Διηγήματα, Τόμος Δ

Part 11

Chapter 1110 wordsPublic domain

Αλλ' ο καπετάν-Φώκας, ολομόναχος πάντοτε, εν τη πρύμνη, προσπαθών κατόπιν ν' ανοίξη δευτέραν φιάλην κονιάκ, κατακόκκινος και μισοζαλισμένος, παρά την θερμάστραν, ην προλαβών προσήναψεν ο καμαρώτος, έθραυσε τον λαιμόν αυτής και εχύθη το πλείστον του ποτού επί των αναμμένων ξύλων. Πάραυτα φλόγες πρασινογάλαζοι τον εκύκλωσαν έντρομον να τον καύσουν. Το πρυμναίον εφωτίσθη από παράδοξον αστραπήν, θαρρείς, από της οργής την αστραπήν την πρασινογάλαζον, και είδε τα περί αυτόν όλα πράσινα ο καπετάν- Φώκας. Και το πρόσωπόν του το είδε πράσινον εις τον καθρέπτην. Μία μεγάλη εικών κρεμαμένη εκεί, παριστώσα ως νύμφην την νεαράν σύζυγόν του, λευκήν, ως κρίνον, με τον πέπλον του γάμου, ως ουρανίου αγγέλου καλλινεφές περιβόλαιον, πρασινογάλαζος και αυτή τω εφάνη ως εάν ήτο κάτω εις τον σαπφείρινον του πόντου πυθμένα, κάτω 'ς τα βαθειά, κόρη του Νηρέως ή του Τρίτωνος, οπού τον εκύτταζε μ' ένα γέλοιο, σαν να τον επερίπαιζεν. Ετρόμαξεν. Ο φόβος μη καή αυτός, ο τρόμος μη πυρποληθή το πλοίον κατέβαλον αίφνης την έξαψίν του, κ' ενώ μετ' αγώνος υπερανθρώπου προσεπάθει να περιστείλη τας φλόγας, κλείων από το επάνω μέρος την θερμάστραν, αισχυνόμενος και να φωνάξη, κατέπεσεν επί της εγγύς καθέδρας του, εν ατονία βλέπων τας τελευταίας αναλαμπάς της φλογός. Σαν να ωνειρεύθη, αποκαμωμένος από την κούρασιν και από την οργήν, και από το ποτόν, προσβλέπων εκεί την προ της θερμάστρας κρεμαμένην εικόνα της συζύγου του. Τω εφάνη πως είδε την Μυγδαλίτσαν του, την εύμορφον γαλανόφθαλμον γυναικίτσαν του, μέσα εις τάσπρα, μέσα εις τα μπιμπιλοκέντητα μπορετζίκια της. Με κάτι γαλάζια μεταξωτά μανδήλια εις την ξανθήν κεφαλήν της, ως ουρανού κυάνεον, σκιάζον το ροδόχρουν προσωπάκι της· με κάτι ερυθρόχρυσα περιλαίμια πλεκτά, ως πτηνόν τυλιγμένην, ισταμένην εκεί, παρά την λάμπουσαν εστίαν του οίκου των του νεοκτίστου, νεόνυμφον εστίαν, μοσχοβολούσαν νεότητα και ζωήν, και με αγάπην βλέπουσαν τα σπινθηροβολήματα ενός καιομένου πρίνου, της χρυσοκόκκιναις πολλαίς σπίθαις του, οπού επετούσαν επάνω, με πάταγον συνεχή, ως με φωτόλαμπρον χαιρετισμόν, χαιρετίζουσαι τον ταξειδιώτην, οπού φθάνει σήμερον-αύριον. Κ' έκαμνε τάχα τον σταυρόν της η λευκογαλανόμορφος Μυγδαλίτσα του, κ' ηύχετο να έλθη ο καπετάν-Φώκας τα Χριστούγεννα, καθώς της το έταξε, και καθώς της το εκήρυττον η χρυσοκόκκιναις σπίθαις, βροντοκροτούσαι ολονέν, πολλα-πολλαί, και ανερχόμεναι προς τάνω ταχείαι, ως να τας εσκόρπιζε κάτωθεν της ευτυχίας ή μεγαλόδωρος χειρ. Και ότε κατόπιν ωλιγόστευσαν η σπίθαις, η Μυγδαλίτσα ήρχισε τάχα να τας μετρά μίαν-μίαν τας σπίθας, επιλέγουσα εν συγκινήσει:

— Θαρθή — δεν θαρθή. Θαρθή — δεν θαρθή. Θαρθή. — Αλλά περίχυμα τελευταίον του κονιάκ, τώρα τέλος εξανάψαν εν τη θερμάστρα, ανέδωκε την τελευταίαν κυανήν αναλαμπήν, μ' υπόκωφόν τινα βοήν, και έσβυσε πλέον:

— Δεν θαρθή! — Του εφάνη τότε του Καπετάν-Φώκα ότι ήκουσε την φωνίτσαν της Μυγδαλίτσας του, μ' απελπισίαν αντηχήσασαν εν τη πρύμνη του πλοίου δύο φοράς; Δεν θαρθή! Δεν θαρθή! ως θρήνον, ως μοιρολόγιον.

