Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις
Part 6
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λαμβάνων κυάθιον) Εις δημοσ . . . εις δημ . . . . εις τον στρ . . . . εις δημοσίαν . . μάλιστα, εις δημοσίαν . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λίαν ευγενώς). Και κατοικείται εις Μόσχαν ή εις το χωρίον;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Εις την Μόσχαν, μάλιστα, εις την Μόσχαν, δηλαδή κάποτε . . . περισσότερον όμως εις το χωριό.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και εις ποιον κυβερνείον είνε τα κτήματά σας;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Εις το Σιμπίρσκ, εις το Σιμπίρσκ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και εις ποίαν επαρχίαν;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Εις ποίαν επαρχίαν!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κατανεύων την κεφαλήν). Μάλιστα.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Πώς την λέγουν; (Κύπτει και σκέπτεται), αυτό . . . δηλαδή . . . ωχ . . . πώς την λέγουν; . . . (Κατ' ιδίαν). Μέσα σ' αυτό εδώ το παράμερο μέρος εγώ καμμιά επαρχία δε ξέρω. (Φανερά, κροτεί τον δάκτυλον). Απάνω στη γλώσσα μου γυρίζει . . . Αχ, Θεέ μου . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Ποία είνε η επαρχία;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τι επαρχία;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Καλέ η ιδική μας επαρχία.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Α! Αρδάτοφ.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(κάμνει χειρονομίαν εις τον Μούρομσκην).
Ναι αυτή! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αρδάτοφ;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(ροφά τα τέιον και νεύει την κεφαλήν επιβεβαιωτικώς).
Κυβερνείον Σιμπίρσκ, επαρχία Αρδάτοφ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα η επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (φυσών εις το κυάθιον). Εις το Νιζεγορόδ; Πώς εις το Νιζεγορόδ; χα-χα-χα-χα! . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα τι είν' αυτό; Ο κύριος Μούρομσκης λέγει, ότι η επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ . . . μα το ναι! χα-χα-χα-χα! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανυπομόνως). Μα όχι! είνε δύο· η μία Αρδάτοφ εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ, η άλλη εις το Σιμπίρσκ.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(κάμνει χειρονομίαν τω Μούρομσκη)
Είδατε λοιπόν! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κάμνει χειρονομίαν). Ναι, πράγματι: μία Αρδάτοφ εις το Νιζεγορόδ και άλλη εις το Σιμπίρσκ.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομεί επίσης). Μία Αρδάτοφ εις το Νεζεγορόδ και άλλη εις το Σιμπίρσκ.
(Συνέρχεται).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Συγγνώμην, συγγνώμην, έχετε δίκαιον. (Σιγή). Και ποίον έχετε πρόεδρον εκεί;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Αι; (κατ' ιδίαν) Το βλάκα, με παραφορτώθηκε. Πού θα πάη αυτή η δουλειά; (δυσφορεί) ωχ, αδελφέ! . . . (φανερά) Κούτσουροφ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Πώς είπατε;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Κούτσουροφ!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δεν τόνε ξεύρω . . . δεν έχω την τιμήν να τον γνωρίζω . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν). Κι' εγώ νομίζω, πως δεν τον γνωρίζει.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και είνε καλός άνθρωπος;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Αξιόλογος άνθρωπος! ούτε της μύγας δε θέλει κακό.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αυτό εις τας ημέρας μας είναι σπάνιον πράγμα.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Χμ! Σπάνιον λέγει! Όχι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν πουθενά!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και μολαταύτα . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά θέρμης) Σας βεβαιώ δεν υπάρχουν. Ψάξετε! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά ενδιαφέροντος) Καθώς φαίνεται, θα εδοκιμάσατε πολλάς πικρίας εις τον βίον σας από τους ανθρώπους.