Part 7
Τότε και οι κάτοικοι εξεγερθέντες έσπευσαν με τα φαναράκια προς τον λιμένα, ασκεπείς και ημίγυμνοι, με της γούναις εις της πλάταις των.
Νύκτα-μεσάνυκτα και σκοτάδι πίσσα!
Ο ουρανός ούτε εφαίνετο. Κύματα και σύννεφα έγιναν όλα έν. Και μόνον ο άγριος μυκηθμός του ανέμου ηκούετο συνεχής και αδιάπτωτος ως βοή εξατμιζομένων μηχανών, περιτυλίσσων αγρίως τας θρηνώδης κραυγάς των νησιωτών, οίτινες υπερανθρώπους προσπαθείας καταβάλλοντες ηγωνίζοντο να περισώσωσι τα πλοιάριά των θαλασσώσαντες μέχρι της οσφύος. Τότε συγχρόνως μέσα εις την γενναίαν αυτήν των στοιχείων αναταραχήν, ήρχισε να κτυπά και η καμπανίτσα της Παναγίας της Λημνιάς, ψηλά εις τον βράχον, πίσω εις της Πλάκαις, επαυξάνουσα τον κίνδυνον:
— Νταν! Νταν! Νταν!
Αι άγριαι του σιρόκου ριπαί, ως μυκηθμοί ταύρου ηχούσαι, αναλαμβάνουσαι τους ασθενείς της καμπανίτσας ήχους ως γόους μεμονωμένους, διέσπειραν αυτούς ανά το χωρίον, το οποίον ήτο πλέον ανάστατον· και ήκουες ανοίγματα θυρών και ήκουες βηματισμούς εσπευσμένους, και ήκουες κλαυθμούς νηπίων, ως να εισέβαλον αίφνης συμμορίαι πειρατών προς σύλησιν και απαγωγήν.
Ο λιμήν ήτο πλήρης ανθρώπων, άλλων εν τη θαλάσση πεσόντων και άλλων θεωρούντων από της προκυμαίας, ή διδόντων παραγγέλματα σωτηρίας.
Ο καπετάν Μήτρος, απόμαχος πλέον πλοίαρχος, πιασμένος τους πόδας, ακουμβισμένος ύπτιος επί του παραθύρου του κοντά εις την λυχνίαν, με το σιγάρο στο στόμα διαρκώς διέτασσε :
— Σία! . . . Άλλα! . . . αβάρα! . . .
Εν ώ τα φαναράκια των σπευδόντων εις τον λιμένα αναιβοκατέβαινον.
Ούτως αι κραυγαί των νησιωτών των εν τω λιμένι, οι ολολυγμοί των γυναικών, αίτινες έκλαιον επάνω εις τον βράχον, οι θρήνοι των παιδίων, όλα απετέλουν συμφυρμόν επώδυνον μέσα εις την βαθείαν του μεσονυκτίου σκοτίαν, τον οποίον καθίστα πικρότερον ό ήχος της καμπανίτσας της Παναγίας της Λημνιάς, σημαινούσης ακόμη την παράκλησιν.
— Νταν! Νταν! Νταν!
Η Βγένα η καπετάνισσα ήτο οπού εσήμαινε με τόσην λαχτάρα την καμπανίτσα της Παναγίας της Λημνιάς, του καπετάν Βγενιού η σύζυγος, μια υψηλή και εύσωμος ανδρογυναίκα.
Το σχοινάκι της καμπανίτσας ήτο υψηλά, συρμένον προς . . . τα ένδον του ναΐσκου, από μίαν οπήν επάνω-επάνω της πύλης, διά να μη τα φθάνουν τα παιδιά το βράδυ, και σημαίνουν ασκόπως εις τα παιχνίδια των, ανησυχούντα τον ιερέα.
— Αυτού να το μαζεύης, Παϊσία! έλεγε προς την νεωκόρον ο ιερεύς, ο παπα-Λάμπρος, κ' εγώ με το ραβδί μου το φθάνω.
Πράγματι εις τον εσπερινόν και τον όρθρον ο Παπα-Λάμπρος ένας κοντός και γηραλέος εφημέριος, αναβαίνων εις μίαν μεγάλην πέτραν, χρησιμεύουσαν εκεί ως σκαμνίον, το ετραβούσε με την στραβολεκίτσα του μετά κόπου πάντοτε, κινδυνεύων να εξαρθρωθή, και εσήμαινεν ήχους διακεκομμένους και κλαυθμηρούς.
— Νταν! Νταν! Νταν! Νταν!