Επετάχθη αμέσως, βιαιότερος τώρα ο καπετάν-Φώκας, ως να τον ώθησε κανείς, και ανήλθεν επάνω εις το κατάστρωμα. Μαύρη νυξ εκάλυπτε τον λιμένα της ερημίας εκείνης, ηρεμούντα, οπού φώτα αμυδρά εδώ κ' εκεί έφεγγον, τα φώτα των καταφυγόντων εν αυτώ πλοίων. Αλλ' έξω από τας τρεις εισόδους του ωρύοντο άγρια τα κύματα, θραυόμενα με αφροταραχήν βράζουσαν κατά του _Δεσπότου_ και της _Πλατείας_, δύο ξηρών και αποτόμων νησίδων, προ αυτού, δι' ων σχηματίζονται αι τρεις του λιμένος αυτού είσοδοι, εξ ου και το όνομά του, επί των οποίων πυραί δύο ποιμένων έφεγγον, ως φάροι σωτήριοι, κατά την σκοτεινήν αυτήν νύκτα.

— Τι θαρρείς! Δεν την πνίγω τάχα την _Σκίαθον_! Εβρυχήθη ο καπετάν-Φώκας ως απειλών την Μοίραν του, βλέπων άπελπις την αυξάνουσαν θύελλαν, και όμως σχεδιάζων νέαν απόπειραν απόπλου, ταραχθείς από το τέλος της οπτασίας του. Αλλ' ακούει τότε, παρεμπρός, τον καμαρώτον του, το Ζούμπουραν, όστις εξαγαγών την κεφαλήν του από το πλατύ περιλαίμιον του σκληρού αυτού καπότου εμονολόγει προ της ακατασχέτου χιονιάς:

— _Ούτε πανί στο πέλαγο, ούτε γάιδαρος 'ς τα Ψαρά!_

Ο ουρανός κατάμαυρος, εφαίνετο ότι εστηρίζετο εις τους ιστούς του μπάρκου· και εντός της φοβεράς εκείνης θολότητος εστριφογύριζαν παγωμένα πράγματα χιονονιφάδες ξανεμιζόμεναι υπό της λαίλαπος, ως ξανεμίζεται ο σίτος εις την άλωνα. Πολλαί αυτών προσέκρουσαν με βίαν εις το αγριωμένον πρόσωπον του καπετάν-Φώκα, ως μόλυβδος δε κρύος επέψαυσαν και τα ώτα του οι λόγοι του παιδός οι συνετοί. Και να το έπνιγε το πλοίον του, πάλιν δεν θα έκαμνε Χριστούγεννα με την Μυγδαλίτσαν του· ίσως και να την έχανε διά παντός. Κατέπεσε τότε η οργή του· και τω εφάνη τότε ότι τωόντι άραξε και αυτός εις της Τρεις-Μπούκαις, καθώς άραξε και το κατάμαυρον μπάρκο του. Και βλέπων μόλις έξω εις την πετρώδη Σκύρον τας δύο χασμάδας των λατομείων λευκού τουμαρμάρου, αίτινες αμυδρώς διεγράφοντο τεφραί, ως χαλασμένα δύο χωρίδια, είπε:

— Μπορεί να κάμουμε Φώτα 'ςτο χωριό, καϋμένε Ζούμπουρα!

Τότε κατελθών απέστειλε την φιάλην της ζαμάικας προς τους ναύτας ταυ «να ξαποστάσουν», αποφασίσας αυτός τέλος να κοιμηθή «αγκαλιά με την λύπην του», αδυνατών «ν' αγρυπνήση» με τον φαιδρόν των ναυτών του κύκλον.

***

Μετά το πέμπτον ποτήριον της ζαμάικας, ο καπετάν-Γιακουμής, ο αδελφός του πλοιάρχου, ήρχισε κακώς να παίζη την _Μαριγούλαν_, το τορευτόν του τζιβούρι, κ' εζήτει και έκτον αμέσως, λέγων ότι 'ςτα πέντε αποσταίνει και ξεχορδίζεται, και αν σταματήση αυτού, είνε φόβος τότε να μη χορδισθή ούτε 'ς τα δέκα. Ο δε Μέλτος ο Μισακός, γνωρίζων καλώς τα συστήματα του ναυκλήρου, ανελθών και σφάξας μίαν όρνιθα διά το νυκτερινόν πρόγευμα, οπού την έτρεφεν ο Γιάννης ο Μπύρρος ο ναύκληρος, μόνος του, από την Σικελίαν, διά κάθε ενδεχόμενον, κατέλιπεν εις το μαγειρείον τον καμαρώτον να επιμελήται το μαγείρευμα, κ' επανήλθε χιονισμένος, χουχουλίζων τας χείρας του και ζητών έν ποτήριον αποσταμένον, δηλαδή, γεμάτον, ως δίδουν την εσπέραν προς τους εργάτας τ' αφεντικά, όταν παύσουν από την εργασίαν.

