Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις
Part 2
ΑΤΟΥΓΕΦ Και ο Ιβάν Σίδωρωφ τι κάνει εκεί; Τι, και την κοπριά δεν είν' άξιος να φορτώση στ' αμάξι;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δε μπορεί.
ΑΤΟΥΓΕΦ Δε ξέρω — περίεργο αλήθεια . . . Και πρέπει λοιπόν ο ίδιος ο νοικοκύρης να φορτώση την κοπριά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ο ίδιος.
ΑΤΟΥΓΕΦ Ωραία ενασχόλησις!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δι' αυτό και μας πήρε όλους ο διάβολος.
ΑΤΟΥΓΕΦ Από την κοπριά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ναι, από την κοπριά.
ΑΤΟΥΓΕΦ Χα, χα χα! Αυτό σε ξένους μην το ξαναπήτε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς — γιατί θα γελάσουν μαζύ σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αυτό, κυρά μου, λίγο με μέλει, πως . . (παρόμοιος κωδωνισμός. Πάντες ανασκιρτώσιν. Ο Μούρομσκης οπισθοχωρεί και κραυγάζει ισχυρότερον ή πριν). Άι! . . Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! Κι' αυτό μου ξερίζωσε τα μέσα. Εγώ έτσι δε μπορώ να ζήσω . . . (πλησιάζει προς την Ατούγεφ). Καταλαμβάνετε, κυρά μου, πως εγώ έτσι δεν ειμπορώ να ζήσω! Τι, να με σκοτώσετε, θέλετε; . .
ΣΚΗΝΗ Η'.
Οι άνω και Κρετσίνσκης, (εισέρχεται θαρραλέος, ενδεδυμένος κομψώς, με ράβδον, με κίτρινα χειρόκτια και λουστρίνια υποδήματα χαμηλά).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, καλημέρα σας! (Στρέφεται προς τας κυρίας και υποκλίνεται) Mesdames! (πηγαίνει και θλίβει την χείρα των).
ΝΕΛΚΗΝ (ίσταται μεμακρυσμένως, κατ' ιδίαν).
Δε τον! από την αυγή του Θεού, πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις εδώ μέσα. (Ο Κρετσίνσκης διηγείται κάτι, χειρονομεί και σύρει τους πόδας του). Τζουτζές, σωστός Τζουτζές. Τι να κάμης; τας διασκεδάζει, αρέσει . . . . (αι κυρίαι γελούν). Νά! Ω, γυναίκες! Τι επιθυμούν αι γυναίκες; — κίτρινα χειρόκτια, λουστρίνια παπούτσια, μπαρμπετόνια που να εξέχουν πέρα και περισσότερο τρίξιμον! (Ο Κρετσίνσκης πηγαίνει εις την γωνίαν, τοποθετεί την ράβδον και τον πίλον του, εξάγει τα χειρόκτια του και χαιρετά σιωπηλώς τον Νέλκην). Αχ, Λυδία, Λυδία! (Στενάζει).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύων τον κώδωνα) Άννα Αντώνοβνα! Τι κώδων της Βουλής είνε αυτός που εκρεμάσατε εκεί;
ΑΤΟΥΓΕΦ (δειλώς). Της Βουλής; . . . Πώς — της Βουλής;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Βροντόφωνος θέλω να ειπώ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ
(πλησιάζει προς τον Κρετσίνσκη και τον λαμβάνει εκ της χειρός).
Σ' ευχαριστώ, αδελφέ, Μιχάηλο Βασίλιτς, πολύ σ' ευχαριστώ, (προς την Ατούγεφ). Αι, τι λέγεις τώρα, Άννα Αντώνοβνα, αι; Μα κ' εγώ, αδελφέ, το καταλαβαίνω πως είνε παραφύσιν,
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τι πράγμα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι πράγμα, λέγει; Μα να, αυτό το καταχθόνιο κουδούνι! Αρρώστησα, βρε αδελφέ! Πράγματι κώδων της Βουλής. Νά, εδώ θαρρείς πως συνεδριάζει η Βουλή.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ
(βαίνων προς τον κώδωνα· όλοι τον ακολουθούν και παρατηρούν).
Ναι, είνε μεγάλος, πράγματι, είνε μεγάλος . . . . Α! μα αυτός έχει ελατήριον, à marteau . . . . ξεύρω, ξεύρω! . . .
ΝΕΛΚΗΝ (κατ' ιδίαν). Εσύ και δεν θα ξεύρεις τα κουδούνια· εσένα αυτή είνε η δουλειά σου.
