Διηγήματα, Τόμος Δ

Part 6

Chapter 610 wordsPublic domain

Ο Καπετάνιος, εκ της Ανατολικής Ελλάδος καταγόμενος, ανήκων εις στρατιωτικήν του τόπου οικογένειαν, ορφανός γονέων απομείνας, κατέφυγεν εις τον στρατόν. Υπαξιωματικός δε ήδη ων, ευρέθη οπαδός των Ναπαίων, του εν Ελλάδι τότε ρωσσικού κόμματος, ανδρωθείς με τα ωραία όνειρα της Μεγάλης Ιδέας. Πάσαν συμπλοκήν του μετά ληστών, ευφάνταστος ων, εμεγαλοποίει εις μεγάλην αιματηράν μάχην· και δι' ενέργειαν εκλογών αποστελλόμενος εισήρχετο εις τας επαρχίας εν θριάμβω ως εν καταλήψει εχθρικής χώρας, με το ωραίον παράστημά του, με τον δασύν του πώγωνα, τον μαύρον μύστακα, και τους μαύρους του οφθαλμούς. Ούτε ο Βουλγαροκτόνος δεν εκαμάρωνε τόσον επί του ίππου του, όσον ο Καπετάνιος πορευόμενος διά μέσου των φαράγγων της Δυτικής Ελλάδος, με την ηλιοκαή όψιν του, την αρρενωπήν. Πάσαν δ' υπόνοιαν ερεθισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, κυκλοφορούσαν εις την Ωραίαν Ελλάδα, το κέντρον των Ελλήνων τότε, υπελάμβανεν ως πόλεμον υπέρ της πατρίδος του πάντοτε, διά την οποίαν, τω εφαίνετο αι Δυνάμεις ηγρύπνουν διαρκώς, σχεδιάζουσαι τον τρόπον του μεγαλείου της. Εις το απλούν αυτού δωμάτιον, παρά το Μοναστηράκι, δύο αντικείμενα επέσυρον την προσοχήν του εισερχομένου. Ο περίφημος χάρτης του από Φερών δημοτικού ψάλτου, και χρυσόδετον βιβλιάριον, η «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων». Με τον χάρτην εκείνον ωνειρεύετο εξαπλουμένην πάλιν την φυλήν του, εις δε το βιβλιάριον, οδηγηθείς παρά τινος μοναχού, ανεγίνωσκε χρησμούς και οπτασίας. Ακούσας δέ ποτε παρά τινος ενθουσιώδους Ναπαίου ότι υφίσταται και δρα, προ πολλού εθνικός τις Σύλλογος η _Ανάστασις_ καλούμενος, του οποίου τα μέλη στενώς συνδεόμενα ως άλλη τις Φιλική Εταιρεία, οφείλουν να πιστεύουν ότι την νύκτα της Αναστάσεως θα εγερθή ο Άγιος Βασιλεύς οπού κοιμάται τώρα εις τα υπόγεια της Αγίας Σοφίας, και ότι όπου και αν ευρίσκωνται οφείλουσι να αγρυπνώσι την νύκτα της Αναστάσεως πάντοτε, επιλέγοντες προς αλλήλους το σύνθημα _Χριστός Βοσκρές_, ήτοι Χριστός ανέστη· έως ίδωσι τον Άγιον Βασιλέα εγειρόμενον και αναβαίνοντα ενδόξως επί τον πατρικόν θρόνον του Γένους. Αυτά μόνον περί του Συλλόγου γνωρίζων, εσκέφθη ότι τούτο είναι ένα ισχυρότατον έρεισμα της Μεγάλης Ιδέας· και ήρχισε μετ' ολίγον να κατηχή οπαδούς ο ονειροπόλος εκείνος Καπετάνιος. Είχε δε αρκετά προοδεύσει, θερμώς υπό των Ναπαίων ενισχυόμενος.

Ότε δε τέλος εξερράγη ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο Καπετάνιος, ανθυπολοχαγός ων, ποθών να γνωρίση εκ του σύνεγγυς «το ξανθόν γένος», όπερ έμελλε κατά τους χρησμούς να βασιλεύση επί της Επταλόφου, εστράτευσεν εις Ρωσσίαν και αιμάτωσε τότε την ειρηνικήν σπάθην του. Τότε, κατά την επάνοδόν του, ηθέλησε να προσκυνήση και την Αγίαν Σοφίαν, εν η από χρόνων συνεκέντρου όλους τους πόθους του. Ήτο πρωία. Η ονειρώδης Επτάλοφος ήτο σκεπασμένη υπό τον αερώδη πέπλον της ακόμη, υφ' ον, ως διά νεφελωμάτων αραιών, απέστιλβον χρυσαί ακωκαί μιναρέδων και χρυσοσκεπείς θόλοι παλατιών και σκηνωμάτων, εν μέσω κήπων και κυπαρίσσων.