Και ήρχισεν αμέσως — για να θερμανθή — να τραγουδή ένα παλαιόν άσμα της Κω, μιμούμενος συνάμα γυναίκα κώτισσαν νήθουσαν, κατά την έννοιαν του άσματος, μ' έκτακτον μιμικήν διάθεσιν.

Ο καπετάν-Γιακουμής επαναχορδίσας τέλος την _Μαριγούλαν_ τον συνώδευε:

_Πάρε την αργυρόρροκα κ' έλα την φράχτη-φράχτη, Κι' αν σ' αρωτήσ' η μάννα σου, 'πες, έχασα τ' αδράχτι.

Εμπερδεύθηκ' η κλωνιά μου μέσ' 'ς τα πέντε δάκτυλά μου._

Τόσον δε τελείως απεμιμήθη ο Μέλτος ο Μισακός την νήθουσαν γυναίκα της Κω, με όλας τας κινήσεις της γυναικείας εργασίας, σείων τάχα την ηλακάτην με την αριστεράν, ως αι νήθουσαι, αποσπών βάμβακα από την τολύπην με την αριστεράν, και συστρέφων την άτρακτον με το βαρύ δήθεν σφονδύλιον, και βρέχων πάλιν τα δάκτυλά του εις το στόμα του, και βρέχων την νηθομένην τάχα κλωστήν, κινών δε είτα κωμικώς τα δάκτυλά του της δεξιάς, κατά την επωδόν, εις το μπέρδευμα δήθεν της κλωνιάς, ώστε όλοι επευφήμησαν, προς τας κινήσεις του αυτάς τας δεξιάς και ταχείας, και εγέλασαν με τους μορφασμούς του σπανού και ευλογιοκομμένου προσώπου του. Όλοι δ' εσιώπησαν χάσκοντες εις το τέλος, από την ευχαρίστησιν, και αυτή η _Μαριγούλα_ εσίγησε θαμβωθείσα και αυτή.

— Γεια σου κώτισσα!

Ανεκραύγασεν ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρας στρίβων τον λευκόν μύστακά του.

Αλλ' ο γέρω-Μπούμπας, ανάποδος πάντοτε, λαβών τέλος μέρος εις την ναυτικήν παρέαν επέκρινεν:

— Η νισυριαίς γνέθουνε καλλίτερα από της κώτισσαις . . .

— Βρε, παιδιά, είπεν ακολούθως ο ναύκληρος. Ποιος ξέρει το Χριστός Γεννάται; Νά, τώρα, που μας χρειάζεται και ο καπετάν- Φαφάνας, καλή του ώρα. Αυτός κάπου 'δω θα φέρνη γύρω,

Αλλ' ιδού αληθώς κατήρχετο με προφύλαξιν και με κάποιαν δειλίαν, οδηγούμενος από τον μικρόν καμαρώτον, ο καπετάν-Φαφάνας, κοντός, αμπαδένιος όλος, τυλιγμένος μέσα εις μίαν βαρείαν γούναν, σαλονικιάν, χιονισμένος εις τους ώμους και εις τον πέτσινον κούκον του, βαστάζων οψάρια και αστακούς, τα οποία εν αφθονία αλιεύουσιν εις της Τρεις Μπούκαις τα δικτάδικα πλοιάρια.

— _Ανάβα όνομα να ιδής κορμί_. Εχαιρέτισεν ο ναύκληρος.

— _Εδώ καράβια χάνονται, και σεις βαρκούλαις πού πάτε_; Προσέθηκεν ο καπετάν-Γιακουμής, και απεσύρθη πίσω εις το καμαρί του με την χρυσόγλυπτόν του κινύραν μισοζαλισμένος.

— _Κατά φωνή και . . . _

Είπεν ο Μέλτος ο Μισακός και απετελείωσεν ο ναύκληρος — ο Φαφάνας, προφθάσας ούτω και αποφυγών την κακοφημίαν, μη τύχη και πειραχθή ο ψάλτης, και δεν θελήση να ψάλη έπειτα.

— Πού σ' αυτόν τον κόσμον, καϋμένε Φαφάνα;

Επανέλαβεν ο Μέλτος ο Μισακός, μιμούμενος την φωνήν του ελθόντος, σαν να έψαλλε, σαν να κανοναρχούσεν.

Κ' ενώ ο Φαφάνας διηγείτο πώς ευρέθη εκεί εις τον έρημον λιμένα, ο καμαρώτος όστις ωδήγησεν αυτόν κάτω, ανερχόμενος πάλιν εις την εργασίαν του, εις το μαγειρείον, αφού παρέλαβε και τα κομισθέντα δώρα παρά του καπετάν-Φαφάνα, είπεν εις το αυτί του γέρω-Μπούμπα, σαν να ήθελε να του ανακοίνωση μυστικόν:

— Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού! Δεν σου τώπα;

— Τον κακό σου, Ζούμπουρα! Εβρόντησεν ο γέρω-ναύτης· και ήπλωσε τας βαρείας χείρας του ως δύο ξύλα. Αλλ' ο Ζούμπουρας, κοντός ως ήτο, διεξέφυγε πάλιν.