Και η Βγένα η καπετάνισσα, υψηλή ως ήτο, το κατεβίβασεν ευκόλως με την χειρ της, και ήρχισε να σημαίνη εντρόμως και παλμικώς, σύμφωνα με τους τρομώδεις παλμούς της ταραχθείσης εκ του φόβου καρδίας της.
Και συνάμα εψιθύριζε παραπονουμένη:
— Του είπα του βλοημένου. Κάτσε καπετάν Βγενιέ. Δεν μ' αρέσει ο καιρός. Θα ποδίσης και θα υποφέρης. Κάτσε. Ο βλοημένος δεν μ' άκουσε. Και ο καιρός έδειχνε από το μεσημέρι, πως ήτανε σκανδαλισμένος. Είδα εγώ τα θεμέλια· ήταν βουρκωμένα γύρω-γύρω.
Και η καμπανίτσα εσήμαινε!
— Νταν! Νταν! Νταν!
Συνήχθησαν μετ' ολίγον αρκεταί γυναίκες του χωρίου έντρομοι, με τας μανδήλας λυτάς, τυλιγμέναι 'ς τα σάλια, — πρωτοβρόχια Σεπτεμβρίου και ήτο υγρασία μεγάλη και ψύχρα εις την υγράν πολίχνην — βαστάζουσαι μπουκαλάκια με λάδι, βαστάζουσαι θυμιάματα και λαμπάδας. Η γρηά Μυρώδαινα είχε πέντε υιούς, όλους μπαρκαρισμένους. Έσπευσε με πέντε κεράκια να τ' ανάψη 'ς την Παναγία την Λημνιά. Η χήρα η Μισιργούδα είχε μια βρατσέρα κληρονομιά του μακαρίτη οπού είχε το πρωί αποπλεύσει διά την Κύμην και έσπευσε έντρομος, με λαδάκι:
— Παναγία 'ς το Πέλαγο! Παναγία 'ς το Πέλαγο!
Εφάνη μετ' ολίγον ο γέρων ιερεύς, ο Παπα-Λάμπρος ερχόμενος, κοντός και πολιός, με τ' ασπροκίτρινα ως από λινάρι γένεια, κινδυνεύων ν' αναρπαγή ως αερόστατον υπό του ανέμου όστις είχεν ανασηκώσει τα ράσσα του προς την κεφαλήν του:
— Έλα, παπά μου! εφώνησεν αμέσως η Βγένα η καπετάνισσα αφήσασα το σχοινίον με δύναμιν προς τα κάτω ώστε ήχησε πάλιν μονάχη της η καμπανίτσα: Νταν! Νταν!
Η Βγένα, του καπετάν Βγενιού η σύζυγος, ήτο γνωστή διά την ευλάβειάν της εις όλον το χωρίον.
Το μεγάλο ασημένιο στεφάνι της Παναγίας της Λημνιάς αυτή το είχεν αφιερώσει. Μίαν ολομέταξον ποδιάν άσπρην από βροχόν με λωράκια γαλάζια, διά το αναλόγιον της Παναγίας, αυτή την είχεν υφάνει. Ήτο η Παναγία η Λημνιά, η προστάτις της Βγένας και του χωρίου όλου. Εις κάθε κίνδυνον θαλάσσης, εις πάσαν τρικυμίαν αι νησιώτισσαι έτρεχαν να διαβάσουν παράκλησιν· και εισηκούοντο πολλάκις αι δεήσεις των, και έκαμπτον το θείον τα δάκρυά των. Στην επάνω γειτονιάν κτισμένη η εκκλησία σύρριζα εις τον βράχον του Σχοινά και κατέναντι του σιρόκου ήτο ως προπύργιον απόρθητον, θαρρείς, του ατιθάσσου ανέμου, του οποίου πολλάκις είχε διακόψει την βίαν και την ορμήν, όριον ηγιασμένον γαλήνης και σωτηρίας, ουχί μόνον διά τους εις τον λιμενίσκον εκείνον εισπλέοντας και ορμούντας, αλλά και διά τους μακράν εις τα πελάγη τα μεγάλα κινδυνεύοντας εις ώρας τρικυμιών ενώπιον των οποίων προσκαλουμένη παρίστατο η Παναγία η Λημνιά, άλλοτε ως φανός καθοδηγών εν μέσω των υφάλων, και άλλοτε ως ναύκληρος διατάσσων τα δέοντα, και άλλοτε ως κυβερνήτης πηδαλιούχος με την ακτινοβολούσαν ουράνιον αίγλην της περί την κεφαλήν, με το μεγάλον της πρόσωπον και τα μεγάλα της μάτια. Διά τούτο ήτο γεμάτη αφιερώματα η Παναγία η Λημνιά! Παιδάκια, χεράκια, ματάκια, όλα ασημένια, εκρέμοντο εκεί εκ σχοινίου μεταξωτού οριζοντίως επάνω εις την εικόνα