ΑΤΟΥΓΕΦ (πειστικώς) Αυτό μας το έκαμε ο γερμανός.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ναι, είνε ωραίος κώδων αλλά πρέπει να τον βάλετε κάτω εις την σκάλαν . . . κάτω πρέπει.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Α — Αχ! σαν να 'φυγε κάτι τι από το στήθος μου . . . (ανοίγει την προς την κλίμακα θύραν). Αι, Τίσσκα, τρουβά, καντυλανάφτη! έλα 'δώ! (Εμφανίζεται ο Τίσσκας). Έλα 'δώ! Βγάλ' τον απ' εδώ αυτόν τον Πιλάτον!
(Ο Τίσσκας αφαιρεί τον κώδωνα και απέρχεται).
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λίαν ραθύμως) Δεσποσύνη, εξεκουράσθητε από τον χθεσινόν χορόν;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αισθάνομαι κάπως μικρόν κεφαλόπονον.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Επεράσαμεν, αλήθεια, πολύ εύθυμα.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αχ, τι εύθυμα, ναι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (θαρραλέως) Πόσον ήτον ωραία η Λυδία Πετρόβνα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, και πόσον δροσερά, και πόσον αξιέραστος . . . αλήθεια για καμάρωμα.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (κάπως ταραχθείσα) Μηχάηλο Βασίλιτς! τι λέγετε! Διά τον εαυτόν σας όμως δεν ομιλείτε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Πώς, διά τον εαυτό του; Κύτταξέ την! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Εννοείται, μπαμπά! Όλη μου η τουαλέτα ήτον με την γνώμην του Μηχάηλο Βασίλειτς. Εγώ και η θεία μου εζητήσαμε την γνώμην του.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι δα! Κύτταξε καλέ! Και έχετε καιρόν δι' αυτά τα πράγματα; Και ξεύρετε κι' από τέτοια;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Τι να κάμης, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! ιδιοφυία, βλέπετε. Και τώρα δεν αγαπάτε να κοπιάσετε εις την αυλήν διά να κρίνετε και την ιδιοφυίαν μου εις άλλο είδος;
(λαμβάνων τον Μούρομσκην της χειρός).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι, τι τρέχει; Τι να κάμωμεν στην αυλή;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χαριεντιζόμενος) Εξεχάσατε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αληθινά, δε θυμούμαι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Εγώ όμως, αν δίδω γνώμην διά τουαλέτας — δεν λησμονώ. Και το μοσχάρι το εξεχάσατε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Α, να! — ναι, μάλιστα! Αι, λοιπόν; Σας το έφεραν από το κτήμα;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ναι, είν' εδώ πλέον. Είνε μισή ώρα τώρα που χαλά τον κόσμο στην αυλήν σας.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λαμβάνων τον πίλον του) Είμαι περίεργος να το ιδώ.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Mesdames! εφθάσαμεν.
(λαμβάνει νωχελώς τον βραχίονα του Μούρομσκη και τον οδηγεί έξω).
ΣΚΗΝΗ Θ'.
Ατούγεφ, Λύδοτσκα και Νέλκην.
ΑΤΟΥΓΕΦ (δεικνύουσα τον αναχωρούντα Κρετσίνσκην)
Νά, τι θα πη άνθρωπος του κόσμου, Βλαδήμιρ Δμήτριτς! . . . . Charmant, charmant.
ΝΕΛΚΗΝ Ναι, είνε άνθρωπος, αυτό . . . ζωηρός, εύθυμος . . . ολίγα καλά όμως ακούει κανείς γι' αυτόν.
ΑΤΟΥΓΕΦ Και πού να σε χαρώ, ακούονται; σε καμμιά σπηληά ακούονται;
ΝΕΛΚΗΝ Είνε, λέγουν, φοβερός χαρτοπαίκτης.
ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά δυσφορίας) Αι, και σεις, μ' εσκοτίσετε με τα λόγια σας — και να με συμπαθάτε. Άλλο από κουτσομπολιές δεν ακούει κανείς από το στόμα σας. Εσείς τη Μόσχα δεν τήνε ξέρετε και ό τι ακούσετε από τον πρώτον τυχόντα μας το κουβαλάτε. Έτσι, φίλε μου, δεν ζούνε μες στας πόλεις. Είσθε νέος άνθρωπος και πρέπει να μιλήτε με προσοχή και να διαλέγετε καλείτερα ταις γνωριμίαις σας. Ποιος ήταν εκείνος που εκαθόσαστε μαζύ της προάλλαις εις το θέατρο; ποιος ήταν;
ΝΕΛΚΗΝ Ήτον ένας έμπορος απ' εδώ, Άννα Αντώνοβνα.
ΑΤΟΥΓΕΦ Έμπορος;!! Ορίστε, με τον έμπορο επήγε κ' έκαμε γνωριμία!
