Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις
Part 4
ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Γιατί ερεθίζεσθε, Μιχάηλο Βασίλειτς; Αυτά είνε συνηθισμένα πράγματα . . . (υποκλίνεται). Όπως αγαπάτε . . . (σιωπήσας, αποχαιρετίζει και αποσύρεται προς την θύραν). Δούλος σας! . . . Εντούτοις απόψε που θα πηγαίνω στη λέσχη, θα περάσω απ' εδώ, και σεις πια κάμετέ μου τη χάρι να τα ετοιμάσετε.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τι να ετοιμάσω;
ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Δηλαδή, λέγω τάχα για τα χρήματα. Δούλος σας. (Θέλει να φύγη).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΛΗΣ (τον λαμβάνει ταχέως εκ της χειρός) Σταθήτε! Έτσι δα δεν κάνουν. Εγώ εκάθησα να παίξω μαζύ σας, με την ιδέαν πως έχω να κάμω με ένα άνθρωπον καθώς πρέπει. Ο καθώς πρέπει άνθρωπος, κύριέ μου, χωρίς ανάγκη δεν πνίγει τον άλλον, χωρίς μεγάλη ανάγκη δε σκοτώνουν, αδελφέ τον άλλον. Γιατί λοιπόν σεις με πνίγετε; γιατί; Τι σας έκαμα; λέγετε λοιπόν, τι σας έκαμα;
ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Όπως αγαπάτε.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γλυκέως) Ακούσατέ μου. Μα αν δεν είχατε και σεις χρήματα όπως εγώ — αι τότε θα άλλαζε το πράγμα· σεις όμως, σεις είσθε, κεφαλαιούχος, σεις τοκίζετε χρήματα· σεις τώρα δεν έχετε απ' αυτά ανάγκη· μήπως εγώ σας έκαμα ποτέ τίποτε; κ' εγώ είχα να λάβω άλλοτε από σας, τότε που σεις τα ετοκίζατε.
ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Καλέ τι λέτε! μπα . . μπα!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Δεν πρόκειται τώρα περί αυτού, αλλά γιατί με στενοχωρείτε έτσι αλύπητα! μου κτυπάτε κατακέφαλα . . . γιατί; . . .
ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Τα ημέτερα σεβάσματα, Μιχάηλο Βασίλειτς
(Στενάζει, υποκλίνεται και διολισθαίνει ηρέμα).
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οπίσω του) Τσιφούτη! (μετά μικρόν). Θα με γράψη! Δεν τώχει τίποτε να με γράψη· θα γράψη με τα τσιφούτικά του χέρια τώνομά μου στο βιβλίο και θα βροντήξη σαν κανονιά μέσα στη Μόσχα η είδησις! και τετέλεσται, το παν τετέλεσται! Ο γάμος μου ματαιόνεται κι' απ' αυτό το καταραμένον εκατομμύριον θα μείνη στάχτη και καπνός, η καρηβαρία της μέθης και η μανία . . ναι, η μανία! . . (σταυρόνων τας χείρας του) Αι, ομολογώ, δεν θα εσυμβούλευα εγώ . . . (κάμνει χειρονομίαν αδιαφορίας) Μωρολογήματα και μικρολογήματα! . . . Να μην ευρεθώ εις θέσιν να πάρω τα μπαγάγια μου στον ώμο και το κόψω λάσπη από 'δώ για να προλάβω την απόχη του δικαστικού κλητήρος . . . (συλλαμβάνει το περιλαίμιόν του, μετά μικράν σιγήν). Αγύρτης, αι; φου! . . . ανυπόφορον!! . . . (εκβάλλει τον κοιτωνίτην του) πνίγομαι! . . . (άρχεται βαδίζων τεταραγμένος). Το παν, εξαρτάται τώρα από τον Ρασπλιούγεφ . . αι; . . (κάθηται εις το γραφείον, λαμβάνει φύλλον χάρτου και γράφει δια μολυβδίδος). Ας λογαριάσω, τι και τι μας χρειάζεται; . . Εκεινού χίλια πεντακόσια, καλά· εκεινού (δεικνύων προς την θύραν) — χίλια διακόσια. Τώρα εκείνου του λύκου — χωρίς άλλο χίλια: να μπουκωθή το πεινασμένο του λαρύγγι, γιατί, βλέπεις, γαυγίζει . . . χα-χα! Να-ά ένα λαρύγγι . . . έπειτα κάτι μικρά — καμμιά πεντακοσαριά . . εξακοσαριά (λογαριάζει). Κ' εδώ, μάτια μου, χρειάζονται χρήματα και χρήματα.