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μάλιστα! (διορθόνων το φράκον του) Έχω δοκιμάσει στη ζωή μου τόσαις πίκραις, που αν ήτον κανένας άλλος . . . δεν θα ημπορούσε να ανθέξη και όμως εγώ, δόξασ' ο Θεός . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (στενάζων) Πολλά συμβαίνουν εις την ζωήν του ανθρώπου . . . Και τι είδους είναι αι γαίαι σας;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Τι γαίαι;! καλούτσικαις.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Σεις εκεί πρέπει να έχετε μαυρόχωμα βέβαια, άλλως τε το κυβερνείον του Σιμπίρσκ είνε όλο μαυρόχωμα.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ναι, ναι, ναι, βέβαια, μαυρόχωμα, — περίφημο μαυρόχωμα, δηλαδή μαύρο, μαύρο . . να, τέτοιο δα! (δεικνύει το φόρεμά του).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και αι εσοδείαι βέβαια θα είν' εκεί εξαίρετοι.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Εσοδείαι; μα σαυτό εδώ το παράμερο μέρος σιτάρι να συνάξω (γελά) . . . μα το Θεό δε μπορώ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι δα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Αλήθεια δε μπορώ. Τι να' το κάμω; ούτε με μέλει γι' αυτό . . . (γελά)
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελών ωσαύτως) Και οι γαιοκτήμονές σας τι λογής είνε; δεν μου λέτε, αλήθεια: το άλεσμα πώς γίνεται σε σας;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν). Μα αυτός το κάνει επίτηδες . . . (εγείρων τους οφθαλμούς). Χριστέ μου, αυτό που θα καταντήση; . . (απομάσσει τον ιδρώτα του). Για το άλεσμα δεν είμαι εις θέσιν να σας 'πώ τίποτε, γιατί . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρεφόμενος) Μα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τι τον ερωτάτε; Αυτός εις τον κάμπο μόνο με τα σκυλιά επήγαινε· αυτός από νυκοκυριό δεν νοιόθει τίποτε . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δεν μου λέτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, το κτήμα σας είνε εις το κυβερνείον του Σιμπίρσκ, και οι συγγενείς σας μένουν εις το κυβερνείον του Μογιλιόφ.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ Εις το Σιμπίρσκ είνε τα κτήματα της μητέρας μου.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Α! καταλαμβάνω. Και ποίας οικογενείας είνε η μητέρα σας;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατεταμένος) Κολχόβσκη.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Α, αρχαία οικογένεια.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ιδού η εικών του πάππου μου, δηλαδή του πατέρα της μητρός μου.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί την εικόνα). Α, ναι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Νά, ο Ιβάν Αντώνιτς τον εγνώριζε, διότι ήσαν γείτονες. (Κάμνει νεύμα τω Ρασπλιούγεφ και εξέρχεται μετά των κυριών εκ της πλαγίας θύρας).
ΣΚΗΝΗ Δ'.
Ρασπλιούγεφ και Μούροσκης.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Α . . . ναι, ναι, βέβαια, πώς; ήμουνα μικρός . . . σαν να τον βλέπω: ήτον αγαθός γέρων, σεβάσμιος, — και ήτον τέτοιος δα, ξεύρετε — παχύς και απαράλλακτος όπως στο πορτρέτο του. (μετά στεναγμού). Αχ, αχ, αχ . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Είνε ποθαμένος;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Καλέ τι λέτε! αυτός . . . (δεικνύων το πορτρέτον) ναι, αυτός προ πολλού απέθανε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά τινα σιγήν). Α, όχι φίλε μου, δοκιμάσατε να κάμετε γεωργικάς εργασίας εις το δικό μας το κυβερνείον, του Γιαρσολάβ, και θα ιδήτε ότι θα ελαμβάνατε άλλην ιδέαν: έχομεν ανάγκην αγρονομίας, χωρίς αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Έτσι αι; λοιπόν χωρίς αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα κρίνετε και σεις ο ίδιος: αι γαίαι μας, φίλε μου είνε άσπραι, λεπταί, χωρίς κόπρισμα σιτάρι δεν παράγουν.