ΝΕΛΚΗΝ Καλέ τι λέγετε, Άννα Αντώνοβνα! Αυτός είνε ένας πολύ πλούσιος έμπορος . . . έχει ένα τέτοιο σπίτι! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Και τι, τι έχει να κάνη το σπίτι; Και ο αστός έχει σπίτι. Και μήπως σας ταιριάζει ο έμπορος; Όποιος από την υψηλή κοινωνία σας ιδή μ' αυτόν δεν θα σας δεχθή στο σπίτι του.
ΝΕΛΚΗΝ Και μήπως εγώ, Άννα Αντώνοβνα, πάγω γυρεύοντας;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εξαπτομένη) Γιατί τα λέγετε αυτά; Μήπως πηγαίνομε 'μείς γυρεύοντας;
ΝΕΛΚΗΝ (υπολαμβάνων) Λυδία Πετρόβνα! παρακαλώ: εγώ, σας βεβαιώ, δεν ήθελα να ειπώ ένα τέτοιο πράγμα . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Αι, καλά, καλά! Ο Θεός μαζύ σας. Θα κάμετε καλά όμως να μην κακολογείτε τους ανθρώπους· έτσι είν' ο κόσμος, φίλε μου: αν είσαι καλός, θα σε ειπούν βλάκα· αν είσαι πλούσιος — έκτρωμα· αν είσαι γνωστικός — θα σε πουν ελεεινόν υποκείμενον ή κάτι χειρότερο. Τέτοιος είν' ο κόσμος. Ο Θεός ας τους ελεήση! ό,τι είνε ο άνθρωπος είνε.
ΣΚΗΝΗ Ι'.
Οι άνω, Κρετσίνσκης και Μούρομσκης (εισέρχονται ταχέως).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Φίλτατέ μου Μιχάηλο Βασίλειτς! (τον λαμβάνει εκ της χειρός). Ευχαριστώ, ευχαριστώ! Μα . . . . να σας πω, με φέρνετε εις δύσκολον θέσιν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Παρακαλώ . . . παρακαλώ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αλήθεια, είνε ντροπή . . . Τι θαπή . . . Λύδα, Λύδοτσκα! . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Τι, μπαμπά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Για κύτταξε, ο Μιχάηλο Βασίλειτς μου εχάρισε ένα μοσχάρι . . .
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (περιποιουμένη τον πατέρα της) Είναι ωραίο, μπαμπάκα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (καμμύει τους οφθαλμούς). Αρι-στούρ-γημα . . . Φαντάσου: κεφαλή, μάτια, μούρη, κερατάκια! . . . (καμμύει και πάλιν τους οφθαλμούς). Αριστούργημα . . . Και είνε από το κτήμα που έχετε στο Σιμπήρσκ;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ναι, ναι, από το κτήμα μου.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Κ' έχετε λοιπόν κτήμα στο Σιμπήρσκ;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Κτήμα, ναι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και έχετε καλήν κτηνοτροφίαν;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Βεβαίως, εξαίρετον.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και σας αρέσουν και τα ζώα;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Μ' αρέσουν.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ω Θεέ μου! ώστε και η οικονομία πάει να 'πή . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μειδιών) Και αυτό, πάει να πή.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Το χωριό όμως, μου φαίνεται όχι τόσο . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετά θέρμης) Πώς να σας πω; Εγώ λατρεύω το χωριό . . . Το καλοκαίρι το χωριό είνε παράδεισος. Αέρας καθαρός, ησυχία, ανάπαυσις! . . . Βγαίνεις εις τον κήπον, εις τον κάμπον, εις το δάσος — είσαι παντού νοικοκύρης, είνε όλα δικά σου. Και το κυανούν άπειρον και εκείνο είνε ιδικόν σου! Λαμπρά! θεία!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα, έτσι κ' εγώ τα αισθάνομαι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Σηκόνεσαι ενωρίς και μια και δυο στον κάμπο. Παντού χλιαρότης, όλα μοσχοβολούν . . . Εκεί εις τους σταύλους, εις το θερμοκήπιον, εις τον λαχανόκηπον . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αμή στ' αλώνι;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Και στ' αλώνι . . . Παντού ζωή, παντού εργασία, η ήρεμος, η ειρηνική εργασία.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά στεναγμού) Πράγματι ήρεμος ειρηνική εργασία . . . Είδες, Άννα Βασίλειεβνα, πώς 'μιλούν οι φρόνιμοι άνθρωποι!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Έκαμες την εργασίαν σου, περιήλθες το νοικοκυριό σου, έκαμες όρεξιν — και μια και δυο στο σπίτι! . . Εδώ τώρα τι χρειάζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, αι; ειπέτε μου, τι άλλο χρειάζεται;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ευθύμως) Τσάι, χωρίς άλλο τσάι.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Όχι, όχι τσάι: καλείτερο από το τσάι, υψηλότερον από το τσάι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (απορών) Δεν ηξεύρω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! σεις δεν ξεύρετε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (σκεπτόμενος) Αληθινά δε ξεύρω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Η σύζυγος χρειάζεται!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παραφερόμενος) Αλήθεια! πράγματι!
