Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις

Part 3

Chapter 30 wordsPublic domain

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Στο μοναστήρι; Κύριε ελέησον! . . . τι έπαθες; . . . (την περιποιείται). Μα περίμενε, λοιπόν, θα σκεφθούμε . . . (της σπογγίζει τα δάκρυα). Μην κλαις . . . θα σκεφθούμε . . . Έλα, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! τι έπαθες! . . .

ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.

Οι άνω και Κρετσίνσκης (εισέρχεται ταχέως).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ωχ, Θεέ μου! Ο Μηχάηλο Βασίλειτς!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφελώς) Λοιπόν, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, εχάσαμε το ιπποδρόμιον . . . (Διακόπτεται. Ο Μούρομσκης ψιθυρίζει τι εις την Λύδοτσκαν. Σιγά τη Ατούγεφ). Τι τρέχει;

ΑΤΟΥΓΕΦ Νά, όλο λέγει, πως θέλει να σκεφθή.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Και σεις εθυμώσατε;

ΑΤΟΥΓΕΦ (διορθώνει τον κεφαλόδεσμόν της) Όχι, δεν είνε τίποτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! Δεν μου λέγετε, τι συμβαίνει; . . . Επιτρέψατέ μου να σας ομιλήσω ειλικρινώς· αυτό είνε το καλείτερον. Εγώ είμαι ευθύς άνθρωπος· το πράγμα θα εξηγηθή απλούστερα και εις κανένα μας δεν θα κακοφανή. Άλλως τε ό,τι ειπήτε σεις εκείνο και θα γείνη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Α, — κάτι είχαμε μεταξύ μας· για κάτι άλλο πράγμα είχαμεν ομιλίαν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών όλους) Δι' άλλο πράγμα; α, δεν το πιστεύω . . . Εγώ φρονώ, ότι ο ευθύς δρόμος είνε και ο καλείτερος. Αυτός είνε ο κανών μου: εγώ ενεργώ απ' ευθείας. Χθες έκαμα πρότασιν εις την θυγατέρα σας, σήμερον το είπα εις την Άνναν Αντώνοβναν και τώρα ευρίσκομαι ενώπιόν σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα τούτο είνε τόσο δύσκολον, παρουσιάζει τόσας δυσκολίας, ώστε θα σας παρακαλέσω να μας δώσετε ολίγον καιρόν να σκεφθώμεν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Κ' εγώ υπέθετα, ότι είχατε καιρόν να σκεφθήτε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι, τώρα μόλις η Άννα Αντώνοβνα μου ανήγγειλε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μα εγώ δεν ομιλώ περί αυτού· εγώ, είνε τώρα τόσοι μήνες που έρχομαι εις το σπήτι σας, — και είχετε καιρόν να σκεφθήτε . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι, εγώ τίποτε δεν εσκέφθηκα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Το σφάλμα δεν είνε ιδικόν μου, είνε ιδικόν σας· είσθε ελεύθερος να μη σκέπτεσθε, όταν ξεύρετε, ότι χωρίς κανένα ιδιαίτερον σκοπόν δεν ημπορεί ένας ευγενής άνθρωπος να πηγαίνη εις ένα σπήτι και να εκθέτη μίαν κόρην.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ναι, βέβαια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Διά τούτο θα σας παρακαλέσω να μη αναβάλλητε την απόφασίν σας. Κατ' αυτάς μου είνε απαραίτητον να αναχωρήσω. Περί τούτου έκαμα λόγον εις την Λυδίαν Πετρόβναν.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (αποφασιστικώς) Πώς να γείνη, αλήθεια δεν ηξεύρω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τι σας δυσκολεύει; η περιουσία μου;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ας πούμε και η περιουσία σας . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ! Μα σεις την βλέπετε: εγώ δεν ζω εις τα σπήλαια. Σταθήτε, εγώ θα φερθώ διαφορετικά: περί της προικός της θυγατρός σας δεν εξετάζω.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι να γίνεται λόγος για την προίκα της! εγώ μια κόρη την έχω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Κ' εγώ μόνος μου είμαι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αυτά όλα τα παραδέχομαι, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά, ξεύρετε εις όλας αυτάς τας υποθέσεις χρειάζεται, να ειπούμεν, θετικότης.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Να σας 'πώ και περί της θετικότητος: έχω αρκετά ιδικά μου η κόρη σας επίσης έχει αρκετά· αν προσθέσετε τα δυο αυτά αρκετά, το άθροισμα δεν ημπορεί ποτέ να είνε ανάγκη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι, βέβαια, όχι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Λοιπόν δεν ζητείτε πλούτη;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι, εγώ πλούτη δεν ζητώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τότε τι λοιπόν; Μήπως ηκούσατε ότι αι υποθέσεις μου δεν πηγαίνουν καλά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Σας ομολογώ, ότι έγεινε τέτοιος λόγος.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Και τίνος υποθέσεις, από όσους ζώμεν εδώ εις την Μόσχαν πηγαίνουν καλά; Τι περιουσίαν, παρακαλώ, εκάματε σεις ο ίδιος, αφ' ότου κατοικείτε εδώ;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Βλαστήματα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πράγματι. Δι' ημάς τους νοικοκυρέους δεν υπάρχει χειρότερον πράγμα από το να ζώμεν εις τας πόλεις.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Είπατε μίαν μεγάλην αλήθειαν: δεν είνε χειρότερον από τας πόλεις.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Εγώ φεύγω από την Μόσχαν.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Πηγαίνετε στο κτήμα σας μήπως;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Στο χωριό, ναι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και σας αρέσει το χωριό μήπως; . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χειρονομών) Αι, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς. Έχετε το καλείτερον μέσον να κάμετε όλους που είνε γύρω σας να αγαπήσουν το χωριό! (λαμβάνει την Λύδοτσκαν εκ της χειρός). Αγαπώμεν ο ένας τον άλλον, πολύ αγαπώμεθα και το χωριό λοιπόν θα το αγαπήσωμεν. Θα μένωμεν μαζύ σας, δεν θα σας αφήσωμεν ούτε στιγμήν θα φροντίζωμεν μαζύ και θα ζώμεν ηνωμένοι.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Μπαμπάκα μου! αγαπημένε μου μπαμπά! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ενθυμείσθε τι σας έλεγα προ ολίγου; — ο γέρος ο ασπρομάλλης με τον έγκονον — αι, λοιπόν εκείνος ο γέρος είσθε σεις. . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Μπαμπάκα μου, μπαμπάκα μου, — σεις είσθε. . . . (βαίνουσι προς αυτόν).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (οπισθοχωρών) Α, όχι, όχι, σταθήτε δα! Πώς είνε δυνατόν; . . . σταθήτε . . . εγώ δεν εσκέφθηκα . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τίποτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, δεν έχετε πια να σκεφθήτε· αυτό ήτον της τύχης, το θέλημα του Θεού! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρών όλους και στενάζων) Ειμπορεί, πράγματι, να είνε θέλημα του Θεού! Αι, λοιπόν, ευλογητός ο Θεός! Ιδού, Μιχάηλο-Βασίλειτς, να το χέρι της, αλλά κυττάξετε καλά! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Θα κρατήσετε το λόγο σας για τον ασπρομάλλη το γέρο;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οδηγών προς αυτόν την Λύδοτσκα) Ιδού η εγγύησις. Αι, πιστεύετε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Να δώση ο Θεός!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Άννα Αντώνοβνα! (οδηγεί προς αυτήν την Λύδοτσκαν). Ευλογήσετέ μας και σεις.

