Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις

Part 1

Chapter 148 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been transferred at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ

ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΚΚΡΙΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΞΕΝΩΝ ΤΕ ΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ Κ.Κ

ΣΠ. ΒΑΣΗ (Καθ. εν τω Πανεπ.), Γ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ — Σ. Α. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ), Α. ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ (καθ. της φιλ.), ΣΠΥΡ. Π. ΛΑΜΠΡΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Μ. ΛΑΠΠΑ (δ. φ.), Θ. ΛΙΒΑΔΑ (δ.φ). Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), — Ι. ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Θ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. γυμν.), Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΙΟΥ (δ. φ.). Ε. ΡΟΪΔΟΥ δ. ν.) Σ. Κ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Ι. ΣΒΟΡΩΝΟΥ (διευθ. νομισμ. μουσ.), Γ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ (γυμνασιάρχ.), ΧΡ. ΤΣΟΥΝΤΑ (εφ. τ. αρχ.), Δ. ΦΙΛΙΟΥ (εφ. τ. αρχ.), Γ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ (καθ. εν τω Πανεπ.) και άλλων λογίων.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΕ

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ Γ. Χ. ΚΩΝΣΤΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΜΑΡΑΣΛΗ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΡ. 12.

Α. ΣΟΥΧΟΒΟ-ΚΟΜΠΥΛΗΝ

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΝΤΣΙΝΣΚΗ

ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Ν. ΓΟΓΟΛ

ΠΑΝΔΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

ΚΩΜΩΔIΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑI ΕΚ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ

ΥΠΟ

ΑΓΑΘ. Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1901

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ

Α. ΣΟΥΧΟΒΟ-ΚΟΜΠΥΛΗΝ

ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ

ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Ν. ΓΟΓΟΛ

ΠΑΝΔΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕIΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ ΥΠΟ

ΑΓΑΘΟΚΛ. Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

1901

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ

ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΠΙΟΤΡ ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΙΤΣ ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ, εύπορος γαιοκτήμων του Γιαροσλάβ, κάτοικος χωρίου, ετών εξήκοντα. ΛΥΔΟΤΣΚΑ, θυγάτηρ του. ΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΒΝΑ ΑΤΟΥΓΕΦ, ηλικιωμένη γυνή. ΒΛΑΔΗΜΙΡ ΔΜΗΤΡΙΤΣ ΝΕΛΚΗΝ, γαιοκτήμων, γείτων των Μούρομσκη, νέος, υπηρετήσας εις τον στρατόν. Φέρει μύστακας. ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΙΤΣ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ, ωραίος ανήρ, — κανονική, και ουχί συνήθης φυσιογνωμία, πυκναί παραγναθίδες· δεν φέρει μύστακας· τεσσαρακοντούτης περίπου. ΙΒΑΝ ΑΝΤΩΝΙΤΣ ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ, μικροκαμωμένος, αλλά στιβαρός ανθρωπίσκος, πεντηκοντούτης περίπου. ΝΙΚΑΝΩΡ ΣΑΒΒΙΤΣ ΜΠΕΚ, τοκογλύφος. ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ, έμπορος. ΘΟΔΩΡΟΣ, θαλαμηπόλος του Κρετσίνσκη. ΤΙΣΣΚΑΣ, θυρωρός εν τη οικία των Μούρομσκη. Αστυνομικός υπάλληλος. Υπηρέται.

Η σκηνή εν Μόσχα.

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΤΣΙΝΚΗ

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

Πρωία. Αίθουσα υποδοχής εν τη οικία των Μούρομσκη. Ευθέως απέναντι του θεατού μεγάλη θύρα προς την μεγάλην κλίμακα· δεξιά — θύρα του κοιτώνος του Μούρομσκη, αριστερά — των δωματίων της Ατούγεφ και Λύδοτσκας· επί της παρά το διβάνιον τραπέζης ευρίσκονται τα διά τεϊοποσίαν χρήσιμα.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΑΤΟΥΓΕΦ (Εξέρχεται εκ της αριστεράς θύρας, παρατηρεί το δωμάτιον και ανοίγει την προς την μεγάλην κλίμακα θύραν).

Τίσσκα! αι, Τίσσκα!

ΤΙΣΣΚΑΣ (όπισθεν των παρασκηνίων). Αμέσως.

(Εισέρχεται εν στολή, με πλατείαν κιτρίνην ταινίαν, ακτένιστος και ολίγον οινοβαρής).

ΑΤΟΥΓΕΦ (τον παρατηρεί επί πολύ). Κύτταξε μούτρα!. . . (Σιγή). Γιατί δεν εκτενίσθης;

ΤΙΣΣΚΑΣ Όχι με συγχωρείτε, Άννα Αντώνοβνα, εχτενίσθηκα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Και τη μούρη σου δεν την έπλυνες.

