Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις
Part 11
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Πήγαινε, πήγαινε, και να σπάσης το ποδαράκι σου. Σου εύχομαι και μέσ' από την καρδιά μου να σου τύχη και μεθυσμένος αμαξάς να σου χώση ως το λαιμό το τιμόνι της καρότσας. Υπάλληλος είσαι συ ή πατσαβούρα! Σου ορκίζομαι πως από τώρα και εις το εξής μεταξύ μας όλα ετελείωσαν· ούτε να σε ιδούν τα 'μμάτια μου.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Καλά ας μη με ιδούν (φεύγει).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Να πας 'στο διάβολο, που είναι παληός σου φίλος (ανοίγει την θύραν και αναφωνεί όπισθεν προς τον φεύγοντα) Βλάκα!
ΣΚΗΝΗ ΙΖ'.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (μόνος βαδίζει, ζωηρώς κινούμενος εμπρός-οπίσω) Εγεννήθη ποτέ 'στον κόσμον παρόμοιος άνθρωπος; Τέτοιος βλάκας; Αν πούμε όμως και την μαύρη αλήθεια, κ' εγώ δεν πηγαίν' οπίσω. Μα δε μου λέτε παρακαλώ, εσάς ερωτώ, δεν είμαι βλαξ, δεν είμαι ηλίθιος; Γιατί κοπιάζω φωνάζω και ξεραίνω το λαιμό μου; Πέτε μου, τι μου είνε; συγγενής; και τι του είμ' εγώ; παραμάνα, θεια, πεθερά, ή κουμπάρα; Γιατί διάβολο λοιπόν εγώ να φροντίζω γι' αυτόν, να μην έχω ησυχία, που να τον πάρη ο εξαποδώ αλήθεια κι' απ' αλήθεια! Και γιατί; ποιος διάβολος ξέρει! Πήγαινε να μάθης! Τέτοιος μασκαράς, τέτοιο αντιπαθητικό, αχρείο μούτρο! Να τον πιάση κανείς το τέρας και να του δώση στη μύτη, και στ' αυτιά και στο στόμα, και στα δόντια και παντού! (κάμνει χειρονομίας εις τον αέρα μετ' αγανακτήσεως) Και εκείνο που σε κάμνει να σκάζης είνε, ότι, ενώ εσύ γίνεσαι έξω φρενών, εκείνος ούτε ιδρώνει τ' αυτί του! Για αυτόν, σαν να μη συνέβη τίποτε! αυτό είνε που σε κάμνει έξω φρενών! Τώρα θα πάγη 'στο σπίτι του θα πλαγιάση και θα καπνίση την πίπαν του. Αντιπαθητικό πράγμα! υπάρχουν και άλλα αντιπαθητικά μούτρα, μα σαν αυτουνού — ποτέ! Μα τον Θεόν χειρότερο μούτρο απ' αυτό δεν απαντά εις τον κόσμον! Μα έννοια σου κ' εγώ δεν θα τον αφίσω, θα 'πάγω και θα τον γυρίσω πίσω επίτηδες τον αχρείον, δεν θα τον αφίσω να μου γλυστρήση θα υπάγω να τον φέρω τον παληάνθρωπο (φεύγει δρομαίως)
ΣΚΗΝΗ ΙΗ'.