προσδίδοντα αίγλην και λάμψιν θαυμαστήν. Αλλά προ πάντων ασημένια καραβάκια και βαρκίτσαις ήσαν εκεί εν μέσω των αναθημάτων. Το κόττερο του καπετάν Ανδρέα που εγλύτωσε σε μια σοροκάδα, σαν αυτή τώρα· γολέτα του καπετάν Μαΐστρου φορτωμένη κάρβουνα ολίγον έλειψε, να καή όταν έπιασαν φωτιά τα καρβουνάδικα στην Πόλι· η βάρκα του μπάρμπα Γιαννιού, οπού ανετράπη έξω από το λιμάνι από ένα σαγανάκι και δεν έπαθε τίποτε· όλα ήσαν εκεί εις την Παναγίαν την Λημνιάν αναθήματα. Ακόμα και ο γυιος του καπετάν Λούσου οπού έπεσε στην θάλασσαν και επρόφθασε να πη μόνον: «Παναγία μου Λημνιά μου» και αυτός ανέκειτο εκεί ασημένιος με ολόχρυσον το πρόσωπον σαν άγιος. Ήτο αρχαία εικών και μεγάλη η Παναγία η Λημνιά με το μεγάλο πρόσωπο και τα μεγάλα μάτια, την οποίαν είχον φέρει εις την νήσον ως εφέστιον αυτών λατρείαν εκ της μεγάλης Λήμνου αποικήσαντες ποτέ λήμνιοι εις την μικράν νήσον. Τρία μεγάλα πιθάρια είχαν χωμένα οι επίτροποι ως τον λαιμόν εις το υπόγειον διά το προσφερόμενον λάδι της Παναγίας της Λημνιάς, της οποίας η κανδήλα ήτον ακοίμητος. Από μόνον δε το απόκηρον ενός έτους συνετηρείτο κατά το πλείστον ο ναός.
— Δόσε μου την Παναγίαν την Λημνιάν, Παϊσία μου! έλεγεν ο γέρων εφημέριος ο Παπά-Λάμπρος και δεν θέλω τίποτε άλλο.
Αλλά μεταξύ όλων των αναθημάτων διέπρεπεν έν αργυρούν έκτυπον ευμέγεθες και τορευτόν και επίχρυσον, παριστάνον ένα πλοίαρχον εις τρεις διαφόρους στάσεις. Ασκεπής εδώ, με την κόμην φρίσσουσαν εν τω κινδύνω ίστατο όρθιος επί της πρύμνης του πλοιαρίου του, μιας βρατσέρας δώδεκα πήχεων, με το μακρουλόν ως αυγόν κεφάλι του, κρατών το πηδάλιον και αναβλέπων προς τα ιστία. Παρέκει, πεσμένος ο ασημένιος καπετάνιος εις το πέλαγος, εκολυμβούσε να σωθή μόλις ανατείνων την μακρουλήν κεφαλήν του από μέσα από τα κύματα ως κολοκύνθιον χρυσούν. Εις το άλλο ανάθημα το ανθρώπινον αποτύπωμα παρίστα κυβερνήτην σκεπτικόν, με την μακρουλήν κεφαλήν του πάντοτε, σκυθρωπόν ιστάμενον ενώπιον του τεταραγμένου πελάγους, εμπρός εις την πρώραν, ωσάν φιγούραν ξυλίνην από κάτω από τα φλόκια. Ήτο ο καπετάν Βγενιός, με την μακρουλήν ως αυγόν κεφαλήν αυτού, οπού τρεις φοραίς, εκινδύνευσε και τρεις φοραίς διεσώθη διά της θαυμασίας επισκιάσεως της Παναγίας της Λημνιάς. Αυτά δε και τα τρία εκτυπώματα, τα αργυρά και επίχρυσα, τα οποία τόσον πλουσίως εστόλιζαν την θαυματουργόν εικόνα, η Βγένα η καπετάνισσα τα παρήγγειλεν εις τον άριστον χρυσοχόον του χωρίου, τον Αποστόλην τον Χρυσοφόν, με τ' όνομα, όστις, κατ' απαίτησιν δεισιδαίμονα της Κυρά Βγένας, νύκτα μεσάνυκτα τα ειργάσθη, εις τρεις νύκτας συνεχείς, τόσας ώρας καθ' εκάστην δουλεύων αυτά όσον έφθανε να καώσι τα σαράντα κεράκια, όσα ήναπτεν εν τω οίκω της η Βγένα, η καπετάνισσα, γύρω-γύρω 'ς τον κοιτώνα της, εμπρός 'ς τα εικονίσματα δεομένη εν συνοδεία μυστηριώδει του χρυσοχόου του γείτονος, του οποίου το μικρόν σφυρίον ηκούετο κρουόμενον επί του αργύρου, ως να εκράτει το ίσον εις τας δεήσεις της προσευχομένης γυναικός.
