Part 2
Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ατάραχος, μειδιών πάντοτε υπό τον φαιόν του μύστακα, εξηκολούθει τον κρυφόν κατά των κηρίων πόλεμον, εις τα νύχια πατών, ίνα μη τρίζουν τα υποδήματά του· περιήρχετο δε κατά την διάρκειαν της λειτουργίας τα διάφορα μανουάλια αρπάζων τα κηρία μετ' αφάτου αγαλλιάσεως ως αόρατος του σκότους δαίμων.
Και δεν ηρκείτο εις τας κυριακάς μόνον και τας εορτάς. Μαθών ότι κάθε παρασκευήν βράδυ που μνημονεύουν τους κεκοιμημένους, αι πενθηφορούσαι γραίαι ήναπτον άφθονα κηρία — από ένα δι' εκάστην ψυχήν τεθνεώτος — ενεφαναίζετο ως φάντασμα κρυφά-κρυφά, και κατερήμαζε τα μανουάλια, κινών την βλάσφημον των γραιών γλώσσαν εναντίον του.
Πρωίαν τινά όμως γέρων τις ναυτικός καλά του την κατάφερε!
Κολλήσας το κηρίον του προ του εικονοστασίου προσεποιήθη ότι υπεχώρει, προσευχόμενος τάχα και βλέπων προς το μαρμάρινον δάπεδον. Και όταν η χειρ του επιτρόπου ενεφανίσθη φοβερά και αμείλικτος κατά του αναμμένου κηρίου, ο ναυτικός εγείρει την βαρείαν ράβδον του και καταφέρει δεινόν κτύπημα κατά της άρπαγος εκείνης χειρός, ώστε ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη ν' απολογηθή.
Και στας υπό τον μέγαν πολυέλαιον απήγγειλε λογύδριον υπέρ του σβυσίματος των κηρίων, διότι, είπεν, ο ναός έχει ανάγκας. Θέλει σουβάτισμα, θέλει ζουγράφισμα, θέλει τέμπλον, θέλει καμπαναριό. Πώς θα γείνουν όλα αυτά;
Και έξυε μετά πόνου την δαρείσαν χείρα του.
Οι εκκλησιαζόμενοι εσίγησαν.
— Με το απόκερο! απήντησε τότε ο κυρ-Μανωλάκης, περατώσας το λογύδριόν του.
Και όταν μετά θαυμασμού εθεώρουν οι χριστιανοί τον αχθοφόρον εισερχόμενον εις τον ναόν — και τον εισήγεν ο επίτροπος πάντοτε διαρκούσης της ακολουθίας — και φέροντα βαρύτατον σάκκον γεμάτον διαφόρου μεγέθους κηρία, νεόχυτα, ευωδιάζοντα, ο κυρ-Μανωλάκης έλεγε:
— Τα βλέπετε αυτά; είνε από τα απόκερα!
***
Αλλ' αν ο κυρ-Μανωλάκης είχε τόσους πειρασμούς να υπερνικήση, πολλάκις αγανακτών και κακολογών τους παρεμβαίνοντας εις την διοίκησίν του, χωρίς να ξεύρουν — ήτο οπαδός του συγκεντρωτικού συστήματος — η κυρά Μανωλάκαινα έδρεπεν όλας τας δάφνας της εξουσίας του συζύγου της. Ιδίως τας ηδονάς και τρυφερότητας αυτής ησθάνθη την μεγάλην εβδομάδα. Ουδέποτε άλλοτε αφ' ότου ενυμφεύθη, απέλαυσε την άφατον ευχαρίστησιν, την οποίαν κατά το έτος εκείνο, το πρώτον της επιτροπείας του συζύγου της.
Των Βαΐων της έδωσεν ο εφημέριος μια βάια, πρασίνη-πρασίνη και γεμάτη ψωμί, το αρτόχρουν άνθος της.
— Ούτε νύφη δεν επήρα τέτοια βάια!
Έλεγε προς τον σύζυγόν της την μεσημβρίαν, ότε έτρωγον τον ξαρμυρισμένον ροφόν!
— Καλή χρονιά νάχης, Μανωλάκη! επανελάμβανε. Πέρυσι μούδωσαν σαφί-κουμαριά!
Έπειτα ήκουσεν ωραία όλους τους νυμφίους και εμέτρησε τα 12 Ευαγγέλια, λαβούσα μεθ' εαυτής 12 κουκιά και τρώγουσα ανά έν μετά την ανάγνωσιν εκάστου ευαγγελίου. Και απέλαυσε την θεαματικήν και μεγαλοπρεπή του Επιταφίου ακολουθίαν, πρώτην φοράν εις την ζωήν της ακούσασα το μελωδικόν «Η ζωή εν τάφω».
— Τι ώμορφα!