Αγάφια Τύχωνοβνα (εισέρχεται). Τόσο κτυπά αληθινά η καρδιά μου, που είνε δύσκολον να το εξηγήσω. Παντού, όπου και αν στρέψω, βλέπω εμπρός μου τον Ιβάν Κουζμίτς. Είνε πράγματι αληθινόν, ότι το πεπρωμένον αδύνατον να το αποφύγη κανείς. Προ ολίγου ακόμη εδοκίμασα ν' απασχολήσω εις άλλο αντικείμενον τον νουν μου, εδοκίμασα να κουβαριάσω νήμα, έρραψα ένα σακκίδιον. Μολαταύτα ο Ιβάν Κουζμίτς όλο και επάνω 'στα χέρια μου ανέβαινε. (Μετά τινα σιωπήν). Και τέλος πάντων, ιδού με αναμένει αλλαγή καταστάσεως! Θα με πάρουν, θα με φέρουν, εις την εκκλησίαν . . . . έπειτα θα με αφίσουν μόνην με άνδρα — ουφ; ρίγος με κυριεύει! Χαίρετε, νεανικοί, παρθενικοί μου χρόνοι! (Κλαίει). Επέρασα τόσα χρονιά ήσυχος . . . . έζησα. . . . έζησα και τώρα ήλθεν η ώρα να παντρευθώ! Ω, πόσαι, Θεέ μου, φροντίδες: Παιδιά, αγοράκια, σκανδαλιάρικα, έπειτα θα γεννηθούν και κοριτσάκια, θα μεγαλώσουν έπειτα η φροντίδα να τ' αποκαταστήσω . . . . Και καλά ακόμη αν τύχουν καλούς άνδρας, μα αν είνε τίποτε μέθυσοι ή τέτοιοι που χάνουν ό,τι κι' αν έχουν 'στα χαρτιά;! (Άρχεται πάλιν ολίγον κατ' ολίγον να θρηνή). Δεν μου ήτο γραφτό να χαρώ την ζωήν μου ως κόρη! Ούτε εικοσιεπτά χρόνια ειμπόρεσα να απολαύσω αυτήν την ζωήν (μεταβάλλουσα φωνήν). Αλλά διατί να βραδύνη ο Ιβάν Κουζμίτς;
ΣΚΗΝΗ ΙΘ'.
Αγάφια Τύχωνοβνα και Ποτκαλιόσην, ωθούμενος επί της σκηνής εκ της θύρας δι' αμφοτέρων των χειρών υπό του Κοτσκαριώφ.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ήλθα, δεσποσύνη, να σας ομιλήσω διά μίαν μικράν υπόθεσιν. . . . αλλά ήθελα πρώτον πάντων να μάθω αν δεν θα σας φανή παράδοξον; . . . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ταπεινούσα τους οφθαλμούς). Περί τίνος πρόκειται;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ειπέτε μου πρώτον δεν θα σας φανή παράδοξον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Δεν ειμπορώ. . . . τι συμβαίνει;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ομολογήσατε λοιπόν: αληθώς θα σας φανή παράδοξον; ό,τι θα σας είπω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Καλέ τι λέγετε; πώς είνε δυνατόν να μου φανή παράδοξον; Από σας πάντοτε ευχάριστα πράγματα ακούει κανείς . . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Τούτο όμως ουδέποτε το ηκούσατε. (Η Αγ. Τύχ. έτι μάλλον ταπεινοί τους οφθαλμούς. Ταυτοχρόνως εισέρχεται κρυφίως ο Κοτσκαριώφ και ίσταται όπισθεν του Ποτκαλιόσην). Ιδού λοιπόν περί τίνος πρόκειται . . . . αλλ' ας αφίσωμεν να σας το είπω καλείτερα άλλοτε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μα τι συμβαίνει λοιπόν;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ήθελα . . . . σας βεβαιώ, ήθελα να σας το ειπώ τώρα, αλλά κάπως διστάζω . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (κατ' ιδίαν σταυρώνων τας χείρας). Θεέ μου τι άνθρωπος είνε αυτός! Μία γρηά εκεί, μία γελοιογραφία ανθρώπου, ειρωνεία!