Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις
Part 10
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Τίποτε, τίποτε . . . εγώ δεν . . . (συνερχομένη) Γκρεμισθήτε! (κατ' ιδίαν, κροτούσα τας παλάμας) ω Θεέ μου! τι είν' αυτό 'που είπα; . .
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Πώς, «γκρεμισθήτε;» τι σημαίνει τούτο; «γκρεμισθήτε;» επιτρέψατε να μάθωμεν τι εννοείτε με τούτο; (βαίνει προς αυτήν απειλητικώς).
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΟΝΟΒΝΑ
(Παρατηρεί αυτόν εις το πρόσωπον και αναφωνεί)
Ω! θα με δείρη, θα με δείρη! (τρέπεται εις φυγήν. Ο Σφογγάτος ίσταται κεχηνώς· εισέρχεται δρομαίως η Αρήνα Παντελεημόνοβνα, παρατηρεί αυτόν εις το πρόσωπον και αναφωνεί:) Ω! θα με δείρη, θα με δείρη! (και φεύγει δρομαίως).
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Τι τρόπος είν' αυτός; Νά αληθινά μια ιστορία! (εις τον προθάλαμον κρούεται ο κώδων και ακούονται ακολούθως αι φωναί:)
Φωνή Κοτσκαριώφ. Έμπαινε, έμπαινε, λοιπόν τι εστάθηκες;
Φωνή Ποτκαλιόσην. Πήγαινε συ εμπρός, μια στιγμή να διορθωθώ, εξεκουμπώθη η στάφα μου.
Φωνή Κοτσκαριώφ. Θα μου ξεγλυστρήσης πάλι.
Φωνή Ποτκαλιόσκην. Όχι, δε ξεγλυστρώ, μα το Θεό, δε ξεγλυστρώ!
ΣΚΗΝΗ Ε'.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μεγάλη ανάγκη ήτον να κουμβώσης την στάφαν σου.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (προς τον Κοτσκαριώφ) Δε μου λέτε, παρακαλώ, τρελλή είναι η νύμφη;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τι τρέχει; μήπως συνέβη τίποτε;
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Ακατανόητα καμώματα· επήρε δρόμο και άρχισε να φωνάζη «θα με δείρη, θα με δείρη!» Ποιος διάβολος ξεύρει τι έχει!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μάλιστα, μάλιστα· αυτό της συμβαίνει· είνε τρελλή.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Δεν μου λέτε, σεις είσθε, νομίζω συγγενής της;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Βέβαια, συγγενής.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Τι συγγένειαν έχετε, δεν μου λέτε;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα την αλήθεια δεν ηξεύρω, θαρρώ όμως πως η θεία της μητέρας μου είνε κάτι με τον πατέρα της ή ο πατέρας της είνε κάτι με την θεία μου. Αυτά τα πράγματα τα γνωρίζει καλά η γυναίκα μου είνε γυναικείες δουλειαίς.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Και προ πολλού το έχει πάθει αυτό;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ω, από μικρά!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Βέβαια θα ήτο καλλίτερον αν ήτο πιο γνωστική, αλλά και τρελλή όπως είνε καλή είνε, αν τα συμπληρωματικά άρθρα της περιουσίας της ήσαν εις καλήν κατάστασιν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα αυτή δεν έχει τίποτε.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Πώς; Και το πέτρινο σπίτι;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μόνον το όνομα. Αν ηξεύρετε όμως πώς είνε κτισμένο· οι τοίχοι είνε καμωμένοι μ' ένα τούβλο και μέσα στη μέση, τι θέλεις και δεν έχει, σκουπίδια ροκανίδια και πελεκούδια.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Στο Θεό σου!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Εννοείται! Σαν να μη ξεύρετε πώς κτίζουν σήμερα τα σπίτια; Τα κτίζουν όπως όπως και τα υποθηκεύουν.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Νομίζω όμως ότι το σπίτι αυτό δεν είναι υποθηκευμένον.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ποιος σας το είπε; Και να ιδήτε ακόμη ότι όχι μόνον υποθηκευμένον είναι, αλλά και δυο ετών τόκοι δεν είνε πληρωμένοι. Έχει μάλιστα η νέα ένα αδελφόν που υπηρετεί εις τον Άρειον Πάγον, ο οποίος έχει το μμάτι του σ' αυτό το σπίτι, ένας στρεψόδικος, φιλόδικος που δεν έκαμεν η φύσις, είνε άξιος να βγάλη το τελευταίο 'ποκάμισο της μάνας του ο αθεόφοβος!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Μα πώς διάβολο η γρηά αυτή η προξενήτρια. . . . α! το κτήνος, το έκτρωμα της φύσ . . . . (κατ' ιδίαν). Ίσως όμως κι' αυτός να λέγη ψέματα! Υπό αυστηράν ανάκρισιν η γραία, και αν είνε αλήθεια . . . θα την κάμω εγώ να φωνάξη φωτιά!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Επιτρέψατε να σας ανησυχήσω με μίαν ωσαύτως ερώτησιν· ομολογώ, μη γνωρίζων την γαλλικήν ότι είνε πολύ δύσκολον να κρίνω ο ίδιος αν η γυναίκα ομιλή ή δεν ομιλεί την γαλλικήν· λοιπόν ειπέ τε μου, σας παρακαλώ, η οικοδέσποινα γνωρίζει . . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ούτε γρυ!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Καλέ τι λέγετε;!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και βέβαια. Αυτό το γνωρίζω πολύ καλά! Ήτον συμμαθήτρια της γυναικός μου εσωτερική εις το παρθεναγωγείον και ήτο πλέον γνωστή διά την οκνηρίαν της. Αιωνίως τιμωρημένη εφορούσε το σκουφάκι των μωρών. Και μάλιστα έχει φάγει ξύλο από τον διδάσκαλον της γαλλικής . . . .