***

Ο καπετάν-Φαφάνας, ανήρ συνομήλικος με τον Μέλτον τον Μισακόν, όταν ήτο μικρός, μαθητής του Σχολαρχείου, είχε γλυκυτάτην φωνήν, και ήτο ο καλλίτερος κανονάρχης του χωρίου, καθαρά αναγινώσκων το ψαλτήριον, μελωδικώς κανοναρχών, και μελωδικώς απαγγέλλων τον Απόστολον. Μόνον μικρόν ελάττωμα είχε φυσικόν. Ετραύλιζεν ολίγον εις την γλώσσαν· διό και απεδόθη εις αυτόν σκωπτικώς το παρωνύμιον Φαφάνας, όπερ αυτός τελευταίον το ανεγνώρισεν ως επώνυμον πλέον.

Παρεσκευάζετο δε να γείνη ιερεύς και θα ήτο σήμερον ο καλλίτερος εφημέριος της νήσου, αλλ' ετεκνοποίησεν η σύζυγός του τον τρίτον μήνα μετά τον γάμον των, και ούτως αντί παπάς, έγεινε μικροπλοίαρχος, ακτοπλοών με μίαν μικράν βρατσέραν. Αλλ' ήτο έκτοτε μελαγχολικός πάντοτε, απαραμύθητος διά την ατυχίαν του εκείνην. Και ίνα δε αποφεύγη τας επιπλήξεις της συζύγου του, ήτις πολύ επόθει να γείνη παπαδιά, συνήθως εταξείδευε, σπανίως καταπλέων εις το χωρίον του. Ιδίως δ' απεδήμει κατά τας ημέρας των μεγάλων εορτών, μη αντέχων να βλέπη χρυσοφορεμένους τους ιερείς του χωρίου του.

Ούτω και τώρα ο καπετάν-Φαφάνας εταξείδευε, φορτώσας λεμόνια εξ Άνδρου διά Θεσσαλονίκην. Και καταληφθείς υπό της τελευταίας καταιγίδος κατέφυγε και αυτός με την βρατσέραν του εις της Τρεις Μπούκαις.

Φίλεργος δε πάντοτε, ητοίμασεν αμέσως τα δίκτυα του κ' έρριψεν αυτά εις τον αιγιαλόν του ησύχου λιμένος, οπού και άλλα πλοία δικτάδικα ηλίευον. Όταν δε, την εσπέραν, ξυλάρμενον εισέπλεε το μπάρκο του καπετάν-Φώκα, το ανεγνώρισεν από την χονδρήν κοιλίαν του και την χονδρήν πρύμνην, και από το άσπρο μπούρδο, την λευκήν ταινίαν, την περιθέουσαν αυτό κύκλω, η οποία με τα μαύρα κατά διαλείμματα τετραγωνίδια, ως θυρίδας μακρόθεν φαινόμενα, παρίστα αυτό τεράστιον σκάφος, ως φρεγάταν τουρκικήν των ημερών εκείνων.

Ο καπετάν-Φαφάνας ηξεύρων ότι ο Γιάννης ο Μπύρρος, το έχει τάξιμον ν' αγρυπνή πάντοτε την νύκτα της Παραμονής, όταν ετύχαινε εις ταξείδι, διασκεδάζων με το πλήρωμα, εσήκωσεν ενωρίς τα δίκτυά του, έλαβε την άγραν, και ρίψας πάλιν αυτά εις άλλο μέρος του λιμένος να τα σηκώση την αύριον, ανήλθεν επί του μπάρκου, να χαιρετίση τους συμπολίτας του, και να ιλαρύνη την μελαγχολίαν του με τας αφελείς των ναυτών διαλέξεις, και με κανένα Χριστουγεννιάτικον ζωμόν την αυγήν. Ήξευρεν ο καπετάν-Φαφάνας ότι ο καπετάν-Φώκας ήτο μεγαλοπρεπής εις τα τοιαύτα, διατρέφων πλουσίως το πλήρωμά του.

Τότε ο Γιάννης ο Μπύρρος ενθουσιασθείς από την απροσδόκητον εμφάνισιν του καπετάν-Φαφάνα, όστις θα του έψαλλε το «Χριστός γεννάται», ενθυμήθη ότι είχεν από την Σικελίαν μίαν βαύκαλον κονιάκ. Ήνοιξε λοιπόν αυτήν αμέσως και προσφέρων ποτήριον προς τον ελθόντα και προς τους άλλους είπε:

— Τράβα μια, καϋμένε Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω!