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και διατί διστάζετε;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ξεύρω κ' εγώ, νά, έχω κάποιους δισταγμούς.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (γεγωνυία τη φωνή). Τι ανοησίαι, τι ανοησίαι! Βλέπετε δεσποσύνη· ο κύριος απ' εδώ ζητεί την χείρα σας, επιθυμεί να σας ειπή ότι χωρίς εσάς δεν ειμπορεί να ζήση δεν ειμπορεί να υπάρξη, και ερωτά· θέλετε να τον καταστήσετε ευτυχή;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Τι κάμνεις; βρε αδελφέ και συ;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Λοιπόν, δεσποσύνη, αποφασίζετε να τον κάμετε τον θνητόν αυτόν! ευτυχή;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Δεν έχω το θάρρος να φαντασθώ ότι θα ειμπορέσω να κάμω άνθρωπον ευτυχή . . . άλλως εγώ είμαι σύμφωνος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Φυσικά, φυσικά, αυτό έπρεπε να γείνη προ πολλού! Δόσετε λοιπόν τας χείρας σας!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ
(Ζητεί να τω είπη τι κρυφίως. Ο Κοτσκαριώφ τω δεικνύη τον γρόνθον του και συσπά τας οφρείς. Δίδει την χείρα).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (ενόνων τας χείρας) Λοιπόν, ο Θεός να σας ευλογήση! είμαι σύμφωνος και εγκρίνω το συνοικέσιόν σας. Ο γάμος είνε . . . ο γάμος δεν είνε, όπως ας υποθέσωμεν, πέρνω ένα αμάξι και πηγαίνω όπου θέλω, η υποχρέωσις αυτή είνε εντελώς άλλου είδους· είνε υποχρέωσις . . αλλά τώρα δεν έχω καιρόν, και θα σου ειπώ άλλοτε τι είδους υποχρέωσις είνε· λοιπόν Ιβάν Κουζμίτς, φίλησε την μνηστήν σου, τώρα ειμπορείς να το κάμης αυτό· τώρα οφείλεις να το κάμης. (Η Αγάφια Τύχωνοβνα ταπεινώνει τους οφθαλμούς). Δεν πειράζει, δεν πειράζει δεσποσύνη, έτσι πρέπει, ας σε φιλήση.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Όχι, κυρία, επιτρέψατε πλέον τώρα, τώρα πλέον επιτρέψατε. (Την ασπάζεται και λαμβάνει την χείρα της)· Τι ωραίο χεράκι! Διατί δεσποσύνη, έχετε τόσον ωραίο χεράκι; . . . επιτρέψατε να σας ειπώ, κυρία, ότι θέλω να γείνη αμέσως η στεφάνωσις· χωρίς άλλο να γείνη αμέσως.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Πώς αμέσως; ίσως δα είνε πολύ γρήγορα;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Δεν θέλω ούτε να τ' ακούσω! θέλω ακόμη συντομώτερα, αυτήν την στιγμήν, να γείνη ο γάμος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μπράβο! λαμπρά! Ευγενέστατος άνθρωπος! Σε βεβαιώ ότι πάντοτε ήλπιζα πολλά από σένα εις το μέλλον! Σεις, δεσποσύνη, δεν θα κάμετε άσχημα να τρέξετε αμέσως να ενδυθήτε· εγώ να σας ειπώ την αλήθεια έστειλα πλέον να φέρουν άμαξαν και προσεκάλεσα τους φίλους, οι οποίοι θα είνε τώρα πλέον εις την εκκλησίαν. Είμαι βέβαιος ότι το νυμφικόν σας φόρεμα θα έχετε προ πολλού έτοιμον.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Βέβαια προ πολλού μάλιστα. Εγώ στη στιγμή ενδύομαι.
ΣΚΗΝΗ Κ'.