Χωρίς να σταματήση αλλαχού, κατηυθύνθη αμέσως εις το περίκλυτον του Ανθεμίου μεγαλούργημα. Τα πλατέα και σύνδενδρα αυτού προαύλια ήσαν έρημα. Δερβίσαι τινές μόνον, με τας κωνοειδείς κιδάρεις των, και χόντζαι με τα λευκά μανδήλια, ενίπτοντο εις τας δροσεράς εκεί κρήνας, ενώ άλλοι εισήρχοντο εις τον δουλεύοντα ναόν διά την πρωινήν των προσευχήν. Επλήρωσε την ωρισμένην είσοδον, εφόρεσεν εμβάδας και εισήλθεν ο Καπετάνιος, συντετριμμένος την καρδίαν, με ψυχήν οδυνωμένην. Ότε, διελθών τους δύο χρυσούς προναούς, ευρέθη υπό τον πανύψηλον θόλον, εσταμάτησεν η αναπνοή του. Εξόχου μεγαλειότητος ευρυχωρία εν μαλακώ φωτί ηπλούτο περί αυτόν σιωπηλή, ήρεμος, νεκρά. Γύρω-γύρω αι μακραί διπλαί στοαί, καλλικίονες, εκοιμώντο, τυλιγμέναι εις τα χρυσά αυτών μουσειοπλαστήματα. Εις τας γωνίας του κεντρικού θόλου έτρεμον άνω, τω εφάνη, πτερυγίζοντα τα χρυσά των Εξαπτερύγων πτερά, και υψηλά επάνω, εις ύψος αιθέριον, τα αυθάδη του Κορανίου γράμματα εκάλυπτον την μακρόθυμον του Παντοκράτορος μορφήν. Όπισθεν ενός πορφυρού κίονος, κρυφοκυττάξας γύρω, αφού συνήλθεν από της πρώτης εκπλήξεως, έκαμε τον σταυρόν του, δειλόν και έμφοβον σταυρόν, είτα ελθών έστη σκυθρωπός, εκεί οπού άλλοτε ήτο η αγία Τράπεζα. Εκεί δε, καθηλώσας τα βλέμματά του επί του εδάφους, δεξιά, έβλεπεν, ως να προσεπάθει να εξιχνιάση τι κεκρυμμένον, ενώ όπισθέν του, κάτω, επί άμβωνος, ο χόντζας έψαλλε την ασιατικήν προσευχήν του. Τότε είς γηραιός χόντζας παραμονεύων, ελθών ηρέμα εκ των όπισθεν, έθλιψε φιλανθρώπως τον ώμον του Καπετάνιου, εκφωνήσας:

— Γιουνάν; (Έλλην;)

Εξεπλάγη ο Καπετάνιος, αλλά δεν εφοβήθη. Ο δε γλυκύς εκείνος γέρων χωρίς ν' αναμένη, αρχίζει ελληνιστί μετά πραείας της φωνής:

— Εδιάβασες τα χαρτιά μας — παιδί μου. Το κατάλαβα. Βλέπεις εδώ; Και επέδειξεν εις τον Καπετάνιον σημεία τινα επί των πλακών κάτω, εκεί οπού ακριβώς παρετήρει μετ' επιμονής εκείνος. Εδώ ανοίγει κλαβανή, εξηκολούθησεν ο γηραιός χόντζας· και καταβιβάζων ακόμη την φωνήν του προσέθηκε: Και καταιβαίνομεν κάτω εις τα υπόγεια . . .

Ο Καπετάνιος ανεσκίρτησε· διότι έβλεπεν αίφνης ότι ήσαν αληθή όσα ανεγίγνωσκεν εις τους χρησμούς του. Ο δε γέρων, επιστρεφόμενος, ίνα βεβαιωθή ότι δεν τον κατασκοπεύει τις, εξηκολούθησεν ηρέμα:

— Κάτω είνε άλλη εκκλησία. Με εικόνας, και πολυελαίους, με λαμπάδας και ιερείς, με ψάλτας και βοηθούς . . .

Η καρδία του Καπετάνιου επάλλετο βιαίως.

— Εγίνετο λειτουργία την ημέραν της Αλώσεως, εξηκολούθησεν ο γέρων, η οποία εσταμάτησεν ατελείωτος εις το «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου . . .»

Εις την φοβεράν περιέργειαν του Καπετάνιου προσετίθετο ήδη άλλη φοβερωτέρα, ποίος να είνε αυτός ο γέρων χόντζας, ο γνωρίζων την γλώσσαν του, ο γνωρίζων την θρησκείαν του.

— Ο παπάς ολόχρυσος, μαρμαρωμένος, εξηκολούθησεν ο γέρων, μετά της αυτής προφυλάξεως. Ο διάκος ολόχρυσος, μαρμαρωμένος. Δεξιά ο πρωτοψάλτης μαρμαρωμένος εις το στασίδι του, αριστερά ο λαμπαδάριος μαρμαρωμένος εις το στασίδι του. Εις τον βασιλικόν θρόνον επί κλίνης ο άγιος Βασιλεύς κοιμάται ύπνον ήρεμον και γλυκύν, και θα σηκωθή την ημέραν εκείνην . . .