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετ' ευχαριστήσεως). Έτσι αι; ώστε λοιπόν σιτάρι δεν παράγουν; Μα γιατί;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα νά, δεν δίνουν. Είσαι λοιπόν αναγκασμένος θέλεις δεν θέλεις να μεταχειρισθής όλα τα μέσα διά να τας καλειτερεύσης· και έπειτα βλέπεις εις τας εφημερίδας που γράφουν, πως οι άγγλοι έκαμαν τέτοια εσοδεία.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Οι άγγλοι! χε, χε, χε! Καλέ τι λέτε; Ποιος σας το είπε αυτό; Τι αγρονομίαν έχουν αυτοί; Όλοι ψοφούν της πείνας με όλη την αγρονομία τους. Το μισώ, κύριέ μου, αυτό το έθνος . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι δα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Όταν ενθυμηθώ κάτι τι χαλά η καρδιά μου . . Κρίνετε ο ίδιος: κάθε ένας απ' αυτούς είνε μαθημένος εις το μποξ. Και ξεύρετε κύριέ μου τι εστί μποξ;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι δεν ηξεύρω.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Εγώ όμως το ξεύρω . . Μάλιστα! αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμμιά ηθική! καμμιά αγάπην προς τον πλησίον . . . χμ, χμ, δεν έχουν, αφού από μικρά παιδιά μαθαίνουν αυτό (κάμνει χειρονομίαν), τέτοιον πλησίον δε 'μπορείς ποτέ να τον αγαπήσης (διορθώνει το φράκον του). Όχι, εδώ αγάπη δεν εισχωρεί· είνε όμως συχωρεμένοι· αυτοί έγειναν τέτοιοι, βλέπεις, γιατί η χώρα των είνε στενή, δεν 'μπορούν αδελφέ, ν' αναπνεύσουν, γην δεν έχουν, ούτε μια πήχυ στον καθένα δεν πέφτει, ώστε θέλοντας και μη ξυλοφορτώνονται μεταξύ τους.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και όμως όλαι αι εφευρέσεις . . . τώρα έγειναν εργοστάσια, μηχαναί, ατμόπλοια . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Τι λέτε, καλέ! αυτό είναι πείνα, αυτό, κύριέ μου, είνε πείνα: η πείνα τι δεν κάνει; . . Δεν κοπιάζετε να κλείσετε τον ανοητότερο άνθρωπο μέσα σε άδειο κελάρι και να τον αφίσητε νηστικό — να ιδήτε τι εφευρέσεις μπορεί να κάμη. Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! κυττάξετε και σεις ο ίδιος, μα χωρίς πάθος, κύριέ μου, χωρίς πάθος. Αυτό που τρώγουν η δικές μας αγελάδες, η βρώμη δηλαδή, αυτοί το κάνουν σούπα . . . Μα το θεό! Τώρα αυτό . . .
ΣΚΗΝΗ Ε'.
Οι άνω και ο Νέλκην (λίαν τεταραγμένος, εισέρχεται ταχέως και παρατηρεί).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Α! Βλαδήμιρ Δμήτριτς, φίλε μου αγαπητέ. Επί τέλους! (Τω Ρασπλιούγεφ) Λαμβάνω την τιμήν να σας παρουσιάσω: Βλαδήμιρος Δμήτριτς Νέλκην, καλός γείτων και φίλος του σπιτιού μας. (Στρεφόμενος προς τον Νέλκην) Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ. (Υποκλήσεις).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Εγώ είχα πλέον την τιμήν . . .
ΝΕΛΚΗΝ Είχα κ' εγώ αυτήν την τιμήν . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Διατί, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, ήλθατε τόσον αργά;
ΝΕΛΚΗΝ Κάποια υπόθεσις μ' εμπόδισε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα τώρα! Στας οκτώ της νυκτός τι υπόθεσις ημπορεί να είνε;!.
ΝΕΛΚΗΝ Είνε μια υπόθεσις, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, που ανάβει (παρατηρεί) που καίει — τέτοια υπόθεσις είνε!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ναι, το βλέπω, ο Βλαδήμιρος Δμήτριτς είνε δραστήριος άνθρωπος· και ο δραστήριος άνθρωπος είνε το ίδιο σαν τον υδράργυρο.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Νακούσετε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, πώς λούζει τους Εγγλέζους ο Ιβάν Αντώνιτς . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Κακεντρεχές, κακεντρεχές έθνος, καμμία ευγένεια, καμμία . .
ΝΕΛΚΗΝ Σεις; σεις το νομίζετε;
ΡΑΣΠΛΟΥΓΕΦ (φαιδρώς) Το νομίζω, το πιστεύω.
ΝΕΛΚΗΝ Χα, χα, χα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Χα, χα, χα, χα! Σας βεβαιώ! . . . χα, χα, χα!
ΝΕΛΚΗΝ Πώς σας λέγουν;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ιβάν Αντώνιτς
ΝΕΛΚΗΝ Το επίθετόν σας;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ρασπλιούγεφ.
ΝΕΛΚΗΝ
(πλησιάζει προς αυτόν και τον λαμβάνει εκ του κομβίου)
Πού δεν υπάρχει το κακόν, κύριε Ρασπλιούγεφ; πού δεν υπάρχει;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Α, όχι! εγώ δεν είμαι αυτής της γνώμης· το κακόν πρέπει να εκριζωθή, πρέπει, χωρίς άλλο πρέπει.