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Φαντασθήτε, κύριοι, ότι εκ πρώτης όψεως ακόμη είχον την προαίσθησιν, ότι δεν ήξευρε γαλλικά.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Ας τα πάρη ο διάβολος επί τέλους αυτά τα γαλλικά! Μα πώς αυτή η αναθεματισμένη η προξενήτρια . . . α το κτήνος, η στρίγλα. . . . Μα αν την ηκούετε με ποίας λέξεις μου τα περιέγραφε· ζωγράφος, καθ' εαυτό ζωγράφος! «Σπίτι, παράρτημα» λέγει «με θεμέλια», ασημένια κουτάλια, άμαξα, να καθίσης και να πας όπου θες! μ' ένα λόγον και εις μυθιστόρημα σπανίως απαντάς τοιαύτην σελίδα. Αχ παληοπάπουτσο κ' αν μου πέσης 'σ τα χέρια . . . .
ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.
Οι άνω και Φέκλα (Πάντες αποτείνονται προς αυτήν ως ακολούθως)
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Α! Νά την! Κόπιασ' εδώ, γρηά ξελογιάστρα! Κόπιασ' εδώ!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Με ηπατήσατε λοιπόν, Φέκλα Ιβάνοβνα;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Έμπα τώρα, κυρά Μαριώρα, στο χορό!
ΦΕΚΛΑ Ούτε λόγο δεν καταλαβαίνω· σεις μ' εξεκουφάνατε ολότελα!
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Το σπίτι είνε κτισμένο με ένα τούβλο παληοσιόλα και μ' εγέλασες. Και με κουφάλαις κι' ο διάβολος ξεύρει με τι.
ΦΕΚΛΑ Και τι ηξεύρω εγώ, η κακομοίρα, μήπως εγώ τώχτισα; Ίσως έπρεπε να γίνη μ' ένα τούβλο, για τούτο και το έφκιασαν έτσι.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Και είνε και υποθηκευμένο ακόμη! που να σε πνίξουν οι διαβόλοι, στρίγλα, καταραμένη! (χτυπά διά του ποδός το έδαφος).
ΦΕΚΛΑ Καλέ κύτταξέ τον εκεί! Με βρίζει ακόμη, αντί να μ' ευχαριστήση που φροντίζω γι' αυτόν.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Ναι, Φέκλα Ιβάνοβνα, και εις εμέ εμέ είπες επίσης ότι γνωρίζει γαλλικά.
ΦΕΚΛΑ Ξέρει παιδί μου, όλα τα γνωρίζει, και γερμανικά, και κάθε λογής· ό,τι τρόπους θέλεις, όλα τα ξέρει.
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Α, όχι μόνον ρωσσικά ομιλεί.
ΦΕΚΛΑ Και τι άσχημο βρίσκετε σ' αυτό; Τα ρωσσικά καταλαβαίνονται ευκολώτερα για τούτο και τα μιλεί· αν ήξευρε Τούρκικα τόσον το χειρότερο ακόμη, γιατί δεν θα την εννοούσες. Όσο δε για τα ρωσσικά δεν έχει να πης κανείς τίποτε είνε γνωστόν όλοι οι άγιοι ομιλούσαν ρωσσικά.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Έλα εδώ κοντά αναθεματισμένη, έλα κοντά μου!
ΦΕΚΛΑ (βαίνουσα προς την έξοδον) Ο Θεός φυλάξοι! Σε ξέρω 'γώ τι χονδρός άνθρωπος είσαι! Δεν τώχεις τίποτε να με δείρης.
ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ Έννοια σου και δε θα σου τ' αφίσω εγώ έτσι να περάση· άμα σε καλέσω εις την αστυνομίαν, θα σε μάθω εγώ πώς ν' απατάς τους τιμίους ανθρώπους! θα ιδής! Να ειπής δε και της νύμφης, πως είνε μια χαμένη! ακούεις; χωρίς άλλο να της τα ειπής! (φεύγει).
ΦΕΚΛΑ Καλέ είδες εσύ θυμό! Πως είνε χονδρός, θαρρεί πως δεν είνε άλλος 'σάν κι' αυτόν. Και εγώ να σου πω, πως εσύ είσαι ένας χαμένος, νά!
ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ Ομολογώ, φιλτάτη μου, ότι δεν ήλπιζα ποτέ να με απατήσης. Αν ήξευρα πως η μόρφωσις της νύμφης ήτο τέτοια, ω, ούτε θα επατούσα το πόδι μου εδώ . . . . Μάλιστα! (φεύγει).
ΦΕΚΛΑ Χαμένα τάχουν ή μεθυσμένοι είνε; που τους ηύραμεν τους διαλεχτάδες! Ανάθεμά τα για γράμματα, ξετρελλαίνουν τους ανθρώπους!
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
Φέκλα Ιβάνοβνα, Κοτσκαριώφ και Ζεβάκην.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
(Γελά ηχηρώς δεικνύων διά του δαχτύλου την Φέκλαν).
ΦΕΚΛΑ (μετ' αγανακτήσεως) Συ πάλι τι ξεσχίζεις τον λαιμό σου;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ
(Εξακολουθεί γελών).
ΦΕΚΛΑ Επήρε δρόμο!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Προξενήτρα! προξενήτρα! Μαστόρισσα για να παντρεύη. Ξεύρει πως να τα καταφέρη (εξακολουθεί γελών).
ΦΕΚΛΑ Καλέ κύτταξε γέλοια! Αν τώξευρε η μάνα σου τι κανακάρη θα έκανε, θάχανε το νου της τη στιγμή που σ' εγεννούσε! (φεύγει αγανακτησμένη).
ΣΚΗΝΗ Η'.
Κοτσκαριώφ και Ζεβάκην
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εξακολουθεί γελών) Ωχ, δε μπορώ, αληθινά δε μπορώ, αισθάνομαι πως θα σκάσω από τα γέλοια ωχ, δεν κρατιέμαι! (γελά).
ΖΕΒΑΚΗΝ (παρατηρών αυτόν αρχίζει να γελά ωσαύτως).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (απηυδημένος, ρίπτεται επί καθέδρας). Ωχ, αληθινά παρέλυσα! αισθάνομαι, ότι αν γελάσω ακόμη θα σκάσω!
ΖΕΒΑΚΗΝ Μου αρέσει το εύθυμον του χαρακτήρος σας. Εις την Μοίραν μας, ξεύρετε, ο πλοίαρχος Βολδιριώφ είχε ένα δόκιμον, τον Πετουχώφ· ήτον κ' εκείνος εύθυμος, όπως και σεις· ενίοτε του έδειχνες μα όχι πολύ τον δάκτυλόν σου — και έξαφνα ήρχιζε να γελά και δεν είχε τελειωμόν, έως το βράδυ· και συ τον έβλεπες και σου ήρχετο να γελάσης και ήρχιζες πράγματι να γελάς και συ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (ασθμαίνων) Ω θεέ μου, ελέησόν μας τους αμαρτωλούς! Πώς της ήλθε σ' το νου της ανόητης να θέλη να κάμη παντρειαίς. Και είνε αυτή ικανή να κάμη παντρειαίς; Νά εγώ ξέρω και παντρεύω όχι αυτή!
ΖΕΒΑΚΗΝ Όχι δα! αληθινά ειμπορείτε σεις και παντρεύετε;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και βέβαια! όποιον θέλεις και με όποιαν θέλεις.