Εθαύμαζεν αποτεινομένη προς τας εγγύς της ισταμένας γυναίκας, αίτινες ηρώτων αυτήν περί διαφόρων λεπτομερειών της ιεράς ακολουθίας, νομίζουσαι ότι ως σύζυγος επιτρόπου θα ηδύνατο να εξηγήση προς αυτάς τα τελούμενα. Ιδίως ευφράνθη η κυρά- Μανωλάκαινα, όταν είδε τον γέροντα εφημέριον του ναού, φέροντα χρυσόμαυρον πένθιμον φαιλόνιον, μυστηριωδώς απαστράπτον εν τω φωτί των λαμπάδων, όστις κρατών εις χείρας αργυρούν δίσκον πεπληρωμένον τρυφερών φύλλων ρόδων και ίων και βιολετών και δενδρολιβάνου, προσήλθε παρά το ιερόν κουβούκλιον, εν μέσω των χορών κείμενον υπό τον μέγαν πολυέλαιον με τα ωραία του φαναράκια αναμμένα εις τας τέσσαρας γωνίας και με της λαμπαδίτσαις του κύκλω περί το ξεστόν γείσωμα, και ψάλλων το _Έρραναν τον τάφον_, έρραινε διά των ανθέων τον χρυσοκέντητον εν τω κουβουκλίω _Επιτάφιον θρήνον_, και είτα τους παρισταμένους χριστιανούς εν αμυθήτω του πολιού προσώπου του λάμψει, το οποίον εκάστοτε την νύκτα του Επιταφίου ελάμβανεν αίγλην μυστικήν, ως να κατηυγάζετο υπό ουρανίων ακτίνων.
— Τι ώμορφα! επανελάμβανε συνεχώς η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσ' του ψέλνουν πρώτα του _Μιτάφιου_ κ' ύστερα του ραίνουν! Τι ώμορφα!
***
Αλλ' αν ηυφράνθη αληθώς ανέκφραστον ευφροσύνην η κυρά-Μανωλάκαινα, εντρυφήσασα εις την κατανυκτικήν λάμψιν του Επιταφίου, όμως την νύκτα του Πάσχα ανέμενε με διπλούς πόθους. Θα έβλεπε διά πρώτην φοράν καλώς την φαεινήν της Αναστάσεως παράταξιν. Από των δρυφάκτων της γυναικωνίτιδος, όπου θα ίστατο εν τη καλλιτέρα θέσει η σύζυγος του επιτρόπου, θα εθαύμαζεν ανέτως το θέαμα της λαμπαδηφορίας, απερίγραπτον φωτοχυσίαν, μυστηριωδεστέραν καθισταμένην υπό τον πυκνόν καπνόν του κηρού, όστις από των κάτω θα υψούτο προς την γυναικωνίτιδα ως φωτολαμπής νεφέλη. Αλλά — δεν ήτο γυνή; — ηγάλλετο ότι θα επεδείκνυε μετά τόσα έτη τα νυμφικά της χρυσοκέντητα φορέματα, τα οποία άλλοτε, ως είδομεν, απέφευγε να φέρη, φοβουμένη το τσαλαπάτημα και τ' αποστάζοντα κηρία. Διά τούτο, ως είδομεν, ενώ όλον το χωρίον εκοιμάτο, αυτή με παλλομένην καρδίαν, γεμάτην εξ υπερηφανείας και ματαίας επιδείξεως, κατεγίνετο εις την προετοιμασίαν της χρυσής της ενδυμασίας.
Αίφνης ακούει τους κώδωνας του ναού ηχούντας.
— Αχ! κι' ακόμα δεν χαζιρεύθηκα! Ανεφώνησε κ' επετάχυνε την αμφίεσίν της.
Ο κυρ-Μανωλάκης θαρρείς και ήτο συνδεδεμένος μετά του σχοινίου του κώδωνος. Αφυπνίσθη πάραυτα· και χασμηθείς βροντερώς εκρότησε κατά την συνήθειάν του τας χείρας του:
— Ξυπνάνε τα αίματα! έλεγε.
Και προετοιμασθείς και καλλωπισθείς πανηγυρικώς και λαβών την λαμπάδα του απήλθεν εις τον ναόν εγκαιρότερον, ίνα επιστατή εν τω παγκαρίω.
Ήτο η ώρα 11. Η Ανάστασις θα ετελείτο ακριβώς την δωδεκάτην.
— Μη βιάζεσαι, είπεν εις την σύζυγόν του απερχόμενος. Θα έλθω να σε πάρω, όταν πλησιάση η ώρα ν' αναστήσουν.
Η κυρά-Μανωλάκαινα όμως, ανυπόμονος ως όλαι αι γυναίκες όταν πρόκειται να επιδειχθώσιν, έσπευδεν έτι μάλλον, θαρρείς και της είπεν ο κυρ-Μανωλάκης να βιάζεται.
Και ο κώδων ο εύλαλος γλυκύτατα αντήχει εν τη νυκτί, καταθέλγων με τους συμπαθεις ήχους του όλον το χωρίον.