ΝΕΛΚΗΝ (μη προσέχων) Πού και ποίον κακόν ιδού το ζήτημα. Ιδού, παραδείγματος χάριν, η φαυλότης και η αγυρτεία εις τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας δεν είνε επικίνδυνοι τόσον όσον είνε φρικώδες όταν η φαυλότης είνε εις εκείνους που φορούν φράκα . . . άσπρα γάντια . . . που χορταίνουν με τα ξένα αγαθά . . . που τρέχουν με πολυτελή αμάξια, που έχουν γνωριμίας εις την κοινωνίαν, που εμβαίνουν εις έντιμον σπίτι, που καταστρέφουν άνευ αιτίας την τιμήν . . . την ησυχίαν!. . . τα πάντα . . Αυτό είνε το φοβερόν! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Αμ' τι νομίζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, πράγματι, αυτά που λέγει ο κύριος είνε πολύ σωστά, σας βεβαιώ! Μπορώ μάλιστα, κύριέ μου, να σας πω ένα παράδειγμα . .
ΝΕΛΚΗΝ Παραδείγματα είνε πολλά! Αυτό είνε το φοβερόν! Το να υπάρχη κάτω από το σκουτί λερωμένο ποκάμισο, δεν είνε και τίποτε! μα κάτω από το φράκο (δεικνύων το φράκον του Ρασπλιούγεφ) λερωμένο πουκάμισο . . λάσπη . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν). Τι θέλει να πη αυτός; όλο με το φράκο τάχει . . . (διορθώνει το φράκον τον μέ τινα ταραχήν.) . . . Αμ' τέτοιοι κατεργάριδες σαν κι' αυτούς, μας έχουν κάμει κι' εμάς πολλά . . . Παληάνθρωπος κύριε, φεύγει από την πατρίδα του και χωρίς να ξεύρωμεν από πού βαστά η σκούφια του μας παρουσιάζεται, — και μας πουλεί φούμαρα και κρατεί μια πόζα . . .
ΝΕΛΚΗΝ (τον παρατηρεί εκστατικώς). Κρατεί πόζα αι;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μάλιστα.
ΝΕΛΚΗΝ (δακτυλοδεικτεί αυτόν). Ο κατεργάρης κρατεί πόζα. Χα, χα, χα! (Ο Μούρομσκης γελά μετά φαιδρότητος).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (προσπαθεί να γελάση). Ναι, φαντασθήτε, κατεργάρης και να κρατή πόζα — είνε να γελά κανείς, (κατ' ιδίαν, σφίγγων τα χείλη). Μούρχεται να τον σχίσω σαν σαρδέλα . . . (ανατεινάσεται).
ΝΕΛΚΗΝ (ομιλών βραδέως). Ναι, λέγουν πως συμβαίνει τούτο. Και είνε ακόμη φοβερώτερον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, όταν μέσα στον τόπο μας αχρείοι, από τους δικούς μας κλέπτουν και ληστεύουν αυτούς τους αδελφούς των ως να ήσαν Τούρκοι . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αυτό είνε το ζήτημα! Μωρέ πώς τους λούζει τους εγγλέζους!
ΝΕΛΚΗΝ (κατ' ιδίαν). Μα τι έπαθε αυτός ο άνθρωπος; ετυφλώθη όλως διόλου! Τι να γείνη; (Προς τον Μούρομσκην δι' αποφασιστικού ύφους). Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Είνε ανάγκη να σας 'πώ δυο λέξεις.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εγείρεται). Τι τρέχει, καλέ, τι τρέχει; (αποσύρεται κατά μέρος).
ΝΕΛΚΗΝ Πού ευρίσκεσθε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι ι-ί; δεν άκουσα καλά.
ΝΕΛΚΗΝ Σας ερωτώ — πού ευρίσκεσθε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Πώς — πού ευρίσκομαι; εδώ αι — να, εδώ.
ΝΕΛΚΗΝ Πού εδώ;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (θυμωθείς). Διάβολε — αλήθεια! εδώ! Μα τι έπαθες, βρε αδελφέ, και δεν ησυχάζεις; Δε ξέρεις τάχα, πως ευρισκόμεθα εις του Κρετσίνσκη, εις του Μιχάηλο Βασίλειτς, εις το σπίτι του . . . λοιπόν;
ΝΕΛΚΗΝ Ευρίσκεσθε μέσα σε σπίτι κλεπτών!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ω, ω! τάχεις χαμένα . . . παρεφρόνησες! . . .
ΝΕΛΚΗΝ Εγώ δεν παρεφρόνησα, σεις ετυφλώθητε! . . . Σας κλέπτουν την κόρην σας· δεν το βλέπετε — αι! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τον σύρει κατά μέρος). Άκουσ' εδώ, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, αυτά τα λόγια δεν πρέπει να τα λέγης: περί του μέλλοντος γαμβρού μου τα λέγεις αυτά; Έλα στα λογικά σου, φίλε μου!