ΤΙΣΣΚΑΣ Όχι, με συγχωρείτε, την έπλυνα· μάλιστα, την έπλυνα. Αφότου επροστάξατε να τήνε πλένω, από τότε πάντα τήνε πλένω.

ΑΤΟΥΓΕΦ Έφερε ο γερμανός το κουδούνι;

ΤΙΣΣΚΑΣ Το έφερε, κυρία, μάλιστα, το έφερε.

ΑΤΟΥΓΕΦ Δόσε μου το, και φέρε την σκάλα. (Ο Τίσσκας φέρει τον κωδωνίσκον και την κλίμακα). Άκουσε λοιπόν τώρα. Μα εσύ είσαι βλάκας· δεν θα καταλάβης τίποτε.

ΤΙΣΣΚΑΣ Τι λέτε, κυρία, γιατί δε θα καταλάβω: εγώ, ό,τι μου λέγει η ευγένεια σας τα καταλαβαίνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ Αν έλθη κυρία, κτυπάς το κουδούνι δυο φοραίς.

ΤΙΣΣΚΑΣ Πολύ καλά.

ΑΤΟΥΓΕΦ Αν είνε κύριος, — κτυπάς μια φορά!

ΤΙΣΣΚΑΣ Πολύ καλά,

ΑΤΟΥΓΕΦ Αν είνε κανένας πραγματευτής ή έμπορος, να μη κτυπήσης.

ΤΙΣΣΚΑΣ Κι' αυτό γίνεται, Άννα Αντώνοβνα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Εκατάλαβες;

ΤΙΣΣΚΑΣ Εκατάλαβα, κυρία, καλά το εκατάλαβα . . . Αμέ νάρθω να σας το πω — δε χρειάζεται;

ΑΤΟΥΓΕΦ Πώς να μη μου το πης; Χωρίς άλλο νάρθης να το πης.

ΤΙΣΣΚΑΣ Πρώτα, το λοιπόν, προστάζετε να κτυπήσω το κουδούνι, κ' έπειτα νάρθω να σας το πω;

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι βλάκας! Είδες εκεί, βλάκας! Πώς είνε δυνατόν, βρε ανόητε, να κτυπήσης πρώτα και έπειτα να το αναγγείλης!

ΤΙΣΣΚΑΣ Μάλιστα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Ανέβα λοιπόν να το καρφώσης.

(Ο Τίσσκας κρατών σφυρίον και τον κώδωνα ανέρχεται την κλίμακα)

ΑΤΟΥΓΕΦ Στάσου . . . Έτσι.

ΤΙΣΣΚΑΣ, (τοποθετών το καρφίον μετά του κώδωνος) Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ Πιο ψηλά.

ΤΙΣΣΚΑΣ (ανερχόμενος ακόμη) Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ Ψηλότερα σου λέγω.

ΤΙΣΣΚΑΣ (εκτείνων την χείρα προς τα άνω) Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά σπουδής) Στάσου, στάσου . . . πού πας; . . . πιο κάτω!

ΤΙΣΣΚΑΣ (καταβιβάζων χαμηλότερα την χείρα) Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ (οργιζομένη) Τώρα ψηλότερα! Χαμηλότερα!! Ψηλότερα!!! Χαμηλότερα!! . . . Αχ, Θεέ μου! Μα τι διάβολο, δεν καταλαβαίνεις ρωμαίικα, βλάκα; . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ Πώς δεν καταλαβαίνω! . . . καταλαβαίνω, πολύ καλά καταλαβαίνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ (με ανυπομονησίαν) Τι κάθεσαι και μουρμουρίζεις εκεί; . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ

(αποσπά τον κώδωνα εντελώς εκ της θέσεώς του και στρέφεται προς την Ατούγεφ)

Εγώ, κυρία, λέγω, γι' αυτό πού είπατε, πως τάχα δεν καταλαβαίνω, θέλω να 'πώ, πως καταλαβαίνω, κυρία, πολύ καλά καταλαβαίνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι θα κάμης λοιπόν, θα το καρφώσης ή όχι;

ΤΙΣΣΚΑΣ Όπως με προστάξετε, κυρία.

ΑΤΟΥΓΕΦ (χάνουσα την υπομονήν της) Άααάχ, Θεέ μου! Εδώ, χάνει κανένας πια την υπομονή του, μαζύ σου! . . Είσαι μεθυσμένος!!! . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ Ήμαρτον Κύριε! Εγώ μονάχα, κυρία, σας λέγω, που είχατε ειπεί, πως δεν καταλαβαίνω, κ' εγώ, κυρία καταλαβαίνω την ευγενεία σας πολύ καλά.