ΑΤΟΥΓΕΦ Νά που δεν μ' εξέχασε κ' εμένα. (Πλησιάζει προς τον Κρετσίνσκην και την Λύδοτσκαν). Παιδιά μου! να είσθε ευτυχισμένοι.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (την φιλεί) Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! Θεέ μου! Πώς κτυπά η καρδιά μου . .

ΑΤΟΥΓΈΦ Τώρα δεν είνε τίποτε, παιδί μου! είνε για καλό.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πλησιάζει προς την Λύδοτσκα και την θωπεύει) Δεν θα κλαίης πια, αγάπη μου; αι;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αχ, μπαμπάκα! πόσον είμαι ευτυχής!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Να ιδήτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, τι κτηνοτροφίαν θα κάμωμεν εις το Στρέσσνιεβο· θα ιδήτε πόσον θα καταγίνω.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά φαιδρότητος) Τι μου λέτε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Σας βεβαιώ! Να μου θυμάσθε (ομιλεί δήθεν μυστικώ τω τρόπω)· Θα φέρωμεν ζώα από όλα τα μέρη, αγελάδες, βώδια . . .

ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.

Οι άνω και Νέλκην (εισέρχεται και σταματά εις την θύραν έκθαμβος)

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ναι, μα το βώδι του εξωτερικού δεν αντέχει εις το κλίμα μας είνε πολύ λεπτοφυές.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών την χείρα της Λύδοτσκας) Όχι, δεν είνε λεπτοφυές.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αλήθεια, είνε λεπτοφυές.