ΖΕΒΑΚΗΝ Αφού είν' έτσι 'παντρεύσατέ με εμένα με την οικοδέσποιναν αυτήν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Σας; Και τι την θέλετε σεις την παντρειά;
ΖΕΒΑΚΗΝ Πώς τι την θέλω; Συγγνώμην να σας παρατηρήσω, ότι η ερώτησίς σας είνε ολίγον παράδοξος· είνε γνωστόν διατί υπανδρεύεται ο κόσμος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ναι, αλλά δεν ηκούσατε πως αυτή δεν έχει καθόλου προίκα;
ΖΕΒΑΚΗΝ Αφού δεν έχει τι να γείνη· εν τούτοις με τοιαύτην αξιαγάπητον κόρην, έχουσαν τόσον καλούς τρόπους ειμπορεί κανείς να ζήση και χωρίς προίκα. Ένα μικρόν δωμάτιον, (δεικνύει το μέγεθος διά των χειρών), εδώ ένας μικρός προθάλαμος, ένα μικρόν παραβάν ή ένα είδος κιγκλιδώματος . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα τι της βρίσκετε και σας αρέσει τόσο;
ΖΕΒΑΚΗΝ Να σας ειπώ την αλήθειαν, μου ήρεσε διότι είναι παχουλή γυναίκα. Εμένα μου αρέσουν φοβερά αι εύσαρκοι γυναίκες.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Παρατηρών αυτόν λοξώς λέγει κατ' ιδίαν) Και να πη κανείς πως αξίζει κι' αυτός ο ίδιος που μοιάζει σαν άδεια καπνοσακούλα! (γεγωνυία τη φωνή)· όχι, σεις διά κανένα λόγον δεν πρέπει να 'πανδρευθήτε!
ΖΕΒΑΚΗΝ Διατί;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Έτσι. Κύτταξε φιγούρα που την έχει! Μεταξύ μας αυτό που θα πω . . . ένας πετεινοπόδαρος . .
ΖΕΒΑΚΗΝ Πετεινοπόδαρος;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και βέβαια, τι εξωτερικόν είνε αυτό;
ΖΕΒΑΚΗΝ Δηλαδή, πως, τάχα, πετεινοπόδαρος;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Απλούστατα με πόδια πετεινού.
ΖΕΒΑΚΗΝ Νομίζω όμως, ότι τούτο είνε προσωπική προσβολή . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα εγώ σου το λέγω, γιατί γνωρίζω ότι είσαι με κρίσιν άνθρωπος· εγώ εις άλλον δεν θα το έλεγα. Μ' όλα ταύτα αφού το θέλετε μπορώ να σας παντρέψω, αλλά με άλλην.
ΖΕΒΑΚΗΝ Όχι, εγώ θα σας παρεκάλουν να μη με παντρέψετε με άλλην αλλά με αυτήν και θα σας ευγνωμονώ διά βίου.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Πολύ καλά, σας παντρεύω, αλλά με μίαν συμφωνίαν, δηλαδή σεις να μη ανακατευθήτε εις τίποτε, και ούτε μάλιστα να παρουσιασθήτε εις την νύμφη. Εγώ θα τα τελειώσω χωρίς εσάς.
ΖΕΒΑΚΗΝ Και πώς γίνεται χωρίς εμέ; όπως δήποτε πρέπει για τα μάτια να είμαι κι' εγώ παρών.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Διόλου δεν χρειάζεται. Πηγαίνετε τώρα εις το σπίτι σας και περιμένετε· απόψε όλα θα τελειώσουν.
ΖΕΒΑΚΗΝ (τρίβων τας χείρας) Τι λαμπρά! τι ωραία. Μήπως χρειάζονται τίποτε συστατικά; η άφεσίς μου λόγου χάριν; ίσως έχει την περιέργειαν να τα παρατηρήση. Να τρέξω μίαν στιγμήν εις το σπίτι να τα φέρω;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Δεν χρειάζεται τίποτε· σεις πηγαίνετε σπίτι, κι' εγώ σήμερον θα σας ειδοποιήσω· (Τον συνοδεύει μέχρι της θύρας). Περίμενε και συ! Αλλά πού 'στο διάβολο είνε λοιπόν ο Ποτκαλιόσην και δεν έρχεται; Αυτό είνε παράδοξον! ακόμη δεν εκούμπωσε τη στάφα του; Ας πάγω να τον εύρω.
ΣΚΗΝΗ Θ'.
Κοτσκαριώφ και Αγάφια Τύχωνοβνα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (παρατηρεί). Τι; έφυγαν; Δεν είνε κανείς;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Έφυγαν, έφυγαν κανείς δεν είνε.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Ω, αν ηξεύρατε πώς έτρεμα όλη! αυτό το πράγμα ποτέ δεν μου συνέβη. Αλλά τι φοβερός άνθρωπος, καλέ, εκείνος ο Σφογγάτος τι κακός τύραννος θα είνε διά την γυναίκα του. Εγώ, σαν να μου φαίνεται πως θα ξαναγυρίση πάλιν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ω, μη σε μέλει και δεν ξαναέρχεται. Στοιχηματίζω πως κανείς από εκείνους τους δύο δεν θα δείξη την μύτην του εδώ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και ο τρίτος;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ποιος τρίτος;
ΖΕΒΑΚΗΝ
(εκβάλλει την κεφαλήν διά του ανοίγματος της θύρας).
