Part 12
Αφού δε περιήλθα τους χορούς τότε εγύρισα και εμβήκα και εις την δεξιάν πλευράν της εκκλησίας, οπού ήσαν οι πλοίαρχοι και οι ναυτικοί.
Ενταύθα εσιώπησεν ο καπετάν-Φαφάνας, ηρνείτο δε να εξακολουθήση υποκρινόμενος ότι τον εζάλισαν οι καπνοί των σιγάρων.
— Να τα πω εγώ τάλλα, λέγει τότε ο Μέλτος ο Μισακός, για να σε ξεκουράσω.
Ο Μέλτος ο Μισακάς τότε εξηκολούθησε την συνέχειαν με σοβαρότητα κωμικήν του ευλογιοκομμένου και σπανού προσώπου του:
— Εγώ στεκόμουνα εκεί 'ς ταριστερά, κοντά στον ψάλτην. Άμα είδα το τάλλαρο του δημάρχου, και της ρεγγίναις των αξιωματικών, και τάλλα ασημένια, βρε, λέγω, εδώ είνε δουλειά. Και αμέσως παίρνω και άλλα δυο παιδιά μαζύ μου, και πηγαίνω κάτω 'ς την πόρτα του Νάρθηκα και στέκουμαι εκεί.
Ύστερ' από λίγο, να κ' έρχεται ο Φαφάνας με το _Μηναίον_ ανοικτόν, γεμάτο ασημένια νομίσματα, με το κηρίον αναμμένον.
— Η _προαίρεσις δίδου_! εφώναζε πλέον με θάρρος ο Φαφάνας, ο οποίος αφού ετελείωσε την δεξιάν πλευράν του ναού, ήθελε να στραφή προς το παγκάριον, οπού κοντά 'ς τους επιτρόπους εστέκοντο οι υπάλληλοι, και να εισέλθη κατόπιν εις την αριστεράν πλευράν, οπού ήσαν οι ποιμένες και όλη η τάξις των εργατικών και ξευγηλατών.
Αλλ' εγώ, οπού είχα φιλίαν με τον Φαφάναν από μικρός, από το σχολείον ακόμη, πλησιάζω και του λέγω θαρρετά:
— 'Σ της γυναίκες πρώτα, Φαφάνα, απάνω 'ς τον γυναικίτη.
Είχα εγώ το σχέδιόν μου.
Τα παιδιά οπού ακολουθούσαν φωνάζουν και αυτά, χωρίς όμως να ξέρουν.
— Ναι, 'ςτης γυναίκες πρώτα! 'ςτης γυναίκες!
Και ωθών εγώ τον Φαφάναν μαζύ με τάλλα παιδιά, τον έπρωξα έξω εις τον νάρθηκα, οπού ευρέθη χωρίς σχεδόν να θέλη, σαστίσας από την απειρίαν του και την φυσικήν του δειλίαν. Ο νάρθηξ ήτο σκοτεινός. Ένεκα του ψύχους κανείς δεν εστέκετο εκεί. Ο δε κυρ-Γυαλάκιας ο επίτροπος, από την φιλαργυρίαν του είχε σβύσει το φανάρι οπού εκρέμετο εις το μέσον. Επροχωρούσαμεν, όλα τα παιδιά προς την σκοτεινήν σκάλα του Νάρθηκα, για ν' αναβώμεν επάνω εις τον γυναικίτην· μπροστά ο Φαφάνας με το βιβλίον, τα ασημένια νομίσματα, και το κερί το αναμμένο, και δίπλα του εγώ σαν προστάτης· και του εψιθύριζα 'ς το αυτί, από αγάπην τάχα:
— Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι!
Κοντά μας ήτανε τ' άλλα παιδιά με ζήλειαν κυττάζοντα. Τότε φωνάζω εγώ:
— Το κρεββάτι, παιδιά! το κρεββάτι!