Εφόρεσεν αμέσως το επιτραχήλι του ο ιερεύς και εμπρός εις την Παναγίαν την Λημνιάν ήρχισε να διαβάζη την Παράκλησιν, από μέσα από το Αγιασματάριόν του, ένα παμπάλαιον βιβλίον πεποικιλμένον από τα κηροστάγματα, με την φωνήν τρομώδη και κλαυθμηράν, την οποίαν κλαυθμηροτέραν καθίστα ολονέν η κλαίουσα έξω τρικυμία και αι αδιάκοποι κραυγαί των νησιωτών, οίτινες έδραμον κάτω εις τον λιμένα να σώσουν τα κινδυνεύοντα πλοιάριά των, από τα οποία εγέμισεν ο λιμενίσκος, παρασυρθέντων ήδη από τα κύματα και των φελουκίων, τα οποία ήσαν συρμένα έξω εις την άμμον.
— Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς! απήγγελλεν ο ιερεύς εις την αρχήν εκάστου τροπαρίου της Παρακλήσεως.
— Παναΐτσα μου Λημνιά μου! επανελάμβανεν η Βγένα η καπετάνισσα, κύπτουσα μέχρι του μαρμαρίνου του ναΐσκου εδάφους, εν μέσω των άλλων γυναικών προεξάρχουσα, αίτινες την εμιμούντο εις όλα, εις τας αναφωνήσεις, εις τας γονυκλισίας, εις την συγκίνησιν, ενώ τα παραθυρόφυλλα εσείοντο υπό των αγρίων του ανέμου ριπών να καταπέσουν μαζί με τους ρεζέδες, η δε στέγη ανεταράσσετο ν' αναρπαγή εις τον αιθέρα υψηλά μαζί με τας κεράμους της, αι οποίαι συνεκρούοντο μετακινούμεναι, ως να ειργάζοντο μαΐστορες ξανασυρταί επάνω, και αναρπαζόμεναι ενίοτε κατέπιπτον εις την εγγύς μικράν πλατείαν ή εθραύοντο με κρότους μεμονωμένους και τρομακτικούς, με απήχημα θλιβερόν θραυομένων αγγείων επί κηδεία νεκρού.
Από έν δελόφρακτον κατέναντι παράθυρον όπισθεν του δεξιού χορού, εφαίνετο το πέλαγος μαύρον και απειλητικόν, ο δε παπα-Λάμπρος στρέφων συχνά-συχνά εκεί τα όμματα, εκύτταζε με τα γυιλιά του τα μεγάλα και σείων την κεφαλήν του εν απελπισία εξηκολούθει την Παράκλησιν.
«Των παθών μου τον τάραχον η τον Κυβερνήτην τεκούσα Κύριον και τον κλύδωνα κατεύνασον . . . . .»
— Παναΐτσα μου Λημνιά μου! Επήδεν η Βγένα, προεξάρχουσα πάντοτε των δεομένων γυναικών, ανάψασα ήδη μίαν μεγάλην λαμπάδα, της οποίας το μέγα φως κινούμενον σπασμωδικώς υπό του ανέμου, ωρυομένου διαρκώς διά των χασμάδων των παραθύρων, προσέδιδε μίαν μυστηριώδη και υπερφυσικήν κίνησιν εις την Αγίαν Εικόνα, ήτις ενόμιζες ότι εσαλεύετο υπό των κυμάτων άλλοτε υψουμένη επί της κορυφής αυτών, και άλλοτε βυθιζομένη εις το σκοτεινόν κοίλωμά των.
Ήρχοντο στιγμαί πολλάκις μεγαλοπρεπείς εν τη μανία του υγρού στοιχείου, οπού καθώς διά του υελοφράκτου παραθύρου διεκρίνοντο τα φουσκωμένα εκείνα κύματα, με όλον τον αναιβοκαταιβαίνοντα σάλον του πελάγους, εφαίνετο ότι ολόκληρος ο ναΐσκος της Παναγίας της Λημνιάς εκεί επάνω εις την άκραν του βράχου οπού ήτο — παρασυρθείς υπό των κυμάτων, ως πλοίον απολέσαν τας αγκύρας του, εσαλεύετο επ' αυτών, βαίνον ταχέως προς τον καταποντισμόν. Και όταν εις τας στιγμάς εκείνας τας μεγαλοπρεπείς εσήμαινεν η καμπανίτσα του υπό του ανέμου κινουμένη, θαρρείς κ' εκρούετο ο κώδων μπάρκου κλυδωνιζομένου, αναγγέλλων τον κίνδυνον.