ΑΤΟΥΓΕΦ (σταυρώνουσα τας χείρας) Δε μου λες, κακούργο, παιγνίδι θες να παίξης μαζύ μου; . . . Επίτηδες ανέβηκες εκεί απάνω ν' ανοίξης κουβέντα; . . . Κάρφωνε γλήγωρα! . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ Πού θέλει η ευγενεία . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

(εκτός εαυτής εντελώς κτυπά το έδαφος δια του ποδός)

Κάρφωνε, κακούργε, κάρφωνε όπου θέλεις . . έννοια σου, μεθύστακα, κ' εγώ θα σε διορθώσω.

ΤΙΣΣΚΑΣ

(τοποθετεί αμέσως το καρφίον εκεί που και κτυπά αυτό με όλην του την δύναμιν).

Καταλαβαίνω . . . εγώ πολύ καλά νοιώθω . . . Κυρά . . . κυρ . . . ου . . . ου . . . ουχ!!!

(ανατρέπεται. Η κλίμαξ πίπτει. Θόρυβος . . . Προστρέχουσιν υπηρέται)

ΑΤΟΥΓΕΦ (κραυγάζει) Χριστέ και Παναγία!! Θα σκοτωθή.

ΤΙΣΣΚΑΣ (ανωρθούμενος μειδιά) Όχι, κυρία, δεν εσκοτώθηκα.

(Οι υπηρέται τοποθετούσι την κλίμακα και καρφόνουν τον κώδωνα).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Οι άνω και Μούρομσκης με κοιτωνίτην και πίπαν, εμφανίζεται εις την θύραν δεξιά.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι συμβαίνει; Τι κάμνετ' εκεί;

ΑΤΟΥΓΕΦ Τίποτε δεν κάμνομε. Νά, ο Τίσσκας είνε πάλι μεθυσμένος.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μεθυσμένος;

ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι. Κύτταξέ τον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς· είνε στουπί από το μεθύσι.

ΤΙΣΣΚΑ Κύριε ελέησον, αφέντη Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Η ευγενεία της λέει πως είμαι μεθυσμένος. Εγώ μεθυσμένος; Αν ήμουνα εγώ μεθυσμένος και εκουτρουβαλούσα από τη θεόρατη εκείνη σκάλα, θα μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου; Άρχισα, αφέντη, να μπήγω το καρφί, επαραξάμωσα και μ' εγύρισε έτσι δα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τον παρατηρεί κινών την κεφαλήν). Σ' εγύρισε, σ' εγύρισε! . . Κρεμήσου στη θέσι σου, είδωλο.

(Ο Τίσσκας εξέρχεται μετ' άκρας προφυλάξεως· οι υπηρέται αποφέρουν την κλίμακα).

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Μούρομσκης και Ατούγεφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (Ακολουθών διά του βλέμματος τον απερχόμενον Τίσσκαν) Βέβαια είνε μεθυσμένος . . . Μα τι φασαρίαις είχατε εδώ;

ΑΤΟΥΓΕΦ Εβάζαμε κουδούνι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας). Πάλι κουδούνι; Πού είνε; Τί συμβαίνει; . . . (ιδών τον κρεμάμενον κώδωνα). Τι είν' αυτό; Εδώ; μέσα εις την αίθουσαν; . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Ναι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα τι, τον κώδωνα του κίνδυνου θα κτυπάτ' εδώ;

ΑΤΟΥΓΕΦ Σήμερα παντού είνε έτσι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Έλα Χριστέ και Παναγιά! Μα αυτό είνε ανοησία! Αυτό είνε ανοησία! Αυτό είνε πάλι από τ' άγραφα!... Στο διάβολο — βαρέθηκα! . . . (Βαδίζει). Εδώ πα να χάση κάνεις το νου του . . . Εδώ κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκεις το μπελά σου! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Καλέ, τί είν' αυτά που κάθεσαι και λες! Γιατί θαύρης το μπελά σου; Σε παρακαλώ να μ' αφήσης να τακτοποιήσω εγώ το σπήτι όπως ξεύρω. (Σιγή. Ο Μούρομσκης βαδίζει εν τη αιθούση. Η Ατούγεφ πίνει τέιον). Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, είνε ανάγκη να δώσωμεν εσπερίδα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ιστάμενος απέναντι της Ατούγεφ). Εσπερίδα; Τι εσπερίδα; Δια ποίαν εσπερίδα ομιλείς;

ΑΤΟΥΓΕΦ Εννοείται, από ταις συνηθισμέναις. Σαν να μη ξέρεις! Νά, κανένα χορουδάκι . . . έτσι, όπως την άλλη φορά.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα δεν μου είχες ειπή, νομίζω, πως εκείνη ήτον η τελευταία και πως άλλην δεν θα δώσωμε;

ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν γίνεται, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, δεν γίνεται, η ευπρέπεια, βλέπεις, ο κόσμος το απαιτεί.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Καλός είν' ο κόσμος σας — το απαιτεί! . . . Δεν πηγαίνει να χαθή στα τάρταρα . . . το απαιτεί . . από ποιόν; από μένα τάχα το απαιτεί; Άφησε της περιφάνειες, σε παρακαλώ! Νομίζει κανείς πως εχάσατε το νου σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ Εγώ έχασα το νου μου! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μάλιστα! Μ' εκουβαλήσατε στη Μόσχα: αρχίσετε τις φαντασίαις, χορούς απ' εδώ, χορούς απ' εκεί, έξοδα λογής λογής, γνωριμίες . . . φασαρίες, θόρυβος! . . . Μου εφέρετε το σπίτι μου άνω κάτω· τον υπηρέτη μου τον Πετρούσκα — τι καλό παιδί που ήτον — μου τον ενδύσατε σαν χιλιδόνι. Αυτόν τον βλάκα τον Τίσσκα, τον τσαγκάρη, τον επροβιβάσατε εις θυρωρόν, επιάσετε και του φορέσατε στολή· νά, (δεικνύων τον κώδωνα) εκρεμάσετε και κουδούνια! όλο το σπίτι βοΐζει! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Εννοείται, βοΐζει. Σου λέγω, πως όλοι οι άνθρωποι τάχουν . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μα, κυρά μου! Οι άνθρωποι έχουν πολλά δαιμόνια — ποιόν να πρωτοπροφθάσης! . . . Αμ' εδώ τι εβάλατε; (δεικνύων το δοχείον με τα επισκεπτήρια) τι κουτί δι' ελεημοσύνας είν' αυτό; τι καλά συνάζετε;

ΑΤΟΥΓΕΦ Αυτό είνε . . επισκεπτήρια.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κινών την κεφαλήν του). Ονομαστικός κατάλογος φαφλατάδων . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Ποια; τα επισκεπτήρια;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Βαγαπόντισσες, κατεργάριδες με τώνομα, ανθρώπους, οι οποίοι, σαν ατσίγκανοι, γυρίζουν όλη την ημέρα από σπίτι, σε σπίτι και κουβαλούν κάθε λογής βρώμες όχι πια με τα παπούτσια αλλά με την γλώσσα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Ποιοι, αυτοί, οι καθώς πρέπει άνθρωποι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αυτοί, μάλιστα!

ΑΤΟΥΓΕΦ Χα-χα-χά! Να γελά κανείς και να κλαίη! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι! να κλαίη!

ΑΤΟΥΓΕΦ Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, μα τάχα μπορείς να πης τώρα πως ξέρεις και συ τον κόσμο;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ούτε να τόνε ξέρω θέλω!

ΑΤΟΥΓΕΦ Μα συ όλη σου τη ζωή την έκαμες εις το κτήμα, εις το Στρέσσνιεβο.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Την έκαμα, μάλιστα, την έκαμα, κυρία μου. Σ' αυτό δεν πρέπει νάχετε παράπονο· για να κάμω εγώ εκεί τη ζωή μου, κάμνετε σεις εδώ τους μπάλους.

ΑΤΟΥΓΕΦ Αυτό, κύριε, είνε χρέος σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Ποιο; — να κάμνωμε μπάλους;!!!

ΑΤΟΥΓΕΦ Έχετε κόρη της παντρειάς!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Να προσκαλώ ανθρώπους. (Χειρονομεί). Εδώ! Εδώ! . . . Κ' εκείνοι βέβαια, να έρχωνται, να τρων, να πίνουν να περιδρομιάζουν κ' ύστερα να μας κοροϊδεύουν κιόλας! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Τότε καλείτερα νάχη να κάμη κανείς με μουζίκους!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Καλείτερα. Όταν έχω να κάμω με μουζίκους, ή εγώ θα οφεληθώ ή αυτός, καμμιά φορά και οι δυο. Μα από τα κουδούνια σας τι κέρδος ειμπορεί να προκύψη;

ΑΤΟΥΓΕΦ Και όλο για το κέρδος θα ζη κανείς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Μάλιστα! . . . πρέπει!