Επιθυμούσα φοβερά ν' ακούσω από το στοματάκι της τι θα ειπή δι' εμένα. Τριανταφυλλάκι μου!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Ο Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτς.
ΖΕΒΑΚΗΝ Νά το! νά το! (τρίβει τας χείρας του).
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Διάβολε! κ' εγώ έλεγα: ποιον εννοεί; . . . Και υπάρχει ανοητότερος άνθρωπος απ' αυτόν 'σ τον κόσμον;
ΖΕΒΑΚΗΝ Τούτο τι είνε πάλιν; ομολογώ ότι τίποτε δεν καταλαμβάνω.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Και εν τούτοις φαίνεται καλός άνθρωπος.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ποιος, αυτός; Είνε μέθυσος.
ΖΕΒΑΚΗΝ Μα τον Θεόν, τίποτε δεν εννοώ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Ω, και μέθυσος ακόμη;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και βέβαια! ένας παληάνθρωπος!
ΖΕΒΑΚΗΝ (γεγωνυία τη φωνή). Όχι, με συγχωρείτε, κύριε, εγώ δεν σας παρεκάλεσα να ειπήτε τέτοια πράγματα. Αν ελέγετε τίποτε προς όφελός μου ή να με επαινέσετε, αλλάζει το πράγμα, αλλά με αυτόν τον τρόπον και με αυτάς τας λέξεις, ειμπορείτε να τα ειπήτε διά κανένα άλλον! Δούλος σας ταπεινός!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (κατ' ιδίαν). Τι διάβολο ήθελε κ' εγύρισε πίσω; (τη Αγ. Τύχ. χαμηλοφώνως). Κυττάξετε, κυττάξετε δεν ειμπορεί να βασταχθή στα πόδια του. Τούτο, τι νομίζετε; του συμβαίνει κάθε ημέραν. Διώξετέ τον κ' ετελείωσε! (Κατ' ιδίαν). Και ο Ποτκαλιόσην μ' όλα ταύτα δεν ήλθε. Τον παληάνθρωπο! έννοια του! εγώ τον διορθώνω! (φεύγει).
ΣΚΗΝΗ Ι'.
Αγάφια Τύχωνοβνα και Ζεβάκην.
ΖΕΒΑΚΗΝ (κατ' ιδίαν). Αντί, ως υπεσχέθη, να με επαινέση, τουναντίον με ύβρισε! Περίεργος άνθρωπος· (γεγωνυία τη φωνή). Δεσποσύνη μη πιστεύετε. . . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Με συγχωρείτε, δεν αισθάνομαι τόσον καλά. . . . μου πονεί η κεφαλή μου. . . . (θέλει να φύγη).
ΖΕΒΑΚΗΝ Αδύνατον, φαίνεται ότι κάτι τι αφ' ό,τι έχω δεν σας αρέσει (δεικνύων την κεφαλήν του). Μη βλέπετε ότι έχω εδώ ολίγην φαλάκραν: είνε διότι υπέφερα από πυρετούς, αλλά ογλήγορα θα φυτρώσουν και πάλιν τρίχες.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Δεν ενδιαφέρομαι δι' ό,τι και αν έχητε.
ΖΕΒΑΚΗΝ Εγώ, δεσποσύνη . . . . αν φορέσω το μαύρον μου φράκον θα ιδήτε ότι το πρόσωπόν μου θα γίνη λευκότερον.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Τόσον το καλλίτερον διά σας. Χαίρετε! (φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.
Ζεβάκην μόνος αποτείνεται προς αυτήν αναχωρούσαν.
Δεσποσύνη, παρακαλώ . . . . ποία είνε η αφορμή; Διατί; Πώς; Ή μήπως έχω καμμίαν ουσιώδη έλλειψιν επάνω μου; . . . . έφυγε! . . . . Περιεργότατον! Είνε η δεκάτη εβδόμη ίσως φορά τώρα που παθαίνω σχεδόν τα αυτά και πάντοτε με τον ίδιον τρόπον: Κατ' αρχάς φαίνεται ότι όλα πηγαίνουν καλά και όταν η υπόθεσις φθάσει εις την λύσιν της, έξαφνα — άρνησις· (περιφέρεται σύννους). Ναι, αυτή, αν δεν απατώμαι, είνε η δεκάτη εβδόμη χυλόπητα. Μα επί τέλους — τι θέλει; δηλαδή τι θέλει (σκέπτεται) ακατανόητον, εντελώς ακατανόητον. Και αν ήμην πια άσχημος — στο διάβολο (περιεργάζεται εαυτόν) αλλά, δόξα σοι ο Θεός, νομίζω τίποτε δεν μου λείπει! Ακατανόητον! Να υπάγω τάχα 'στο σπίτι να ψάξω 'στο σεντούκι μου· έχω εγώ εκεί μέσα κάτι στίχους, που καμμία δεν ειμπορεί ν' ανθέξη στην δύναμίν των . . . . Μα τον Θεόν δεν το χωρεί ο νους μου, Κατ' αρχάς ενόμιζε κανείς πως: ε — ε τελειώνει τώρα . . . . Τι να γείνη πρέπει να ποδίσωμεν. Κρίμα, μα τον Θεόν, κρίμα! (φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.
Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ εισέρχονται παρατηρούντες όπισθεν.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Δεν μας παρετήρησε. Είδες πως είχε τα μούτρα κατεβασμένα;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Τι και εις αυτόν ηρνήθησαν όπως και εις τους άλλους;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ορθά κοφτά!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Διάβολε! μεγάλη προσβολή πρέπει να είνε να σου αρνηθούν!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ακούς εκεί!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Εγώ δεν ειμπορώ ακόμη να πιστεύσω ότι με προτιμά από όλους.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Τι λέγεις — προτιμά. Κοντεύει να χάση το νου της για σένα! φοβερός έρως! Τα ονόματα μόνον ν' ακούσης που σου δίνει, θα χάσης τα μυαλά σου! Φωτιά έγινε!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (γελών αυταρέσκως) Και πράγματι η γυναίκα σαν θέλη σου λέγει τέτοια λόγια που ποτέ δεν ειμπορείς να τα φαντασθής· μουτράκι, κατσαριδάκι, μαυρελάκι . . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και πού είδες ακόμη! όταν θα παντρευτής, θα ιδής τους δύο πρώτους μήνας, τι λόγια θα σου λέγει, που μπορούν να σε κάμνουν, μα τον Θεόν, να λυόσης στα πόδια σου.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (μειδιών) Αλήθεια· αι;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Λόγον τιμής! Τώρα άκουσε όμως, — εις έργον! εξηγήσου προς αυτήν, άνοιξέ της αμέσως την καρδιά σου και ζήτησέ της το χέρι της.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αλλά πώς — αμέσως; έλα και συ· το παρακάμνεις!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Χωρίς άλλο αμέσως!. . . . να την και η ιδία.
ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.
Οι άνω και Αγάφια Τύχωνοβνα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Σας έφερον, δεσποσύνη τον ευτυχή τούτον θνητόν τον οποίον βλέπετε. Ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξη άνθρωπος ερωτευμένος 'σάν αυτόν! ο Θεός ούτε του σκυλιού μου να το δώση! . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (Ωθών αυτόν από την χείρα. Ταπεινοφώνως). Ω, αδελφέ . . το παράκαμες!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Τω Ποτκαλ.) Δεν πειράζει! (τη Αγ. Τύχ. ταπεινοφώνως) λάβετε περισσότερον θάρρος προς αυτόν, είνε ήσυχος σαν αρνάκι. Προσπαθήσετε να είσθε πιο ελεύθερη όσον ειμπορείτε. Σηκώσατε έτσι λίγο τα φρύδια σας ή νά, χαμηλώσετε τα μάτια σας κ' έτσι έξαφνα να τον σφάξετε τον κακούργον ή δείξατέ του λιγάκι τον ώμον σας, ας τον ιδή ο αχρείος! Κακά εκάματε όμως που δεν εφορέσατε εκείνο το φόρεμα με τα κοντά μανήκια· αλλ' ας είνε, καλό είνε και τούτο· (γεγωνυία τη φωνή), λοιπόν εγώ σας αφίνω ευχάριστα συντροφευμένους! Εγώ για μία στιγμή θα ρίξω μια ματιά στην τραπεζαρία και στο μαγειρείο· πρέπει να δώσω μερικάς διαταγάς, διότι θα έλθη ο υπάλληλος 'που παρηγγέλθη το δείπνον ίσως έφεραν και τα κρασιά. . . . χαίρετε! (Τω Ποτκαλιόσην) Να είσαι τολμηρότερος! τολμηρότερος! (φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.
Ποτκαλιόσην, Αγάφια Τύχωνοβνα
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Καθίσατε σας παρακαλώ, (κάθηνται και σιωπώσι).
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Σας αρέσει, δεσποσύνη, ο περίπατος;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Πώς ο περίπατος;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Εις την εξοχήν το θέρος είνε πολύ ευχάριστον με την βάρκα . .