ΘΟΔΩΡΟΣ (εις την θύραν) Μιχάηλο Βασίλειτς, ο αμαξάς ήλθε! θέλει, λέει, χρήματα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ζβερκιαίς! . . . (εξακολουθεί λογαριάζων) δηλαδή, με άλλους λόγους, τρεις χιλιάδες ρούβλια — σαν να μην είνε τίποτε: σταγών εν τω ωκεανώ . . . Και ο γάμος, ο γάμος! Και πώς θα τον κάμω τον γάμον, που εδώ χρειάζονται έξοδα, αναπόφευκτα έξοδα! . . . Σε κάθε βλάκα να δίνης δώρα· κάθε ζώο τετράποδο σου ζητεί φιλοδώρημα. Έρχονται έπειτα τα μπουκέτα, τα κουφέτα, κάθε λογής κουταμάρες, κάτι ανόητα κάνιστρα . . μια ατελείωτη μωρία . . . και όλο χρήματα, όλο χρήματα! . . . (σκεφθείς) Χρήματα.
ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται) Μιχάηλο Βααίλειτς, η πλύστρα ήλθε: θέλει χρήματα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λογαριάζων) Ζβερκιαίς!
ΘΟΔΩΡΟΣ Μιχάηλο Βασίλειτς, νά κι' ο ξυλάς, στέκει κι' αυτός δύο ώραις
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγείρων την κεφαλήν του) Μα δε μου λες — ετρελλάθης, αι; Δε νοιώθης; Τι έρχεσαι και με ενοχλής για τιποτένια πράγματα;
ΘΟΔΩΡΟΣ Όπως αγαπάτε! Μάλιστα, άλλα μέσα δεν υπάρχουν . . Εγώ πια με κάθε τρόπο . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγειρόμενος εκ της καθέκλας) Λοιπόν!
(Ο Θόδωρος εξαφανίζεται. Εις τον προθάλαμον ακούεται θόρυβος φωνών, τα πατήματα ολονέν παύουν. Σιγή).
ΣΚΗΝΗ Η'.
Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται, στρέφεται κατ' ευθείαν προς την γωνίαν, αποθέτει τον πίλον του και εξάγει τα χειρόκτιά του).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(Εγείρεται, τον παρατηρεί μετά προσοχής, ακολούθως στρέφεται βραδέως, σταυρόνει τας χείρας του και βλέπει εις την πλατείαν).
Νά! . . . Αμ' εγώ τώξευρα! (Κύπτει την κεφαλήν). Ορίστε! . . . (ανορθεί την κόμην του). Ορίστε! . . .
(Πλησιάζει βραδέως τον Ρασπλιούγεφ με συνεσφιγμένους γρόνθους· εκείνος οπισθοχωρεί προς τα παρασκήνια, ο Κρετσίνσκης τον συλλαμβάνει εκ του περιλαιμίου δι' αμφοτέρων των χειρών).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (δειλιάσας) Μιχάηλο Βασίλειτς, σταθήτε . . . ζητούν ενέχυρον . . . ενέχυ . . .
(Ο Κρετσίνσκης αρχίζει να τον σείη εμπρός οπίσω).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακεκομμένως) Μα . . . δε σου είπα εγώ . . . να μούβρης . . . χρήματα;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ενέχυρο . . . ενέχυρο . . (συστέλλεται η αναπνοή του). Μιχ . . . Μιχ . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Δε σου είπα, κακούργε, δε σου είπα να πα να κλέψης . . . (οργίλως) να ληστέψης!!! (τον σφίγγει) και να μου φέρης χρήματα! . . .
(Ο Ρασπλιούγεφ φωνάζει· ο Κρετσίνσκης τον σπρώχνει επί του καναπέ και σταματά με παρηλλαγμένον πρόσωπον εις την γωνίαν της σκηνής). Ακούς εκεί; . . . δεν ηύρε λέγει, χρήματα! ψέματα λέγει! . . . Εις όλα τα σπίτια υπάρχουν χρήματα! χωρίς άλλο υπάρχουν . . . αρκεί να μάθη κανείς πού τάχουν . . πού να ψάξη . . . (διαλογίζεται και κινεί τα δάκτυλα του) χμ! πού τάχουν κρυμμένα . . . πού είνε κρυμμένα . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(εγείρεται βραδέως εις τους πόδας του και εξετάζει τον επενδύτην του).