Και όσον ήκουε το ηδύ κελάδημά του η κυρά-Μανωλάκαινα, τόσον έσπευδε να συμπληρώση τον ιματισμόν της, φοβουμένη μη δεν προφθάση, μη κλείση ο νυμφών, και αυτή δεν εκοιμήθη ως αι πέντε μωραί παρθένοι· απεναντίας ηγρύπνει με πλέον ανοικτά τα μάτια από τας φρονίμους.
Ηγρύπνει περισσότερον και από εμέ, και εβιάζετο περισσότερον και από εμέ, όταν παιδίον με απερίγραπτον ανυπομονησίαν ανέμενον την νύκτα του Πάσχα. Τότε μόνον ήθελον να νυκτώνη ταχέως. Τας άλλας ημέρας ήθελον να μη νυκτώνη ει δυνατόν, να μη τελειώσουν τα ατελείωτα παιγνίδιά μου.
— Αχ, πότε θα νυκτώση, μάννα; Επανελάμβανον την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου, αποκρεμών ενωρίς-ενωρίς από του τοίχου την λευκήν λαμπαδίτσα μου, την οποίαν μου είχεν αγοράσει ο καϋμένος ο πατέρας μου από την Μεγάλην Πέμπτην — από δύο για κάθε παιδί, μίαν κιτρίνην διά τον Επιτάφιον και μίαν άσπρην — άσπρην διά την Ανάστασιν. — Την κιτρίνην την έκαυσα εις τον Επιτάφιον, η άσπρη εκρέματο εις τον τοίχον μαζί με τας άλλας, και την έβλεπα εις τον ύπνον μου τόσον ζωηρά, πότε πως μου την επήρεν η μεγάλη αδελφή μου — ζηλεύσασα τάχα, διότι τα κορίτσια τα μεγάλα δεν πηγαίνουν εις την Ανάστασιν την νύκτα, αν δεν αρραβωνισθώσι — πότε πως άναψε μονάχη της, και εσηκονόμουν από το στρωματάκι μου να την σβύσω τάχα· και τότε την έβλεπα εκεί εις τον τοίχον άσπρην-άσπρην την λαμπαδίτσα μου, με ηρεμίαν και αταραξίαν αναμένουσαν να έλθη της Αναστάσεως η ώρα.
Ενύκτωσε πλέον κι εγώ δεν ησύχαζον. Κατ' επανάληψιν μετέβαινον εις την πλατείαν του ναού ανυπομονών. Πλην βλέπων την θύραν κλειστήν και διά του θαμβού υελοπίνακος των θυρίδων φως κινούμενον και περιπατούν εις το σκοτεινόν του ναού βάθος — ήτο η εκκλησιάρχισσα ετοιμάζουσα τας κανδήλας — επέστρεφον εις την οικίαν μας φοβισμένος. Και όταν πλέον απαυδήσας εστήριζον τα νώτα μου εις τον τοίχον παρά την εστίαν, και ο ύπνος απατηλός ήρχιζε να βαρύνη τα βλέφαρά μου ημίκλειστα, τότε ήκουα τον γλυκύν του κώδωνος ήχον — μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα — επετιόμουν επάνω πτερωτός, ελαφρός ως πτηνόν. Εφόρουν τα καινούργια υποδήματά μου, υπερήφανος διά το τρίξιμόν των, εξεκρεμούσα την λαμπαδίτσα μου, και έτρεχον πρώτος- πρώτος εις την Ανάστασιν, ενώ ο κώδων εσήμαινεν ακόμη.
Αχ! πόσον γλυκύς μου εφαίνετο ο ήχος του τότε μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα! Σαν να μη ήτο ο συνήθης κώδων, ο σημαίνων τους πτωχούς εσπερινούς και τα σαρακοστινά απόδειπνα, αλλ' έτερος, εκ μυστηριώδους μετάλλου, εύηχος και καλλικέλαδος, χαρμοσύνως πρώτος αυτός κηρύττων την Ανάστασιν εις την κοιμωμένην εν τη φθορά φύσιν. Και η νύκτιος αύρα, παραλαμβάνουσα το γλυκύ κελάδημά του, εσκόρπιζεν εις θάλασσαν και ξηράν ως τρυφερόν εγερτήριον αγγελικών οργάνων . . . . .
*** — Να μη αργήσης, είπεν η κυρά-Μανωλάκαινα εις τον σύζυγόν της.
Όστις ευρέθη μετ' ολίγον εις το στιλπνόν παγκάριον ως πολυόμματος Άργος, πανταχού βλέπων, και τα πάντα τακτοποιών.