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μάλιστα κάποτε διασκεδάζομεν με τους φίλους.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Πώς θα είνε άρα γε φέτος το καλοκαίρι· ποιος ξεύρει;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Θα ήτο ευχάριστον αν ήτο καλόν, (αμφότεροι σιωπώσι).
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ποίον άνθος, δεσποσύνη αγαπάτε περισσότερον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Εκείνο που έχει δυνατώτερη μυρωδιά· το γαρύφαλον.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Εις τας κυρίας πηγαίνουν πολύ τα άνθη.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Ναι, είνε ευχάριστος ενασχόλησις (σιωπή). Εις ποίαν εκκλησίαν είσθε την περασμένην Κυριακήν;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Εις της Αναλήψεως, προ μιας όμως εβδομάδος ήμην εις την μητρόπολιν του Καζάν. Αλλά είνε το ίδιον, εις όποιαν εκκλησία και αν προσευχηθή κανείς, (Σιωπώσιν· ο Ποτκαλιόσην κτυπά διά των δακτύλων επί της τραπέζης). Μετ' ολίγας ημέρας θα έχωμεν την δημοσίαν, πανήγυριν του Αικατεριγγώφ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μάλιστα, μετά ένα μήνα, νομίζω.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Μάλιστα ούτε τόσον;
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Φαίνεται που θα είνε πολύ ωραία.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Σήμερον έχομεν οκτώ του μηνός; (μετρεί επί των δακτύλων) εννέα, δέκα, ένδεκα . . . ναι, μετά είκοσι δύο ημέρας.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Φαντασθήτε, πόσον ογλήγορα!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Μάλιστα δεν μετρώ και την σημερινήν. (σιωπή) Τι τολμηροί άνθρωποι που είνε οι ρώσσοι!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Πώς;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Διά τους εργάτας λέγω. Στέκονται επάνω επάνω εις την κορυφήν . . Επερνούσα από ένα σπίτι, λοιπόν ο ασβεστωτής ασβέστωνε και δεν εφοβείτο διόλου!
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μάλιστα . . . Και εις ποίον μέρος;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Νά εις τον δρόμον μου, από εκεί όπου πηγαίνω καθημερινώς εις το υπουργείον. Ξεύρετε εγώ κάθε πρωί πηγαίνω εις την υπηρεσίαν μου.
(Σιωπή. Ο Ποτκαλιόσην άρχεται πάλιν τυμπανίζων επί της τραπέζης, επί τέλους λαμβάνει τον πίλον του και υποκλίνεται).
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Πώς θέλετε πλέον να . . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Μάλιστα, συγγνώμην αν ίσως σας ηνώχλησα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Τι λόγος! απ' εναντίας οφείλω να σας ευχαριστήσω διότι επέρασα την ώραν μου τόσον ευχάριστα μαζύ σας.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Εγώ αληθινά νομίζω ότι σας ηνώχλησα.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Σας βεβαιώ καθόλου.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Τότε αφού δεν σας ηνώχλησα θα μου επιτρέψετε να σας επισκεφθώ και άλλοτε κανένα βράδυ.
ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ Μετά πάσης χαράς (ο Ποτκαλιόσην υποκλίνεται και εξέρχεται).
ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.
Αγάφια Τυχώνοβνα μόνη. Τι αξιοπρεπής άνθρωπος! Μόλις τώρα ακόμη ημπόρεσα να τον γνωρίσω καλά, καλά. Αλήθεια δεν ημπορείς να μην τον αγαπήσης; ταπεινός και με κρίσιν άνθρωπος. Είχε δίκηο προ ολίγου ο φίλος του. Κρίμα μόνον που έφυγε έτσι γρήγορα εγώ επεθύμουν να τον ακούσω. Πόσον είνε ευχάριστον να ομιλή κανείς μαζύ του. Και ακριβώς έχει αυτό το καλό, που δεν λέγει ανοησίαις. Ήθελα κι' εγώ να του ειπώ δύο λογάκια, αλλά ομολογώ εδειλίασα και τόσον άρχισε να κτυπά η καρδιά μου . . . Τι εξαίρετος άνθρωπος! Πηγαίνω να τα ειπώ της θείας, (φεύγει)·
ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.
Εισέρχονται ο Ποτκαλιόσην και ο Κοτσκαριώφ.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα τι θα κάμης στο σπίτι; τι ανοησία! Γιατί θα πας 'στο σπίτι;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Και τι θα κάμω εδώ; εγώ είπα πλέον ό,τι εχρειάζετο να ειπώ . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ώστε της άνοιξες πλέον την καρδιά σου;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αι, να, δηλαδή . . . αυτό μονάχα, την καρδιά μου ακόμη δεν της άνοιξα.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ακούς εκεί πράγματα! Και γιατί να μην την ανοίξης;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Μα πώς θέλεις, αδελφέ, απλώς και ως έτυχε, χωρίς να την προδιαθέσω, να της 'πώ έξαφνα ορθά-κοφτά «Κυρία έλα να 'παντρευθούμεν!»