Ορίστε! . . . (αναζητεί επί του δαπέδου το κομβίον του). Ώστε κατά τα φαινόμενα σε εικοσιτέσσαρες ώραις μέσα — δυο ξυλοφορτώματα. Αυτή δεν είνε ζωή (εγείρει το κομβίον), έτσι δα ούτε σκυλί δε 'μπορεί να σταθή εδώ μέσα . . . (εγείρει άλλο κομβίον) να τώρα, ο σγουρομάλλης, ας πούμε, είνε πιστό σκυλί, αι, κι' αυτό θα πάρη δρόμο να φύγη. (αναζητεί πάλιν). Αι, εκείνο, πια, ας πούμε ήτανε μποξ, — εγγλέζικο . . . αμ' αυτό, τι λογής είνε; αυτό, πια θαρρώ πως είνε δική του εφεύρεσις.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κτυπών το μέτωπόν του) Α!!!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ιδών ακόμη έν κομβίον) Α, α, α!!! (πηγαίνει και το σηκώνει). Για 'δέ το, που κατρακύλισε! (το θέτει εις το θυλάκιόν του). Ακούς εκεί, μωρ' αδερφέ, θυμό! . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τι να κάμω . . . τι να κάμω;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Η πρώτη δουλειά που θα κάμης είνε — να μη κτυπάς . . . .
(ο Κρετσίνσκης κάθηται παρά το γραφείον, ο δε Ρασπλιούγεφ εις το άλλο άκρον της σκηνής ανερευνά δια τα κομβία. Σιωπή).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Θεέ μου! υπάρχουν άνθρωποι, που γεννώνται μέσα στην ευτυχία, μέσα στην αφθονία, μέσα εις όλα τα αγαθά της ζωής, και ζουν, ειμπορώ να 'πώ, γλεντίζοντας. Γεννιώνται όμως και κάμποσα τούμπανα, που τα χτυπούν από την αυγή του Θεού ως τη μαύρη νύκτα! . . Καλή ώρα! (ίσταται ενώπιον του κοινού) Αν ετύχαινε να γεννηθώ κανένας αδύνατος, ψιλοκαμωμένος, ντελικάτος . . . πού θα μπορούσα να βαστάξω; . . . μπα! μπα! δε θα βαστούσα! . . . Ξέρω και λέω, πως αν ήτον άλλος στη θέσι μου, από το ξυλοφόρτωμα που μούδωσαν χθες — ο διάβολος να με πάρη — αν θα μπορούσε να βαστάξη· αμ' από την ενοχλητική εκείνη ιστορία, δεν μου λέτε παρακαλώ, ποιος ειμπορούσε να κρατήση; Αμ' εδώ και τρία χρόνια στο Κουρσκ, ύστερ' από το μεθύσι εκείνο που τραβούσα — μπορούσε κανείς να κρατήση; μπα,-μπα! αδύνατον . . και όμως νά, ζω και βασιλεύω και να σας πω, φθάνει μονάχα να την τυλώσω καλά, και να πάρω ένα ηρωικό ύπνο από κείνους που λέγει ο λόγος . . . και είμαι πάλι φρέσκος φρέσκος . . . (σταματά και παρατηρεί τον Κρετσίνσκην, ο οποίος ανοίγει έν συρτάριον του γραφείου). Και όμως, χρήματα δεν υπάρχουν . . . (ο Κρετσίνσκης ανοίγει άλλο) κ' εδώ δεν υπάρχουν . . (ανοίγει τρίτον συρτάριον) μα δεν υπάρχουν . . και όμως κτυπάς! . . τι εκέρδισες; (ο Κρετσίνσκης ανερευνά εν αυτώ). Τι κάθεται και ψάχνει; τι ψάχνει μέσα στα σκουπίδια; χρήματα ναύρη; τον καϋμένο! εγώ ξέρω τι έχει εκεί μέσα· εκεί μέσα δεν έχει τίποτε· παλαιά χρεωστικά, απλήρωτοι λογαριασμοί. (Ο Κρετσίνσκης εξάγει καρφίδα ικανού μεγέθους). Να, τωύρε το ψεύτικο μπιχλιμπίδι . . . δεν θα αξίζει παραπάνω από πενήντα λεπτά . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αναφωνεί αίφνης) Μπα-α! Εύρηκα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ωω! (συσπειρούται προς τον τοίχον) τον έπιασε . . φαίνεται· φοβούμαι . . . (στενάζει) η ανάγκη τι δεν κάνει;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών εις χείρας του την καρφίδα). Εύρηκα! . . . εύρηκα! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Χριστέ και Παναγία μου! αυτός τάχασε! . . . μα το ναι, τάχει χαμένα . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(αίφνης σκέπτεται και ομιλεί βραδέως)
Εύρηκα . . . ελληνικά, θα ειπή — βρήκα! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ελληνικά;! . . . φυ-ού (κινεί την κεφαλήν του). Τώρα πια εδέσαμε το γάιδαρό μας . . . Τον καϋμένο! Τον έχω που τον έχω για το φρενοκομείο (σείει και πάλιν την κεφαλήν του). Κ' έτσι που λες, εδέσαμε το γάιδαρό μας. (ο Κρετσίνσκης είνε βαθέως συλλογισμένος, κάμνει χειρονομίας, φέρει τον δάκτυλον εδώ κ' εκεί και ομιλεί ακαταλήπτως. Ο Ρασπλιούγεφ τον παρακολουθεί). Άσχημαις . . . άσχημαις δουλειαίς . . . κι' αυτός έτσι δα που κάνει το δάκτυλό του, μπορεί να μου πετάξη το μάτι . . . εγώ πια την είδα την τύχη μου. Ας κάμω πως τραβιέμαι απ' εδώ . . . ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια (λαμβάνει τον πίλον του και χωρεί προς την θύραν ακροποδητί . . . Βόηθα, Παναγία μου! . . . (φεύγει).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Έτσι είνε; . . . είνε σωστό; . . . (τρίβει το μέτωπόν του) Δεν έχω τάχα λάθος; (πάλιν σκέπτεται).