Και αμέσως σβύνω το κερί του Φαφάνα. Και με της δύο χούφταις μου χουφτόνω όλα σχεδόν τα ασημένια και το τάλλαρο, και τα χόνω 'ς τον κόρφον μου· με το χέρι μου τινάζω μια 'ς το βιβλίον από κάτω, και χύνονται τα άλλα και η δεκάραις χάμω 'στης πλάκαις, και κτυπά το βιβλίον 'ςτο πρόσωπον του Φαφάνα με κρότον.
— Το κρεββάτι, παιδιά, ξαναφωνάζω πάλι. Κ' έτρεξα να έμβω εις την εκκλησίαν.
Τα άλλα τα παιδιά από τον φόβον τους έγειναν άφαντα εις την πρώτην φωνήν μου. Ο Φαφάνας, τρέμων από τον φόβον του, μ' έπιασεν από το καπότο, και μ' ετραβούσε κ' έλεγε με λαχτάραν.
— Πού είνε; Πού είνε, Μισακέ, το κρεββάτι;
Εις τον νάρθηκα εκεί επί τοίχου εστηρίζετο κρεμασμένον το ξυλοκρέββατον διά τας κηδείας των πεθαμένων. Και πολλαίς φοραίς την αυγήν, ο Χαντζής ο Μπολμάς, ο μέθυσος αχθοφόρος, πηγαίνων εις την καλύβην του, περνώντας μπροστά από την εκκλησίαν, το είδε το κρεββάτι, με πεθαμένον μέσα, με κεριά αναμμένα γύρω-γύρω, οπού μόνον του, χωρίς να το κρατή κανένας, έφευγεν από τον νάρθηκα, κ' επήγαινε προς το νεκροταφείον, με τον πεθαμένον μέσα, με τα κεριά αναμμένα γύρω-γύρω. Το φάντασμα τούτο ήτο ο μεγαλείτερος τρόμος όλων των παιδιών.
— Μη φοβάσαι! μη φοβάσαι! Έλεγα προς τον τρομασμένον Φαφάναν και τον ερωτούσα:
— Όλα, μωρέ, σου τα πήρε το σκυλοκρέββατο;
— Και το τάλλαρο! απήντησεν ο Φαφάνας, πνιγμένος μέσα εις τα δάκρυα.
— Και εγώ σου έβανα τότε, 'ς το χέρι σου, ένα κοσιπενταράκι· Δεν είνε αλήθεια, καπετάν-Φαφάνα; εξηκολούθησεν ο Μέλτος ο Μισακός· Και σου είπα: — Και του χρόνου! Δεν είνε αλήθεια;
Όλοι εγέλασαν διά το πάθημα του καπετάν-Φαφάνα με ανακραυγάς. Ο δε γέρω-Μπούμπας, διακόψας την σιωπήν του, είπε με οργήν:
— Και ήθελες να μου γένης και παπάς! Και πώς θα έχονες τους πεθαμένους, αφού τους φοβάσαι;
— Δεν λες, θα του παίρνανε τα παιδιά από τα χέρια του το _παγκράτσι_ τα Φώτα, οπού θα φώτιζε! Προσέθηκεν ο μπάρμπα- Γιαννιός, ετοιμάζων το τσιμπουκάκι του.
— Να μη του παίρνανε και την παπαδιά του!. Είπε και ο άσωτος εκείνος ναύτης ο Παυλάκης, με το ξεπλυμένον πρόσωπον, ο Συριανός.