Ταυτοχρόνως εχρεμέτισαν επάνω οι εξαρτισμοί του πλοίου, ως να έτρεχον ίπποι εις την πεδιάδα, θαρρείς κ' εχαιρέτιζον τους πίνοντας ναύτας, κ' εκυλίσθη δεξιά και αριστερά η _Σκίαθος__ ως να ητοιμάζετο ν' ανοίξη τα πανιά της. Η πνέουσα τρικυμία εξαγριωθείσα έτι μάλλον ανετάρασσε και τον ήρεμον έως τότε λιμένα, κ' έσεισε σαλεύσασα τα εν αυτώ πλοία. Σεισθείς τότε εκ του σχηματισθέντος σάλου και ο κώδων της βάρδειας, επάνω του πρωραίου, εκρούσθη επανειλημμένως γλυκύτατα, εν τη αγρία εκείνη νυκτί ως κώδων παρεκκλησίου, εντός δάσους, του οποίου έκρουε πενθίμως η καταιγίς.

Εφάνη εις όλους τότε ως να εσήμαιναν τα Χριστούγεννα και όλοι, ανεπαισθήτως, έκαμαν τον σταυρόν των. Ο ναύκληρος ενθυμηθείς την οικογένειάν του και την ενορίαν του, τον ίδιον εαυτόν του ενθυμηθείς, ότε ήτο παιδίον, εδάκρυσε, και ήρχισε να διηγήται ωραία επεισόδια του νεανικού του βίου, ότε μια χρονιά ο εφημέριος τον ανεβίβασεν εις το κωδωνοστάσιον επάνω να κτυπήση την μεγάλην καμπάνα, έλεγε, και αυτός από το ισχυράν καμπάνισμα την έσπασε, κ' εκρότει έπειτα την ημέραν της εορτής ως ραγισμένη λάγηνος. Και άλλοτε πάλιν τον έστειλεν ο εφημέριος να μοιράση τα _υψώματα_ εις τους ενορίτας του και του έπεσαν από την τσέπην του — την νύκτα — και τα ηύρεν έπειτα ο Χατζής ο Μπολμάς, ο ρακένδυτος και πάντοτε μεθυσμένος αχθοφόρος, και τα έφαγε, νηστικός δύο ημέρας.

Αλλά αίφνης κρότοι βηματισμών βαρέων επί του καταστρώματος, διέκοψαν τας φαιδράς του ναυκλήρου αναμνήσεις, Ως ν' ανήλθον πειραταί τω εφάνη — έρημος ο λιμήν και δεν ήτο παράδοξον — αλλ' ο κύων ο Μαύρος δεν υλάκτησεν· ως δεν υλάκτησε και όταν ήλθεν ο καπετάν-Φαφάνας, με τον οποίον όμως ο κύων είχε παλαιάν γνωριμίαν. Απορών ανήλθε φυλαττόμενος ίνα ίδη. Και είδε τότε τον καπετάν- Φώκαν, ως φάντασμα, τυλιγμένον με την βαρείαν γούναν του, ιστάμενον εν μέσω του σκάφους και θεωρούντα κύκλω την φρίσουσαν τρικυμίαν με βλέμμα απλανές. Μ' οξύτατα λαλήματα η λαίλαψ κατέρριπτεν επ' αυτόν τας χιονονιφάδας της — χιονόνερον παγωμένον — κ' η κόμη του, ασκεπούς όντος, ωρθούτο υπό του ανέμου, ως από φόβον.

Ο Ζούμπουρας, εννοήσας τον πλοίαρχον, ίστατο άφωνος, πέραν ολίγον, αναμένων τας διαταγάς του· κ' εξαγαγών την κεφαλήν του είπε μονολογών προς την τρικυμίαν πάλιν:

— _Ούτε πανί 'ς το πέλαγος, ούτε γάιδαρος 'ς τα Ψαρά._

Ο καπετάν-Φώκας, μέγας, υψηλός, τυλιγμένος μέσα εις την βαρείαν γούναν του, μ' ασκεπή την κεφαλήν, χιονισμένος, κατήλθε πάλιν ηρέμα εις την πρύμνην του, χωρίς ν' αρθρώση λέξιν, αμίλητος ως φάντασμα.

Ο ναύκληρος είτα μετ' ολίγον επανήλθε πάλιν εις των ναυτών την αίθουσαν, κ' εξηκολούθησε την συνέχειαν των φαιδρών εκείνων αναμνήσεών του.

***

Τότε ήρχισαν όλοι οι ναύται κατά σειράν να διηγώνται. Και ήκουες εκεί κάτω: Να ιδής μια χρονιά τα Χριστούγεννα, και να ιδής άλλη χρονιά, και να ιδής την Παραμονήν . . .