(Ο Ρασπλιούγεφ μετά του Θοδώρου εμφανίζονται εις την θύραν)
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Κύτταξε να ιδής τι δουλειαίς σκαρόνει.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Έτσι, έτσι κ' έτσι . . . (αναπηδά) μπράβο!. ουρά! το βρήκα τελείως το βρήκα! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κρυφθείς όπισθεν της θύρας). Μωρε-ε-έ! . . . Μωρέ δουλειά! . . Μα δε σου τώλεγα εγώ; — πάει, τάχασε τα μυαλά του, όλως διόλου τάχασε! . . .
ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει δειλώς και τεταραγμένος) Αφέντη, Μιχάηλο Βασίλειτς! τι έχετε; Πιήτε ένα ποτήρι νερό. Τι επάθατε, αφέντη; Μη θέλετε να σας φέρω λοδεκολόν; Αφέντη! εμάς μας έτυχαν χειρότερα απ' αυτά . . . θα περάσουν και τούτα . . . Ένα λόγο 'πήτε, και πέρνω απάνω μου το βάρος . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ακούσας, θωπευτικώς) Τι είνε, Θόδωρε, τι είνε; εγώ δεν έχω τίποτε . . . (δυνατά) Αι, Ρασπλιούγεφ! (ο Ρασπλιούγεφ αναπηδά σύσωμος)· Πήγαινε, ξέρεις, σ' εκείνον . . . πώς τόνε λένε; . . τον Θώμην, — που είνε εις την οδόν Πέτρου, και παράγγειλέ του αμέσως μίαν ανθοδέσμην χορού, την καλείτερη, να είνε όλη από άσπρες καμέλιες . . καταλαμβάνεις; μόνον από άσπρες. Πήγαινε και να μου τήνε φέρης στη στιγμή.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λυπητερά δεικνύων εις τον Θόδωρον τον Κρετσίνσκην).
Δε σου τάλεγα, Θόδωρε; αι; δεν έχει παρά τσακιστό και παραγγέλλει μπουκέτο πενήντα ρουβλιών! (περιπατεί εμπρός οπίσω). Ωχ, ωχ, ωχ! Μάνα μου μανούλα μου! Τι θα κάμουμε, Θόδωρε μου; τι θα γίνομε οι ορφανεμένοι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (περιπατών σταματά) Αι, λοιπόν; ακόμη εδώ είσαι; Μήπως εστούπωσαν τ' αυτιά σου; Να σου τα ξεφτυλίσω! Άκουσες; . . . (προχωρεί κατ' αυτού) άκουσες τι σου είπα;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (οπισθοχωρών προς τον τοίχον) Μ . . Μ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Περίεργο πράγμα! μα με τι χρήματα; Εγώ δεν έχω λεπτό. Με τι θα σας αγοράσω το μπουκέτο;
ΘΟΔΩΡΟΣ Πηγαίνετε, Ιβάν Αντώνιτς, πηγαίνετε! ακούσατε τι σας επρόσταξε ο αφέντης; πηγαίνετε.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μα με τι να τ' αγοράσω; πού είνε τα χρήματα; εγώ δεν έχω λεπτό.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει εκ της τραπέζης το ωρολόγιόν του μετά της αλύσσου).
Νά χρήματα . . . Κύτταξε καλά, μετά μισή ώρα να βρεθή επάνω εδώ στο τραπέζι. Άκουσες; Λοιπόν; . . . (ο Ρασπλιούγεφ φεύγει).
ΣΚΗΝΗ Θ'.
Οι άνω εκτός του Ρασπλιούγεφ.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τώρα, τώρα, ναι, τώρα πρέπει να κάμω ένα γράμμα της Λύδοτσκας, να το έχω έτοιμον. Ο καιρός επείγει· εις έργον! (κάθηται και άρχεται γράφων παρά το γραφείον).
ΘΟΔΩΡΟΣ
(κατ' ιδίαν, παρατηρών λοξώς τον Κρετσίνσκην).
Ψέματα λέγει ο Ιβάν Αντώνιτς· δεν τάχει χαμένα ο αφέντης κάθεται γερός και δυνατός ο αφέντης, όχι ετρελλάθη (φεύγει).