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθών) Και τι σύζυγος; (παρατηρεί την Λύδοτσκαν). Καλοκαμωμένη, ξανθή, ήσυχος νοικοκυρά, άκακος. Ήλθες στο σπίτι, την έπιασες από το κεφάλι, την εφίλησες και από τα δύο μάγουλα . . . «Καλημερούδια σου, γυναίκα! της λες, φέρε, γυναίκα, τσάι! . . .»
ΑΤΟΥΓΕΦ Καλέ τι λέγετε! Χαρά ςτον τρόπο! Μ' αυτόν τον τρόπον η γυναίκα ούτε να κτενισθή δεν θα μπορή.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Αι, Άννα Αντώνοβνα! Αι γυναίκες δεν θυμώνουν, όταν οι άνδρες τους χαλούν τη κτενισιά των· όταν δεν την χαλούν — τότε τους κακοφαίνεται· (ο Μούρομσκης γελά). Και το σαμοβάρι πια βράζει. Νά και ο γερο-πατέρας που μπαίνει· είναι άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του σαν το μπαμπάκι, κι' ακουμπάει στο δεκανίκι του, ευλογεί την γυναίκα σου. Να και ο κατεργαράκος ο εγγονός, που χώνεται κοντά του, — φοβείται τη μητέρα του και κολλιέται στον παππού του. Αυτή είνε η ζωή κατ' εμέ! Αυτή είνε η ζωή στο χωριό . . . (Στρεφόμενος προς την Λυδίαν). Τι λέγετε σεις, Λυδία Πετρόβνα — σας αρέσει το χωριό;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Πολύ.
ΑΤΟΥΓΕΦ Και πότε σου άρεσε σένα το χωριό;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Όχι, θείτσα, μου αρέσει. Εγώ, Μιχάηλο Βασίλειτς, πολύ αγαπώ τα περιστέρια. Εγώ τα ταγίζω μόνη μου.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Και τα άνθη σας αρέσουν;
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Ναι, μου αρέσουν και τα άνθη.
ΑΤΟΥΓΕΦ Αχ, Θεέ μου! Τώρα όλα της αρέσουν.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Εν τούτοις εφλυαρήσαμεν αρκετά (παρατηρεί την ώραν). Μία η ώρα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Είνε καιρός, θ' αργήσωμεν. Μα σεις πρέπει ν' αλλάξετε: θα είνε κόσμος πολύς.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εύθυμος) Γιατί; . . . Αι, ας είνε, ας πάμε να θυμηθούμε τη ζωή του χωριού, Ν' αρνηθή κανείς μια τέτοια φιλόφρονα πρόσκλησιν δεν πηγαίνει.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ (σπεύδουσα προς τον πατέρα της) Και τωόντι, αλλάξετε, μπαμπάκα μου, αλήθεια, αλλάξετε. Τι τάχα, σάματι σας επήρανε τα χρόνια; . . . Χρυσέ μου, μπαμπάκα (τον φιλεί) . . . πάμε . . . χρυσέ μου (τον φιλεί και πάλιν) . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σχεδόν ταυτοχρόνως) Εύγε, Λυδία Πετρόβνα, εύγε! Έτσι δα, καλά του κάμνετε . . . δόστε του, δόστε του . . . Αμ' μα την αλήθεια . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελά και θωπεύει την Λύδιαν) Τάριξα σύξυλα, αι; . . . Α, κατεργάρα! . . . (Η Λύδοτσκα τον συνοδεύει. Ο Νέλκην εξέρχεται κατόπιν των εις τον θάλαμον του Μούρομσκη).
ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.
Ατούγεφ και Κρετσίνσκης.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρεί γύρω) Πώς σας εφάνη, Άννα Αντώνοβνα, η εικών μου περί της ζωής εις το χωρίον;
ΑΤΟΥΓΕΦ Αληθινά, αγαπάτε το χωριό;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ποίος; Εγώ; Τι λέτε! Επίτηδες τα έλεγα.
ΑΤΟΥΓΕΦ Πώς επίτηδες;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Γιατί να μην ευχαριστήσωμεν τον γέροντα;
ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι, ευχαριστείται τόσον πολύ, όταν του εκθειάζουν το χωριό . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Είδατε λοιπόν; Εγώ επιθυμούσα, Άννα Αντώνοβνα, να μάθετε όλην την αληθή αφορμήν των λόγων μου.