Ο Καπετάνιος τότε, χωρίς να σκεφθή πού ευρίσκετο, αναφωνεί έντρομος πάραυτα:

— Χριστός βοσκρές!

Ο γέρων μουσουλμάνος τότε έμεινεν άφωνος εκ της εκπλήξεως.

Έως τώρα διηγήθη όσα γενικώς αφηγούντο και οι οθωμανοί εις τους ημετέρους, κολακεύοντες τας παραδόσεις των, αλλ' ήδη ακούσας την αναφώνησιν αυτού, εχάρη υπερβαλλόντως· συνελθών έθλιψε την χείρα του Καπετάνιου και κατεφίλησε συνάμα αυτόν ως αδελφόν του και επανέλαβε και αυτός ηρέμα: Χριστός βοσκρές!

Το «Χριστός βοσκρές», ως είπομεν, ήτο σημείον μυστικόν των μεμυημένων εις τας περί του αγίου Βασιλέως παραδόσεις και πιστευόντων εις την ανάστασίν του. Εννόησαν αμέσως και οι δύο ότι ήσαν μέλη της αυτής εταιρείας της Αναστάσεως. Τότε ο γέρων διηγήθη πλέον εις τον Καπετάνιον αφόβως ότι είνε χριστιανός εις το κρυφόν, υπηρετών εν τω ναώ, έως ου αξιωθή να ίδη τον άγιον Βασιλέα, διότι η κρύπτη η άγουσα κάτω εις τον υπόγειον ναόν μόνον την νύκτα του Μεγάλου Σαββάτου ανοίγει· και μακάριος, όστις ευρεθή την στιγμήν εκείνην παρών και κατέλθη. Και προσεγγίζων ήρχισε να ψιθυρίζη εις το ους του Καπετάνιου:

_Ο νεκρός ήδη και θέα λελυμένος Οίδασι πολλοί καν μηδείς τούτον βλέπη. Μηνόκρανον, μείλιχον, πραΰν, υψίνουν . . ._

Και μετ' ολίγον με πλέον χαμηλήν φωνήν προσθέτει:

_Εις τα δεξιά τα μέρη άνδρα εύρητε γενναίον, ισχυρόν και ρωμαλέον . . . _

Εις τον Καπετάνιον ουδεμία πλέον απέμεινεν αμφιβολία ότι ο γέρων εκείνος, ο μουσουλμάνος εξωτερικώς, ήτο ομόφυλος και ομόθρησκος, και επί πλέον εκ των μεμυημένων, οίτινες αναμένουσι την εξέγερσιν του αγίου Βασιλέως. Ούτως εσχετίσθη ευκόλως μετ' αυτού κ' επόθει πλέον να μετέλθη και αυτός την αυτήν εξαπάτην, όπως νύκτα τινά της Αναστάσεως γείνη θεατής του κοιμωμένου Βασιλέως και αξιωθή να φιλήση την χείρα του την ζώσα νεκράν, όπως ηξιώθη ποτέ ν' απολαύση την θείαν ταύτην οπτασίαν ο Πατριάρχης Χρύσανθος και οι δύο Σιναΐται Πατέρες . . .

— Το μπακαλόπουλο, διηγείτο προς αυτόν ο γέρων την επομένην νύκτα, φιλοξενών πλέον τον Καπετάνιον εν τω κελλίω του, εν τοις προαυλίοις της αγίας Σοφίας, το μπακαλόπουλο, εμβήκεν από την πίσω πόρτα του αγίου Βήματος, η οποία ανοίγει μόνον το Μέγα Σάββατον το βράδυ και έπειτα μένει κλειστή όλον τον χρόνον. Εμβήκε να δώση το λάδι για ν' ανάψουν τα κανδήλια του υπογείου ναού, και επειδή άργησεν ολίγον, έκλεισεν η πόρτα κ' εκλείσθη μέσα όλον τον χρόνον, κ' εβγήκε τότε, όταν πάλιν το Μέγα Σάββατον ξανάνοιξεν η κρυφή πόρτα. Αλλά το πρόλαβεν ένας φανατικός Ιμάμης, εκεί που διηγείτο τα όσα είδε κάτω, θαυμαστά και εξαίσια, και τώκοψεν εις δύο με το γιαταγάνι του, χαϊμαλί . . .

Αλλ' επάνω εις τας διηγήσεις των αυτάς, τας εξαισίας, χωροφύλακες συνέλαβον και τους δύο προδοθέντας υπό κατασκόπων, οίτινες παρεφύλαττον αυτούς, υποψιασθέντες από τα εν τω ναώ κινήματά των· και ο μεν γέρων δεν εφάνη πλέον πουθενά, ο δε καπετάνιος εξορισθείς εις Αφρικήν εκινδύνευσε τον έσχατον κίνδυνον και ως διά θαύματος διαφυγών, επανήλθε μετά δεκαπενταετίαν εις Αθήνας ξηρός και οστεώδης και πολιός, άνευ πώγωνος, με τον ήμισυν μύστακα φαγωμένον από τριχοφάγον.