ΣΚΗΝΗ Ι'.
Κρετσίνσκης μόνος.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γράφει επιστολήν σταματά). Όχι! (Σχίζει το χαρτίον και γράφει πάλιν). Δεν είναι εκείνο που πρέπει να 'πώ. (σχίζει ακόμη, γράφει πάλιν). Άει στο διάβολο! πρέπει να γραφή ένα τέτοιο γράμμα, που να κάμη και νεκρά ν' ανατριχιάση· Με πάθος. Άλλως τε, το πάθος προκαλεί πάθος. Αχ, πάθος, πάθος! πού είσαι; (μειδιά) Το πάθος μου, ο έρως μου . . . ψύλους στάχυρα γυρεύω . . . αι, αι, αι! Και πρέπει, χωρίς άλλο, πρέπει . . . (συντάσσει την επιστολήν, την αναγινώσκει, απαλείφει και πάλιν γράφει). Νά δουλειά· ίδρως μ' έκοψε, (απομάσσει το πρόσωπόν του και διατρέχει την επιστολήν). Μμ . . μ . μ . . μ . . Γλυκέ μου άγγελε . . . προσφιλεστάτη της οικογενείας εστία . . μ . . μ . . μ . . αβρέ μου αστερισμέ . . ανοησίαις του διαβόλου! αέρας κοπανιστός . . . κολοκύθια με τη ρήγανη, και τα λοιπά (σφραγίζει και επιγράφει την επιστολήν). Ιδού λοιπόν. Γλυκέ μου άγγελε! Πέμψατέ μου μίαν εκ των πτερύγων σας, την καρφίδα σας με τον μονόπετρον αδάμαντα (παρωδών), εις τον οποίον κατοπρίζεται η στιλβηδών της ουρανίας πατρίδος σας. Πρέπει να εξοπλήσωμεν ακάτιον, το οποίον, βοηθούμενον υπό τεσσάρων ανέμων, του καρώ, του σπαθιού, του πίκα και του κούπα, θα μας φέρη εις το τρικυμιώδες πέλαγος του βίου. Εγώ θα κρατώ το τιμόνι, ο Ρασπλιούγεφ θα είνε εις τα πανιά και σεις θα μας χρησιμεύσετε ως σαβούρα! . . . Κι' αυτός ο Ρασπλιούγεφ δεν έρχεται . . . α — διάβολε . . .
ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.
Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Α . . . νάτον! . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ
(με την ανθοδέσμην ανά χείρας. Την κομίζει μετά προφυλάξεως· προς τους θεατάς, δεικνύων την ανθοδέσμην).
Εικοσιπέντε ρούβλια αργυρά, για μια σκούπα! φτου!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Αι, εδώ, δείξε μου το. (την παρατηρεί) Καλό είνε, λαμπρά! Πόσα ρέστα έφερες;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά κατανύξεως) Ρέστα; πενήντα ρούβλια (τω δίδει τα χρήματα).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τώρα άκουσε και κάμε, καϋμένε, μάτια τέσσαρα! πρόκειται περί λεπτής υποθέσεως. Κύτταξε λοιπόν, αυτό το γράμμα θα το πας της μνηστής μου, της Λυδίας Πετρόβνας Μούρομσκη, νά, εδώ κοντά στη δενδροστοιχία . . . ξέρεις; . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αναζωογονούμενος) Ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, ξέρω. Άμα στρέψης τη γωνιά, μια μεγάλη, άσπρη σπιτάρα με εξώθυρα.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ναι, ναι. Τώρα θα είνε μία η ώρα.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (πηδά και παρατηρεί το ωρολόγιον)
Μία παρά τέταρτον.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Λοιπόν· τώρα ο γέρος δεν είνε στο σπίτι· αυτή την ώρα πάντοτε γυρίζει μέσα στην πόλιν, καλπάζων με τα ψοφίμια που έφερε από το κτήμα του. Πήγαινε και δόσε το μπουκέτο αυτό εις τα χέρια της Λυδίας Πετρόβνας. Χαιρέτισέ την εκ μέρους μου, έτσι με περισσοτέραν επιδεξιότητα, με περισσοτέραν σοβαρότητα, συστήσου μόνος σου . . καταλαμβάνεις; Και συγυρίσου καλείτερα. Φόρεσε το σουρτούκο μου . . Θόδωρε! (εισέρχεται ο Θόδωρος) Δόσε του το σουρτούκο μου! . . . Αν ο γέρος είνε στο σπίτι, το μπουκέτο το δίνεις, το γράμμα όμως, κύτταξε καλά μην το δώσης. Της γράφω, μέσα στ' άλλα να μου στείλη το μονόπετρο διαμάντι της, που το μετεσχημάτισα εις καρφίτσαν . . το θυμάσαι; (ο Θόδωρος εγχειρίζει εις τον Ρασπλιούγεφ το σουρτούκον).