Κοτσκαριώφ και Ποτκαλιόσην.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αδελφέ μου, σου είμαι ευγνώμων. Τώρα βλέπω τω όντι το καλόν που μου έκαμες. Και αυτός ο πατέρας μου δεν θα έκαμνε ό,τι μου έκαμες συ! Βλέπω ότι ενέργησες ως φίλος. Ευχαριστώ αδελφέ! ποτέ δεν θα λησμονήσω τας εκδουλεύσεις σου (συγκεκινημένος). Διά τούτο λοιπόν κι' εγώ την προσεχή άνοιξιν χωρίς άλλο θα υπάγω να επισκεφθώ τον τάφον του πατέρα σου!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Α μπα! Γιατί να πειράζεσαι! Κ' εγώ χαίρω; Πλησίασε λοιπόν να σε φιλήσω (ασπάζεται αυτόν επί της μιας, είτα επί της άλλης παρειάς). Ο Θεός να δώση να ζήσης ευτυχής (ασπάζονται) ν' αποκτήσης του Αβραάμ και Ισαάκ τα καλά και να κάμετε ένα σωρό παιδιά! . . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ευχαριστώ αδελφέ, πραγματικώς μόνον τώρα έμαθα τι εστί πράγματι ζωή. Τώρα απεκαλύφθη ενώπιόν μου όλος νέος κόσμος. Νά, τώρα βλέπω ότι το παν κινείται, ζη· αισθάνεσαι ότι αναζωογονείσαι, ότι σαν να εξατμίζεσαι, σαν να . . . έτσι . . . . και συ ο ίδιος δεν ηξεύρεις τι σου συμβαίνει. Πρωτήτερα, τίποτε από αυτά ούτε έβλεπα ούτε εννοούσα· δηλαδή ήμην άνθρωπος που δεν είχα καμμίαν ιδέαν ούτε κρίσιν, δεν ενεβάθυνα κ' εζούσα νά, όπως ζη κάθε άλλος άνθρωπος. Χαίρω, χαίρω πολύ! Τώρα εγώ πηγαίνω να παρατηρήσω πώς έστρωσαν το τραπέζι και στη στιγμήν επιστρέφω. (κατ' ιδίαν) Ας του πάρω όπως δήποτε το καπέλλον διά κάθε ενδεχόμενον (λαμβάνει μεθ' εαυτού τον πίλον και φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΚΑ'.
Ποτκαλιόσην μόνος. Και τω όντι, τι ήμην μέχρι τούδε, είχα καμμίαν ιδέαν περί της ζωής; Δεν εγνώριζα, τίποτε δεν εγνώριζα! ποίος δε υπήρξεν ο μέχρι σήμερον άγαμος βίος μου; Ποίαν είχε σημασίαν; Τι έκαμνα; εζούσα, εζούσα, υπηρέτουν, επήγαινα εις το υπουργείον, εγευμάτιζα, εκοιμώμην, με ένα λόγον, ήμην εις τον κόσμον ο μηδαμινώτερος και ο συνειθέστερος άνθρωπος· τώρα μόνον βλέπει, κανείς πόσον είνε μωροί εκείνοι που δεν παντρεύονται και αν καλοπαρατηρήση κανείς θα ιδή πόσοι και πόσοι ευρίσκονται εις αυτήν την τυφλότητα. Αν ήμην πουθενά βασιλεύς, μα την πίστιν μου, θα έδιδα διαταγήν να παντρεύονται όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, εις τρόπον ώστε, να μην ευρίσκεται ούτε ένας άγαμος εις το κράτος μου. Αληθινά, να σκεφθή μολαταύτα κανείς, ότι μετ' ολίγα λεπτά της ώρας θα είσαι παντρευμένος! ότι θα δοκιμάσης έξαφνα την ευδαιμονίαν την οποίαν δεν ειμπορείς να εκφράσης και δεν ευρίσκεις λόγους να την εξηγήσης. (Μετά τινα σιγήν). Εν τούτοις, όπως και να το ειπής, είνε φοβερόν όταν το καλοσυλλογισθή κανείς. Εις όλην σου την ζωήν, εις αιώνα τον άπαντα, όπως κ' αν είνε, να δεθής και έπειτα πλέον