ΑΤΟΥΓΕΦ Ημείς δεν είμεθα της ελεημοσύνης.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Θα γίνομεν! (Χειρονομών). Κάθομαι και κουβεντιάζω μαζύ σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τότε πήγαινε λοιπόν να κρυφθής σε καμμιά γωνιά και να σαπίσης μες στο βούρκο με τίποτε παράξενους μαζύ!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αι, κυρά μου, τέτοιοι παράξενοι σαν και λόγου μας . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Αυτό δεν το ξέρομε. Δεν υπέφερα και λίγα βάσανα μ' αυτούς στον περασμένο μας χορό! Η Στεπανίδα Πετρόβνα σας, πού 'πήγε και την ευρήκε εκείνη τη σκουφέτα . . . κ' είνε δα και χονδρή η ευλογημένη, κ' επήγε και εθρονιάσθηκε μες στη μέση του καναπέ και τον έπιασε όλο. Άμα γύρισα και την είδα, επιάστηκε η καρδιά μου! . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και τι τάχα, κακοντυμένη ήτον; αυτή είνε καλή γυναίκα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι βγαίνει, μάτια μου, πως είνε καλή; Ποιος σ' ερωτά γι' αυτό; . . Καλοντυμένη ήτον μα καθένας θα ρωτήση: τι πράμα είν' αυτή; Να σου πω, να ήμουνα εγώ, θα επροτιμούσα να μ' εκατάπινε η γη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Και τι άσχημο βρίσκεις, κι' αν ερωτήσουν, τι πράγμα είνε αυτή; εγώ δε βρίσκω κανένα άσχημο. Το μόνο άσχημο για μια νέα κόρη είνε το τι θα μάθη απ' αυτά; τι θ' ακούση; Βγαίνει σταις δώδεκα από την κάμαρά της — πάη να μοιράση επισκεπτήρια . . . Νά ενασχόλησις μια φορά! Έπειτα — σύρτα φέρτα στους δρόμους, στα θέατρα, στους χορούς. Δε μου λες ζωή είν' αυτή; Γιατί την ετοιμάζετε; Τι τήνε μαθαίνετε; αι; ανεμοδούρα θα την καταντήσετε; άρες-μάρες και κομάν πορτέ βου;

ΑΤΟΥΓΕΦ Και πώς ορίζετε σεις να τήνε σπουδάσωμε; Τι να τήνε μάθωμε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δουλειά, κυρία μου, τάξι.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τότε πάρετέ της μια γερμανίδα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Η ενασχόλησις μέσα στο σπήτι . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Επαρχιώτισσα!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Η οικονομία . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Οικονόμα! . . γυρίστρα!! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ανατείνων τας χείρας) Έλεος, κυρία! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι, σου βαρειοφάνηκε; . . . αμ' τι θαρρείς; . . Το καλείτερον είνε να μου πήτε ωρισμένως, θα δώσωμε εσπερίδα ή όχι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δε θέλω!

ΑΤΟΥΓΕΦ Τότε θα δώσω εγώ με έξοδά μου: Περιουσία έχω ιδική μου!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δώσε! ποιος σ' εμποδίζει;

ΑΤΟΥΓΕΦ Νά η ώρα, που για της ιδιοτροπίαις ταις δικαίς σου θα κάθεται το κορίτσι στη γωνιά, χωρίς καβαλιέρους. Συ μοναχά αυτό ξεύρεις — έξοδα να μη γείνουν. Μα χωρίς έξοδα, φίλε μου, το κορίτσι δεν το παντρεύεις

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Άκου 'κεί! . . Αυτονών τους μπήκε και καλά στο κεφάλι, πως χωρίς έξοδα ένα κορίτσι δεν παντρεύεται! Κυρία! Όταν ξεύρουν, ότι η κόρη είνε φρόνιμη, από καλό σπίτι, και έχει και προίκα, κάθε άνθρωπος καθώς πρέπει τήνε πέρνει· με τα έξοδα όμως, με τα συρταφέρτα σας και ξέρω 'γώ, τήνε παντρεύεις, μα θάρθη καιρός να το μετανοιώσης.

ΑΤΟΥΓΕΦ Ώστε, κατά την ιδέα σου, ας πάρη κανένα βλαχοδήμαρχο;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Όχι βλαχοδήμαρχο, κυρία μου, αλλά άνθρωπο γερό . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ (διακόπτουσα). Ναι, κι' αυτός ο γερός να πάη να τήνε θάψη στο χωριό! . . Τότενες, πάντρεψέ την δια της βίας, δέσε την χειροπόδαρα . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Καλέ δεν ανασαίνεις και λιγάκι

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αέρα, λέγω, αέρα να πάρης! . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι είν αυτά, κύριε . . .

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Οι άνω και Λύδοτσκα, παραφορτωμένη στολισμούς, πλησιάζει προς τον πατέρα της.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Καλημέρα μπαμπάκα!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (φαιδρυνθείς). Α, να την και η βασιλοπούλα μου! (Την λαμβάνει εκ της κεφαλής την φιλεί). Χαϊδεμένη μου!

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (πλησιάζει προς την θείαν της). Καλημέρα θείτσα!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αι, τι έκαμες λοιπόν, με ποιόν εχόρεψες χθες;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αχ, μπαμπάκα, εχόρευσα πολύ!

ΑΤΟΥΓΕΦ Μαζούρκα με τον Μιχαήλ Βασίλειεβιτς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Με τον Κρετσίνσκη;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Ναι, μπαμπά.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι λες, κυρά μου! Αυτός, καιρός είνε πια να τ' αφήση αυτά.