Ήδη αληθινοί θρήνοι έφθανον εκ του λιμένος επάνω εις τον βράχον του ναΐσκου. Η βοή του σιρόκου η ακατάβλητος εκόμιζε τώρα μέσα εις τον ναΐσκον λυγμούς και θρήνους, εκόμιζε και των ναυαγίων τα τριξίματα, τα οποία ριπτόμενα κατά του μαρμαρίνου κρηπιδώματος του λιμένος εκρότουν θραυόμενα.
Η τρικυμία επεκταθείσα είχεν εισορμήσει πλέον μέσα εις την πόλιν εν πλημμύρα φοβερά. Αι γυναίκες των πρώτων επί της παραλίας οικίσκων εκάλουν βοήθειαν, να προφθάσουν τα ύδατα, τα οποία ήρχισαν να εισρέουν εις τα κατώγια με κίνδυνον κατακλυσμού.
Κλαύματα παιδίων, τα οποία έντρομα επετάχθησαν έξω γυμνά και φοβισμένα, επικλήσεις μητέρων, κραυγαί ανθρώπων από τα μαγαζεία, οπού τα ύδατα της θαλάσσης εισρεύσαντα ήρχισαν να παρασύρουν τα βαρέλια του οίνου και των σαρδελών ως φελούκια, αι φωναί των γρυπαράδων, οίτινες επάλαιον ακόμη άπρακτοι να σώσουν την τράταν ημιλυθείσαν εις τα ζυγώματα, ο πονετικός θρήνος του μπάρμπα Γιαννιού, του οποίου εθραύσθη διαλυθείσα ολοτελώς η βαρκίτσα του η ψαράδικη κ' έκλαιε! αχ! μωρέ παιδιά! όλα αυτά τα φοβερά απηχήματα έφθανον εις τον ναόν μέσα οπού ο γηραιός ιερεύς ασκεπής πλέον, με τα άσπρα σαν λιναρίσια μαλλιά του και τα άσπρα σαν λιναρίσια γένεια του, εξηκολούθει τα τροπάρια της παρακλήσεως με τόνον επιτακτικόν ανθρώπου ευρισκομένου κάτω εις τον λιμένα, εν τω κέντρω των καταστροφών.
«Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε . .»
Και ανεγίγνωσκε τώρα το Ευαγγέλιον, ότε μία άλλη φωνή κινδύνου ως θρήνος μακρυνός πνιγομένου εξήγειρε την Βγέναν την καπετάνισσαν, κύπτουσαν εκεί υπό το αγιασματάριον του ιερέως και βαστάζουσαν επί της κεφαλής της το επιτραχήλιόν του.
— Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο!
Εγερθείσα εν τω άμα εστάθη προς στιγμήν ακίνητος με τα μεγάλα μάτια της η Βγένα, η καπετάνισσα, υψηλή και εύσωμος γυνή, ατενώς προβλέπουσα τα μεγάλα της Παναγίας της Λημνιάς μάτια, τα οποία ήσαν τα μόνα ακίνητα τόσην ώραν εκεί οπού όλα εκινούντο φρίσσοντα υπό τας τρομώδεις του ανέμου πνοάς. Εστάθη ακίνητος με τα ακίνητα μάτια της, σαν να ωμίλει με τ' ακίνητα της εικόνος μάτια.
— Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο όσο μπορείς! . .
Επετάχθη τότε όλη βλέπουσα προς το παράθυρον όθεν εφαίνετο το πέλαγος. Εσκέφθη να φύγη αμέσως αλλά πώς ναφήση την παράκλησιν, αμαρτία της εφαίνετο, εν ώ ο παπα-Λάμπρος επροχώρει προς το τέλος ψάλλων τώρα τα Μεγαλυνάρια και θυμιάζων γύρω τον ναόν και τας γυναίκας.
— Γρήγορα, παπά μου, κάμε γρήγορα, θα σώσω!
Και έκαμνεν σταυρούς και μετάνοιαις, έβλεπε και από το παράθυρον δύο σκοτεινόμαυρα πράγματα οπού αναιβοκατέβαινον προ της εισόδου του λιμένος, θέλοντα να εισπλέσουν και παρασυρόμενα πότε υψούμενα ως δύο ιστία ανοικτά πλην έτοιμα να καταβιβασθώσι, και πότε αφανιζόμενα. Ο όγκος ο πέτρινος του Μπουρτζίου διεγράφετο φοβερός εκεί πλησίον των. Και όπισθεν — πάλιν άλλος όγκος πέτρινος, ο μώλος του Σχοινά, εσχημάτιζε την είσοδον του ενός λιμένος ως σιαγών ορθάνοικτος να τρακανίση παν το οποίον έμελλε να εμφανισθή εκεί, βορά τρισαθλία.