ούτε προφάσεις πλέον, ούτε μεταμέλεια τίποτε, τίποτε όλα ετελείωσαν, όλα έγειναν. Μάλιστα νά, και τώρα ακόμη, με κανένα τρόπον δεν ειμπορώ να οπισθοχωρήσω. Μετ' ολίγον γίνεται η στέψις και να φύγω μάλιστα δεν είνε δυνατόν. Εκεί έξω περιμένει πλέον η άμαξα και όλα είνε έτοιμα. Και μήπως τάχα, πράγματι, δεν είνε δυνατόν να φύγω; Πώς; φυσικά είνε αδύνατον. Εκεί εις την θύραν και παντού στέκονται άνθρωποι· θα ερωτήσουν — γιατί; όχι δεν κάμνει. Νά το παράθυρον είνε ανοικτόν· να φύγη κανείς από το παράθυρο;. . . . Α μπα! δεν γίνεται. Έπειτα είνε και απρεπές αλλά και πολύ ψηλά. (πλησιάζει προς το παράθυρον) αι, δεν είνε δα και τόσον πολύ ψηλά, μόνον η βάσις είνε, αλλά κ' εκείνη ασήμαντος. Α, όχι, πώς είνε δυνατόν;! Δεν έχω μάλιστα και το καπέλλο μου! Και πώς θα φύγω χωρίς καπέλλο; Δεν πάει! Και τάχα, δεν ειμπορεί να φύγη κανείς και χωρίς καπέλλο; Και τι βλάπτει αν δοκιμάσω αι; Αι, τι λέτε να δοκιμάσω; (αναβαίνει επί του παραθύρου και ειπών)· Κύριε ελέησον! (πίπτει επί της οδού, ακούεται όπισθεν της σκηνής στενάζων) ωχ! Κάμποσο ήτον ψηλά! Αι, αμαξά!
Φωνή αμαξηλάτου. Θέλετε αμάξι;
Φωνή Ποτκαλιόσην Εις την Κανάβκα, κοντά 'στο γεφύρι του Συμεών.
Φωνή αμαξηλάτου. Δέκα καπήκια!
Φωνή Ποτκαλιόσην, Καλά! έλα, δρόμον! (ακούεται κρότος απομακρυνομένης αμάξης).
ΣΚΗΝΗ ΚΒ'.
Αγάφια Τύχωνοβνα εισέρχεται ενδεδυμένη νυμφικήν εσθήτα, δειλή και με ταπεινωμένην κεφαλήν, είτα Φέκλα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Κ' εγώ δεν ηξεύρω τι συμβαίνει μαζύ μου! Ήρχισα πάλιν να εντρέπωμαι και να τρέμω. Αχ, αν ήτο δυνατόν να μην ευρίσκετο εδώ διά μίαν στιγμήν εκείνος, ή, αν έβγαινεν έξω (παρατηρεί περιδεώς). Και πού είνε λοιπόν; Κανείς δεν είνε! Πού να επήγε; (ανοίγει την προς τον προθάλαμον θύραν) Φέκλα, πού επήγεν ο Ιβάν Κουζμίτς;
Φωνή Φέκλας Εκεί πρέπει να ήνε!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Πού εκεί;
ΦΕΚΛΑ (εισερχόμενη) Μα νά, εδώ μέσα εκαθότανε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Δεν είνε εδώ νά, δεν βλέπεις;
ΦΕΚΛΑ Ναι, αλλά κι' απ' εδώ δεν εβγήκε· εγώ εκαθόμουνα εκεί έξω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μα πού είνε λοιπόν;
ΦΕΚΛΑ Εγώ πώς ημπορώ να ξεύρω! Μήπως εβγήκε από την άλλην είσοδο, από τη σκάλα της υπηρεσίας· ή μήπως κάθεται εις το δωμάτιον της Αρήνας Παντελεημόνοβνας;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Θεία, Θεία!
ΣΚΗΝΗ ΚΓ'.
Αι άνω και Αρήνα Παντελεημόνοβνα.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ (εισέρχεται στολισμένη) Τι τρέχει;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μέσα είνε ο Ιβάν Κουζμίτς;
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Όχι· εδώ πρέπει να είνε· μέσα δεν ήλθε.