ΝΕΛΚΗΝ (πλησιάζων εν σπουδή) Τι; Ποιο; ποιο είνε λεπτοφυές;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρέφεται προς τον Νέλκην) Το βώδι!

(Καταπίπτει η αυλαία).

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Το οίκημα του Κρετσίνσκη.

Πρωί. Σπουδαστήριον πολυτελώς διεσκευασμένον αλλ' εν μεγάλη αταξία· τράπεζαι, ορειχάλκινα σκεύη. Ένθεν της σκηνής γραφείον, εστραμμένον προς τους θεατάς· ένθεν δε τράπεζα. Ο Θόδωρος διευθετεί τα εν τω θαλάμω βραδέως.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΘΟΔΩΡΟΣ Έ-ε-ε! καϋμένα παιδιά! (Στενάζει βαθέως και βραδέως). Είδες εκεί πράματα . . . ακούς, μωρ' εκεί πράματα . . . ποιος να το πιστέψη; Πάνε τώρα τέσσαρες ημέραις που δεν ανάψαμε φωτιά· κ' έχουμε τις κάμαραις κρύαις, αι, τι να γείνη· νά, που δεν ανάβομε . . . (μετά τινα σιωπήν) Και όμως σαν εζούσαμε στην Πετρούπολι, Χριστέ και Παναγίτσα μου! — πού βρίσκονταν εκείνα τα χρήματα. Τι τζόγος που γινότανε! . . . Μα αυτός 'ς ούλη τη ζωή τέτοιος δα ήτανε: οι παράδες γι' αυτόν ήταν άχυρα, σκύβαλα. Από την εποχή ακόμη που ήταν φοιτητής εγλεντούσε δυνατά, και άμα βγήκε από το πανεπιστήμιο, τότε δα ήτανε που πήρε δρόμο· πήρε δρόμο σαν ανεμοστρόβιλος! Γνωριμίαις, κόντιδες, πρίγκηπες, φίλοι, ξεφαντώματα, τζόγος. Και χωρίς αυτόν ούλη η νεολαία δε μπορούσε τίποτε να κάνη. Τώρα, με τις γυναίκες — τα ίδια πάλι . . . Τόσαις χιλιάδες πέρασαν από τα χέρια του που χάνει κανείς το νου του να ταις λογαριάση! τι διάβολο του βρίσκουν δε μπορώ να καταλάβω· μα δεν τον αφίνουν, αδερφέ, ήσυχο. Η μια με γράμμα, η άλλη με ραβασάκι, η άλλη με κάθε λογής μπιλιετάκια, κι' άλλαις έρχονται η ίδιαις αυτοπροσώπως. Και γίνεται πια του Κουτρούλη το πανηγύρι· άλλαις τον ζητούνε, άλλαις τον ερωτεύονται, άλλαις τον ζηλεύουνε κι' άλλαις τον οχτρεύονται. Και ήτανε μια τέτοια, — μα τι πράμα ήτανε. — Είχε παρά με ουρά και, μπορώ να πω, από ταις πιο ώμορφαις· ακούς, μια ώρα να στέκεται μπροστά του γονατιστή, ναι, μα το Θεό! και πλούσια; . . . και να του φιλεί τα χέρια σαν νάταν καμμιά σκλάβα. Ό,τι ήθελε την έκανε. Η κακομοίρα! Και χρήματα; . . . μα μπορούσε να του ζυγίση τρεις φορές τον εαυτό της με χρυσάφι! Όχι, λέει, εγώ τα γυναικεία χρήματα δεν τα θέλω· αυτά τα χρήματα, λέει, εμένα δε μου χρειάζονται. Σφίγγει το γρόθο του — δυνατός άνθρωπος — εγώ, λέει, θ' αποκτήσω χρήματα· εγώ, λέει, θέλω να γλεντίσω! και του δίνει δρόμο! Μαζεύει-μαζεύει, κ' έπειτα πέρνει δρόμο το γλέντι, που βλέπεις και σε πιάνει τρόμος· τα ξοδεύει ίσα με το τελευταίο του λεπτό . . . Εχτίκιασε η κακομοίρα και πάει στο καλό, μα το ναι. Είπανε, πως πέθανε στην Ευρώπη. Είχε, είχε, μάτια μου, και τι δεν είχε . . . Και τώρα — τι να πης; . . Και κτήμα είχε μα — φιου! πάει — πάει. Πουλήσαμε τ' άλογά μας, τ' ασημικό το δώσαμε προ πολλού· και σε μερικά ρούχα πια εβάλαμε χέρι . . . Σωστή καταβόθρα, βρε αδερφέ! μας πήρε και μας εσήκωσε. Ούλοι οι καλοί σύντροφοι, 'κείνοι που 'παιζαν άφοβα, ετραβήχθηκαν και μας φορτώθηκε στο σβέρκο αυτός ο Ρασπλιούγεφ. Και τι μπορεί να βγη απ' αυτόν; που λέγει ο λόγος, αυτός ούτε δυο γαϊδάρων άχερα δε ξέρει να μεράση . . . (Κτύπος κώδωνος). Νά! πρωί τόνε θες, βράδυ τόνε θες· τάγιζέ τονε, ετοίμαζέ του τις τράπουλες, σαν να νοιώθη τάχα. «Εγώ, φίλε μου, δε μπορώ, εγώ, λέει, παίζω σε τέτοια συντροφιά». Και τι συντροφιά; . . . Εχτές επήγε κάπου, επήρε δύο τράπουλαις, δηλαδή τις πιο διαλεγμέναις . . . Αι, ίσως να δούλεψαν . . . Να δώση ο Θεός! . . . (Κτύπος κώδωνος). Αΐχ, εχ, εχ, εχ! Ας πα να του ανοίξω.