ΝΕΛΚΗΝ Να έλθετε στα λογικά σας σεις! Ξεύρετε, ότι στέκεσθε εις το χείλος της αβύσσου; ανοίξετε τα μάτια σας· σας απατούν! σας κλέπτουν την κόρην σας! . . . εις την οικογένειάν σας, εις την έντιμον οικογένειάν σας, σαν φείδι, γλυστρά ένας χαρτοπαίκτης, ένας κατεστραμμένος δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροασθείς). Δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! μήπως λέει για μας;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ακούσατε, εν τούτοις, κύριε! Τι δικαίωμα έχετε σεις;.
ΝΕΛΚΗΝ Βεβαίως έχω . . . ακούσατέ μου . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι;
ΝΕΛΚΗΝ Πού είνε το μονόπετρόν σας;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ποιο μονόπετρο; Η καρφίτσα της Λύδοτσκας;
ΝΕΛΚΗΝ Αυτή, μάλιστα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Εκείνη την έχει.
ΝΕΛΚΗΝ Το ξεύρετε καλά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μάλιστα.
ΝΕΛΚΗΝ Λοιπόν, η κόρη σας δεν την έχει.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Α! αυτό είνε ψευδέστατον.
ΝΕΛΚΗΝ Σταθήτε Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, σταθήτε! σας λέγω, ότι το μονόπετρό σας διαμάντι, δεν είνε εις το σπίτι σας, είνε εις άλλα χέρια.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και πού είνε;
ΝΕΛΚΗΝ Εδόθη ως ενέχυρον! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ανοησίαις . . . Τι λέγετε! . . . εγώ χθες ακόμη το είδα . . .
ΝΕΛΚΗΝ Χθες — όχι σήμερα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Άκουσε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς . . .
ΝΕΛΚΗΝ (διακόπτων). Κι' εγώ σας λέγω, πως το μονόπετρό σας το έβαλε ενέχυρον ο Κρετσίνσκης! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροώμενος). Άσχημα, άσχημα, πράματα! Να πάη να του το πη κανείς στ' αυτί . . . (φεύγει).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και πώς έτυχε εις τα χέρια του Κρετσίνσκη;
ΝΕΛΚΗΝ Μα μήπως δεν ξεύρετε, ότι σήμερα το πρωί το επήρε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Το 'πήρε; . . . Πώς το 'πήρε; . . .
ΝΕΛΚΗΝ Να, αυτός (δεικνύων τον Ρασπλιούγεφ) επήγε και το 'πήρε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ποιος; ο Ρασπλιούγεφ;
ΝΕΛΚΗΝ Ναι, ο Ρασπλιούγεφ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Πώς;
ΝΕΛΚΗΝ Σήμερα το πρωί που ήλθα στο σπίτι σας τον ευρήκα εκεί, που εκάθητο με την Άννα Αντώνοβνα. Κυττάζω και βλέπω την Λυδίαν Πετρόβναν που του το έδινε. Κάτι μυρίσθηκα . . Μπα! είπα, μήπως είν' εδώ καμμιά κατεργαριά; ποια η ανάγκη να ζητήσουν ένα τέτοιο πράγμα; εμένα μου φαίνεται πως ούτε στα χέρια μου δεν θα τώπιανα . . . Το πέρνει ο καλός σου και καθίζει στ' αμάξι . . εγώ απ' οπίσω . . . απ' εδώ, απ' εκεί . . εγύρισα όλην την πόλιν . . . έως αυτήν την στιγμή . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αι, αι . . . λοιπόν;
ΝΕΛΚΗΝ Λοιπόν δεν σας το είπα; την έβαλε ενέχυρον εις του Μπεκ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αδύνατον κάτι άλλο θα συμβαίνει.
ΝΕΛΚΗΝ Μα εγώ τώρα μόλις ήμουν εκεί.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Εις του ενεχυροδανειστού;
ΝΕΛΚΗΝ Μάλιστα. Θέλετε να πάμε; θα μας τα ειπή όλα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τεταραγμένος) Μα τι είνε αυτό; . . . Θεέ μου! . . Τι είν' αυτό; Λύδα! Λύδα! Λύδοτσκα!
ΛΥΔΟΤΣΚΑ
(προστρέχει εκ του παρακειμένου δωματίου κρατούσα στέκαν μπιλιάρδου).