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (το φορεί και απέρχεται). Ξέρω, θυμούμαι είκοσι καρατιώ — αξίζει 30 χιλιάδες.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Της γράφω, πως χθες εσυζητούσαμεν περί αυτού με τον πρίγκηπα Βέλσκην, και εβάλαμεν δι' αυτό μεγάλο στοίχημα.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Τς-τς-τς. τς . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πάρε το και να μου το φέρης με μεγάλην προφύλαξιν (τον απειλεί). Γι' αυτό το στοίχημα μπορείς και συ να πης κανένα ψέμα.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ακούς εκεί, ό,τι θέλεις μπορώ να πω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ή όχι, μην 'πής τίποτε. Εσύ πάντα στα ψέματα τα μπερδεύεις. Τρέξε κι' άμα το πάρης πέταξε! Φυλάξου από το γέρο· τα επίλοιπα θα έλθουν βολικά . . Εκατάλαβες;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ημιφώνως) Εκατάλαβα, Μιχάηλο Βασίλειτς, (ανασπών τας οφρύς και υψών τον δάκτυλον εμφαντικώς) εκατάλαβα! πετώ! . . . (φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.
Κρετσίνσκης (μόνος).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Εκατάλαβα, εκατάλαβα . . . τίποτε ο βλάκας δεν εκατάλαβε. Αυτός νομίζει, πως εγώ θέλω να κλέψω, ότι είμαι κλέπτης. Όχι αδελφέ· την τιμή μας την φυλάττομεν ακόμη· μέσα εις αυτό εδώ το θυλάκιον (δεικνύει την κεφαλήν του) έχομεν ακόμη πόρους. Τώρα εις έργον! (κραυγάζει) Θόδωρε! αι Θόδωρε! (ο Θόδωρος εισορμά). Τι κάνεις; κοιμάσαι;
ΘΟΔΩΡΟΣ Τώρα μόλις, αφέντη . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Λοιπόν. Τα δυο σου πόδια είνε λίγα, βάλε και τρίτο! . . Νά, πάρε χρήματα. Πρώτα πρώτα ν' ανάψης να ζεσταθή το δωμάτιον. Κύτταξε όμως να μη το κάμης καμίνι από τη χαρά σου· αλλ' αυτό ακόμη είνε νωρίς. Δεύτερον, θα δώσωμε απόψε το τσάι εις έξ πρόσωπα· η νύμφη με τους συγγενείς της, ο κ. Νέλκην και ίσως ακόμη κανένας άλλος. Να είνε όλα πρώτης . . .
ΘΟΔΩΡΟΣ Πολύ καλά. Να πάρω γλυκά;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Να είνε όλα καθώς πρέπει. Άναψε τους λύχνους, τα μεγάλα κανδυλέρια να μην αναφθούν· να συγυρισθούν τα δωμάτια· να καπνίσης μυρωδιές. Τρανσπαράν παντού· υποδοχή στας επτά. . .
ΘΟΔΩΡΟΣ Θα φορέσω στολή;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Στολή δεν χρειάζεται. Η υπηρεσία — με μαύρα φράκα· λαιμοδέταις και γελέκια άσπρα· να κατεβασθούν η κουρτίνες, — η κουρτίνες να κατεβασθούν. Γιατί εσείς ή καθώς πρέπει άνθρωπος δίνει εσπερίδα ή πραγματευτής παντρεύεται — το ίδιο τώχετε.
ΘΟΔΩΡΟΣ Πολύ καλά. (απέρχεται σπεύδων).
ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.
Κρετσίνσκης (μόνος)
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τώρα μου χρειάζονται δύο τέτοια χαρτάκια που να είνε απαράλλακτα. Στάσου, στάσου! (αναζητεί εντός του γραφείου του), Τα, τα, τα. Χρεωστικαί αποδείξεις! Καλείτερα δεν ειμπορεί να γείνη! (θέτει αυτάς την μίαν επί της άλλης και δια ψαλλίδος τας κόπτει καταμεσής). Περίφημα! (τραγουδεί εκ του Μαγευμένου Βέλους).
Αν δεν ήταν το κρασί, η ζωή γεμάτη λύπαις και με θλίψι θα περνούσε
Ωραίο τραγουδάκι αυτό, μα το δικό μου είνε καλείτερο:
αν δεν είχαμε μυαλό η ζωή γεμάτη λύπαις και με γύμνια θα περνούσε.
Με αυτό (δηλαδή με το μυαλό) η δυστυχία
είναι ψέμα φοβερό! αν η τσέπη είν' άδεια τώρα αύριον πλουτούμεν. (δις)
(τελειώνει με ένα απίστευτον λαρυγγισμόν).