Εν πρώτοις συλλαβών από του ωτίου παιδία τινά ξεσκούφωτα, άτινα βαστάζοντα παμμεγίστους ήλους — τζαβέταις — υποκλαπέντας από του ναυπηγείου, είχον παραταχθή κατά γραμμήν ως στρατιώται προ των μαρμαρίνων βαθμίδων της Αγίας Πύλης και ήσαν έτοιμα, όταν ακούσωσι το _Χριστός-Ανέστη_, να κροτήσωσι τα καψύλια των, θέτοντα αυτά επί της λειανθείσης και στρογγυλευθείσης αιχμής του ήλου, ον θ' άφινον να καταπέση καθέτως επί των πλακών. Οι τρακωτοί ήχοι των εκπυρσοκροτούντων ούτω καψυλίων, ήσαν τόσον θορυβώδεις και τόσον πυκνοί και συνεχείς, ώστε κατ' έτος εγίνετο άκοσμος χασμωδία εντός του ναού. Τώρα όμως να της ξεχάσουν αυταίς της μπιρμπαντιαίς! έλεγεν ο κυρ Μανωλάκης. Και συλλαμβάνων αυτά από του ωτίου ένα-ένα τα απώθησεν έξω του ναού. Τα οποία παραταχθέντα τότε εν τη πλατεία ενέπαιζον τον επίτροπον εν χορώ:
— Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!
Ακολούθως ιδών ότι δύο γραίαι είχον εισχωρήσει δολίως εις τον ναόν αρπάσασαι δύο στασίδια κάτω-κάτω εις την σκοτίαν, έλαβεν αυτάς από τας χείρας, με καλόν τρόπον, και εξήγαγεν εκ του νάρθηκος, οδηγών εις την γυναικωνίτιδα:
— Απάνω γλήγορα μη σας τσαλαπατήσουν!
Και συγχρόνως επρόφθανε και εις τα μανουάλια, τα οποία έφρισσον υπό τας ληστρικάς χείρας του, κ' εψιθύριζεν, ίνα δικαιολογήται:
— Οικονομία, παιδιά! Οικονομία! Σήμερα θα βγάλη και η εκκλησία το κερί που καίει όλο τον χρόνο _τζάμπα_!
***
Ήδη ο ναός επληρώθη ολίγον κατ' ολίγον. Οι χωρικοί καθαρώς και ευπρεπώς ενδεδυμένοι κατέλαβον οι γέροντες τα στασίδια, οι νεώτεροι τα προ των χορών κενά, νηφάλιοι και σιωπηλοί, κρατούντες πλαγιασμένας επί του στήθους των τας λαμπάδας μη αναφθείσας ακόμη. Όπισθεν δε των δρυφάκτων υπό το ημίφως των κανδήλων της γυναικωνίτιδος διέκρινε τις σκιεράς μορφάς, τας συναθροιζομένας γυναίκας. Οι χοροί έψαλλον σιγά-σιγά με ταπεινήν φωνήν και ταπεινότερον ύφος το _Κύματι θαλάσσης_, ίνα αργότερον, όταν θα εμελώδουν βροντοφώνως το _Χριστός Ανέστη_, γίνη καταφανής η αντίθεσις του πένθους και της χαράς.
Αλλ' ενώ ο κυρ-Μανωλάκης διενοείτο ότι ήτο καιρός πλέον να μεταβή και παραλάβη την αναμένουσαν σύζυγόν του, ήτις βεβαίως θ' ανυπομόνει λίαν, εισέρχεται ο δήμαρχος του χωρίου, μιξοπόλιος κ' ευτραφής ανήρ, οδηγών τέσσαρας νεαράς κυρίας — τας δύο νεαρωτέρας — την σύζυγον του υποτελώνου και την θυγατέρα της, και την σύζυγον του λιμενάρχου και την θυγατέρα της. Οπίσω ηκολούθουν ο υποτελώνης χονδροκαμωμένος και χωλός τον έτερον πόδα, εξηκοντούτης ανήρ, με λευκόν πώγωνα ως να επένθει. Εις τους οφθαλμούς έφερε στρογγυλά πράσινα ομματουάλια. Παραπίσω ήρχετο ο λιμενάρχης υψηλός — υψηλός, ως λεύκα, κλείων την συνοδείαν, μεσόκοπος, με πολιτικήν ενδυμασίαν — άγνωστον αν ήτο αξιωματικός — κρατών εις χείρας τον πλατύγυρον πίλον, ολίγον προτεταμένον ως δίσκον.
Ο κυρ-Μανωλάκης παρέμεινε τότε εις την θέσιν του, ίνα περιποιηθή πρώτον τους ξένους και τας κυρίας των — το κατά δύναμιν — και μετά ταύτα θα μετέβαινε να παραλάβη την σύζυγόν του.
Αι τέσσαρες κυρίαι έφερον μακράς εσθήτας ανοικτοχρόους και πίλους σκληρούς με πλατείς προ του μετώπου πετάσους, εστολισμένους με άνθη ποικιλόχροα και πτηνά με ανοικτά ράμφη οίτινες ωμοίαζον ως να ήσαν φωλεαί εξ αχύρου και χόρτου με τα πτηνά εντός. Διά το ψύχος δε της νυκτός δήθεν έφερον κρεμάμενον μακρόν ποδήρες, περιλαίμιον τάχα, εκ μελαψών πτερών στιλπνών συγκεκολλημένων εν ορμαθώ, όπερ κατά τα βάδισμά των εξηνεμίζετο προ των ποδών ως χονδρόπλεκτον σχοινίον καρμηλίτιδος μοναχής εκ των πολυωνύμων του δυτικού κλήρου ταγμάτων, τα δε περί τον λαιμόν εκεί πτερά αεριζόμενα τότε και ανακινούμενα ως τα πτίλα των ορνίθων έκαμνον και τας τέσσαρας να φαίνωνται ως εσφαγμένοι πετεινοί.