Α, μπαμπά, τι θέλετε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Έλα 'δώ! (ταπεινοφρώνως) Ειπέ μου, Λύδα, το μονόπετρό σου το έχεις; αι;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Το έχω, μπαμπά, το έχω. Α, μπαμπά, μα γίνεται αυτό; γιατί με διεκόψατε από την παρτίδα. Εγώ παίζω με τον Μισσέλ και όλο τον κερδίζω . . . Τι ωραία που είνε, τι ευχάριστα.
ΝΕΛΚΗΝ Λανθάνεσθε, Λύδια Πετρόβνα· είνε χαμένο! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Πώς χαμένο;
ΝΕΛΚΗΝ Δεν του το εδώσατε; . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Και τι με τούτο; (τον παρατηρεί έκπληκτος) Το πρωί, μπαμπά, το έστειλα του Μισσέλ. Είχε βάλει στοίχημα.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι; Τι;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Είχε βάλει στοίχημα με τον πρίγκηπα Βέλσκην, περί του πόσων καρατιών είνε — δε ξεύρω τι.
ΝΕΛΚΗΝ (τω Μούρομσκη). Ψέματα!
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Θεέ μου! μα το έχει ο ίδιος· τώρα μου έλεγε, ότι το έχει ο ίδιος . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας). Λοιπόν;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Λοιπόν τι, μπαμπά; θα μου το δώση.
ΝΕΛΚΗΝ Χμ . . . δεν το πιστεύω . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εν εξάψει). Τι είν' αυτά που λέγετε; Πώς σεις, κύριε, ειμπορείτε . . .
ΝΕΛΚΗΝ Λυδία Πετρόβνα! Προς Θεού, μη οργίζεσθε εναντίον μου. Τι έπρεπε να κάμω; πταίω εγώ; εγώ είμαι πρόθυμος ναποθάνω προς χάριν σας . . . να υποστώ βασανιστήρια . . . οφείλω όμως, σας ορκίζομαι εις την τιμήν μου, οφείλω! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (έντρομος). Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Μπαμπάκα μου! εγώ τρομάζω! (Συσπειρούται παρά τω Μούρομσκη). Μπαμπά, μπαμπάκα μου!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Έννοιά σου, παιδί μου, έννοιά σου! Κι' εγώ δε ξεύρω τι συμβαίνει.
ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.
Οι άνω, Ατούγεφ, κατόπιν Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ.
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι έχεις, παιδάκι μου; τι έχεις; τι τρέχει; (τω Νέλκην). Σεις είσθε κύριε; Τι μπερδέματα έχετε πάλι; Τι εκαταφέρατε; Πάλι μηχανορραφίαις και κακογλωσσιαίς;
(Σιγή. Όλοι ταράσσονται αμηχανούντες. Ο Κρετσίνσκης παρατηρεί όλους μετά προσοχής).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διστακτικώς). Παρακαλώ, Μιχάηλο Βασίλειτς — δηλαδή . . . θέλομεν να ομιλήσωμεν οικογενειακώς, μίαν στιγμήν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Οικογενειακώς; Τι τάχα; ορίστε: εγώ δεν είμαι ξένος.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αυτό, βέβαια· αλλά εγώ θα σας παρακαλούσα . . .
ΝΕΛΚΗΝ Μα τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! 'πήτε το καθαρά και ξάστερα: αξιότιμε κύριε! ομιλούμεν διά το μονόπετρον διαμάντι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Διά ποίον μονόπετρον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Καλέ διά το μονόπετρο εκείνο, που μας μετεσχηματίσατε εις καρφίτσαν . . . το επήρατε σήμερα από την κόρην μου;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Το επήρα. Μα δεν σας το είπε, ότι το επήρα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Λοιπόν το έχετε αυτό τώρα ή όχι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Α! . . . αυτό λοιπόν; . . . (προσβλέπει πάντας και παρατηρεί διαρκώς τον Νέλκην, ακολούθως στρέφεται προς τον Μούρομσκην). Αυτό είνε λοιπόν! Ειπήτε μου, με ποίους είμαι και πού είμαι; . . Ειπήτε μου, ποίος βλαξ, ποιος ψεύστης . . ή ποίος αχρείος . . . (θόρυβος) είχε την τόλμην . . .
(Ο Νέλκην θέλει να ορμήση κατά του Κρετσίνσκη. Η Ατούγεφ τον αναχαιτίζει).
Μακράν, σας λέγω, — θα σας βγάλω το λαρύγγι . . .