Αλλά κατά την μακράν αυτήν απουσίαν του, τα πνεύματα διεστράφησαν εν τη πόλει. Οι Ναπαίοι εξέλιπον, και μετ' αυτών τα ωραία εκείνα όνειρα περί Επταλόφου. Η δε Μεγάλη Ιδέα, ήτις εμέθυε την παρελθούσαν γενεάν ιεράν και ένθεον μέθην, είχε προ πολλού αποθάνη, είχε ταφή και είχε λησμονηθή, ως λησμονείται πας νεκρός. Εις τα μεγάλα κέντρα ουδείς ανεγνώριζε πλέον τον σαρακοφαγωμένον Καπετάνιον, ο δε λόγος του, ο τόσον ένθους άλλοτε, περιεφρονείτο και ενεπαίζετο από την νέαν γενεάν. Τότε περίλυπος, απηλπισμένος, φεύγων τους πολυθορύβους κύκλους, στερρώς δε εμμένων εις τα ονειροπολήματά του εκείνα τα οποία όσον από τους άλλους επεριφρονούτο τόσον εις αυτόν εγίνοντο ιερώτερα, επεριπάτει μίαν ημέραν εις τας σκολιάς οδούς του Ψυρή, αναζητώντας μοναστικόν δωμάτιον, όπως αφανής θρηνή εκεί τα νεκρωθέντα όνειρά του. Η κυβέρνησις τον είχεν επαναφέρει εις τας τάξεις του στρατού με τον βαθμόν του υπολοχαγού. Τότε, παρά τον άγιον Δημήτριον, μίαν εσπέραν, ανεκάλυψε βαθύ θολωτόν υπόγειον, ως τεθαμμένην εκκλησίαν. Εις την θύραν του κλάδος ελαίας και μία ερυθρά σημαία εμαρτύρουν ότι κάτω υπήρχεν οινοπωλείον. Κατήλθε με χαράν εις το βάθος εκείνο, διότι τω εφαίνετο ότι ο κόσμος τον απώθει. Έμεινεν εκστατικός πάραυτα. Υπό τας υγράς εκείνας καμάρας και τας πολυδαιδάλους στοάς τω εφάνη ότι έβλεπεν αναπαράστασιν των φημιζομένων υπογείων της Αγίας Σοφίας, ως τω παρέστησαν ταύτα εν τη Πόλει άλλοτε. Ιδίως τράπεζα εκείνη, η από επιταφίου πλακός, με τα βυζαντινά γράμματα και τας βυζαντινάς γλυφάς, τω εφάνη ως η υμνουμένη κλίνη του καθεύδοντος αγίου Βασιλέως, ή ώσπερ η κλίνη η Σολομώντειος, η «κυκλουμένη από δυνατών εξήκοντα».

Ο κυρ-Μιχάλης, περιποιητικός πάντοτε, τον κατεγοήτευσε με τας περιποιήσεις του και τον κατέθελξε βασιλικώς με το σάρκινον εκείνο στέμμα του. Την νύκτα εκείνην με το αμυδρόν φως, τω εφάνη ως τις παρακοιμώμενος εις τους βυζαντινούς εκείνους θόλους. Εκεί πλέον διήρχετο τας ώρας του ο Καπετάνιος, αγρυπνών ιδίως όλην την νύκτα της Αναστάσεως, αναγινώσκων την συλλογήν των Προρρήσεων κ' ερμηνεύων εις τον απλοϊκόν κυρ-Μιχάλην τα θαυμαστά, τα οποία θ' αξιωθώσι να ίδωσι μίαν ημέραν οι πιστεύοντες εις τον Άγιον Βασιλέα. Και ούτω σχετισθείς με τον αφελή κυρ-Μιχάλην εμύησεν αυτόν εις την ωραίαν παράδοσιν, όστις έγεινεν ένας εκ των στενωτέρων φίλων του, πεισθείς ότι αφεύκτως εις την επαλήθευσιν των χρησμών θα μετώκει εις την Βασιλεύουσαν. Και εφαντάζετο πολύ ταχείαν την επαλήθευσιν. Τόσον ο γόης εκείνος και μάγος Καπετάνιος τον είχε σαγηνεύσει, ώστε να παραμελή και την εργασίαν του, όπερ εγίνετο λύπης αφορμή εις την κυρά-Μιχάλαιναν.

***

Μετ' ολίγον, από τον φεγγίτην επάνω, έλαμψαν τα φώτα της Αναστάσεως. Η τελευταία λέξις του αναγνωσθέντος εις το προαύλιον του αγίου Δημητρίου Ευαγγελίου «Χαίρετε» έφθασε κάτω, συνοδευμένη με τους γλυκείς των κωδώνων ήχους, με τους οξείς των πυροτεχνημάτων κρότους, και με τας αναφωνήσεις τας διθυραμβικάς του «Χριστός Ανέστη».

— Χριστός βοσκρές! ανεκραύγασε τότε ο Καπετάνιος εν εκστάσει· και ανάψας την λαμπάδα του έβλεπεν ως εν προσευχή προς τους μαύρους επάνω θόλους.