ΣΚΗΝΗ Β'.

Ρασπλιούγεφ και Θόδωρος.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(ατημέλητος, τεταραγμένος, φορών τσαλακωμένον πίλον)

Τι, ούτε μέσα δε θέλεις να μ' αφήσης πια να μπω;

ΘΟΔΩΡΟΣ Με συγχωρείς, Ιβάν Αντώνιτς, δεν άκουσα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(βαίνει κατ' ευθείαν εις το προσκήνιον και σταματά σύννους)

Αι, ζωή κι αυτή!

ΘΟΔΩΡΟΣ (κατ' ιδίαν) Δεν έχει κέφι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Αι, Θεέ μου, Θεέ μου! τι ήταν εκείνο; Μωρέ τι ήταν εκείνο;! Το κεφάλι μου, πιστεύετε; Νά-ά . . . (δεικνύει με τας χείρας του). Χρήματα . . χαρτιά . . . τύχη . . . κέρδη . . . ένα φοβερό ντελίριο! . . . Ζωή . . . Ήτανε καιρός που είχα κ' εγώ το δικό μου, μα μου τώφαγαν 'πανάθεμά τους . . . μ' ερήμαξαν . . . Τώρα . . πτωχός και πένης ειμί εγώ! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ) Τι έγεινε, Ιβάν Αντώνιτς, επαίξατε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τον παρατηρεί επί μακρόν) Επαίξαμε, — αι, ας πούμε πως επαίξαμε! . . . (κάθηται) ώωώχ, άι, άι, άι! Θεέ μου Θεέ μου! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ Μα τι επάθατε; Μήπως συνέβη τίποτε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(παρατηρήσας αυτόν εις τους οφθαλμούς και πτύσας)

Τφου! . . . νά, αυτό συνέβη! (σιγώσι). Αι, τι να γείνη! Εγώ φταίγω. . . . άλλαξα την τράπουλα . . . μ' ετσάκωσαν . . . Αι, α, ω, ω κ' επήρε δρόμο! . . . Και τούτη σου' χω, και 'κείνη σου χαρίζω . . . Αι, πάρε της χρονιάς σου δα και τράβα! . . . Τι ήταν εκείνο; Με αναισθησία! Βλέπω, πως εδώ είν' άσχημη δουλειά: οι φίλοι άρχισαν να θυμώνουν, να σπρώχνουν τότε κ' εγώ το κόβω λάσπη . . . τον Σεμιπάδωφ τόνε ξέρεις; . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ Δεν τόνε καλοθυμούμαι!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μια θεοήλατη, τόση δα μούρη, (δεικνύει θεοήλατη μούρη) Και μήπως έπαιζε; . . Και νά σου τον και σηκόνεται τεντωμένος από το τραπέζι και ανασκουμπόνεται. «Σταθήτε, λέει, να τον αρχίσω στις γροθιές» Κ' ένας γρόθος τέτοιος δα! (δεικνύει τον όγκον του γρόνθου του). Και καθώς πέρνει δρόμο! Θεέ και Κύριε, τι ήταν εκείνο! . . . «Εγώ, λέει, να σου τόνε κάνω τ' αλατιού», (ανατείνει τας χείρας του) Και μ' εδιόρθωσε . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (συμβουλευτικώς) Κυρ-Γιάννη! Κυρ-Γιάννη! Τα χαρτιά πρέπει να μάθετε πρώτα να τα παίζετε. Είδες που την επάθετε!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Και τάμαθα . . . Δεν υπάρχει σκυλί που να μπόρεσε να υποφέρη τέτοιο ξύλο· αυτό πια δεν είνε μάθημα· — αυτό είνε κακούργημα 'μέρα μεσημέρι.