Συν τη εισόδω των εν τω άμα εισώρμησεν εν τω ναώ παχυμύρου πνεύμα βαρύοσμον και οχληρόν. Κατ' ευθείαν επροχώρησαν εις το Παγκάριον, όπου ο κυρ-Μανωλάκης πάντοτε μειδιών υπό τους στακτερούς του μύστακας, ανέμενεν αυτάς προβάλλων εμπρός-εμπρός τους δίσκους, και αποχωρίζων την στιγμήν εκείνην αργυρά τινα νομίσματα, όπως μη καλύπτωνται υπό των χαλκίνων κερμάτων, ιδίως όμως ίνα διά της σιωπηλής αυτής παραστάσεώς του ευγλωττότερον εκφράση εις τας ξένας κυρίας την επιθυμίαν του, να ρίψουν αργυρά κέρματα — τέτοια μέρα! Επίσης την στιγμήν εκείνην ανεσκάλευε και τα μεγάλα κηρία, τα δεκάλεπτα, μη τυχόν και δεν τα ίδωσιν.
Οι άνθρωποι εστράφησαν όλοι προς το παγκάριον. Ο δεξιός ψάλτης καταπτοηθείς εκ της απροσδοκήτου εμφανίσεως των ξένων κυριών έχασε τον στίχον και τον ρυθμόν, ο δε αριστερός θελήσας να υψώση επιδεικτικώς την φωνήν του έκαμε μίαν αηδεστάτην παραφωνίαν, κινήσασαν το μειδίαμα της νεωτέρας των κυριών.
Πρώτην φοράν οι άνθρωποι εμάνθανον ότι είχον οικογενείας ο υποτελώνης και ο λιμενάρχης, οίτινες από πρωίας μέχρις εσπέρας εχαρτόπαιζαν εν τω καφενείω ελλείψει εργασίας.
— Ίσως όμως και να ήλθαν απόψε με το βαπόρι, έλεγον.
Αι κυρίαι, και αι τέσσαρες κατά σειράν, λαβούσαι ανά έν κηρίον ήλθον εις το εικονοστάσιον, άφησαν τα κηρία των χωρίς να τα ανάψωσιν — εφόρουν χονδρά και μακρά γάντια — έκυψαν με τους πλατείς προ του μετώπου των πετάσους ν' ασπασθώσι την _Αποκαθήλωσιν_, αλλά δεν ημπόρεσαν ένεκα του ξηρού πίλου των, και απεχώρησαν. Ουχ ήττον κατέλιπον επί της εικόνος και αι τέσσαρες πυκνά μόρια του βαρυόσμου μύρου των, δι' ου είχον περιλουσθή, φαίνεται, και επί ώραν μετά ταύτα οι άνθρωποι οι πλησιάζοντες ν' ασπασθώσιν έκαμνον αηδείς μορφασμούς. Γέρων μάλιστα ποιμήν θελήσας ν' ασπασθή, ο ειθισμένος αυτός εις του βουνού τας καλλιμύρους αύρας, κατελήφθη υπό ζωηρού πταρνίσματος, ενοχληθείσης υπό του βαρέος εκείνου μύρου της ρινός του ως εάν είχε λάβει ταμβάκον.
Ενώ πρότερον έπνεεν εν τω ναώ μία γλυκεία αρωματική πνοή μαλακή και θωπεύουσα την όσφρησιν, πνοή ευάρεστος και ηδεία των εαρινών ανθέων, τα οποία άφθονα εκόσμουν τας αγίας εικόνας, προσφορά ευάρεστος και ευπρόσδεκτος των νεανίδων του χωρίου, αίτινες ή άγαμοι ή πενθούσαι ή ασθενείς, κλεισμέναι εν τω οίκω των, στέλλουσιν εις την Ανάστασιν του ευανθούς κήπου των τα περιπόθητα δώρα.
Αι τέσσαρες κυρίαι μετά τούτο επανήλθον και εστάθησαν παρά το Παγκάριον πάλιν, όπου ίσταντο και οι σύζυγοί των. Ο δήμαρχος ελθών συνεννοείτο μετά του εφημερίου περί της τελετής.
Ο κυρ-Μανωλάκης νομίζων ότι ήθελον να ρίψωσιν εις τον δίσκον τι, ήρχισε μελωδών ικετευτικώτατα:
— Το λάδι της εκκλησίας! Και εις έτη πολλά!