— Χριστός βοσκρές! Επανέλαβε και ο κυρ-Μιχάλης· και ήναψε και αυτός την λαμπάδα του, ευλαβής προσήλυτος του Καπετάνιου, αναμένων πιστώς μίαν τοιαύτην νύκτα την αφύπνισιν του Αγίου Βασιλέως.

Κατόπιν ήλθε και η κυρά-Μιχάλαινα, κατηφής πρώτην φοράν, με την λαμπάδα της εσβεσμένην και ανεόρταστος, χωρίς να σημειώση επί του ανωφλίου της θύρας, διά του καπνού της καιούσης λαμπάδος, τους τρεις σταυρούς. Και πάραυτα, χωρίς περιστροφάς, εκχύνει το άλγος της ψυχής της:

— Η Πεντέλη το πούλησε το Μετόχι. Το αγόρασεν ένας λούσιος αλεξανδρινός να το χαλάση και να κτίση μεγάλην οικοδομήν, και μας βγάζουν από το υπόγειον . . .

Η κυρά-Μιχάλαινα επεθύμει αληθώς να σωθή από την παρουσίαν του Καπετάνιου, αλλ' όχι με αυτόν τον τρόπον, απομένουσα φερέοικος. Δι' αυτό εθλίβη κατάκαρδα. Εσώζετο ίσως ο άνδρας της από τον Καπετάνιον — εσκέπτετο — αλλ' έχανε την σειράν του. Και ήτο αμφίβολον, αν ηδύνατο να επανεύρη αλλαχού σειράν, εις αυτήν την ηλικίαν.

Αλλ' όσον και αν εθλίβη η κυρά-Μιχάλαινα, όσον και αν επόνεσεν ο κυρ-Μιχάλης, ο Καπετάνιος εθλίβη ακόμη περισσότερον· και ηυχήθη τότε να απέθνησκεν, αν έμελλε διά παντός ν' απολέση την μόνην παραμυθίαν του εκείνην.

Είνε αληθές φαίνεται, ότι αι επιθυμίαι των ανθρώπων ουδέποτε δύνανται να πραγματοποιηθώσιν άνευ λύπης επακολουθούσης.

Αληθώς οι Βυζαντινοί εκείνοι υπόγειοι θόλοι μετ' ολίγους μήνας δεν υπήρχον εν τη πόλει, ήτις ολονέν μετεμορφούτο, επιμόνως απεχθανομένη παν βυζαντινόν . . . Εις δε την θέσιν των, ανηγέρθη παμμεγέθης οικοδομή, επί των προπυλαίων της οποίας εσώζετο μέχρι τινός πλαξ επιταφία, από σαρκοφάγου, φέρουσα γεγλυμμένα επάνω βυζαντινά γράμματα και γλυφάς θρησκευτικάς. Η πλαξ εκείνη ήτο η μαρμαρίνη τράπεζα επί της οποίας άλλοτε ο εξαφανισθείς έκτοτε Καπετάνιος έσπευδε τα δάκρυά του μαζί με τον αφρώδη του κυρ-Μιχάλη ρητινίτην, προσφωνών τον εν τη ψυχή του κοιμώμενον Άγιον Βασιλέα διά του συνθηματικού χαιρετισμού:

— Χριστός βοσκρές!

Ενώ ο κυρ-Μιχάλης από μίαν μικράν παραζάλην συσκοτισμένος αντεχαιρέτιζεν ως συνήθως με τα παραμορφωμένα λατινικά του:

— Δόμινους Μπαμπίσκους!