Μόνον ο γέρω-Μπούμπας, τόσην ώραν, δεν ηδυνήθη και αυτός να ενθυμηθή τίποτε, να διηγηθή τίποτε· αλλ' εκάθητο σιωπηλός πάντα και συλλογισμένος, επάνω εις την στενόμακρον κασσέλλαν του, εις την άκραν εκεί, σαν καταφρονεμένος. Τίποτε δεν είχε να ενθυμηθή μικρός, τίποτε να ενθυμηθή μεγάλος. Μικρός ποτέ δεν έκαμε Χριστούγεννα 'ς την χώραν, παρεπονείτο πολλάκις. Είχε μια μητέρα χήρα, μια καταραμένη γυναίκα, η οποία επειδή έχασεν όλα τα παιδιά της και τον άνδρα της, 'ς το τέλος, σαν ήρχοντο τα Χριστούγεννα, εκλείδωνε το σπίτι, τον εφορτώνετο 'ς τον ώμον αυτόν, το τελευταίον παιδί της, και έτρεχε 'ς τα τέσσερα, 'ς τον Γέροντα, πίσω, 'ς τον Πρόδρομον εις τον μικρόν Ασέληνον, οπού έκαμνε Χριστούγεννα, κλαίουσα την ψυχήν της με τας καλογραίας. Μια φορά μόνον θυμάται, πριν ακόμα μπαρκάρη, θα ήταν ως δεκαπέντε χρόνων, κατώρθωσε και της έφυγε 'ς τα μισά, 'ς του δρόμου, για να πάγη τα Χριστούγεννα την νύκτα 'ς την Εκκλησιά, 'ς την χώρα, να μεταλάβη — και 'πήγε για ψάρια την παραμονήν, με τον Πετεινάκη, σύντροφος του ψαρά, να τραβά κουπιά. Αφού δε εγύρισαν, την νύκτα, κ' εβόλεψε την βάρκα, και ήτο έτοιμος ν' αποβιβασθή και αυτός πηδών εις την άμμον, με τα ένα χέρι βαστάζων τα οψάρια εις ορμαθούς, τα μερίδιόν του, και με το άλλο τα παπούτσια του, εγλύστρησε κ' έπεσεν εις την θάλασσαν κ' εκτύπησε 'ς τα μούτρα σε κάτι πέτραις οπού ήταν ένα μήνα πρισμένα. Και ήλθεν η μάννα του και του έλεγε: Γλέπεις, καταραμένε, για να μη θελήσης νάρθης 'ς τον Γέροντα; Γλέπεις; Ύστερα, τον άλλο χρόνον, εμπαρκάρισεν. Αλλά ποτέ του δεν έκαμε Χριστούγεννα σε πολιτεία· ούτε 'ς το χωριό του, ούτε σε καμμιά άλλη πολιτεία. Αλλά πάντοτε, την ημέραν αυτήν, ευρίσκετο εις το πέλαγος. Πότε 'ς τα κύματα μέσα μουσκεμμένος, και πότε ποδισμένος και αραγμένος σε καμμιάν ερημιάν, σαν τώρα. Θυμωμένος πάντοτε τα Χριστούγεννα, πότε με την βελόναν του, και πότε με την νιτσεράδαν του. Πού ν' αποκτήση αυτός ρημαδιακό, νάχη παραστιά, φωτιά, και γυναίκα. Από το ράντσο του, παρά το οποίον εκάθητο τώρα, και από την στενόμακρον κασσελίτσαν του, τίποτε άλλο δεν είχεν αποκτήσει εις τον κόσμον αυτόν, εκτός μίαν καταραμένην αναποδιάν σαν την μάννα του, την οποίαν του εφαίνετο ότι εκληρονόμησεν από την καταραμένην εκείνην, ως έλεγεν ο ανόητος ανοηταίνων, ανάποδος και εις τα παράπονά του και αδιόρθωτος, ωσάν η γηράσασα κακία, η οποία ποτέ της δεν ημπορεί να γείνη αρετή. Χωρίς σπίτι, χωρίς γυναίκα, χωρίς παιδιά. Αφορισμένος, ακοινώνητος, αμίλητος. Πού ν' αξιωθή αυτός ν' απολαύση τέτοιαν μακαριότητα. Νάρθουν 'ς το αρχοντικό του την νύκτα τα παιδάκια της γειτονιάς, με τα φαναράκια 'ς τα χέρια, με τα χαρτάκια, να του τραγουδήσουν τα Χριστούγεννα. Κ' αυτός ξαπλωμένος σε καθαρό, μεντέρι, αφέντης κοντά 'ς την φωτιά, με τα παιδιά του γύρω, ν' απλώση 'ς την τσέπην του και να δώση 'ς τα παιδάκια ένα ασημένιο, για το καλό. Και να τον καμαρόνη η γυναίκα του, και να τον θαυμάζουν τα παιδιά του . . .

Ο Μέλτος ο Μισακός, οπού ανήλθε προ μικρού να επιθεωρήση την βράζουσαν σικελικήν όρνιθα, επανελθών, φαιδρός και χαρούμενος πάντοτε, διέκοψε τας θλιβεράς αναμνήσεις του γέρω-Μπούμπα, ειπών:

— Ακόμα θέλει λίγο, βρε παιδιά, η κόττα. Όσο να γένη, να μας πη τώρα ο καπετάν-Φαφάνας τι έπαθε μια φορά, τα Χριστούγεννα, από τον Μέλτον τον Μισακόν.

Και μορφάζων κωμικώς το σπανόν και ευλογιοκομμένον πρόσωπόν του προσέθηκεν:

— Όχι από εμένα. Από τον Μέλτον τον Μισακόν δηλαδή.

Ίνα δε προλάβη πάσαν άρνησιν ή αποφυγήν του καπετάν-Φαφάνα, προσέθηκεν.