Κι' όταν φθάσωμεν να γενούμεν πλούσιοι, τότε ό,τι τραγούδι θέλεις λέγε, όσαις ανοησίαις θέλεις 'πέ· όλα θα είνε καλά, όλα άξια . . . όλο νους, παντού νους! Στον κόσμο νους, στον έρωτα νους, στο παιγνίδι νους, στην κλεψιά — νους! . . . Ναι, ναι! αυτό είνε, νά που εφάνη και η φιλοσοφία, Όταν όμως έσυρα τον Ρασπλιούγεφ τότε φιλοσοφία δεν υπήρχε· φαίνεται πως και αυτή η κόρη του Σωκράτους, αγαπά να στηρίζεται καλά . . . Αλλά . . να μη μου τα μπερδέψη αυτός ο Ρασπλιούγεφ; 'πέρασε πια μισή ώρα, αν όχι περισσότερο . . . τώρα, αυτή τη στιγμή, αυτή την μεγάλη στιγμή διερχόμεθα τον Ρουβίκωνα, και ή διαπερεούμεθα εις την αντίπεραν όχθην ή βουλιάζομε! . . . Ναι, αυτή είνε, αυτή είνε η αποφασιστική, η κρίσιμος στιγμή!
(Ακούεται θόρυβος, ο Ρασπλιούγεφ εισορμά με την γούναν, ασθμαίνων. Ο Κρεντσίνσκης αναπηδά και τρέχει να τον υποδεχθή).
ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.
Ρασπλιούγεφ ακολουθούμενος υπό του Θεοδώρου, όστις του εκβάλλει την γούναν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Αι, Ρασπλιούγεφ, νίκη;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Νίκη, Μιχάηλο Βασίλειτς, νίκη! Νάτηνε, επιάσθηκε στ' αγγίστρι!
(κρατεί υψηλά την καρφίδα και του την εγχειρίζει).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φαιδρώς) Αι, Ρασπλιούγεφ, τον επεράσαμε τον Ρουβίκωνα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Τον επεράσαμε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τον Ρουβίκωνα!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Τον Ρουβίκωνα!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Γελοίε!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Γελ . . . γελοίε; εγώ γελοίος; με συγχωρείς, Μιχάηλο Βασίλειτς! Τα εκατάφερα που λέτε μια χαρά. Φθάνω . . . φθάνω κ' ερωτώ: είνε μέσα ο κύριος; όχι, μου λένε, δεν είν' εδώ· η δεσποσύνη είνε στο σπίτι; στο σπίτι μου λένε, πού είνε, λέγω; Στην κάμαρή της, μου λένε, του λέγω, ανάγγειλέ με· μου λέ . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Αι, αυτό πια φαίνεται· μεγαλοφυέστατον! . . . (Βαίνει προς το γραφείον. Ο Ρασπλιούγεφ πλησιάζει τον Θόδωρον και του ομιλεί χειρονομών. Ο Κρετσίνσκης εξετάζει αμφοτέρας τας καρφίδας). Απαράλλακτες! (Τας περιτιλύσσει κάθε μίαν χωριστά εντός χαρτίων). Δε μου ξεγλυστρά! (Τας θέτει εις το πορτοφόλι του. Προς τον Ρασπλιούγεφ). Αι, Ρασπλιούγεφ! Τώρα δρόμο . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (στρεφόμενος ταχέως προς αυτόν). Δρόμο;!! τι τάχα; Εγώ είμ' έτοιμος για δρόμο . . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πάρε άρπαξε ό,τι μπορείς. Γρήγορα ζβέλτα — (Προς τον Θεόδωρον) Δόσε μου να ντυθώ!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχει εντός του δωματίου) Θόδωρε! πάρε, άρπαξε, φίλε μου, ό,τι μπορείς. Ζβέλτα. (αρπάζει πράγματά τινα, τρέχει παρά τον Κρετσίνσκην και πίπτει)
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ενδύεται) Γλήγορα, γλήγορα, φίλε μου! Τη βαλίζα δόσε μου δω, τη βαλίζα! (Ο Ρασπλιούγεφ τρέχει εις το άλλο δωμάτιον και φέρει την βαλίζαν). Στάσου! Δε γίνεται! (Ρασπλιούγεφ σταματά ως απολιθωμένος). Αν στείλουν να μας καταδιώξουν θα μας προφθάσουν.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ποιος; Να μας καταδιώξουν; Αμ τότε μας πιάνουν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μας τσακώνουν κ' ύστερα — Σιβηρία.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Αμ' αν μας τσακώσουν — βέβαια Σιβηρία.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τότε τι να την κάμωμε λοιπόν;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ναι, Μιχάηλο — Βασίλειτς, τι να τήνε κάμωμε;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Θόδωρε!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Θόδωρε!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Δόσε μου τη γούνα μου!