ΘΟΔΩΡΟΣ Χμ . . . μέρα μεσημέρι; . . . Χώνεστε μέσα στ' αλλουνού την τσέπη και θέλετε να μη σας τις βρέξουν: όποιος και νάνε θα σας τις βρέξη . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μωρέ μα τι δύναμι ήταν εκείνη! Ε-ε! . . . Έτυχε να βρεθώ άλλοτε μέσα σε τέτοιαις μπερδεψοδουλειαίς μα, να σου πω, τέτοιο ξύλο δεν το περίμενα. Καμμιά φορά μπορούσες κ' έδινες και ρέστα κ' έπεφτες και με τη μούρη, γιατί η μούρη είνε το πρώτο πράγμα που βρίσκει κάτω! . . . Χθες όμως ήταν διαφορετικά τα πράγματα! (Εκ της πλαγίας, θύρας φορών κοιτωνίτην, αναφαίνεται ο Κρετσίνσκης. Ο Ρασπλιούγεφ δεν τον παρατηρεί).

Αυτός, φαίνεται, πως έχει δικό του τρόπο· δε χτυπά ταις γροθιαίς κατεβαταίς, π' ανάθεμά τονε, αλλά μπιχταίς, κατ' ευθείαν μες στη μούρη . . . Μα έννοια σου και σ' αυτό δε με πιάνεις, σ' αυτό εγώ είμαι μάνα· εγώ πολλαίς φοραίς και δέκα 'μέραις εκαθόμουνα με τη μούρη χωμένη στη γωνιά, χωρίς δουλειά και χωρίς τον επιούσιον με κάτι φανάρια, να . . . (Δεικνύει τους οφθαλμούς του) ώστε αυτή τη δουλειά τήνε ξέρω . . .

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Οι άνω, και Κρετσίνσκης.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ και τον παρατηρεί επισταμένως).

Έχασες πάλι;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Ποιος — εγώ; πού το καταλάβετε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Το ακούω. Μη μου κάνεις τον έξυπνο, κλούβιο κεφάλι!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Γιατί είμαι κλούβιο κεφάλι; Γιατί με βρίζετε κάθε μέρα; Θεέ μου, τι ζωή είν' αυτή;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ανάξιε άνθρωπε, χαμένο κορμί! Στο γουδί αέρα κοπανίζεις, (μετά τινα σιωπήν) Δεν αξίζεις ούτε το ψωμί που τρως! Έβγαλες το ψωμί σου, αι; κτήνος! Μπας και θαρρείς πως σε διατηρώ από φιλανθρωπία; Μήπως σου πέρασε η ιδέα, πως είμαι μέλος καμμιάς φιλανθρωπικής εταιρίας; Εγώ, για το ψωμί που τρως θέλω χρήματα τ' ακούς; Φέρε μου λοιπόν! Διάβολε! καταλαβαίνεις; Τι μου κρέμασες τα μούτρα σου; Πες μου, πού ήσουνα χθες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μα-α-α λίστα! εγώ . . . πώς . . να εδώ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Χρήματα έφερες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Όχι, δεν έφερα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Δόσε μου λοιπόν, τι επήρες προχθές για το παιγνίδι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ανοίγων τας χείρας του) Τάχασα, όλα τάχασα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πώς τάχασες!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μου τα πήραν, όλα μου τα πήρανε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακόπτων) Βλάκα! . . . το βλέπω, και τα χρήματα σου πήραν και σου τις έβρεξαν! (Θυμωμένος) Αχ! να σ' αρπάξη κανείς και να σε ζγουρίση σα χταπόδι.