Αυτήν την φοράν η κραυγή ουδόλως διέφερε του θρήνου· τόσον έτρεμεν η κραυγάζουσα φωνή!
— . . . . «Δέξαι παρακλήσεις αναξίων σων οικετών . . .» έψαλλεν ο ιερεύς.
— Παναγία μου! ανεφώνησεν η Βγένα η καπετάνισσα, ήτις είχε στυλωθή παρά την θυρίδα και ήκουε καθαρά πλέον.
— Ο καπετάν Βγενιός, παπά μου, η βρατσέρα μας επάνω εις τον μώλον του Σχοινά! Να, τα πανάκια της! Να, το φαναράκι της αναμμένο! Παναγιά μου Λημνιά μου!
Και ετέντωσε καλώς τα μάτια της η δεομένη, προσπαθούσα κάτι άλλο ακόμη να διακρίνη. Αι άλλαι γυναίκες την εκύκλωσαν, και ιδούσαι το πέλαγος εφώνησαν και εκείναι αλαλάξασαι.
— Παναγία μου! Λημνιά μου!
— Βάρδα από τον Μώλο, καπετάν Βγενιέ!
Ηκούσθη πάλιν η θρηνώδης εκείνη κραυγή του καπετάν Μήτρου οπού από το παράθυρόν του, παλαιός αυτός καπετάνιος, διέτασσεν.
«— Πάντων προστατεύεις αγαθή . . . . .
Έψαλλε θρηνητικώτατα τώρα ο εφημέριος, κάμνων ακόμη και τας συνήθεις εις το τέλος της παρακλήσεως γονυκλισίας. Αι γυναίκες τον εμιμήθησαν.
— Παναΐτσα μου! Λημνιά μου! Εδέετο η Βγένα η καπετάνισσα και εκραύγαζεν: — Η βρατσέρα μου! αυτή είναι . . . . Αυτή είναι.
Και ατενίζουσα ολονέν προς τον λιμένα, εις μίαν αίφνης αναλάμψασαν αστραπήν ανεφώνησεν:
— Ο καπετάν Βγενιός! Πίσω στην πρύμη, ξεσκούφωτος, με το μακρουλό κεφάλι του, μούσκεμα. Γεμάτη νερό η κουβέρτα . . . . .
— . . . . Και λύτρωσον ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως . . .»
Εξηκολούθει ο ιερεύς.
— Αχ! πάει! θα πέση 'ς τον Μώλο! Δεν θα καβαντσάρη!
— Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ. Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι, καπετάν Βγενιέ!
Ηκούσθη πάλιν από του λιμένος φωνή· η φωνή του καπετάν Μήτρου.
— Κύττα, παπά μου! Κύττα και συ! διέκοψε κατά τας τελευταίας αιτήσεις η δεομένη την παράκλησιν, και σπεύδουσα να εξέλθη και πάλιν επιστρέφουσα.
— Δεν βλέπω, παιδί μου! υπέλαβεν ο γέρων.
— Νά! εκεί δα εκείνα τα δυο πανάκια. Αχ! . . . Θα πέση επάνω 'ςτο Μπούρτσι! Νά, ο καπετάν Βγενιός! πιστίλι, μούσκεμα! Δεν του το είπα του βλουημένου!; . . .
Και σταυροκοπουμένη και γονυπετούσα εδέετο.
— Παναγία μου!
Την στιγμήν εκείνην ελαφρά και ηπίως, ως κρουσθείς άργυρος, έτριξεν η Παναγία η Λημνιά με όλα τα ασημικά της χαρίσματα.
Μίαν λάμψιν εφάνη ότι άφησαν τα μεγάλα τα μάτια της τα αμυγδαλωτά, λάμψιν συγχυσθείσαν με την επαναληφθείσαν αστραπήν, και η βρατσέρα η κινδυνεύουσα εχάθη με τα δύο πανάκια της πίσω από τον πέτρινον όγκον του Μπουρτζίου.
Εκεί δε οπού τόσην ώραν αναιβοκατέβαιναν τα δύο διάβροχα ιστία, μόνον τα μεγάλα και φουσκωμένα κύματα εσάλευαν πλέον, ωθούμενα προς τα έξω και συγκλονίζοντα την Βγέναν την καπετάνισσαν ως οικτρόν ναυάγιον να την ρίψουσι, θαρρείς, προς τους βράχους.
— Θα τρέξω κάτω, παπά μου! Είπεν έκφρων η Βγένα η καπετάνισσα.