ΝΕΛΚΗΝ (κραυγάζων). Όχι, εγώ θα σου το βγάλω . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(κάμνει ταχείαν κίνησιν προς τον Νέλκην και αίφνης αναχαιτίζεται· τρέμει η φωνή του).
Πιοτρ Κωνσταντίνιτς . . . το μονόπετρον της Λυδίας το έχω εγώ . . . καταλαμβάνετε; το έχω έ-ε-γώ! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα εγώ ποτέ δεν αμφέβαλλα. Ήλθε όμως αυτός και μου λέγει, ότι πνίγω την κόρη μου, ότι σεις μας απατάτε, ότι το διαμάντι το επήρατε σεις και το εβάλατε ενέχυρον . . . λοιπόν κρίνατε και σεις ο ίδιος . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Α! . . . τώρα καταλαμβάνω . . . Και αν λέγη ψεύματα . . τότε; και αν αυτός σαν αχρ . . . συγγνώμην . . . εψεύσθη αναιδώς;! . . τότε; . . (Ο Μούρομσκης κινεί τας χείρας του, τεταραγμένος) . . . τότε: θέλω . . . ακούετε; θέλω! . . . να τον διώξητε με ταις κλωτσαίς από το σπίτι . . . μου δίδετε τον λόγον σας δι' αυτό; . . αι; . . . Λάβετέ την λοιπόν, (λαμβάνει εκ του γραφείου την καρφίδα) λάβετέ την! (δίδει την καρφίδα εις την Λύδοτσκα και τείνει την άλλην χείρα προς τον Μούρομσκην) Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τώρα τον λόγον σας.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (απωθεί την καρφίδα). Όχι, . . . όχι εις εμέ . . .
(Την καρφίδα την λαμβάνει η Ατούγεφ. Όλοι πλησιάζουν διά να παρατηρήσουν. Γενικός ψίθυρος, θόρυβος. Πάντες ομιλούν σχεδόν ταυτοχρόνως).
ΝΕΛΚΗΝ Τι σημαίνει τούτο; είνε αδύνατον! σας λέγω, είν' αδύνατον!
ΑΤΟΥΓΕΦ
(δεικνύουσα την καρφίδα εις τον Νέλκην).
Νά τηνε! Βλέπετε, κύριε; νά την! . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τον λόγον σας είπα· το απαιτώ, το θέλω! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
(συγκεχυμένως, ανοίγει τας χείρας του).
Σας τον δίδω! (τω Νέλκην) Να, κύριε, τι κάμουν τα ψεύματα! (παρατηρεί την καρφίδα) δεν υπάρχει αμφιβολία: αυτή είνε!
ΝΕΛΚΗΝ (ως να συνήλθε). Θεέ μου! πού ευρίσκομαι; Τι μου παίζουν; (πλησιάζει προς την Λύδοτσκαν και την λαμβάνει εκ της περιχειρίδος). Λυδία Πετρόβνα! ακούσατε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μη! (τινάζει την εσθήτα της Λύδοτσκας) την λερώνεις! . . .
ΝΕΛΚΗΝ (αρπάζει την κεφαλήν του). Θεέ μου! τι είνε τούτο; Θεέ μου! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην). Μα ποιος σας είπε αυτάς τας ανοησίας; πού τας ακούσατε . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τον διακόπτει). Παρακαλώ, παρακαλώ! Τώρα πλέον αι ερωτήσεις δεν έχουν τον τόπον των. Κάθε ομιλία ετελείωσε. Εδώ, κύριέ μου, δεν πρόκειται περί λόγων αλλά περί έργων . . . είνε ιδικόν σας το κόσμημα αυτό;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς) Δικό μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύει την θύραν εις τον Νέλκην) Έξω! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην) Τι δουλειά έχετε πλέον εδώ; Φύγετ' απ' εδώ.
ΝΕΛΚΗΝ
(λαμβάνει τον πίλον του και πλησιάζει τον Κρετσίνσκην).
Είμαι εις τας διαταγάς σας . . .
(ο Κρετσίνσκης δεικνύει την θύραν. Ο Νέλκην πλησιάζει αυτόν εγγύτερον και κραυγάζει)·
«Αμέσως . . . και μέχρι θανάτου! . . .»
(Θόρυβος. Ο Μούρομσκης, η Λύδοτσκα, η Ατούγεφ, ο Ρασπλιούγεφ περιστοιχίζουσι τον Κρετσίνσκην. Ο Νέλκην ίσταται μόνος. Ομιλούσι σχεδόν μαζύ).