(Περιπατεί ανήσυχος εις το δωμάτιον).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (με παράπονον) Μην ανησυχείτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, και μ' έχουνε ζγουρισμένον για καλά! Φθάνει αυτό! Μωρέ δύναμι που σου την έχει! Εγώ, λέει, με μποξ τόνε διορθόνω! . . . Χμ! . . . με μποξ! (Ο Κρετσίνσκης περιπατεί σύννους. Σιγή). Δε μου λέτε αλήθεια, Μιχάηλο Βασίλειτς, τι είνε αυτό το μποξ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Συ πρέπει να το ξέρης. Νά, (κάμνει κίνησιν διά της χειρός) αυτό είνε το μποξ, Ιβάν Αντώνιτς . . αγγλική εφεύρεσις.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομών) Αυτό λοιπόν είνε το μποξ! . . . αγγλική εφεύρεσις! . . Αχ, Θεέ μου! (κινών την κεφαλήν του). Ακούς εκεί; . . . Και οι άγγλοι είνε πολιτισμένος λαός, δεινοί θαλασσοπόροι . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πρέπει νάβρω χρήματα! Χωρίς άλλο, με κάθε τρόπο, πρέπει νάβρω χρήματα και χρήματα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (απαθώς) Εγώ δε ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, εγώ ούτε έχω χρήματα ούτε μπορώ ναύρω. (Σκέπτεται, αίφνης ανατείνει την κεφαλήν του). Αυτό δεν το επερίμενα!. . . . (σηκώνει τον δάκτυλόν του) Οι Εγγλέζοι . . . . πολιτισμένος λαός . . . θαλασσοπόροι . . αι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθεί βαδίζων) Πώς είπες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Λέγω, πολιτισμένος λαός, οι Εγγλέζοι! αι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μα συ βλέπω τάχεις ολότελα χαμένα. Του 'μιλείς για δουλειά, κι' αυτός, ποιος διάβολος ξέρει τι κάθεται και ψάλλει! Άκουσε! είμαι έως εδώ, ως το λαιμό· θέλω χρήματα, χρήματα, μ' ακούς; Πήγαινε να μούβρης, όπως 'μπορέσης. Όλον μου το μέλλον, όλη η ζωή μου, όλα, όλα κρέμονται από τρεις χιλιάδες ρούβλια. Πήγαινε να μου φέρης. Ακούς; πώλησε τη ψυχή σου . . . τι λέγω ψυχή . . . κλέψε και φέρε μου!! Πήγαινε στου Μπεκ, στου Συρέγγελ, στου Στάρωφ, 'ς όλους τους εβραίους: δόσε τόκο όσο θέλεις . . . βάλε και για εκατό ακόμη χιλιάδες, φέρε μου όμως χρήματα! και κύτταξε καλά, με αδειανά χέρια να μη φανής εμπρός μου, γιατί θα σε πνίξω σαν τη κόττα . . . Να βρεθούν . . . Ιδού περί τίνος πρόκειται· παντρεύομαι την κόρη του Μούρομσκη . . . ξέρεις! Νύφη πλουσία. Χθες εδόθη ο λόγος και μετά δέκα ημέρας γίνονται οι γάμοι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (έκθαμβος) Μιχ . . Μιχ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Καλέ τι λέτε; . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Έχω στα χέρια μου χίλιους πεντακόσους δούλους· — και τούτο ισοδυναμεί με ενάμισυ εκατομμύριο, — και διακόσες χιλιάδες καθαρώτατο κεφάλαιο. Μ' αυτό το ποσόν μπορεί να κερδίση κανείς δύο εκατομμύρια! και θα κερδίσω, — θα τα κερδίσω χωρίς άλλο θα κάμω κολοσσαίαν περιουσίαν κ' ετελείωσε· ησυχία, σπίτι, κουτή γυναίκα και ήσυχα και καλά γηρατειά. Εσένα θα σου δώσω διακόσες χιλιάδες . . . περιουσία για πάντα, ζωή χαρισάμενη, γεύματα, τιμαίς, γνωριμίαις, όλα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(υποκλίνεται, τρίβει τας χείρας του και γελά).

Διακόσες χιλιάδες . . . γεύματα . . . Ε-ε-ε . . . Μιχ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Αλλά γιαυτά χρειάζονται χρήματα· πρέπει να τραβήξωμε το σχοινί μας καμμιά δεκαριά 'μέραις ακόμη. Χωρίς τας τρεις χιλιάδας εγώ αύριον ρίχνω το κανόνι! Ο Στσέπνιεφ, ο Γαλτ θα μου κοινοποιήσουν αγωγήν, θα το ειπούν στη λέσχη, θα γραφή τώνομά μου στον πίνακα, — και τότε χάνεται το παν! . . . εκατάλαβες; . . . (τον αρπάζει λυσσαλέως εκ του περιλαιμίου) εκατάλαβες τι σφίξι, τι δίψα έχω γι' αυτά τα χρήματα; Σώσε με! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ Μιχάηλο Βασίλειτς! Μάτια μου! Μ' αυτά σου μοναχά τα λόγια δυνάμωσαν τα κόκκαλά μου . . Πάω, πάω . . άι-άι-άι . . . (Αρπάζει την κεφαλήν του.) Παναγία μου . . . (Φεύγει.)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(Μόνος, περιπατών εν τω δωματίω).