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα τότε λοιπόν τι ανοησίαις ελέγετε τώρα μισή ώρα;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ωμιλήσαμεν περί όλων, και σε βεβαιώ είμαι πολύ ευχαριστημένος. Επέρασα πολύ ευχάριστα την ώραν μου.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα καλά, αδελφέ, δε μου λες σε παρακαλώ, πότε θα τα προφθάσωμεν όλα αυτά; Μετά μίαν ώραν πρέπει να είμεθα εις την εκκλησίαν.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Τι λες αδελφέ; ετρελλάθης; εγώ να στεφανωθώ σήμερον;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και γιατί όχι;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Να στεφανωθώ σήμερον;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και καλά συ ο ίδιος δεν μου έδωσες τον λόγον σου; δεν είπες, πως άμα ως δεχθούν οι άλλοι γαμβροί θα είσαι έτοιμος να στεφανωθής αμέσως;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Εγώ και τώρα δεν αθετώ τον λόγον μου, αλλ' όχι αμέσως και ο γάμος! μετά ένα μήνα τουλάχιστον διά να λάβω καιρόν να αναπνεύσω, αδελφέ λιγάκι.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ένα μήνα;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Και βέβαια!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Καλέ μην είσαι τρελλός;
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ποτέ ενωρίτερον από ένα μήνα!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και καλά εγώ διέταξα πλέον δείπνον, α κούτσουρο! άκουσε να σου ειπώ, Ιβάν Κουζμίτς, άφησε τα πείσματα, ψυχή μου κι' έλα τώρα να παντρευθής.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Τι λέγεις αδελφέ; Τώρα να παντρευθώ;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ιβάν Κουζμίτς, σε παρακαλώ, σε ικετεύω . . . Αν δεν θέλης νά το κάμης διά τον εαυτόν σου, κάμετο τουλάχιστον για μένα.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αληθινά, δεν ειμπορώ!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Έλα 'μπορείς, 'μπορείς· σε παρακαλώ, άφησε τες δυστροπίαις τώρα!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Σου λέγω δεν ειμπορώ, δεν μου έρχεται, διόλου, δε μου έρχεται!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Μα τι δεν σου έρχεται; ποιος σου το είπε αυτό; Συ είσαι φρόνιμος άνθρωπος και κρίνε και ο ίδιος, εγώ δεν το λέγω αυτό τάχα για να σε κολακεύσω, διότι είσαι τάχα διεκπεραιωτής, το κάμνω απλώς διότι σ' αγαπώ. Έλα λοιπόν, τώρα φθάνει πια, κάμε την απόφασιν κύτταξε τα πράγματα με ορθοφροσύνην
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αν ήτο δυνατόν εγώ θα . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ιβάν Κουζμίτς, 'μμάτια μου, φως μου! Νά, θέλεις πέφτω εις τα γόνατα εμπρός σου; . .
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Μα γιατί; . . .
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (γονυπετεί) Νά, σε παρακαλώ γονυπετής· νά, βλέπεις και συ. Σε βεβαιώ ότι ποτέ δεν θα λησμονήσω αυτήν την χάριν. Μη επιμένεις λοιπόν!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αδύνατον, φίλε μου, αδύνατον!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εγείρεται με θυμόν) Τότε λοιπόν είσαι ένας χοίρος!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Δεν πας να βρίζης!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Ένας ηλίθιος εκεί, που δεν εματαστάθηκε!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Βρίζε, βρίζε
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Και για ποιόν εγώ εφρόντιζα; για ποιόν εγώ εκοπίαζα; Για το συμφέρο το δικό σου, βλάκα. Τι με μέλει έμενα; εγώ σε παραιτώ. Τι κάθομαι και πονοκεφαλιάζω.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Και ποιος σε παρεκάλεσε; Παραίτησέ με επί τέλους!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Σε αφίνω μα θα χαθής χωρίς εμένα, αν εγώ δεν σε παντρεύσω, εις τον αιώνα θα είσαι βλάκας!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Εσένα τι σε κόφτει;
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Για σένα ξεροκέφαλο, για σένα φροντίζω.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Ας μου λείπουν αι φροντίδες σου.
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Αι, πήγαινε λοιπόν 'σ το διάβολο!
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Καλά, πηγαίνω!
ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ Εκεί είνε ο δρόμος σου.
ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ Αι, και τι μαθές; πηγαίνω.