— Αν δεν θελήση να μας το 'πη ο καπετάν-Φαφάνας, θα το πη ο Μέλτος ο Μισακός.

Ο καπετάν-Φαφάνας εσκέφθη να σηκωθή αμέσως και να φύγη· αλλ' έλα πάλιν που ο αέρας της τρικυμίας καταίβαζεν από τον φεγγίτην του πρωραίου χιονοβολήματα, αλειμμένα με την ορεκτικήν οσμήν της μαγειρευομένης σικελικής όρνιθος. Έπειτα μικρός ήτανε, παιδί ήτανε, είπε καθ' εαυτόν, θέλων και μη θέλων λοιπόν ήρχισε να διηγήται:

***

Ο Χρόνης, ο γυιος του γέρω-Χρόνη του Σπράχτορα, όλον τον χρόνον εγύριζε ξεσκούφωτος και αχτένιστος, μ' ένα κεφάλι σαν μαλαχτάρι. Και τα Χριστούγεννα ήτανε πάντοτε με καινούργιο φέσι.

— Τον βλέπεις, βρε, τον Χρόνη, τον γυιο του γέρω-Χρόνη, του Σπράχτορα; Μου έλεγεν ο πατέρας μου ο μακαρίτης — Θεός σχωρέσ' τονε. — Όλον τον χρόνον καλαναρχάει 'ς την εκκλησιά, ξεσκούφωτος, και σαν έλθουν τα Χριστούγεννα λέει το «η προαίρεσις δίδου» και συνάζει ασημένια, και παίρνει καινούργιο φέσι. Εσύ έχεις πλειο καλή φωνή απ' αυτόν. Εσύ καλαναρχάς πλειο καλά απ' αυτόν. Εσύ λες τον Απόστολον πλειο καλά απ' αυτόν, γιατί εσύ έβγαλες το Σχολαρχείον· το λοιπόν, παιδί μου, εσύ εφέτος να πης «η προαίρεσις δίδου». Εμεγάλωσες τώρα. Εσύ να το πης. Αλλέως θα σε αφήσω ξεσκούφωτον και ξυπόλυτον τα Χριστούγεννα.

Πραγματικώς εγώ καλαναρχούσα καλλίτερα από τον Χρόνην, έλεγα τον Απόστολον καλλίτερα, και εδιάβαζα το Ψαλτήρι καλλίτερα από όλα τα παιδιά, και από τον παπα-Γιάννη ακόμα. Αλλά στο «η προαίρεσις δίδου», μου εφαίνετο πώς δεν θα τα κατάφερνα καλά. Είχα μια φυσική ντροπή από μικρός. Κ' εύρισκα προφάσεις 'ς τον πατέρα μου για να το αποφύγω. Αλλά δεν ημπόρεσα.

Δεν είχεν ακόμα αρχίσει η Ακολουθία. Εσυναζόντανε ο κόσμος. Όλοι στολισμένοι. Σε κομμάτι εγέμισεν η Εκκλησία. Εγέμισαν τα στασίδια, γραμμή δεξιά, γραμμή αριστερά. Ανάψανε τους πολυελαίους. Οι παπάδες ενδυθήκανε τα ολόχρυσα ιερά τους. Ολόχρυσοι από πάνω ως κάτω.

Ενταύθα διεκόπη ο καπετάν Φαφάνας από ένα βαθύν στεναγμόν.

Ο Γιάννης ο Μπύρρος ο ναύκληρος, εννοήσας, του έδωκεν αμέσως ποτήριον κονιάκ.

— Τράβα μια, Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω.

Ο καπετάν-Φαφάνας, πιών το κονιάκ, εξηκολούθησεν:

— Ήλθεν ο δήμαρχος και όλη η δωδεκάδα. Όλοι στολισμένοι με κατακαίνουργα σταυρωτά περιστήθια, με καινούργιαις γούναις όλοι, με τα φέσια των τα υψηλά, 'ς την αράδα, κατακόκκινα, σαν παπαρούναις. Εκεί ήτον και ο αριστερός ψάλτης, με το βρασμένο το αυγό 'ς την τσέπη, να πουν το _Χριστός γεννάται_ και να το φάγη αμέσως, ν' ανοίξη τάχα η φωνή του, κλεισμένη απ' τα λάδια.

Ήλθε και ο καϊριστής ο Μανωλάκης από τους πρώτους μαθητας του Καΐρη, δύο φοράς τον χρόνον εμβαίνων εις εκκλησίαν, Χριστούγεννα και Πάσχα· κ' έστεκε κ' εκύτταζε γύρω-γύρω σαν χαζός. Ήλθε και ο βαυαρός ο ιατρός, με τα μαύρα ευρωπαϊκά ρούχα του, εκεί εις τον χορόν, στιλπνός, καθαρός, με το παράσημον εις το στήθος του, φράγκος αυτός, αλλ' από την καλωσύνην του εορτάζων μαζύ μας.