Αι! νομίζω πως αυτή τη δουλειά θα την τελειώση· εις αυτά, μπορώ να πω, είνε επιτήδειος — μπορεί να φέρη άνω κάτω όλην την πόλιν. Αυτοί οι αλιτήριοι εμένα με ξεύρουν . . Είνε δυνατόν να μην εύρη; αι; . . . Θεέ μου! πόσον είναι αναγκαία καμμιά φορά τα χρήματα! . . . (Κινεί τους δακτύλους του.) Υπάρχουν κάποτε κάτι στιγμαί εις τον βίον, που εντελώς όλα, εννοείς . . . (Σκέπτεται.) Και αν δεν ευρεθούν; αν ο Ρασπλιούγεφ δεν φέρη ούτε λεπτόν; αι; αν αυτό το χορταστικό εκατομύριο μου ξεφύγη από το αγγίστρι για ένα τέτοιο τιποτένιο ποσόν τριών χιλιάδων ρουβλίων, αφού όλα πια είνε καμωμένα, ψημένα, τηγανισμένα . . που δεν μένει άλλο παρά ν' ανοίξης το στόμα να τα χάψης . . Λιγόνει η καρδιά τ' ανθρώπου . . . (Σκέπτεται.) Άσχημα έκαμα, που τώρα τελευταίως έμπλεξα με ένα τέτοιον παληάνθρωπο· απ' αυτόν εκτός από αηδίας και δυσαρεσκείας τίποτε άλλο δεν πρέπει να περιμένη κανείς. Να σου πω όμως άνθρωποι δα κι' αυτοί οι ξιπασμένοι μεγαλοαφεντάδες· άρχησαν να μ' αποφεύγουν χμ, φαίνεται πως το μυρίσθηκαν! . . . Είνε καιρός πλέον να τελειώση ή ν' αλλάξη αυτή η σκηνογραφία . . . Και νά, θαρρείς πως επίτηδες εβγήκε 'μπρός μου αυτή η ευλογημένη οικογένεια του Μούρομσκη. Ένας μωρός γύρος βαλς συνδέει την πλέον αχρειοτέραν ερωτοτροπίαν. Η υπόθεσις διεξήχθη με αρκετήν τόλμην· χθες εδόθη ο λόγος και μετά δέκα ημέρας είμαι παντρεμένος! Κάμνω, καθώς λέγουν, καλό γάμο! Έχω σπίτι, θέσιν εις την κοινωνίαν, φίλους και θαυμαστάς — ένα σωρό . . . (Περιχαρής). Αλλά τι τζόγος έχει να γείνει, τι τζόγος! Με διακόσαις χιλιάδες μπορώ να κερδήσω βουνό χρυσάφι! . . . Τι; δεν ημπορώ; Βέβαια 'μπορώ! Θε να 'γδύσω κυριολεκτικώς όλους αυτούς τους χορτασμένους! Στο σπίτι όμως αυτού του γέρο ξεκουτιάρη δεν έχω σκοπό να κατοικήσω. Ευχαριστώ πολύ! Την Λύδοτσκαν πρέπει να την περιλάβω δυνατώτερα στα χέρια μου, να της κάμω, που λέγουν, καλό δασκάλεμα, να την τυλίξω σαν κουβάρι, που να μη βγάζη άχνη· γιατί αυταίς η άχναις εμένα . . . δεν μ' αρέσουν τόσο . . . Ας είνε, αυτό δεν είνε και δύσκολο πράγμα. Κι' αυτή η Λύδοτσκα, δε ξεύρεις τι διάβολο είνε! μια νερόβραστη γογγύλα, ένα μηδέν! . . . κ' εγώ τραβώ για την Πετρούπολι! Εκεί είνε ο τζόγος! Εδώ τι παίζουν; ευτελή, μηδαμινά πράγματα . . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται). Μιχάηλο Βασίλειτς! ο έμπορος Στσέμπνιεφ . . . Προστάζετε να τον αφήσω νάμπη μέσα;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Νά και η πραγματικότης! Κουτέ! ας του έλεγες πως δεν είμαι σπίτι.

ΘΟΔΩΡΟΣ Δε 'μπορώ, Μιχάηλο Βασίλειτς! Δεν τους ξέρετε τι άνθρωποι είνε αυτοί; — 'μπορεί να καθίση να περιμένη με την ησυχία του στην πόρτα οκτώ ώραις, — γι' αυτόν το ίδιο είνε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Καλά, ας έλθη.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Στσέμπνιεφ και Κρετσίνσκης.