Τα διάφορα ποτά είχον εξερεθίσει κ' εξάψει τους ναύτας, επίτείναντα την ευθυμίαν των. Αλλ' όταν ήλθεν ο καμαρώτος και ανήγγειλεν εις τον μάγειρον ότι η όρνιθα η σικελική έβρασε, και να έλθη να ετοιμάση την σούπαν, η ορεξίς των έτι μάλλον ηύξησε· κ' ενώ ο καμαρώτος διαταχθείς έστρωνε την εωθινήν τράπεζαν, παραθέσας και πολυποίκιλα ορεκτικά, σαλάμια και τυρούς, εκ των οποίων είχον καλήν προμήθειαν από την Μασσαλίαν, ο ναύκληρος ενθουσιών από την γενομένην περιγραφήν του εορτάζοντος ναού της ενορίας του, απήτησεν από τον καπετάν-Φαφάναν να τους ψάλη το ωραίον εκείνο τροπάριον, το αίτιον του παθήματός του του αφελούς, να το ακούση και αυτός, γιατί δεν ενθυμείτο να το άκουσέ ποτε. Είχε μειλίχιον τον τρόπον ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρος. Διά την καλήν παρέαν εθυσίαζεν ό,τι και αν είχε φυλαγμένον. Διατί λοιπόν ν' αρνηθή και ο καπετάν-Φαφάνας, να κρύψη το χάρισμά του και να λυπήση τον αγαθόν ναύκληρον; Έψαλε λοιπόν με γλυκύτητα έκτακτον, το περιπαθές του Δαμασκηνού άσμα, κελάειδημα μάλλον προς την Θεοτόκον, οπού εκελάειδησεν η γλυκύφθογγος εκείνη αηδών, όχι με το στόμα αλλά με την καρδίαν.
Αλλά πριν αρχίση, τους είπε να σηκωθούν όλοι επάνω με ευλάβειαν και να αποκαλυφθούν. Να βάλουν δε θυμίαμα εις το θυμιατόν και να θυμιάσουν.
Και αφού έγειναν όλα αυτά, τότε ήρχισε το ιερόν άσμα ο πολυπαθής Φαφάνας:
_«Στέργειν μεν ημάς, ως ακίνδυνον φόβω, Ράον σιωπή. Τω πόθω δε, Παρθένε, Ύμνους υφαίνειν συντόνως τεθηγμένους, Εργώδες εστιν· αλλά και, Μήτηρ, σθένος, Όση πέφυκεν η προαίρεσις, δίδου.» (4)_
Η φωνή του ψάλτου μελιχρώς ηκούετο μέσα εις εκείνην την φοβεράν αρμονίαν της χειμερινής λαίλαπος, ήτις συρίζουσα, κλαγγάζουσα, χρεμετίζουσα επάνω, διά μέσου των πολυπλόκων εξαρτισμών του μπάρκου, εισέδυε κάτω εις το πρωραίον, διά του ανοικτού φεγγίτου, λειαινομένη, μαλακή, εκπνέουσα εις τους γλυκυμόλπους εκείνους του ψάλτου φθόγγους, ως να εσέβοντο και τα στοιχεία τα άγρια τον σεπτόν της Θεομήτορος ύμνον, και έκυπτον ήμερα, γονατίζοντα, ενώπιόν του.
— Καλή πατρίδα, παιδιά, τα Φώτα!
Εκραύγασε τότε έξαλλος από τον ενθουσιασμόν του ο Γιάννης ο Μπύρρος κάμνων τον σταυρόν του, ον εμιμήθησαν και οι λοιποί· κ' εκάλεσεν όλους να παρακαθήσωσιν εις το εωθινόν των Χριστουγέννων πρόγευμα, λαβών αυτός την πρωτοκαθεδρίαν μ' έκτακτον λάμψιν χαράς εις το πολιόν του πρόσωπον, αφού προηγουμένως απέστειλε δύο μερίδας εις τους δύο αυταδέλφους ιδιοκτήτας του σκάφους.
Η λαίλαψ η χιονίζουσα, τόσον είχε σφοδρυνθή, ώστε ουδείς φόβος υπήρχε να ταράξη πλέον την φαιδράν των ναυτών τράπεζαν νέα πάλιν έξαψις του πλοιάρχου των, όστις το είχε πάρει απόφασιν πλέον, ότι 'ς της Τρεις Μπούκαις θα εώρταζε τα Χριστούγεννα συντροφιά με την θάλασσαν . . . .