Και αληθώς έκαμε κίνησιν βιαίαν τώρα να σπεύση εις τον λιμένα, αλλ' από την ευλάβειάν της ανεκόπη πάλιν να τελειώση η παράκλησις, ήτις πράγματι ετελείωνε πλέον, ότε και η κυρά Βγένα σαν αστραπή έγεινεν άφαντος.
— Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ! ενεθάρρυνε πάλιν ο καπετάν Μήτρος.
***
Και ιδού όπισθεν του Μπουρτζίου, εις τον δεύτερον λιμένα, όστις δεν προσεβάλλετο υπό του σιρόκου, προέβαινεν ανασουσουρωμένη ως όρνις μετά την αλεκτορομαχίαν η βρατσέρα του καπετάν Βγενιού, ήτις προβάσα ακόμη ολίγον εις μέρος υπήνεμον, ηγκυροβόλησε με τας δύο αγκυρίτσας της.
Ο κρότος της αγκυροβολήσεως έφθασεν επάνω γλυκύς και ιλαρός ως μολπή ευφρόσυνος της σωτηρίας.
Τότε και ο γέρων ιερεύς έλεγε το «Δι' ευχών» ενώπιον της εικόνος της Παναγίας της Λημνιάς, ήτις, ακίνητος πάντοτε, με τα μεγάλα μάτια της, φορτωμένη τ' ασημικά της εκυριάρχει, Δέσποινα απροσμάχητος, εν μέσω του ωρυομένου εκείνου σάλου του υγρού στοιχείου, όπερ εξηκολούθει ολονέν να μυκάται και να απειλή, ανακινούν τον λιμένα και την καμπανίτσαν της Εκκλησίας της, ήτις εγλυκοκελάδει ακόμη κατά διαλείμματα άλλας παρακλήσεις άλλων γυναικών!
— Νταν! Νταν! Νταν!
ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ (1907)
Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του εξηγούσεν ο μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα μεγάλα μάτια και την χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν την χάση κανείς, με τίποτε πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την εξαγοράση . . . Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν του Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν του πάντοτε:
— «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»
Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν έμαθε τον θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το ψυχοσάββατον, το πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η σκούνα, με την οποίαν εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις μίαν έρημον ακτήν, παρά την είσοδον του Ελλησπόντου, από παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη Μασσαλίαν, προωρισμένα διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε να παραδώσουν εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.
Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω εις την πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη μελαγχολία, όταν είδε πώς εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να δώση εργασίαν εις το πλήρωμα. Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου, όστις ήτο αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο, ο καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον νεαρόν ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του» πάντοτε. Αλλ' όταν, εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ του, είδε τους ναύτας να ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του, όστις ακκουμβισμένος επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν αγρίως λευκά κύματα του Αιγαίου:
— Θυμήθηκες πάλι την μάννα σου! . .
Τούτο ήρκεσεν εις τον αγαθόν ναύκληρον να συνέλθη, να εννοήση το σφάλμα του και να προχωρήση προς την πρώραν.
— Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, εψιθύρισεν ο καπετάν Γιάννης τότε, ανάπτων το τσιγάρον του, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους . . .
— Καμμιά φορά όμως έχουν την ανάγκην μας και οι πεθαμένοι, υπέλαβεν ο νεαρός ναύκληρος με κάποιαν συστολήν.
Μετ' ολίγον επί κεφαλής του πληρώματος ο Γιωργάκης, ο ναύκληρος, ειργάζετο εις την συρραφήν μιας παλαιάς εσχισμένης μπούμας του πλοίου, την οποίαν είχον απλώσει επί του καταστρώματος. Συχνά δε ίστατο, με την σακκορράφαν την χονδρήν εις χείρας, βλέπων προς τους ιστούς επάνω περίφροντις μάλλον ή αφηρημένος.
— Θα της βράσουν τάχα κανένα πιατάκι κόλλυβα; διελογίζετο. Ποιος να φροντίση! Εκεί οπού στην αράδα θα λάμπουν στολισμένα τα κόλλυβα όλων των πεθαμένων του χωριού, εις την ενορίαν μας, αποκάτω από την εικόνα του Χριστού, κάθε ένα με το κεράκι του, κάθε ένα με τους χρωματιστούς του φιόγκους, θα είναι μαζί και το δικό της το πιατάκι, ευμορφοστολισμένο, με σταφίδες, με κουφέτα, με γαρύφαλα, με βαρακωμέναις μαντζουράναις και αρμπαρόρριζαις; Και δίπλα θα είναι και το καλό το σαμδανάκι μας, με μια λαμπαδίτσα κίτρινη, με μαύραις κορδέλλαις; Ποιος να σου τα κάμη αυτά, πτωχή μου μαννούλα! Θα σου ζυμώσουν τουλάχιστον καμμιά λειτουργιά; θα σε μνημονεύση κανένας παπάς;
Και προσεπάθει να κρύψη τα μάτια του, οπού άρχισαν να βουρκώνουν.