ΦΕΚΛΑ Αι, και όξω δεν ήτανε· εγώ εκαθόμουνα εκεί
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Αλλά κι' εδώ, ως βλέπετε, δεν είνε.
ΣΚΗΝΗ ΚΔ'.
Αι άνω και Κοτσκαριώφ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τι τρέχει;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Ο Ιβάν Κουζμίτς δεν είν' εδώ;
ΚΟΤΣΚΑΡΩΦ Πώς δεν είν' εδώ; έφυγε;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Όχι· ούτε έφυγε ούτ' εδώ είνε.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τι θα ειπή δεν είν' εδώ, και δεν έφυγε;
ΦΕΚΛΑ Πού ειμπορούσε να κρυφθή δεν το χωρεί ο νους μου, εγώ δεν εσάλεψα από τον προθάλαμο.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Και από την πόρτα της υπηρεσίας πάλι δεν ειμπορούσε να φύγη.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα τι διάβολο — και να χαθή πάλιν, χωρίς να έβγη απ' εδώ μέσα δεν είνε δυνατόν. Μήπως εκρύφθη πουθενά . . Ιβάν Κουζμίτς; πού είσαι; έλα, μη κάμνεις ανοησίαις, έβγα γλήγορα! Τι αστεία είνε πάλιν αυτά; είνε ώρα να πάμε στην εκκλησία! (παρατηρεί όπισθεν της ιματιοθήκης και λοξώς υπό τας καθέδρας) Ακατανόητον! αλλ' όχι δεν ειμπορούσε να φύγη· είν' εδώ· το καπέλλο του είνε εις το άλλο δωμάτιον εγώ επίτηδες το έκρυψα εκεί.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Δεν ερωτούμεν την Δουνιάσκαν, αυτή εις όλον αυτό το διάστημα ήτον έξω 'στον δρόμο· μήπως αυτή γνωρίζει τίποτε; . . . Δουνιάσκα! . . . Δουνιάσκα! . . .
ΣΚΗΝΗ ΚΕ'.
Οι αυτοί και Δουνιάσκα.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Πού είνε ο Ιβάν Κουζμίτς, δεν τον είδες;
ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ Εκείνος επήδησεν από το παράθυρο! (η Αγάφια Τύχωνοβνα αναφωνεί κρατούσα τας παλάμας).
ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ Από το παράθυρο;
ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ Ναι, έπειτα αφού επήδησε επήρε έν αμάξι κι' έφυγε.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ Αλήθεια λες;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ψέματα λες, αδύνατον!
ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ Μα το Θεό, επήδησε, νά, κι' ο αντικρυνός πραμματευτής τον είδε, εσυμφώνησε τον αμαξά δέκα καπήκια κι' έφυγε.
ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ (βαίνουσα προς τον Κοτσκαριώφ). Δε μου λέτε, περίγελο, κύριε μας εκάματε; να μας ρεζιλέψετε γυρεύετε; Τι σου εχρεωστούσαμε να μας μασκαρέψης κατ' αυτόν τον τρόπον; Είμ' εξήντα χρονών γυναίκα, τέτοια 'ντροπή ακόμη δεν την έπαθα. Ύστερ' απ' αυτό πρέπει να σε φτύσω στα μούτρα, αφού λέγεις πως είσαι τίμιος άνθρωπος! Ακούς εκεί να 'ντροπιάση σ' όλον τον κόσμο το κορίτσι! εγώ είμαι χωριάτισσα γυναίκα και πάλι δεν τα κάμνω αυτά τα πράγματα, όχι εσύ που είσαι και ευγενής! φαίνεται πως μονάχα σταις βρωμοδουλειαίς και τας αγυρτίαις είνε η ευγένεια σας! (φεύγει αγανακτισμένη συμπεριλαμβάνουσα και την νύμφην. Ο Κοτσκαριώφ ίσταται ενεός).