***

Ουδείς έγεινεν έκτοτε λόγος ούτε περί του Καπετάνιου αν έζη ή όχι, ούτε περί του κυρ-Μιχάλη, του μόνου εναπομείναντος πιστού, από τους τόσους, εις τα ωραία εκείνα όνειρα του Συλλόγου της Αναστάσεως, αν εύρε σειράν ή όχι μετά την κατεδάφισιν του θολωτού εκείνου υπογείου του, καθώς η κυρά-Μιχάλαινα εφοβείτο ότι θα συμβή. Εχάθησαν τα ίχνη και των δύο, ως χάνονται τα επί της θαλάσσης ίχνη του ταξειδεύοντος πλοίου. Αληθές είνε ότι τους πρώτους μετά την κατεδάφισιν μήνας του βυζαντινού εκείνου κτιρίου, εφαίνετο εις άκρον συγκεκινημένος ο ταλαίπωρος Καπετάνιος, ως ένας σαστισμένος μάλλον· δεν τον εχωρούσε κανένας τόπος· τας πρώτας ημέρας τον έβλεπαν όλοι υψηλόν, οστεώδη, με τον σαρακωμένον μύστακα να κάθηται εις την _Ωραίαν Ελλάδα_ εις το μεγαλείτερον κέντρον της πόλεως, τω καιρώ εκείνω, εις την γωνίαν την αριστεράν επί της διασταυρώσεως των οδών _Ερμού_ και _Αιόλου_, εν μέσω στενωτάτου κύκλου μελών τίνων της εταιρείας της _Αναστάσεως_, ήτις υφίστατο ακόμη, αλλά ψυχορραγούσα πλέον, περιγράφων εις αυτούς πότε την μυστηριώδη εκείνην επίσκεψίν του εις την Αγίαν Σοφίαν, και πότε τας θλίψεις και την πείναν του εις την εξορίαν του εν Αφρική, εύελπις όμως πάντοτε περί της επαληθεύσεως των χρησμών μίαν ημέραν. Εκεί μόνον ησθάνετο πλέον κάποιαν αναψυχήν, και επραΰνετο το σκυθρωπόν του πρόσωπον. Ότε συνήγοντο γύρω του εκεί και τον ηκροώντο εν περιέργω συνωστισμώ, ως συνωστίζονται οι άεργοι όρθιοι περί τους χαρτοπαίζοντας εν τοις καφενείοις, νεοφερμένοι από τας επαρχίας, και μάλιστα γηραιοί τινες φουστανελλοφόροι, της επαναστάσεως σεβαστά λείψανα, φέροντες καταφανείς τας ουλάς των από του εθνικού πολέμου πληγών των, ή τας εκτομάς από του μαρτυρίου των εκ μέρους του τούρκου, ενώ ο Καπετάνιος βλέπων προς τους μεγάλους χρυσούς καθρέπτας του εθνικού, να είπωμεν, εκείνου καφενείου, ωμιλούσεν, ερρητόρευε· και εκεί οπού ωμιλούσεν ηλλοιούτο αίφνης, αλλοίωσιν φανταστικήν πάσχων. Έλαμπον οι οφθαλμοί του, ως άλλοτε κάτω εις το βυζαντινόν εκείνο υπόγειον του Ψυρή, εκινούντο με μορφασμούς ποικίλους και παραστατικούς τα χείλη του· αι χείρες του ανεπαισθήτως εφέροντο προς το ήσυχον σπαθίον του, όπερ εβροντούσε τότε ειρηνικώς και πραέως, ως βροντούν του αρχιερέως τα ιερά άμφια, όταν αυτά περιβάλλεται. Και τότε κυττάζων γύρω τους ακροατάς του οπού με αγαλλίασιν τον έβλεπον, τους έλεγε:

— Δεν είναι δυνατόν, παιδιά μου, να διαψευσθώσιν οι χρησμοί. Αυτό να το ξεύρετε!

Αλλά τούτο δεν διήρκεσε πολύ. Το εθνικόν εκείνο καταφύγιόν του, η _Ωραία Ελλάς_, μετ' ολίγα έτη, ήλλαξε κ' εκείνο όψιν.

Κατεδαφίσθη, καθώς και το θολωτόν του άλλοτε υπόγειον. Εκείνα τα έτη καταφθάσαντες από την Πόλιν οι λεγόμενοι _Χαυγιαροχανίται_ Χρηματισταί, με της τσέπαις των γεμάταις λίραις και τα χέρια των χαρτιά, μετέβαλλον αυτό εις πρόχειρον Χρηματιστήριον. Περί τα δύο υαλιστερά του σφαιριστήρια ιστάμενοι όρθιοι, οι νεοφερμένοι εκείνοι της Πόλεως, και τείνοντες τας χείρας απειλητικάς προς αλλήλους, ωπλισμένας όμως όχι με φονικά όπλα αλλά με αβλαβή χαρτία, και μετοχάς τραπεζών και εταιρειών αρτισυστάτων, ηλάλαζον φωνασκούντες απειλητικώς αριθμούς, εν οχλοβοή και ταραχή ωργισμένων ανθρώπων, ετοίμων να έλθουν εις χείρας, οπού ο Καπετάνιος δεν ημπορούσε πλέον ούτε να καθίση εκεί, όχι να ομιλήση. Ότε δε μίαν ημέραν είδε πολλούς και από τα παλαιά μέλη της Εταιρείας της _Αναστάσεως_, οι οποίοι μεταμορφωθέντες εις μεσίτας επωλούσαν εκεί και ηγόραζαν, διδαχθέντες από τους νεήλυδας, χαρτία, τότε πλέον δεν ηδυνήθη να κρύψη τον πόνον του εδάκρυσεν οδυνηρώς εμβριμώμενος, ανεστέναξε βαθειά και έγεινεν άφαντος. Ούτε εφάνη πλέον πουθενά εντός της πόλεως. Διϊσχυρίζοντο όμως τινές ότι τον έβλεπον συχνά διατρίβοντα ή περιδιαβάζοντα εις τους όπισθεν της Ακροπόλεως λόφους πότε μόνος πότε με τον κυρ- Μιχάλην, όστις χηρευμένος πλέον και ασφαλής από κάθε εξέλεγξιν, δεν τον εγκατέλιπε ποτέ, αισθανόμενος πάντοτε άρρητον ηδονήν να ακούη την εξήγησιν των χρησμών περί του Αγίου Βασιλέως, και να εντρυφά εις τα σύνορα μιας απεράντου Ελλάδος, να σχεδιάζη δε το καφενεδάκι οπού πολύ γρήγορα, καθώς επέμενε, θα άνοιγεν απέξω από την Αγίαν Σοφίαν. Έως ου μίαν χιονώδη πρωίαν οι Αθηναίοι ανεγίνωσκον εις την θορυβοποιόν τότε _Εφημερίδα_ μίαν θλιβεράν όντως είδησιν, εις τα ψιλά εκείνα συνθέματα της οπού εγράφοντο με ιδιαιτέραν πάντοτε χάριν και ευφυίαν, ότι επάνω εις τον λόφον του Μνημείου του Φιλοπάππου, μέσα εις μίαν σπηλαιώδη σχιμάδα, ευρέθη το πτώμα πτωχικού γηραλέου ανθρώπου με σαρακωμένον τον μύστακα, σκεπασμένον με ένα στρατιωτικόν μανδύαν, το οποίον εκράτει σφιγκτά εις τας αγκάλας του δύο χρυσοδεμένα βιβλία, τον χάρτην του Φεραίου και την συλλογήν των Χρησμών και Προρρήσεων περί του αγίου Βασιλέως. Εν μέσω αυτών ήτο στερρώς εσφηνωμένη ιδιόχειρος του αποθανόντος διά μολυβδίδος σημείωσις λέγουσα.