Εκείναι όμως ιδούσαι τέσσαρα στασίδια κενά όπισθεν του παγκαρίου εισήλθον πάραυτα και τα κατέλαβον μειδιώσαι και αι τέσσαρες. Και ανοίξασαι πάραυτα τέσσαρα εκ κοινού χρωματιστού πανίου ριπίδια ήρχισαν ν' αερίζωνται, βλέπουσαι εδώ κ' εκεί ως εάν εισήλθον εις θέατρον.
Ο κυρ-Μανωλάκης ιδών παρ' ελπίδα ότι αι ξέναι κυρίαι ετοποθετήθησαν οριστικώς εκεί, κατελήφθη υπό της συνήθους νευρικής ταραχής του. Και κατ' αρχάς μεν διά κωμικών νευμάτων μειδιώντων και συνοφρυουμένων συνάμα, υπεδείκνυεν εις αυτάς την γυναικωνίτιδα. Επειδή όμως αι κυρίαι απροσεκτούσαι εις τα νεύματά του εξηκολούθουν να ομιλώσι μεταξύ των, ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη να παρατηρήση εις αυτάς καθαρά:
— Δεν είνε εδώ η θέσις σας!
Αι κυρίαι έκαμαν πώς δεν ήκουσαν, και εξηκολούθουν ν' αερίζωνται με τα ριπίδιά των.
— Κυρίαι, εδώ είνε η θέσις διά τους άνδρας. Να πάτε επάνω, παρακαλώ, να μη γίνη σκάνδαλον.
Και εδείκνυε την γυναικωνίτιδα.
Ταυτοχρόνως η διδασκάλισσα του χωρίου, νεάνις αγαθή πλην υπερήφανος, ως πάσα διδασκάλισσα χωρίου, εκ του Αρσακείου εξελθούσα, από της γυναικωνίτιδος όπου ήτο, ιδούσα τας ξένας κυρίας και ότι ετοποθετήθησαν κάτω, έσπευσε και αυτή, καταλιπούσα επάνω την μητέρα της. Και ελθούσα έστη πλησίον των ξένων κυριών κομψώς χαιρετίσασα.
— Νά τα! Νά τα!
Είπε τότε μετ' αγανακτήσεως ο επίτροπος και προσέθηκε:
— Τώρα δεν μένει άλλο, παρά να καταιβούνε αι γυναίκες κάτω και ν' αναιβούνε οι άνδρες απάνω.
Η μεγαλειτέρα των κυριών ιδούσα ότι ο κόσμος ήρχισε να προσέχη εις το θορυβώδες επεισόδιον το προκληθέν υπό του επιτρόπου, και θέλουσα να δείξη ίσως εις τον κόσμον ότι απλώς ωμίλουν εκεί μετά του επιτρόπου, στραφείσα λέγει προς αυτόν χαριέντως.
— Ωραία είνε η εκκλησία σας, κύριε Επίτροπε.
— Πολύ ωραία είνε, κυρία μου, και έχει και γυναικείο διά τας γυναίκας!
Η κυρία έκαμε μομφασμόν δυσαρεσκείας, μετά περιφρονήσεως βλέπουσα τον επίτροπον.
Ήδη προσήλθεν εκεί και ο κ. Δήμαρχος.
— Κύριε Δήμαρχε, τι ζητεί αυτός ο κύριος εδώ;
Είπε μία των κυριών διά του ριπιδίου της δεικνύουσα τον κυρ- Μανωλάκην.
— Ζητώ, κύριε δήμαρχε, να εφαρμόσω . . . τα έθιμα.
— Άφησε, κυρ-Μανωλάκη! είπεν ο δήμαρχος μετά της συνήθους γλυκύτητος της γλώσσης του ως εάν ήλειφεν αυτήν διά μέλιτος. Δεν πειράζει, είνε ξένοι.
— Τι θα πη δεν πειράζει! Ίσα-ίσα οι ξένοι πρέπει να σέβονται τα έθιμα του τόπου καλλίτερον από τους εντοπίους.
Και στραφείς είπε πάλιν προς τας κυρίας:
— Κυρίαι, δεν είνε εδώ η θέσις σας. Μη κάμνετε κακήν αρχήν!
Ο δήμαρχος ιδών ότι ο επίτροπος ήτο αμετάπειστος, και φρονών ότι θα εξετίθετο η υπόληψίς του απέναντι των ξένων, ωμίλησε μετά τινος αυστηρότητος προς τον επίτροπον, όστις όμως εξηκολούθει να επιμένη.
Τότε ο δήμαρχος αλλάξας γλώσσαν — είχε δύο· μίαν αλειμμένην μέλι, και άλλην αλειμμένην φαρμάκι — λέγει προς τον επίτροπον μετά πικρίας:
— Για να σου πω: Πήγαινε, κύτταξε τα κεριά σου!
— Και τα κεριά, και της γυναίκες, και όλην την εκκλησίαν. Έχω χρέος να υπερασπίσω τα έθιμα.
Απήντησε πικρότερον ο επίτροπος.
— Φύγε απ' εδώ, αυθάδη!
Είπε τότε ο δήμαρχος και ταυτοχρόνως προσέθηκεν:
— Από σήμερον δεν είσαι πλέον επίτροπος, σε παύω.