ΦΕΚΛΑ Αι; καλός είσαι; Νάτος εκείνος που ξέρει να κατορθώνη τη δουλειά! που μπορεί να παντρολογάη χωρίς προξενήτρα! Ας είνε οι γαμπροί οι δικοί μου μαδημένοι και ξέρω 'γώ τι; τέτοιους όμως γαμπρούς που να πηδούν από το παράθυρο εγώ δεν έχω· και να με συμπαθάς.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Αυτά είνε κουταμάραις! Δεν είν' έτσι· εγώ τώρα πηγαίνω να τον φέρω αμέσως πίσω (φεύγει).
ΦΕΚΛΑ Ναι, πήγαινε να τον φέρης! άλλη μια φορά! . . . Δεν ξέρεις εσύ από παντρολογήματα· αν έφευγε ακόμη από την πόρτα αλλάζει το πράμα, αφού όμως ο γαμβρός για να φύγη πηδά από το παράθυρο . . . έχε γεια κ' εγλύστρησα.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ
ΤΕΥΧΗ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΤΩ 1887 — 1900
Κουρτίου Ελληνική Ιστορία κατά μετάφρασιν Σπυρ. Π. Λάμπρου, τόμοι 5. τεύχη 21. Τιμή δρ .................................. 34.50 Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας κατά μετάφρασιν Ε. Ροΐδου, τόμοι 3, τεύχη 9. Τιμή δρ......................................... 13.50 Όθωνος Ρίββεκ Ιστορία της Ρωμαϊκής ποιήσεως κατά μετάφρασιν Σ. Κ. Σακελλαροπούλου, τόμοι 3, τεύχη 9. Τιμή δρ............ 13.50 Δρόυσεν Ιστορία των Διαδόχων κατά μετάφρασιν Ι. Πανταζίδου, τεύχη 4. Τιμή δρ. ............................................ 6.— Γουστάβου Γίλβερτ Εγχειρίδιον Αρχαιολογίας του δημοσίου βίου των Ελλήνων κατά μετάφρ. Ν. Γ. Πολίτου, τεύχη 3. Τιμή δρ ........ 4.50 Κρουμβάχερ Ιστορία της Βυζαντηνής λογοτεχνίας κατά μετάφρασιν Γ. Σωτηριάδου, τόμοι 2, τεύχη 8, τόμου Γ'. τεύχος 1. Τιμή δρ. 13.50 Σαιμμάρκου Γιραρδίνου Μαθήματα δραματολογίας κατά μετάφρασιν Αγγέλ. Βλάχου, τόμοι 4, τεύχη 11. Τιμή δρ.....................16.50 Whitney και Jolly Αναγνώσματα περί των γενικών αρχών της συγκριτ. γλωσσικής κατά μετάφρασιν Ρ. Ν. Χατζιδάκι, τεύχη 4. Τιμή δρ. ................................................. 6.— Head Ιστορία των Νομισμάτων κατά μετάφρασιν Ι. Ν. Σβορώνου, τόμοι 2, οι δύο τόμοι μετά των πινάκων....................... 25.— Valéry Mayet τα Βλαπτικά Έντομα των Αμπέλων κατά μετάφρασιν Ν. Κ. Γερμανού, τεύχη 2. Τιμή δρ. ............................... 3.— Αλεξάνδρου Σεργιάδου Πούσκην, Ευγένιος Ονέγην, Έπος κατά μετάφρασιν Χαραλ. I. Βουλοδήμου, Τιμή δρ...................... 1.50 Δρόυσεν Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κατά μετάφρασιν I. Πανταζίδου, τεύχη 4. Τιμή δρ.................................. 6.— V. V. Podwissozky Παθολογία κατά μετάφρασιν Νικολάου I. Κορδέλλη ιατρού, τεύχη 8. Τιμή δρ. .......................... 12.50 Ν. Γ. Πολίτου Μελέται περί του Βίου και της Γλώσσης του Ελληνικού λαού, Παροιμίαι, τόμοι 2. Τιμή δρ............................ 16.