— Ηγρύπνησα, εσκέφθην, και είπα: Τάδε λέγει Κύριος:

Παιδί μου κυρ-Μιχάλη! Ημπορεί να κάμουν τας Αθήνας _Χρηματιστήριον της Ανατολής_, καθώς μου είπες ότι ελέχθη χθες εις την Βουλήν, αλλ' οι Χρησμοί δεν είνε δυνατόν να διαψευσθούν. Δεν είναι δυνατόν. Αυτό να το βγάλουν από τον νουν τους. Αν ζήσης εις την μεγάλην εκείνην διά τον Ελληνισμόν ημέραν, θα θυμηθής βέβαια να μου ανάψης. . . . Όποιος ζήση! . . .

Η σημείωσις διεκόπτετο ενταύθα αποτόμως, προσέθετεν αινιγματωδώς η _Εφημερίς_· αι τελευταίαι λέξεις ήσαν δυσδιάκριτοι εκ της κακογραφίας. Και φαίνεται ότι ο θάνατος επήλθεν αιφνίδιος. Δίπλα εκεί παρέκειτο κηρίον εσβεσμένον και μολυβδίς. Το πτώμα αυτό ανεγνωρίσθη αμέσως ότι ήτο του Καπετάνιου, του ονειροπόλου εκείνου της Μεγάλης Ιδέας μυσταγωγού, όστις ευρέθη εκεί από ένα αστυφύλακα, ξεπαγιασμένος, την παγεράν εκείνην πρωίαν, μέσα εις την χιονισμένην σχισμάδα του αρχαίου Μνημείου (2).

ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (1902)

Πρώτα-πρώτα οι γρυπαράδες είχον αντιληφθή τον κίνδυνον. Αργά, πολύ αργά σχολάσαντες από την επίπονον εργασίαν των, είχαν καθήσει πλέον, κάτω εις την άμμον, παρά το κύμα, μεσάνυχτα σχεδόν, να δειπνήσουν, υπό το φως φαναρίου το οποίον απεκρέμασαν από τινος κονταρίου κάπου εκεί, δίπλα εις την αλιάδα των, η οποία πλυθείσα πλέον ήτο διπλαρωμένη εκεί, ένας ολογάλαζος γρύπος κατακαίνουργος. Επάνω εις δύο καπνισμένας πέτρας τοποθετημένη η βαθεία χύτρα, εκόχλαζεν ακόμη υπό την επιτήρησιν ενός νεαρού τρατάρη όστις βιαίως υπεδαύλιζε την πυράν της οποίας αι φλόγες επέψαυον σχεδόν το πρόσωπόν του. Το χωρίον εκοιμάτο πλέον. Ότε ένα αιφνίδιον θαλασσάκι ανερρίπισεν όλον τον λιμένα, οπού ήσαν αραγμένα διάφορα μικροκάικα από τα εκτελούντα την ακτοπλοΐαν των Σποράδων. Σαν να εσύριξεν όφις ή δράκων.

Οι γρυπαράδες όλοι με τάσπρα μανδήλια έχοντες δεμένον τον κούκον των, τσεσμελήδες φιλόπονοι και αγαθοί, παρακαθήσαντες γύρω άρχισαν ήδη να τρώγουν όλοι από το αυτό βαθύ πινάκιον, την κρεμοειδή ψαρόσουπαν, την οποίαν μόνον αυτοί ξεύρουν να παρασκευάζουν από λογιών-λογιών ψάρια, πετρόψαρα· τρώγοντες δε συνωμιλούσαν ηρέμα, ή αστειεύοντο αναφέροντες επεισόδια του αλιευτικού αυτών βίου γελαστά και σπαρταρίζοντα, καθώς σπαρταρίζουν τα ποικίλα είδη των ιχθύων μέσα εις τον βαθύν σάκκον του δικτύου λαμπυρίζοντα επαργύρους λάμψεις.