— Κουτός είμαι να σταθώ να με παύσης;
Είπε τότε ο κυρ-Μανωλάκης πραότατος και γλυκύτατος, αφού πλέον έληγεν η εξουσία του. Κ' εκβαλών πάραυτα από της ζώνης του δύο μεγάλας κλείδας συνδεδεμένας διά γαϊτανίου διεπέρασεν αυτάς από του λαιμού του δημάρχου ειπών:
— Πριν με παύσης, παραιτούμαι!
Και εξήλθε του ναού, εν ώ ήδη ο γηραιός εφημέριος μεγαλοπρεπώς στας προ των αγίων πυλών, ολόχρυσον ημφιεσμένος στολήν πολύτιμον, αρχαίαν, βυζαντινήν, και κρατών δύο λαμπάδας ανημμένας εις τας χείρας του, έψαλλεν ευμόλπως με φωνήν κροτούσαν ηχηρώς:
— Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός!
Και είδες πάραυτα ο κόσμος να συναθροισθή περί τα Βημόθυρα συνωθούμενος ν' ανάψη την λαμπάδα του, να λάβη το φως εκ του ανεσπέρου φωτός· κ' έβλεπες χείρας τεταμένας γύρω εκεί, και λευκάς λαμπάδας εις πολυσύνθετα και αδιέξοδα γεωμετρικά σχήματα, ακτινωτώς εγγιζούσας τας ανημμένας του ιερέως λαμπάδας, η πολιά μορφή του οποίου κατηγλαΐζετο φαεινώς ως μορφή αγγέλου κολυμβώντος εν τω φωτί.
Οι ψάλται παρέλαβον είτα το μέλος του ιερέως, επαναλαμβάνοντες και αυτοί την μελωδίαν:
— Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός . . .
Έως ου όλος ο ναός έλαμψεν από των φώτων της Αναστάσεως λάμψιν φαεινήν κ' επέραστον, αλησμόνητον λάμψιν, φωτί ανεσπέρω περιλουσμένος. Το φως το ανέσπερον ανήλθε και εις την γυναικωνίτιδα, και όπισθεν των ξυλίνων δρυφάκτων εθεώρεις πλέον μαρμαρυγάς χρυσαυγείς, χρυσοτρέμοντα πράγματα, παιγνίδια φλογός πάντερπνα, οφθαλμούς και αδάμαντας και φως χρυσού και λαμπάδων λευκών, και λευκότητα παρειών και χειρών και ρόδα χειλέων, ως να κατέβησαν εκεί όπισθεν των δρυφάκτων από των ουρανών άγγελοι ποικιλόπτεροι.
Παιδία τινά εξαπατηθέντα και νομίσαντα ότι εψάλλετο το _Χριστός Ανέστη_, έκαυσαν εν κρότω τα καψύλιά των· γέρων δε τις λαίμαργος έθραυσε πάραυτα το κόκκινον αυγό, το οποίον έφερε πάντοτε την νύκτα της Αναστάσεως μαζί του εν τη εκκλησία, και το ερρόφα, ενώ ο κυρ-Μανωλάκης μετέβαινεν εις την οικίαν του παρητημένος πλέον και έχων εις τον νουν του ίσως την πρόρρησιν της μαγίσσης.
Οι παίδες έξω εις την πλατείαν ιδόντες αυτόν εν τη σκοτία της νυκτός ήρχισαν εν χορώ: Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!
***
— Ακόμα 'λίγο ναρθώ μονάχη μου!
Είπεν η κυρά Μανωλάκαινα, όλη χρυσή και ωραία, αναμένουσα προ τόσης ώρας τον σύζυγόν της, ίνα την οδηγήση εις τον ναόν.
Εφόρει πολύτιμον φουστάνι εξ ατλαζίου χρώματος ερυθρού — φωτιά μοναχή — εις το κάτω μέρος του οποίου ήτο προσηρμοσμένος πλατύς — τριών σπιθαμών — ποδόγυρος εκ χρυσής στόφας το χρυσοκέντητον βελούδινον μπαμπουκλί της ήτο εζωσμένον διά χρυσής πλατείας ζώνης, πορπουμένης διά χρυσών πορπών σχήματος παμμεγίστου αμυγδάλου με γλυφάς και παραστάσεις ανθέων και φυτών. Περί την κεφαλήν της αραχνοϋφής πέπλος, το περίφημον αλέμι, ελαφρώς ήγγιζε τας ροδινάς της παρειάς και προστάτευον στιλπνά μέρη της μαύρης κόμης εγγύς των ώτων, εύμορφα κτενιστούς βοστρυχίσκους, εδιπλούτο δι' απαλών πτυχών υπό την σιαγόνα, και εστηρίζετο επί της ωμοπλάτης οπίσω διά χρυσής καρφίδος, υπό την οποίαν ελαφρώς εθυσσανούντο τα κλωνία, φέροντα κεντητούς σταυραετούς.