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Όχι, όχι, ποτέ! δεν το θέλω. (τω Νέλκη) Πηγαίνετε, πηγαίνετε!
ΑΤΟΥΓΕΦ Πηγαίνετε, κύριε, πηγαίνετε, ο Θεός μαζύ σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αφήσατε, κύριοι, σας παρακαλώ!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξέρχεται του ομίλου) Τι-ι-ί; (σταυρόνων τας χείρας του). Έτσι λοιπόν! . . Ικανοποίησιν . . . Τι ικανοποίησιν; Διά τι; σας ερωτώ . . . θέλετε να κτυπηθήτε μαζύ μου . . . χα-χα-χα-χα . . . Σεις με προσεβάλατε και θέλετε και να με φονεύσετε; . . . αλλ' ας είνε, με μίαν όμως συμφωνίαν εις κάθε σας πυροβολισμόν εγώ θα σας πτύω εις το πρόσωπον. Ιδού οι όροι μου. Αν θέλετε αύριον — έστω· σήμερον όμως . . . έι! ποίος είνε εκεί;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Έι! ποίος είν' εκεί; αυτό είνε το καλείτερο.
(εισέρχεται ο Θόδωρος και είτα δύο υπηρέται)
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πάρετέ τον από τις πλάταις και γρεμήσετέ τον έξω!
ΝΕΛΚΗΝ Θεέ μου! ονειρεύομαι; είμαι ζωντανός; (ψαύει το σώμα του, μετά πικρίας). Αλήθεια, αλήθεια! πού είνε η δύναμίς σου; (έξαλλος εξέρχεται).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(κλείων όπισθεν του Νέλκην την θύραν).
Αντιέ!! χι-χι-χι! είδες τον τι εγύρεψε (αποσύρεται κατά μέρος). Ακούς εκεί! Αμ' έτσι δα, φίλε μου, ψοφάς της πείνας! Αμέ ναύρης τώρα την αλήθεια· νέος είσαι ακόμη, φίλε μου, ψάξε να την εύρης!
(Σιγή. Ο Μούρομσκης είνε τεθορυβημένος· η Λύδοτσκα ίσταται ακίνητος· η Ατούγεφ παρατηρεί τον Μούρομσκην οργίλως).
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
Οι άνω εκτός του Νέλκην
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατόπιν μικράς σιωπής.) Αι, είσθε ευχαριστημένος, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Καθ' όλα, καθ' όλα ευχαριστημένος. Ακούτ' εκεί, καλέ! 'πήγα να χάσω τον νου μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Λοιπόν κι' εγώ είμ' ευχαριστημένος, Αι, τι λέγετε — δεν τελειόνομεν τώρα και 'μείς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διαπορών). Πώς να τελειόσωμεν;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Όπως τελειόνουν. Μεταξύ μας συνέβησαν αρκετά σκανδαλώδη πράγματα. Εγώ θεωρώ τον εαυτόν μου εκ μέρους σας προσβεβλημμένον. Με αυτήν την κηλίδα τι σύζυγος είμ' εγώ της κόρης σας; Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! εγώ οφείλω να σας δώσ' οπίσω τον λόγον σας, εις σας δε, Λυδία Πετρόβνα — την καρδίαν σας. Λάβετέ την, εστέ ευτυχείς και. . . λησμονήσατέ με.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Τι θέλετε να ειπήτε; . . . Μισσέλ! τι λέγετε; Δεν σας εννοώ. Η καρδία οπίσω δεν δίδεται· η καρδία μου είνε ιδική σας . . . Μπαμπάκα! γιατί σιωπάτε; προς Θεού! γιατί σιωπάτε; πταίομεν ημείς! (εν απελπισία). Μπαμπάκα, ημείς πταίομεν! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς). Ναι, εγώ . . Μιχάηλο Βασίλειτς, μα τι είν' αυτά; Εγώ ουδέποτε . . αυτός είνε ένας ανόητος· αξίζει να δίνη κανείς προσοχήν εις τα λόγιά του;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Σεις όμως πώς φέρεσθε; αι; Αφού αυτός ο κακόγλωσσος ειμπόρεσε να με προσβάλη, ξεύρετε πόσον και σεις ο ίδιος με προσεβάλατε; Αύριον ειμπορεί να έλθουν να σας 'πούν, πως εγώ είμαι ένας χαρτοπαίκτης, πως είμαι ένας απατεών, και σεις θα τον πιστεύσετε και θ' αρχίσετε να ζητήτε πληροφορίας!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα τι λέγετε τώρα!