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Δόσε μας τις γούνες μας.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φορών ταχέως την γούναν του) Αι, φίλε μου, συ, δίκαιον είνε να φορέσης όχι γούνα, αλλά τον μανδύαν των καταδίκων με τον άσσο καρρώ στην πλάτη! (Φεύγει εκ της θύρας προς τον Θόδωρον) Να μην τον αφήσης να βγη από 'δώ μέσα, ακούς;
ΘΟΔΩΡΟΣ Πολύ καλά, αφέντη! (Στέκεται παρά την θύραν και την κλείει κατά πρόσωπον του Ρασπλιούγεφ).
ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ίσταται ως απολιθωθείς). Σταθήτε! τι κάνετε σεις; Μιχάηλο Βασίλειτς! . . (Με όλην του την φωνήν) Μιχάηλο Βασίλειτς! . . Μα πού επήγε; Στάσου! Άφησε, άφησε σου λένε! Μα τι είν' αυτό; (ωθεί τον Θόδωρον εκ της θύρας). Τι κάνεις εσύ;!
ΘΟΔΩΡΟΣ (απομακρύνων αυτόν διά της χειρός). Παρακαλώ, Κύριε, να μείνετε στη θέσι σας. Δεν ακούσατε; έτσι με διέταξαν.
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αλλόφρων). Πώς;! Μα αυτό είνε . . . αυτό θα πη, ληστεία! . . . προδοσία! άι, προδοσία!!! (προχωρεί πάλιν εις την θύραν και τον σπρώχνει). Άφησέ με, άφησέ με, κακούργε! άφησέ με σου λέγω! . . (Ο Θόδωρος κλειδόνει την θύραν). Αχ, Χριστέ μου και Παναγία μου! Φονικό! ωχ, φονικό! Βοήθεια! Βοή . . . (κατευνάζεται). Σ-σ . . . τι κάνω 'γώ; Είμαι στα λογικά μου; τώρα μας κουβαλιούνται οι αστυφύλακες . . . (Πραΰνεται). Άφησέ με, Θοδωράκη μου! Άφησέ με, ψυχή μου! Για σένα, βλέπεις, το ίδιο είνε· τι θα καταλάβης να με πάρης στο λαιμό σου; Θάρθη, βλέπεις, αμέσως η αστυνομία, αμέσως θα πιαστούμε! Άμα έρθη ο γέρος, ευθύς θα πιαστούμε. Ποιος ήρθε θα ειπούνε; ήρθε θα ειπούνε ο Ιβάν Αντώνιτς. Τσακόσετέ τον, θα ειπούνε τον μπιρμπάντε. Ο κύριος είνε μεγάλος και πλούσιος· και νά σου τον τον καλό σου από 'δώ . . (συλλαμβάνει ο ίδιος το περιλαίμιόν του) και τράβηγμα ίσια στο Γενικό διοικητή, και στο δικαστήριο κι' απ' εκεί εις την οδόν Σιβηρίας! ωχ, ωχ, ωχ, ωχ! (Κάθηται επί του μαρσίπου και κλαίει). Θοδωράκη . . Θοδωράκη! Δε μου λες, τι θα καταλάβης, τι θα κερδίσης, αν εμένα με μαστιγώσουν εκεί που ξέρεις; . . .
ΘΟΔΩΡΟΣ Έλα Χριστέ και Παναγία ευπατρίδην σαν και λόγου σας θα μαστιγώσουν; Καλέ τι λέτε;! . . .
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ποιος; Εγώ ευπατρίδης; Κουρουφέξαλα . . ψευτιαίς! Κ' η κοσκινού τον άνδρα της! . . . σε μένα πάει. Θόδωρε, αι Θόδωρε! άφησέ με, αδελφέ! Γι' αγάπη του Χριστού κάμε το κι' άφησέ με! Έχω βλέπεις κ' εγώ τη φωλίτσα μου· από μένα περιμένουν να τους πάγω να φάνε.
ΘΟΔΩΡΟΣ Καλέ τι λέτε, Ιβάν Αντώνιτς; Τι φωλίτσα είν' αυτή;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Δηλαδή, να, πουλάκια· μικρά παιδάκια· τα κακόμοιρα θ' αποθάνουν από το κρύο κι' από την πείνα· θα τα ρίξουν μες στο δρόμο σαν τα ψωρόσκυλα· τα παιδάκια τα καϋμένα — το αίμα μας!
ΘΟΔΩΡΟΣ Μα τι είν' αυτά, Ιβάν Αντώνιτς, γιατί ανησυχήτε έτσι; πού μπορεί να πάη ο αφέντης;
ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Πώς πού; Ξέρω κ' εγώ; στους τέσσερους ανέμους.