ΑΤΟΥΓΕΦ Ποια αφορμή;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Άννα Αντώνοβνα! Ποιος να μη σας εκτιμήση, ποίος να μη εκτιμήση την ανατροφήν που εδώσατε εις την Λυδίαν Πετρόβναν;
ΑΤΟΥΓΕΦ Και μ' όλα ταύτα, Μιχάηλο Βασίλειεβιτς, φαντασθήτε, ο Πιοτρ Κωνσταντίνιτς με μαλώνει πάντοτε.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ποιος; ο γέρος; Αι, Άννα Αντώνοβνα, γι αυτό είνε συχωρεμένος· είνε βλέπετε νοικοκύρης· κι' αυτοί οι νοικοκύριδες τίποτε άλλο από τους σταύλους και τα κοπρίσματα δεν βλέπουν.
ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι, πραγματικώς, σήμερα το πρωί μου έλεγε, πως όλοι οι νοικοκυρέοι κατεστράφησαν, διότι δεν φροντίζουν για την κοπριά.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Έτσι είνε, βέβαια! Βλέπετε πώς σκέπτονται! Τώρα, να ειπούμε, το σπίτι σας είνε λαμπρό σπίτι. Όλα τα έχει· ένα πράγμα μονάχα δεν έχει — άνδρα. Αν είχατε τώρα ένα άνδρα, έτσι . . . επιτήδειον, άνδρα του κόσμου, καθ' όλα comme il faut, — το σπίτι σας θα ήτον το πρώτον εδώ πέρα.
ΑΤΟΥΓΕΦ Μήπως δεν το σκέπτομαι αυτό κ' εγώ;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Εγώ πολύν καιρόν έζησα εις τον κόσμο και ξεύρω πώς ζουν. Η πραγματική ευτυχία είνε να εύρη κανείς ένα καλοανατεθραμμένο κορίτσι και να μοιρασθή μαζύ του όλα. Άννα Αντώνοβνα! πολύ σας παρακαλώ . . . δόσετέ μου αυτήν την ευτυχίαν . . . η τύχη μου είνε εις τα χέρια σας.
ΑΤΟΥΓΕΦ (διαθρυπτομένη) Με τι τρόπον; Δεν σας καταλαμβάνω.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ζητώ την χείρα της ανεψιάς σας, Λυδίας Πετρόβνας.
ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν έχω άλλο στον κόσμο ακριβώτερο από την ευτυχία της Λύδοτσκας. Εγώ είμαι βεβαία, πως μαζύ σας θα είνε ευτυχής.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών τας χείρας της Ατούγεφ) Άννα Αντώνοβνα! Πόσον σας είμαι ευγνώμων!
ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν ωμιλήσατε ακόμη με τον Πιοτρ Κωνσταννίνιτς;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ακόμη δεν ωμίλησα.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Η συγκατάθεσίς του είνε αναγκαία.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ξεύρω, ξεύρω. (κατ' ιδίαν) Τώρα τα προκόψαμε . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Πώς είπατε;
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Λέγω, πως . . . η πατρική ευλογία είνε . . . είνε . . . πώς να πω; είνε λίθος, επί του οποίου οικοδομούνται τα πάντα . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι, αυτό είνε αλήθεια.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Πώς να τα καταφέρωμεν λοιπόν μαζύ του;
ΑΤΟΥΓΕΦ Εγώ, τι να σας πω . . . το συλλογίζομαι . . .
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Ιδού τι να κάμωμεν: τώρα, νομίζω είνε κατάλληλος η στιγμή· εγώ αμέσως πηγαίνω εις το ιπποδρόμιον εκεί τώρα με περιμένει όλη η κοινωνία. Έχω με τον πρίγκηπα Βλαδήμιρον Βέλσκην μεγάλο στοίχημα. Εσείς κρατήσετέ τον εδώ και ανοίξετέ του ομιλίαν. Ειπήτε του πως εγώ έφυγα, διότι εφοβήθην να μην αργήσω, πως εκεί όλοι με περιμένουν. Και μαζύ μ' αυτά κάμετέ του λόγον διά την πρότασίν μου. (λαμβάνει τον πίλον του).
ΑΤΟΥΓΕΦ Πολύ καλά, εννοώ.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (της θλίβει την χείρα) Χαίρετε, σας εμπιστεύομαι την ευτυχίαν μου.
ΑΤΟΥΓΕΦ Μείνατε ήσυχος, όλα θα γείνουν. Χαίρετε! (φεύγει)
ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.
Κρετσίνσκης μόνος είτα Νέλκην.
ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σκέπτεται) Μωρέ δουλειά! Να δουλειά! Ολόκληρο εκατομμύριο στο χέρι. Εκατομμύριο! Μωρέ δύναμις! Να σηκώσω τη μύτη ή να μην την σηκώσω; — ιδού το ζήτημα! (Σκέπτεται και ανοίγει τας χείρας του): Άβυσσος, Τράπεζα! Έχομεν εδώ πολλάς πιθανότητας επιτυχίας. Και ποίαι είνε εδώ αι πιθανότητες; Έχομεν εναντίον μας: τον μπαμπά — έναν· αν και κουτούτσικος, αλλά έχει και πολλάς αδυναμίας. Τον Νέλκην — δύο· αυτός, που λέγει ο λόγος ούτε κρύο μας κάνει ούτε ζέστη. Τώρα υπέρ ημών έχομεν: αυτόν εδώ τον κώδωνα της Βουλής — ένα· την Λύδοτσκα — δύο και . . . α, ναι! το μοσχάρι μου — τρία, Ω, το μοσχαράκι — θα κάμη καλή δουλειά! Αυτό ηθικώς επενήργησε λαμπρά. (Ο Νέλκην εξέρχεται εκ της πλαγίας Θύρας και σταματά· ο Κρετσίνσκης φορεί τον πίλον του). Αφού έχομεν δύο προς τρία, χμ! πρέπει να ελπίσωμεν ότι θα παντρευθώ . . . (μετά βεβαιότητος) θα παντρευθώ! (φεύγει)
ΝΕΛΚΗΝ (κατάπληκτος) Θα παντρευθώ;!! Θεέ μου! Μήπως βλέπω όνειρον; Ποίαν; την Λυδίαν Πετρόβναν . . . Α, όχι. Καλό κομμάτι, αλλά δεν είνε για τα δόντια σου . . . Τώρριξε το λογάκι του . . . «Γυναίκα, λέγει, γυναίκα χρειάζεται», κ' ένα σωρό άλλα ερρητόρευσε. Ευφυολόγος! τολμηρός! θρασύτης π' ανάθεμά την; . . . Ο γέρος όμως δεν γελοιέται κ' έννοια σου; Τάχει τετρακόσια· θα τον βοηθήσω κ' εγώ· και δε θα του μπης στη μύτη. Τι μας έδειξες την καλή όψι — να σε ιδούμε κι' από την ανάποδη. Παιδί της χώρας — από πάνω κόκκινο κι' από κάτω κόσκινο. Στάσου, στάσου κ' εγώ θα σε ξεκουμπήσω απ' εδώ! Έχεις τα κουσουράκια σου, μου τα είπανε πια στη λέσχη, πως έχεις . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (έσωθεν των παρασκηνίων) Γράψε, αμέσως γράψε!
ΝΕΛΚΗΝ (φεύγων) Δηλαδή θα εξετάσω να μάθω όλα τα μυστύρια και τότε μια και δυο στο γέρο: τι κάθεσαι, θα του πω, κύριε, και κυττάζεις; Φυλάξου κ' εχάθηκες!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εμφανίζεται εις την θύραν) Βλαδήμιρ Δμήτριτς! Μαζύ μας θα γευματίσης σήμερα;
ΝΕΛΚΗΝ (εκ της θύρας) Μαζύ σας, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, μαζύ σας (φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.
Μούρομσκης, με φράκον, με τον πίλον ανά χείρας εισέρχεται ταχέως, έμφροντις· είτα Ατούγεφ.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τους ξέρω 'γώ: τους εκακοσυνήθισες μια φορά — λεπτό πια ύστερα δεν σου πληρώνουν, (πηγαίνει εις την θύραν και φωνάζει). Κονδράτιε! ακούεις; έτσι να γράψης: όλοι να πιάσουν δουλειά! Μιχαήλ Βασίλειτς! Πού πήγε; Αμ' εγώ τώξερα αυτό· (πηγαίνει πάλιν εις την θύραν). Να γράψης στον Ακείμ. Κι' αυτόν θα τονε στρώσω στη δουλειά. Τι κάθεται και κυττάζει; παχαίνει η κοιλιά του! Πολλή κοιλιά και λίγη δουλειά — τα ξέρομε αυτά! . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! (εισέρχεται η Ατούγεφ). Αυτά έχει, κυρά μου, οποίος ζη μέσα στη Μόσχα!
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι είνε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Να, επτά χιλιάδες ρούβλια καθυστερούμενα από το χωριό Γολόφκοβο!
ΑΤΟΥΓΕΦ Αργυρά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αμέ! αργυρά! (φωνάζει) τι διάβολο! Όλως διόλου τάχετε πια χαμένα!
ΑΤΟΥΓΕΦ Μα τι κάνει λοιπόν αυτός ο Ιβάν Σίδωρωφ;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Πάρε το δρόμο και πήγαινε να τον ερωτήσης: (με οξείαν φωνήν): τι είν' αυτά που κάνεις, Ιβάν Σίδωρωφ; . . . Αι και συ!! (Στρέφεται) Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα πού είνε λοιπόν;
ΑΤΟΥΓΕΦ Έφυγε· εβιάσθηκε, λέγει, να μην αργήση.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Επήγε στο ιπποδρόμιον;
ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι, στο ιπποδρόμιον. Τον περιμένουν εκεί όλοι: τα άλογα, τα μέλη. Έχει κάποιο στοίχημα . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τον ευρίσκω εκεί.
