύετε να προτιμήσω τον Ιβάν Κουζμίτς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τον Ιβάν Κουζμίτς, φυσικά τον Ιβάν Κουζμίτς (κατ' ιδίαν). Η δουλειά μου φαίνεται πως πηγαίνει καλά. Ο Ποτκαλιόσην, κάθεται εις το ζαχαροπλαστείον, πάγω γλήγορα-γλήγορα να τον φέρω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και λοιπόν, σεις λέγεται, τον Ιβάν Κουζμίτς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Χωρίς άλλο, τον Ιβάν Κουζμίτς.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και ν' αρνηθώ μήπως εις τους άλλους;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Βέβαια ν' αρνηθήτε!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝ Αλλά πώς να γείνη αυτό το πράγμα; Σαν ντροπή είνε.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Γιατί είνε ντροπή; ειπέτε τους πως είσθε ακόμη νέα και πως δεν θέλετε να 'πανδρευθήτε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μα αυτοί δεν θα το πιστεύσουν, θα αρχίσουν να ερωτούν: πώς; και διατί;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Λοιπόν αν θέλετε να τελειώσητε άπαξ διά παντός, μ' αυτούς ειπήτε τους ορθά-κοφτά «Γκρεμισθήτε απ' εδώ, βλακέντιοι!»
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Πώς είνε δυνατόν να τα ειπώ αυτά;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα δοκιμάσατε, και σας βεβαιώ ότι ύστερα απ' αυτό όλοι θα φύγουν.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μα αυτό είνε σχεδόν ύβρις.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και μήπως σεις θα τους ξαναϊδήτε; δεν είνε το ίδιον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Σαν να μη μου έρχεται . . . θα θυμώσουν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Είδες εκεί καϋμός και αν θυμώσουν! Αν ήτον για να πάθετε τίποτε — αλλάζει το πράγμα. Το πολύ πολύ που ειμπορείτε να πάθετε είνε να σας φτύση κανείς απ' αυτούς 'σ τα μούτρα, άλλο τίποτε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Νά, βλέπετε λοιπόν;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μεγάλη δουλειά! Άλλους κι άλλους, μα τον Θεό τους έχουν φτύσει τόσες φορές! Εγώ ξεύρω έναν πολύ ωραίον κύριον, με κόκκινα μάγουλα, που πόσο πολύ εστενοχώρησε τον προϊστάμενόν του — και καλά και σώνει να του αυξήση τον μισθόν, ώστε εκείνος έχασε πια την υπομονήν του και τον έφτυσε μες στα μούτρα, σας βεβαιώ! «Νά αύξησιν του μισθού σου, του λέγει και ξεφορτώσου με, σατανά!» Κ' μόλα ταύτα του αύξησε τον μισθόν του. Τι τάχα βλάπτει που τον έφτυσε; αν δεν είχε μανδύλι, αι, αλλάζει· αφού όμως το είχε, μαζύ του, το πήρε κ' εσκουπίσθη· (ακούεται κώδων εις τον προθάλαμον) Κτυπούν: κανένας απ' αυτούς θα είνε βέβαια. Καλόν θα ήτον να μη μ' έβλεπαν. Δεν έχετε άλλην έξοδον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Πώς; — τη σκάλα της υπηρεσίας . . . Θεέ μου, πώς τρέμω όλη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Δεν είνε τίποτε· ολίγην μόνον παρουσίαν πνεύματος· χαίρετε! (Κατ' ιδίαν) ας τρέξω να φέρω γλήγορα τον Ποτκαλιόσην.
ΣΚΗΝΗ Β'.
Αγάφια Τυχώνοβνα και Σφογγάτος
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Ήλθα επίτηδες, δεσποσύνη, ολίγον ενωρίτερα διά να συνομιλήσωμεν κατά μόνας και με την ησυχίαν μας· λοιπόν, δεσποσύνη, όσον αφορά τον βαθμόν μου, συμπεραίνω ήδη ότι τον γνωρίζετε: είμαι κολλεγιακός πάρεδρος, αγαπώμαι από τους ανωτέρους μου, εισακούομαι υπό των υποδεεστέρων μου . . . και μόνον ενός στερούμαι: συντρόφου του βίου μου!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μάλιστα.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Τώρα ευρίσκω και τον σύντροφον του βίου μου, και ο σύντροφος αυτός είσθε υμείς. Ειπέτε μου λοιπόν καθαρά: ναι ή όχι (παρατηρεί τον ώμον της. Κατ' ιδίαν) Αυτή βλέπω δεν είνε 'σάν κάποιαις αδύναταις γερμανίδες — έχει σάρκα απάνω της . . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Είμαι; κύριε, πολύ νέα . . . και δεν προτίθεμαι να υπανδρευθώ ακόμη.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Περίεργον, τότε διατί λοιπόν χαλά τον κόσμον η προξενήτρια; Αλλ' ίσως θέλετε να ειπήτε τίποτε άλλο; — εξηγηθήτε . . . (ακούεται ο κώδων) Να πάρη ο διάβολος, δεν μας δίδουν ησυχίαν να κυττάξωμεν τη δουλειά μας!
ΣΚΗΝΗ Γ'.
Οι άνω και Ζεβάκην.
ΖΕΒΑΚΗΝ Συγγνώμην, δεσποσύνη, διότι ήλθον ίσως πολύ ενωρίς. (Στραφείς βλέπει τον Σφογγάτον) Α! βλέπω κι' άλλος . . . Ιβάν Παύλοβιτς τα σεβάσματά μου.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν) Στο διάβολο να πας και συ και τα σεβάσματά σου (γεγωνυία τη φωνή) λοιπόν, δεσποσύνη, ειπέτε μίαν μόνην λέξιν: ναι, ή όχι; . . (ακούεται ο κώδων· ο Σφογγάτος εν αγανακτήσει). Πάλιν το κουδούνι!
ΣΚΗΝΗ Δ'.
Οι αυτοί και Ανούτσκην.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Ίσως δεσποσύνη, ήλθον ενωρίτερα του δέοντος παρ' ό,τι απαιτεί και υπαγορεύει η ευπρέπεια . . . (Βλέπων τους παρισταμένους αναφωνεί και υποκλίνεται). Α! Τα σεβάσματά μου.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν) Έχετα μόνος τα σεβάσματά σου! ο διάβολος σ' έφερε κι' εσένα, που νάχε σπάση το ποδαράκι σου! (γεγωνυία τη φωνή) λοιπόν, αποφασίσατε, δεσποσύνη, είμαι άνθρωπος της υπηρεσίας, και δεν έχω πολύν καιρόν εις την διάθεσιν μου· ναι ή όχι;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Δεν χρειάζεται . . . δεν χρειάζεται! (κατ' ιδίαν) Δεν καταλαμβάνω τι λέγω.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Πώς δεν χρειάζεται; τι εννοείτε με τούτο;