Επί της κορυφής υπό το αλέμιον έλαμπεν εν τω φωτί μεγάλη χρυσοκέντητος γλάστρα με ολόκληρον τριανταφυλλέαν με τα φύλλα της και με τα ρόδα της, κόσμημα του καλύμματος της κεφαλής, υπό το οποίον αόρατος περιδένεται των γυναικών η κόμη. Την στιγμήν κατά την οποίαν εισήλθεν ο κυρ-Μανωλάκης η σύζυγός του ετακτοποίει τας τριγωνικώς ανεστραμμένας χειρίδας της — τα προμάνικα — ίνα φαίνηται καλώς το υπένδυμά των, η χρυσή στόφα, και διώρθου τας χρυσάς εμβάδας της, στερεώνουσα τους πόδας της καλώς εν αυταίς.
Αίφνης ιδούσα ότι ο σύζυγός της ήτο σύνοφρυς και κατηφής εξεπλάγη:
— Τι έπαθες καλέ!
Ηρώτησεν.
— Άφησέ με! απήντησεν ο κυρ-Μανωλάκης.
— Μήπως επιάσθηκες πάλιν για τα κεριά;
— Παρατήθηκα!
Η απάντησις αύτη επάγωσε την κυρά-Μανωλάκαινα, ήτις απέμεινεν ως χρυσούν άγαλμα σιωπηλή και ακίνητος.
Ο κυρ Μανωλάκης το εφύσα και δεν εκρύονε, κατά το δη λεγόμενον. Έφερε γύρω κατ' αρχάς εις την αίθουσαν του μη δυνάμενος ουδέ να αναπνεύση από την οργήν, σκοτεινός, αμίλητος, ωσάν πρωθυπουργός προ μικρού δώσας την παραίτησίν του, ουδέ απαντών εις τας ερωτήσεις της ωραίας Γερακίτσας· έως ου τέλος ζαλισθείς εσωριάσθη επί του καναπέ ψιθυρίζων:
— Αφού έκαμες κακήν αρχήν να βγάλης από το καφάσι της γυναίκες, κυρ Δήμαρχε, θα έλθη η ημέρα οπού αυταί θα σε στριμώξουν, εσένα, θέλοντα μη θέλοντα, μέσα εις το καφάσι. Να με θυμηθήτε! . . .
***
Από της ανοιχτής θύρας εισήρχετο η μεσονύκτιος κρύα δρόσος, πληρούσα τον σκοτεινόν και κατηφή του κυρ-Μανωλάκη οίκον χαρμοσύνου βοής, ήτις ηχηρά και κραταιά εν κρότοις πιστολισμών και κροταλισμοίς καψυλίων εκόμιζε πανταχού, εις πόλεις και δάση και κοιλάδας και πελάγη, εις γην και ουρανόν, το πανευφρόσυνον _Χριστός Ανέστη_, ψαλλόμενον πανηγυρικώς εν τη μικρά του ναού πλατεία. _Είχον αναστήσει_ πλέον.
ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ (1891)
Όταν εξημέρωσε, το χωρίον ευρέθη κουκουλωμένον από άσπρο-άσπρο χιόνι. Και δεν ήτο ολίγον το λευκόν του χειμώνος προϊόν. Είχεν, αν αγαπάτε, τριών σπιθαμών πάχος, αρκετόν ώστε να βυθίζωνται οι πόδες των διαβατών μέχρι του γόνατος, και να διακοπή η συγκοινωνία των γυναικών μετά των φούρνων και των κήπων, των μόνον οδοιπορικών γραμμών, αίτινες εις τα χωρία διατελούσιν υπό την αποκλειστικήν χρήσιν των γυναικών.
Οδοί και στενωποί και καταλύματα, όλα έγειναν έν λευκότατον και καθαρώτατον στρώμα, μέσα από το οποίον ανέκυπταν οι οικίσκοι του χωρίου, λευκοί και αυτοί ως κύκνοι εντός παγωμένης λίμνης.
Τα πτηνά εσάστισαν απωλέσαντα το προσφιλές των πράσινον χρώμα της χλόης και με ημικλείστους τας πτέρυγας εσύροντο, εσύροντο, και είτα εκοκκάλοναν, ημιβυθιζόμενα επί της αφράτης χιόνος, αν δεν επρολάμβανον να πετάξωσιν επί της στενής αμμώδους παραλίας, ήτις — μια λωρίδα μόνον — έμενεν ελευθέρα ως τεφρόχρουν πλαίσιον της λευκής εικόνος.
Αι θύραι των χθαμαλών οικιών ήσαν ημίχωστοι εις την χιόνα, επί δε των στεγών εσωρεύθησαν βαρείς όγκοι στρογγυλούμενοι εύμορφα προς τα εμπρός και κλίνοντες προς τα γεισώματα, όμοιοι προς τα ρευστά σώματα, σαν άσπρα σύννεφα, τα οποία έμελλον, λέγεις, να καταρρεύσωσι, κι' επάγωσαν μετά την πρώτην κλίσιν των.