ΑΤΟΥΓΕΦ Έχω να μιλήσωμε μαζύ κάτι τι: μη φύγης.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Άκου κει! Μη φύγης, λέει. Μα δε μου λες, για παιγνίδι με πέρνεται: πότε φύγε και πότε μείνε;
ΑΤΟΥΓΕΦ Έχω για κάποιαν υπόθεσιν να σου μιλήσω.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Υπόθεσιν; τι υπόθεσιν; Τιποτένια πράγματα θα είνε πάλι.
ΑΤΟΥΓΕΦ Θα ιδής. Άφησε το καπέλο σου. Είχα προ ολίγου διεξοδικήν ομιλίαν με τον Μιχαήλ Βασίλειτς Κρετσίνσκην.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα συ κάθε 'μέρα έχεις μαζύ του διεξοδικάς ομιλίας που ποτέ δεν τελειώνουν.
ΑΤΟΥΓΕΦ Έχεις λάθος. Εγώ απορώ μονάχα, πώς δεν καταλαμβάνεις τίποτε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Διάβολο δεν καταλαμβάνω.
ΑΤΟΥΓΕΦ Και μολαταύτα ο άνθρωπος έρχεται κάθε 'μέρα . . . λαμπρός άνθρωπος, του κόσμου, γνωριμίαις μεγάλαις . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Να ταις χαίρεται.
ΑΤΟΥΓΕΦ Έχεις κόρη, κύριε.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί εις την οροφήν) Είνε είκοσι χρόνια τώρα που το ξέρω· καλείτερα το ξέρω εγώ από σένα.
ΑΤΟΥΓΕΦ Και δεν καταλαμβάνετε τίποτε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τίποτε δεν καταλαμβάνω.
ΑΤΟΥΓΕΦ Αχ, Θεέ μου!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (υπολαμβάνων). Τι τρέχει; μήπως είνε τίποτε προξενειές;
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι, τάχα δεν της ταιριάζει της Λύδας;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα αυτός είνε ηλικιωμένος.
ΑΤΟΥΓΕΦ Αι, βέβαια, δεν είνε παιδαρέλι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα η Λύδοτσκα δεν θα τον επάρη.
ΑΤΟΥΓΕΦ Αν δεν τον θέλη — δεν την πανδρεύομε· αν τόνε θέλει όμως τότε τι θα πης;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ποιος; εγώ;
ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Θα πω . . . (την παρατηρεί και ταχέως) ταραντά!
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι είν' αυτό το ταραντά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Θα ειπή κουταμάραις· ανοησίαις, κυρία μου.
ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν είνε κουταμάραις, κύριε, εγώ σ' ερωτώ πράγματα σωστά.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αφού μ' ερωτάς πράγματα σωστά, πρέπει να σκέπτεσαι και σωστά.
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι την κάμης εδώ τη σκέψι; Με τη σκέψι θα παντρέψης την κόρη σου;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αμέ πώς; έτσι απλώς και ως έτυχε να πιάσωμε τον τυχόντα να του την κρεμάσωμε στο λαιμό του; Πρέπει να μάθωμε τι άνθρωπος είνε, τι περιουσίαν έχει . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Νά η ώρα, να του ζητήσωμε και το πασσαπόρτι του.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι πασσαπόρτι, αλλά να μάθωμε πρέπει . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Και δεν τόνε ξέρεις; ένα ολόκληρο χειμώνα έρχεται ο άνθρωπος στο σπίτι μας, και δεν τον έμαθες ακόμη τι άνθρωπος είνε; πράγμα που φαίνεται: παντού τον δέχονται . . . είνε γνωρισμένος με όλους . . . πρίγκηπες και κόντιδες είνε φίλοι του.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι περιουσίαν έχει;
ΑΤΟΥΓΕΦ Μα τώρα, προ ολίγου δεν σου έλεγε, πως έχει κτήμα στο Σιμπίρσκ, και σου χάρισε κ' ένα μοσχάρι;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι κτήμα; κτήμα από κτήμα διαφέρει.
ΑΤΟΥΓΕΦ Φαίνεται, πως είνε καλό κτήμα. Νά που σήμερα, μια ολόκληρη συντροφιά τον περιμένει. Αν δεν είχε κτήμα θα τον επερίμενε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Συ το λες — όχι εγώ.