ΑΤΟΥΓΕΦ Και γιατί;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Γιατί είνε άνθρωπος περασμένος πια· αυτός θα είνε σαρανταρίτης.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι λόγια είν' αυτά που λες; Τα τριάντα τάχει δεν τάχει.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Και τι ωραία που χορεύει! . . . Τρέλλα! μάλιστα το βαλς.

ΑΤΟΥΓΕΦ Καλέ είνε παληκαράκι!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Δε ξέρω τι του βρίσκετε αυτού του Κρετσίνσκη. Δε λέγω, — άνδρας παρουσιαστικός, ευχάριστος άνθρωπος, μα να τον 'δήτε, λένε, όταν παίζη χαρτιά.

ΑΤΟΥΓΕΦ Νά η ώρα ν' ακούς τι λέγει ο ένας και ο άλλος. Αυτά είνε όλο λόγια του δικού σου του Νέλκην. Και πού πηγαίνει αυτός; και πού τ' ακούει; Ποιος δεν παίζει σήμερα; Σήμερα όλοι παίζουν.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Παιγνίδι από παιγνίδι διαφέρει. Νά ο Νέλκην, ποτέ δεν πιάνει στο χέρι του χαρτιά.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τώπιασες τώρα με τον Νέλκην σου. Αν τον έβλεπες πώς φέρεται στον κόσμον, θαρρώ, πως δεν θα τάλεγες αυτά. Είνε μια ντροπή! Νά, χθες κατόρθωσα να του στείλη πρόσκλησιν η πριγκηπέσσα — τον έφερα στο χορό. Ήλθε. Τι νομίζεις; εχώθηκε σε μια γωνιά κι' από 'κεί έβλεπε σαν κανένα αγρίμι: κανένα δεν ξέρει. Νά τι θα ειπή να ζη κανείς στο χωριό!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι να γείνη! ντροπαλός είνε, λίγο κόσμο είδε. Αυτό δεν είνε ελάττωμα.

ΑΤΟΥΤΕΦ Δε λέγω κ' εγώ πως είναι ελάττωμα, αλλά σε υψηλή κοινωνία δεν πρέπει να πηγαίνη. Δεν τώχει τίποτε να πιάση τη Λύδοτσκα να τη χορέψη βαλς; Και χορεύει ελεεινά, τήνε τρέχη, να ιδής, σαν σίφουνας — το ντροπιάζει το κορίτσι!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εξαπτόμενος). Γιατί, βλέπεις, σεις πηγαίνετε πίσω . . . Επήρετε και σεις δρόμο, που δεν σας πιάνει κανείς!

ΑΤΟΥΓΕΦ Λάθος έχετε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (αποσυρόμενος). Να μην πατήσετε στη λάσπη, μέσα στην υψηλή κοινωνία σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν πατώ εγώ στη λάσπη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (φεύγει). Δεν το ξέρομε.

ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν πατώ . . . δεν πατώ . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Οι άνω εκτός του Μούρομσκη.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Γιατί, θείτσα, να θυμόνετε πάντοτε τον πατέρα;

ΑΤΟΥΓΕΦ Δε μπορώ, δε μπορώ. Μας εφορτώθηκε με τον Νέλκην! (σιγή). Λύδα! Δε μου λες, τι εμιλούσατε με τον Κρετσίνσκη όταν εχορεύατε μαζούρκα; έβλεπα πως εμιλούσατε πολύ.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (ενδοιάζουσα). Νά έτσι, θείτσα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Γαλλικά;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Γαλλικά.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τρελλαίνομαι γι' αυτή τη γλώσσα, Αν και δεν τα καλοξέρω, τ' αγαπώ όμως φοβερά. Αμ' εσύ πως τα μιλής; Καλά;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Ναι, καλά, θείτσα!

ΑΤΟΥΓΕΦ Αμ' αυτός — έχει καλή προφορά;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Ναι, πολύ καλή.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι επιτηδειότητα, καλέ, που την έχει, και τα 'μιλεί τόσο ωραία που θαρρείς πως τρέχει μέλι από το στόμα του! Αμ' όταν λέγει αυτό — parbleu — τι ωραία! Γιατί εσύ, Λύδοτσκα, δεν λες ποτέ: parbleu;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Όχι, θείτσα, το λέγω καμμιά φορά.

ΑΤΟΥΓΕΦ Είνε πολύ ωραίο! Μα γιατί είσαι έτσι μελαγχολική;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Θείτσα! Αλήθεια, νά, δεν ηξεύρω, πως να σας το πω . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι, αγάπη μου, τι;

ΛΥΔΟΣΤΚΑ Θείτσα! Νά, μ' εζήτησε χθες.