— Σαίξπηρ Χάμλετ, τραγωδία εις πράξεις πέντε κατά μετάφρασιν Μιχαήλ Ν. Δαμιράλη. Τιμή δρ. ........................................ 2.50 Α. Μ. Ιδρωμένου, Ιωάννης Καποδίστριας Κυβερνήτης της Ελλάδος. Τιμή δρ....................................................... 1.50 Στεφάνου Αθ. Κουμανούδη. Συναγωγή Νέων Λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τόμοι 2. Τιμή δρ................................. 13.— W. Christ Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας κατά μετάφρασιν Λυσάνδρου Γ. Χ. Κώνστα, Τόμος Α', τεύχη 5. Τιμή δρ ........... 7.50 Καίσαρος Καντού Ιστορία τριάκοντα ετών (1848-1878) κατά μετάφρασιν Ιωάννου Περβάνογλου, τεύχος πρώτον............................ 1.50
ΤΕΥΧΗ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΤΩ 1901
Αριθ. 117. Καίσαρος Καντού Ιστορία τριάκοντα ετών (1848-1878) κατά μετάφρασιν Ιωάννου Περβάνογλου τεύχ. δεύτερον ......... 1.50 Αριθ. 118. » τεύχ. τρίτον............ 1.50 Αριθ. 119. Στρατής Καλοπίχειρος υπό Στεφάνου ΑΘ. Κουμανούδη... 2.50 Αριθ. 120. Κρουμβάχερ Ιστορία της Βυζαντηνής λογοτεχνίας κατά μετάφρασιν Γεωργίου Σωτηριάδου τόμ. Γ'. τεύχ. δεύτερον ....... 1.50 Αριθ. 121. » τόμ. Γ'. τεύχ. τρίτον.......... 1.50 Αριθ. 122. Καίσαρος Καντού Ιστορία τριάκοντα ετών (1848-1878) κατά μετάφρασιν Ιωάννον Περβάνογλου τεύχ. τέταρτον ........... 1.50 Αριθ. 123-124. Αγγέλου Βλάχου Ανάλεκτα τόμος πρώτος........... 4.— Αριθ. 125-128. Ιστορία της Ιταλικής Παλιγγενεσίας υπό Φραγκίσκου Βερτολίνη κατά μετάφρασιν Κ. Αννίνου τόμος Α. τεύχη 4. Τιμή δρ....................................................... 6.— Αριθ. 129-130. Αγγέλου Βλάχου Ανάλεκτα τόμος δεύτερος......... 4.— Αριθ. 131-134. Ιστορία της Ιταλικής Παλιγγενεσίας υπό Φραγκίσκου Βερτολίνη κατά μετάφρασιν Χ. Αννίνου τόμος Β'. τεύχη 4, Τιμή δρ. ..................................................... 6.— Αριθ. 135. Leopold Smhmidt η Ηθική των Αρχαίων Ελλήνων μεταφράσθη εκ του γερμανικού υπό Δημ. Ιωαννίδου Ολυμπίου, τόμος Α. τεύχος πρώτον........................................................ 1.50 Αριθ. 136. Leopold Smhmidt η Ηθική των Αρχαίων Ελλήνων μετεφράσθη εκ του γερμανικού υπό Δημ. Ιωαννίδη Ολυμπίου, τόμος Α. τεύχος δεύτερον ..................................................... 1.50
Τιμάται δρα . . . . . 1.50.
1) Δεν κάμνει διάκρισιν περί ροιών και ροδών. Το κείμενον λέγει: «εκείνα τα γρανικώδη δενδρύλλια» και εννοεί τας ροιάς — η ροιά δε ρωσσιστί: γρανάτοβογιε — δέρεβο. Ο Ζεβάκην τα ονομάζει γρανίτοβογιε δέρεβο — δηλαδή, γρανιτώδες δένδρον, — Σ. Μ.
2) Τίτλος 8ου βαθμού, μη μεταφραζόμενος εις την Ελληνικήν