— Αύριο να τραβήξουμε, παιδιά, για τον Τσουγκριά. Έχουμε καιρό να πάμε. Και είναι καιρός της ζαργάνας. Σεπτέμβριος μήνας, και πέφτει εκεί ψάθα.

Δεν ετελείωσε την ομιλίαν του ο καπετάν Γιάννης, μ' ένα μεταξωτό μανδήλι εις τον σκούφον του γύρω, και παραιτήσας το κουτάλι έξαφνα λέγει·

— Δεν μ' αρέσει, παιδιά, ο καιρός απόψε. Και έρριψε βλέμμα περίφροντι προς την ωραίαν τράταν του. Αλλ' έως ου καλοκκυτάξουν όλοι την θάλασσαν, ήρχισεν ένα δυνατό αεράκι να σφυρίζη από μέρος του σιρόκου με όλα τα προμηνύματα μιας τρικυμίας, τα οποία ως αναφρικιάσεις έφθαναν έως εις την ακτήν Σαγανάκια μαύρα και ύποπτα.

— Την τράτα με όλα τα παιδιά!

Διατάσσει τότε ο καπετάν Γιάννης· και αμέσως ευρέθη από το δείπνον προς την θάλασσαν. Τα παιδιά τον ακολουθούν και αρχίζουν εν τω άμα εργασίαν επίπονον ν' ασφαλίσουν την γαλάζιαν των τράταν η οποία ανακινουμένη από των βιαίως επερχομένων κυμάτων, ήρχισε να κτυπά επί της μαρμαρίνης προκυμαίας, με κοντάρια και κωπιά απομακρύνοντες αυτήν από την σκάλαν.

Όλα τα μικροκάικα συγχρόνως, τα οποία ήσαν αραγμένα, ήρχισαν να χορεύουν ατάκτως, το έν μετά το άλλο σαλευόμενα επί των κυμάτων, χορόν παράδοξον και θαλασσινόν, θαρρείς και κάποιος αόρατος παιγνιδιάτορας τα εξηρέθισεν εις συρτόν παράδοξον. Εις μίαν στιγμήν ο άνεμος στραφείς έστρωσεν εις τον σιρόκον.

Ο λιμήν της κώμης, εστραμμένος προς νότον, είναι ασφαλής και διπλούς, έν δε μέρος μόνον αυτού ανοικτόν εις τον σιρόκον, εκάστοτε από τον άνεμον τούτον υποφέρει, ιδίως τους φθινοπωρινούς μήνας ότε συχνά υπόκειται εις τας παραφόρους πνοάς του. Ετούτο δε γνωρίζοντες οι γρυπαράδες έσπευσαν να εξασφαλίσουν την τράταν, φοβούμενοι μη ευρεθώσιν εκτεθειμένοι κατόπιν, όταν θα ήτο αδύνατον να προλάβουν τον κίνδυνον, όστις εκρήγνυται αμέσως και αποτόμως ως από μήνιν Θεού.

Αλλ' ήτο αποφασισμένον ως φαίνεται να κινδυνεύσουν αυτήν την νύκτα. Διότι μετ' ολίγον εξερράγη αληθώς η τρικυμία ακατάσχετος, με βίαν και αγριότητα μαινομένων θηρίων, λύκων και τίγρεων, τα οποία ωρύοντο ως επί του σταδίου πηγαινοερχόμενα περί την κονίστραν με λύσσαν βοράς. Ο σιρόκος είχεν εμφανισθή τωόντι με όλην του την μανίαν. Τα κύματα, εξεγειρόμενα αλλεπάλληλα, επήρχοντο το έν μετά το άλλο κατά του μικρού λιμένος, τον όποιον πάραυτα εκ του πυθμένος συνετάραξαν, να τον αναποδογυρίσουν, θαρρείς, ως αναποδογυρίζει τηγανητής τας τηγανιζομένας μαρίδας.

— Βοήθεια! ήρχισαν να κραυγάζουν τότε οι αλιείς, μη προφθάσαντες ν' ασφαλίσουν την τράταν των.

— Βοήθεια! αντήχει η κραυγή των πενθίμως εις όλην την κοιμωμένην κώμην επάνω, ως λυγμός θρηνούντων.

Η βία του σιρόκου ήτο ακατάσχετος, τα κύματα, υπερπηδήσαντα μετ' ολίγον τα κρηπιδώματα της προκυμαίας, επλημμύρησαν την αγοράν, περιλούσαντα τα προαύλια των μαγαζείων και τους ωραίους ευκαλύπτους της παρά την αποβάθραν μικράς πλατείας. Τα δε πλοιάρια παρασυρθέντα ήρχισαν να συγκρούωνται επί των μαρμάρων της προκυμαίας.

— Βοήθεια! εξηκολούθουν να φωνάζουν οι γρυπαράδες, των οποίων η τράτα η ολογάλαζη είχε διπλαρώσει επί της αποβάθρας, κινδυνεύουσα να θραυσθή.