ΑΤΟΥΓΕΦ Μα εσύ τι λέγεις;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι κτήμα έχει;
ΑΤΟΥΓΕΦ Μα δε μου λες — γιατί με φορτώνεσαι, κύριε;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αμ' εσύ, γιατί με φορτώνεσαι;
ΑΤΟΥΓΕΦ Καλέ, μα τι φωνάζεις έτσι; Κουφή είμαι; Επί τέλους, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τι θέλεις; . . . θέλεις πλούτος; . . . Μήπως, τάχα η Λύδοτσκα 'λίγα έχει; Καλέ τι απληστία είνε αυτή που έχεις; όλο θησαυρίζεις κι' όλο 'λίγα είνε. Φθάνει ο άνθρωπος νάνε καλός.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα είνε καλός να ιδούμε;
ΑΤΟΥΓΕΦ Μπορώ να σου πω, πως είνε λαμπρός άνθρωπος.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Λαμπρός άνθρωπος! Μα ν' ακούσης που λέγουν, πως παίζει χαρτιά, πως κυλιέται μέσα στις λέσχαις, πως έχει χρέη . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Μπορεί· μα ποιος δεν τάχει αυτά;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Με χρέη εγώ γαμπρό δεν κάνω.
ΑΤΟΥΓΕΦ Αλήθεια; Αι, ψάξε λοιπόν να τον εύρης.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι να γείνη! θα ψάξω.
ΑΤΟΥΓΕΦ Να ψάξης μόνος σου.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μόνος μου θα ψάξω.
ΑΤΟΥΓΕΦ Την κόρη σου όμως θα την έχης στο ράφι.
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι να γείνη — ας κάθεται. Σε παραλυμένο άνθρωπο δε θα τήνε δώσω.
ΑΤΟΥΓΕΦ Αι, και παραλυμένος είνε ο Μηχάηλο Βασίλειτς;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Πάρε, κυρά μου, την αναπνοή σου.
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι-ι-ί;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Την αναπνοή σου, λέγω, την αναπνοή σου πάρε.
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι είν' αυτά, κύριε! Με κοροϊδεύεις; Αυτά που λες εγώ δεν τ' ακούω . . . και!
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δεν τ' ακούς; . . . αυτά που λέγω εγώ δεν τ' ακούς; Άκουσε λοιπόν να σου πω: εσένα σου αρέσει, και της Λύδοτσκας της αρέσει, εμένα όμως δεν μου αρέσει — και δεν θα γείνη.
ΑΤΟΥΓΕΦ Έτσι λοιπόν! Δεν τώλεγες τόση ώρα; αυτό είνε λοιπόν! Ώστε με ταις ιδιοτροπίαις σου θα κάμης δυστυχισμένο το κορίτσι σου! Νά πατέρας! είσαι λοιπόν εχθρός του παιδιού σου;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ποιος είν' εχθρός; . . . εγώ είμ' εχθρός; . . . εγώ;
ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι, συ, συ! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι, συ είσαι! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Όχι, συ! . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι, συ! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Όχι, συ! . . . με δείχνεις με το δάκτυλό σου;
ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.
Οι άνω και Λύδοτσκα (εισέρχεται δρομέως).
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Θείτσα, Θείτσα! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά της ιδίας ορμής) Δεν υποφέρω, δεν υποφέρω πια! Κάμε, κόρη μου, όπως θες.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Τι είνε; τι τρέχει, μπαμπάκα;
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πραϋνθείς) Τίποτε, παιδάκι μου, να, με τη θεία σου μιλούσαμε . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ (με νέαν ορμήν) Τι παιδάκι, μου κάθεσαι και λες; τι παιδάκι μου. Να πης στο παιδάκι σου τι έλεγες. . . . τι τα κατέβασες; . . .
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Εγώ, κυρά μου, δεν τα κατέβασα; δεν έχω να κατεβάσω.
ΛΥΔΟΤΣΚΑ Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! σας παρακαλώ! . . .
ΑΤΟΥΓΕΦ Τι με παρακαλείς, κυρά μου; Εγώ δεν είμαι καμμιά ανόητη . . . Τι στάθηκες λοιπόν, κύριε; Ερώτησέ την! Δε ξέρεις πως εκείνος περιμένει απάντησιν;
(Η Λύδοτσκα παρατηρεί και τους δύο και αρχίζει να κλαίη).
ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Καλά· να την ερωτήσω: 'πέμου, Λύδα, θα παντρευθής χωρίς τη θέλησί μου;
ΛΥΔΟΣΤΚΑ Εγώ, μπαμπάκα; Όχι! . . . Όχι! . . . ποτέ! . . . (ρίπτεται εις τον τράχηλον της Ατούγεφ). Θείτσα! βλέπετε; . . . (μέσω των δακρύων της). Εγώ, θείτσα, θα μπω σε μοναστήρι . . . θα πάγω στη γιαγιά μου . . . εκεί θα είμαι πιο καλείτερα . . . (κλαίει).