ΑΤΟΥΓΕΦ Ποιος; ο Κρετσίνσκης; Και τι σου είπε;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Ντρέπομαι, θείτσα μου, αλήθεια . . . μου είπε μοναχά πως τόσο μ' αγαπά! . . .

(Διακόπτεται).

ΑΤΟΥΓΕΦ Αι, και συ τι του είπες;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αχ, θείτσα μου, εγώ δε μπόρεσα να πω τίποτε . . τον ηρώτησα μοναχά αν είν' αλήθεια πως μ' αγαπά.

ΑΤΟΥΓΕΦ Άλλο τίποτε;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Εγώ τίποτε άλλο δεν ημπόρεσα να 'πώ.

ΑΤΟΥΓΕΦ Αμ' έβλεπα εγώ, πως όλο εστριφογύριζες στα δάκτυλά σου μια κορδέλα. Λοιπόν; Τίποτε άλλο δεν του είπες; Μα δε σου είπα εγώ πώς έπρεπε να μιλήσης;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ. Ναι, θείτσα μου, εγώ του είπα: parlez à ma tante et à papa.

ΑΤΟΥΓΕΦ Έτσι βέβαια. Καλά έκαμες, Λύδοτσκα.

(Σιγή).

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αχ, θείτσα μου, μου έρχεται να κλάψω.

ΑΤΟΥΓΕΦ Να κλάψης; Και γιατί; Τι, μήπως δεν σου αρέσει;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Όχι, θείτσα, πολύ μου αρέσει. (Ρίπτεται εις τον τράχηλόν της και κλαίει)· Θείτσα μου, καλή μου θείτσα! τον αγαπώ! . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Έλα, αγάπη μου, φθάνει! (της απομάσσει τα δάκρυα). Και τι τάχα; Είνε λαμπρός άνθρωπος . . . έχει πολλάς γνωριμίας . . όλο τον κόσμο τόνε ξέρει.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Όλους, θείτσα, όλους· με όλους είνε γνωρισμένος: εις το χορό όλους τους ήξευρε . . . Εγώ φοβούμαι μονάχα από τον πατέρα: δεν τον αγαπά. Λέγει πάντοτε πως θα με παντρέψη με τον Νέλκην.

ΑΤΟΥΓΕΦ Δε βαρύνεσαι, όλα αυτά είνε λόγια. Ο πατέρας σου, βλέπεις, θέλει τον Νέλκην, γιατί, νά, είνε γείτονάς του, κατοικεί στο χωριό, τα κτήματά των είνε κολλητά, που λέγει ο λόγος ένα αυλάκι τους χωρίζει: Νά, γιατί τον θέλει τον Νέλκην.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Ο μπαμπάς λέγει, πως είνε πολύ καλός άνθρωπος.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι λόγος! Αι, κόρη μου, έτσι είνε στον κόσμο: όποιος είνε βλάκας είνε και καλός· οποίος δεν έχει δόντια να δαγκάση, εκείνος κουνεί την ουρά του . . . Αν όμως πάρης τον Κρετσίνσκη — θα ιδής πως θα συγυρίση το σπίτι μας, τι φίλους θα αποκτήσωμε! . . . Είνε άνθρωπος με πολύ γούστο . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Ναι, θείτσα, πολύ! . .

ΑΤΟΥΓΕΦ Πώς μετεσκεύασε το δακτυλίδι μας το μονόπετρο — τρέλλα! Το είχε κλειδωμένο ο πατέρας σου μέσα στο κουτί του· τώρα όμως ποιος θα το ιδή και δε θα θαυμάση . . . Εγώ, έννοιά σου, θα μιλήσω με τον πατέρα σου.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Εμένα μου έλεγε πως έχει ανάγκη να φύγη από τη Μόσχα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Πότε, γλήγορα;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αυταίς ταις ημέραις.

ΑΤΟΥΓΕΦ Για πολύν καιρό;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Δε ξέρω, θείτσα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Ώστε λοιπόν πρέπει να του δώση απήντησιν;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (στενάζουσα). Ναι, χωρίς άλλο πρέπει.

ΑΤΟΥΓΕΦ Λοιπόν, εγώ θα 'μιλήσω με τον πατέρα σου.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Θείτσα! Δεν είνε καλήτερα να με ζητήση αυτός ο ίδιος; Σεις ξεύρετε, πόσον είνε επιτήδειος, έξυπνος, αξιέραστος . . (συλλογίζεται).

ΑΤΟΥΓΕΦ (προσβληθείσα). Λοιπόν, κάμε, όπως θέλεις. Μήπως εγώ είμαι μάνα σου;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Αχ, θείτσα μου, τι λέγετε; Μη μ' αφήσετε έτσι. Σεις είσθε μητέρα μου, σεις — αδελφή μου, σεις τα πάντα. Σεις ξέρετε πως τον αγαπώ . . . (την φιλεί) πόσον τον αγαπώ . . . (διακόπτεται)· Αχ, θείτσα μου, τι λέξις που είνε αυτή — αγαπώ!