(Ο Στσέμπνιεφ είν' ενδεδυμένος κατά τον συρμόν, με παχυτάτην άλυσιν ωρολογίου, με βελούδινον δικτυωτόν γελέκον και πανταλόνι καρέ).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ραθύμως) Καλημέρα, Τιμοφέη Τυχομίριτς!

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Τα σεβάσματά μου, Μιχαήλο Βασίλειτς; είσθε καλά;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Κάποια μικρά αδιαθεσία . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Κανένα μικρό κρυολογηματάκι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Φαίνεται . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Από το χθεσινό τζόγο έχω ένα μικρό λογαριασμουδάκι· αν έχετε την ευχαρίστησι να μου το πληρώσετε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μα δεν σας είπα χθες πως θα τα φέρω ο ίδιος;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Ναι, έχετε δίκηο, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά ξεύρετε έχω ανάγκην από χρήματα. Κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Αλήθεια, στην τιμή μου, σας λέγω, τώρα χρήματα δεν έχω. Περιμένω από στιγμής εις στιγμήν και θα σας τα φέρω χωρίς άλλο, μείνατε ήσυχος. (Σιγή). Αι, τι γίνεται στη λέσχη;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Μα . . . τίποτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ποιος έπαιξε ύστερ' από 'μένα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Μα . . . όλο και οι ίδιοι. Λοιπόν, δεν μου κάμνετε την χάρι, Μιχάηλο Βασίλειτς.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μα είσθε περίεργος άνθρωπος· πήτε μου, στο Θεό σας, ημπορώ να σας πληρώσω αφού δεν έχω χρήματα; Σας λέγω, πως δεν έχω. Από τον τοίχο θενά τα κόψω;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Πάει καλά . . όπως αγαπάτε . . . όπως αγαπάτε . . λοιπόν να μη σας κακοφανή, Μιχάηλο Βασίλειτς αν σήμερον . . . δηλαδή . . . στη λέσχη . . καταχωρήσουμε στο βιβλίο . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πώς εις το βιβλίον; δηλαδή εις το βιβλίον θα το καταχωρήσετε;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Μάλιστα . . . Μα αυτό πλέον έτσι γίνεται συνήθως.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πώς συνήθως; Δηλαδή να καταισχύνετε έναν άνθρωπον, να τον εξοντόσετε . . Μα αυτό θα το μάθη σήμερον όλη η λέσχη, και αύριον όλη η πόλις! . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Μα βέβαια. Είνε πράγμα συνηθισμένον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Συνηθισμένον διά σας, όχι όμως και δι' εμέ. Εγώ πάντοτε ήμην τίμιος και ακριβής εις την πληρωμήν των χρεών μου, και από σας, μάλιστα, από σας, κύριε, είχα να λαμβάνω τόσες φοραίς και επερίμενα και τρεις μήνας χρήματα. Ενθυμείσθε;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Δεν λέγω όχι. Εμείς σας είμεθα πάντοτε ευγνώμονες. Τώρα όμως μην ταράττεσθε και κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε. Διαφορετικά . . . τι να γείνη; η ανάγκη . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μα τι ανάγκη; Σταθήτε . . . μήπως θα χάσετε το δικαίωμα να με γράψετε εις το βιβλίον αύριον ή μεθαύριον; Δεν το χάνετε . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Αυτό βέβαια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τότε λοιπόν γιατί σώνει και καλά σήμερα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ Αυτό, βλέπετε, απαιτεί η τάξις: όποιος δεν πληρώνει — εγγράφεται εις το βιβλίον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μα τι είν' αυτά, βρε αδελφέ; Μήπως αρνούμαι εγώ να πληρώσω; Εγώ σας παρακαλώ μονάχα να μου κάμετε την χάριν να περιμένετε δύο — τρεις ημέραις. Μήπως κ' εγώ δεν σας επερίμενα τρεις μήνες.

ΣΤΣΕΣΜΠΝΙΕΦ Αυτό είν' αλήθεια . . πράγματι αυτό έτσι είνε, τώρα όμως Μιχάηλο Βασίλειτς, αλήθεια, προστάξετε να σας παρουσιάσω τον λογαριασμόν. Έχω ανάγκην, σας βεβαιώ!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μα τι διάβολο λοιπόν — πέτρα είσθε; Ήλθατε επίτηδες να μου κάμετε τον παλαβό και δε μπορώ να σας χώσω στην κεφαλή σας, ότι τώρα, αυτή τη στιγμή, χρήματα δεν έχω και να σας πληρώσω δεν ημπορώ! . . . Είνε αδύνατον! (πλησιάζων προς τον Στσέμπνιεφ) Εκαταλάβατε; . .