— Α! παιδιά! Ως το μεσημέρι να την ξενετάρωμε! απέτεινε τότε παρακέλευσιν προς τους ναύτας, οπού γύρω γύρω συνέρραπτον το παλαιόν εκείνο ιστίον, ο καθένας με την σακκορράφαν του και με το πέτσινο γάντι του.
Και πάλιν ίστατο σιωπηλός, βαστάζων ακίνητον την σακκορράφαν του και βλέπων προς τους ιστούς:
— Τι να σου κάμη και η καϋμένη η 'ξαδέλφη μου, η μόνη συγγένισσά μου! Τι να σου κάμη η φτωχή και αυτή! διελογίζετο τότε ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας, συνεχίζων τας σκέψεις του, τι να σου κάμη η ξενοδουλεύτρα! Αδειάζει κι' αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα πλέκει την κάλτσα της κινούσα τα χέρια της! . . .
Και ανεστέναξε βαθέως:
— Να ήμουν ταχυά κι' εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας, ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους πεθαμένους! . . .
Και μετ' ολίγον:
— Να ήμαστε το ελάχιστο σε κανένα λιμάνι απόψε, σε καμμιά σκάλα, νάβγω να πάω στην εκκλησιά ταχυά το ψυχοσάββατο! . . . Να σου ανάψω ένα κεράκι το ελάχιστο! . . .
Και του ήλθε τότε εις την ανάμνησιν το τελευταίον γράμμα της εξαδέλφης του, οπού του έγραφε για τον θάνατον της μητέρας του, στην Μαρσίλια· εκεί οπού φόρτωναν τα τούβλα· το είχε μέσα εις το κόρφο του, σαν φυλακτό, το γράμμα εκείνο, και το είχε μάθει απόξω νεράκι;
— Όταν θάφευγες, του έγραφεν η Λουξανιώ, η εξαδέλφη του, ήταν χαρούμενη· θυμάσαι με πόσαις ευχαίς και με πόσαις χαραίς σε κατευώδωσε. Σαν να μη ήθελε να πονέσης εις τον υστερνόν σου εκείνον μισεμόν. Σαν νάξευρεν ότι για τελευταία φορά σε έβλεπε, και ήθελε με χαρά να σ' αποχαιρετίση, για νάχης για πάντα ως ευχή της, την χαρά. Την είδες! την θυμάσαι! Ελαβε δύναμιν, σαν από άνωθεν. Εσηκώθη επάνω, οπού είχε μήνες να σηκωθή από το στρώμα, και σου έσφιξε το χέρι και σ' εφίλησε:
— Στο καλό, παιδί μου! την ευχή μου, παιδί μου! Δεξιά και αριστερά η ευτυχίαις να σου έρχωνται, παιδί μου! . . .
Εσταμάτησεν εδώ τας αναμνήσεις του ο Γιωργάκης βουρκωμένος, και έσκυψε μέσα εις τον κόλπον του, προσποιηθείς ότι κάτι εμβήκε μέσα εις το μάτι του, διά να μη εννοήσουν οι ναύται.
Έπειτα πάλιν εξηκολούθησε την αποστήθισιν της επιστολής:
— Σαν κατέβηκες την σκάλα, να την έβλεπες! Πού ευρέθηκεν εκείνη η δύναμι! Θυμήθηκε τα νειάτα της. Επανεκάθησε στο παραθύρι για να σε καμαρώση:
— Αρί, από πού θα ξαγναντίση το παιδάκι μου;! . . Από το παραθύρι της σαλίτσας εφαίνετο μια γωνίτσα του λιμανιού. Εκύτταζε και έλεγε, εις τα χαμένα, έτσι.
— Στο καλό, παιδί μου! στο καλό! Δεξιά και αριστερά! . . .
Αλλά προς το βράδυ ο καιρός εχάλασε. Χειμώνας, βλέπεις.
Επήρεν ένας κρύος μαΐστρος! Χιονιά δυνατή! Εγονάτισε τότε μπροστά εις την Παναγίτσα μας, την Τριχειρούσα, κ' έκλαιεν:
— Αρί, Λουξανιώ, πώς τάφησα το παιδάκι μου και μούφυγε! Πώς τώκαμα αυτοδά, αρί. Δεν το κρατούσες, αρί να μη φύγη το παιδάκι μου; Δεν το κρατούσα, μαθές! . .