ΑΤΟΥΓΕΦ Αι, καλά, καλά.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ Εγώ δεν ηξεύρω και τι συμβαίνει μαζύ μου. Κτυπά η καρδιά μου, κτυπά κ' έξαφνα παύει. Δε ξέρω τι πράγμα είν' αυτό.

ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν είνε τίποτε, κόρη μου, θα περάση . . . Θαρρώ πως έρχεται ο πατέρας σου. Πρέπει αμέσως να του μιλήσω.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Αι άνω και Μούρομσκης.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Αι, τι κάμνετε σεις εδώ; Νά, με τραβά ο Μιχαήλ Βασίλειεβίτς σας να πάμε εις τους ιππικούς αγώνας. Τι είν' εμένα η δουλειά μου εκεί; Εμένα αυτά δε μ' αρέσουν.

ΑΤΟΥΓΕΦ Θα ιδής ανθρώπους τουλάχιστον.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι ανθρώπους κάθεσαι και λες — άλογα θα πάμε να ιδούμε, άλογα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τίποτε δεν ξέρετε! εκεί τώρα είνε όλος ο μ π ο μ ό ν τ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Στην οργή του θεού αυτός σας ο μπομ . . . {δυνατόν χτύπημα του κώδωνος) Άι! . . Να πάρ' ο διάβολος! Τι ευχή! Αυτού του Τίσσκα θα του σπάσω τα χέρια: είνε φοβερόν. Κυρά μου, σας λέγω (δεικνύων τον κώδωνα) να μου κάμετε τη χάρι να βγάλετε αυτά τα κουδούνια απ' εκεί.

ΑΤΟΥΓΕΦ Δεν γίνεται, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, όπως θέλετε, δεν γίνεται: 'σ όλα τα σπίτια είν' έτσι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κραυγάζει). Μα τι είν' αυτά, αλήθεια κι' απ' αλήθεια; Δε το θέλω κ' εξεμπέρδεψε!

ΑΤΟΥΓΕΦ Καλέ τι φωνάζεις έτσι; Έλα θεέ μου! (δεικνύουσα την θύραν ηρέμα), Δε 'ντρέπεσαι τουλάχιστον τους ξένους ανθρώπους;

(Ο Μούρομσκης προσβλέπει).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

Οι άνω και Νέλκην (εισέρχεται και θλίβει την χείρα του Μούρομσκη).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Τι εγινήκατε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς; ήρχισα να ανηχυχώ για σας.

ΝΕΛΚΗΝ Ναι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς· (κάμνει χειρονομίαν) το έρριξα όξω κι' όξω: όλο χοροί . . . (προσβλέπει προς την θύραν). Να σας πω, Άννα Αντώνοβνα, πολύ βροντερό το κουδούνι σας . . . ωό!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Βλέπετε λοιπόν; δεν το λέγω μόνω εγώ·

ΝΕΛΚΗΝ Αλήθεια, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς — δεν σας είπα, στον χορόν της πριγκηπίσσης, τα ίδια (συστρέφει την κεφαλήν) . . . μόλις άρχισα ν' αναβαίνω τη σκάλα . . . φώτα, που λέτε, σα μέρα· το ξέρω το σπίτι· υπηρέται πλήθος, — όλο και με σειρίτια χρυσά . . . ανεβαίνω, που λέτε στη σκάλα και κυττάζω: πού το δικό σας! Καθώς δίνει μια μέσα στ' αυτί μου — θαρείς και με περίχυσες με θερμό! Δεν εκατάλαβα πως μ' έσυραν τα πόδια μου στη σάλα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Για τούτο και δεν σας έσυραν τόσο καλά . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διακόπτων). Εσείς, κυρά μου, σας λέγω, πως έχετε σκοπό μ' αυταίς ταις καμπάναις να με διώξετε από το σπίτι.

ΝΕΛΚΗΝ Δεν ετοιμάζεσθαι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς για το Στρέσνεβο;

ΑΤΟΥΓΕΦ Διόλου δεν ετοιμαζόμαστε, κύριέ μου! Ίσως μετά τις αποκρηές, προτήτερα όμως — τι να πα να κάνουμε στο χωριό;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ Βλέπεις; τι να κάμουμε στο χωριό; Πήγαινε μίλιε με δ' αύτους! . . Πρέπει, κυρά μου, να πα να δώσωμε διαταγάς για το καλοκαίρι, — να σηκώσουν την κοπριά: χωρίς την κοπριά χορό δεν ειμπορείς να δώσης.