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝ. Ν. ΣΙΔΕΡΗ — ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
Εξεδόθησαν:
Δραχμαί Αννίνου Χ. Αττικαί Ημέραι........................... 5· — Βογασλή Δ. Εκλεκτά Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα........................... 5.50 Γρυπάρη Ν. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες .............. 5. — Δάφνη Στ. Το Ανοιχτό Παράθυρο (ποιήματα) ........... 5. — Δροσίνη Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα)............... 5. — — Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα)....................... 5. — — Αμαρυλλίς (διήγημα).............................. 5. — — Αγροτικαί Επιστολαί ............................. 5. — — Ο Μπαρμπαδήμος (Διηγήσεις αγωνιστού) ............ 5. — Δημητρακοπούλου Π. Η Σιδηρά Διαθήκη (κοινωνική Φυσιολογία) ........................................ 6. — — Ο Βασιλεύς Όθων (ιστορικόν εράνισμα) ............ 4. — Δουμά υιού Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα) ... 5. — Λυκούδη Εμ. Διηγήματα (1920)....................... 5. — — Το Σπιτάκι του Γιαλού ........................... 5. — Μαλακάση Μ. Ασφόδελοι (ποιήματα) ....................5. — Μωραϊτίδου Α. Διηγήματα· τόμοι 4 έκαστος............ 6. — Παλαμά Κ. Τα Παράκαιρα (ποιήματα) .................. 5. — — Διηγήματα (πεζά) ................................ 5. — Παπαντωνίου Ζ. Τα Χελιδόνια (ποιήμ. για παιδιά τονισμένα) ........................................ 10. — Πολέμη I. Σπασμένα Μάρμαρα (ποιήματα)............... 6. — — Ειρηνικά (ποιήματα).............................. 3. — — Η Γυναίκα (έμμετρος κωμωδία)..................... 1. — Προβελεγγίου Α. Φαίδρα.............................. 4. — — Ο Φάουστ του Γκαίτε (εικονογραφημένον). Σιέγκεβιτς Quo Vadis (μυθιστόρημα) ................. 5. — Τανάγρα Αγγέλ. Οι Σπογγαλιείς του Αιγαίου (διήγημα). 5. — — Μακεδονικαί Ραψωδίαι ............................ 4. — — Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμικά διηγήματα) ....... 5. — — Μεγαλόχαρη (διήγημα) ............................ 5. — — Μαύρες Πεταλούδες (διηγήματα) ................... 4. — Τσοκοπούλου Γ. Γυναίκες του Βυζαντίου............... 5. — Φεγιέ Οκτ. Ιστορία ενός πτωχού νέου................. 5. —
Τύποις Ταρουσοπούλου
***
1) Δίμινους βομπίσκουμ = ο Θεός μεθ' ημών.
2) Το διήγημα τούτο ανεδημοσιεύθη εν τινι μικρά συλλογή _Εκλεκτά διηγήματα_ του ημετέρου συγγραφέως εκδοθείση εν Πειραιεί υπό του καθηγητού κ. Δ. Κουϊμητσοπούλου.
3) Εννοεί ο συγγραφεύς τον Α. Παπαδιαμάντην, ον ούτως εκάλουν οι οικειότεροι αυτού.
4) Βεβαίως ευκολώτερον είνε να ευχαριστούμεθα με την σιωπήν, από φόβον μήπως και δεν ημπορέσωμεν κατ' αξίαν να σε εγκωμιάσωμεν, — Θεοτόκε. Ναι, αυτό είνε ακίνδυνον. Αλλ' όμως ο πόθος μας αναγκάζει να επιχειρήσωμεν, ω Παρθένε, να σε εγκωμιάσωμεν με ύμνους αξίους προς την δόξαν σου την μεγάλην. Αυτό όμως γνωρίζομεν ότι είνε πολύ κοπιαστικόν και δύσκολον. Αλλά συ, ω Δέσποινα, δόσε μας δύναμιν να το κατορθώσωμεν, τόσην όση φυσικά είνε η προαίρεσίς μας.
End of Project Gutenberg's Novels Volume D, by Alexandros Moraitidis