Ήλθαν και οι δύο εξόριστοι διά τα ναυπλιακά αξιωματικοί με χρυσά κουμπιά και με σειρίτια, με τα σπαθιά τους, με της σπαλέταις τους της βαυαρικαίς, και εστάθηκαν δίπλα, κοντά 'ς το δεσποτικόν. Παρακάτω, 'ς το Παγκάρι, μαζί με τους επιτρόπους, ήτον ο ειρηνοδίκης, και ο τελώνης, στολισμένοι, αλλ' ασυνήθιστοι αυτοί να σηκόνωνται νύκτα και όλο κ' εχασμώντο, διακόπτοντες συχνά την ψαλμωδίαν. Τέλος άρχισεν η Ακολουθία. Κατά καλήν μου τύχην, ο Χρόνης ασθένησεν έξαφνα και δεν ήλθεν εις την Εκκλησίαν. Χαρά εγώ . . . . Μου έφυγεν ο μισός φόβος. Εκαλαναρχούσα λοιπόν εις τα δεξιά, σαν αηδόνι 'ς όλον τον _Κανόνα_. Ο πατέρας μου ευχαριστημένος γιατί μ' εκαμάρωναν όλοι, ντόπιοι και ξένοι, για την γλυκειάν φωνήν μου, εκαμάρονε και αυτός, ξηροβήχων, και συγχρόνως ελογάριαζε, με τον νουν του, τα ασημένια οπού θα εσύναζα κατόπιν. Αλλ' όσον επλησίαζεν η εννάτη ωδή του _Κανόνος_, τόσον εκόμπιαζα από τον φόβον μου. Γιατί 'ς την εννάτην ωδήν είνε το «η προαίρεσις δίδου».

Έπρεπεν αφού καλαναρχήσω τον τελευταίον ειρμόν «Στέργειν μεν ημάς» με τον τελευταίον αυτού στίχον «η προαίρεσις δίδου» να φύγω από τον ψάλτην και να περιέλθω, με ανοικτόν το βιβλίον, ως δίσκον, όλα τα στασίδια, όλους τους ανθρώπους, και στεκόμενος εμπροστά των. εις την αράδα, να χαιρετίζω έναν-έναν, επαναλαμβάνων: «η προαίρεσις δίδου», τον τελευταίον του ειρμού στίχον, όπερ ισοδυναμεί «διά τον κόπον μας οπού καλαναρχούμεν όλον τον χρόνον . . . .» Και τότε κάθε ένας να μου ρίπτη εις το βιβλίον ό,τι προαιρείται, ό,τι ευχαριστείται. Πώς να κάμω λοιπόν; Κρύος ιδρώς μου ήλθε την τελευταίαν στιγμήν. Η φωνή μου άρχισε να τρέμη, τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου τρεμούλιασαν.

Αλλά μόλις εκαλανάρχησα εις τον ψάλτην το τέλος «η προαίρεσις δίδου», και μου δίδει μια ο πατέρας και ευρίσκομαι αμέσως μπροστά 'στο στασίδι του δημάρχου πρώτα-πρώτα. Η προαίρεσις δίδου!

Φωνάζει αντί για μένα ο πατέρας μου, σαν να με δίδασκε.

Κ' εψέλλισα κ' εγώ τρεμουλιαστά, με σιγανή φωνή:

— Η προαίρεσις δίδου!

Ο δήμαρχος αμέσως απλώσας εις τον κόλπον του και λαβών ένα τάλληρον, κολλωνάτο, το έρριψεν εις τα ανοικτόν βιβλίον μου χαιρετίσας με:

— Και του χρόνου, παιδί μου! Και παπάς!

Ενταύθα διεκόπη πάλιν ο καπετάν-Φαφάνας, από λυγμόν πικράς αναμνήσεως.

Ο δε ναύκληρος έτοιμος πάντοτε, πληρώσας άλλα ποτήρια κονιάκ προσέφερεν εις όλους λέγων πάλιν:

— Τράβα μια, καϋμένε Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω.

Κατόπιν ο καπετάν-Φαφάνας εξηκολούθησεν:

— Άιντε τώρα σε όλους, με παρώτρυνεν ο πατέρας μου. Μη φοβάσαι!

Τότε λαβών ολίγον θάρρος, άρχισα την περιοδείαν μου από τους χορούς, χαιρετίζων έκαστον, 'ς το στασίδι του, με το βιβλίον ανοικτόν, μ' εν κηρίον αναμμένον.

— Η προαίρεσις δίδου!

Τα παιδιά με εκύτταζον με θαυμασμόν. Μερικά δε με ηκολούθουν, ως σωματοφύλακες.

Όλοι μου έρριπταν ασημένια. Οι δύο εξόριστοι αξιωματικοί ο καθένας μου έρριψεν από μίαν ρεγγίναν, γελαστοί και χαρούμενοι. Από την δωδεκάδα μόνον ο μπάρμπα Χρήστος με το ψηλό φέσι, το όρθιον, έψαχνε τόση ώρα να εύρη την σακκούλα του μέσα 'ς τον κόρφο του, κι' εγώ για να μη περιμένω τον άφησα. Ο καϊριστής πάλιν εκείνος μου πήρε ένα σφάντσικο, αντί να μου ρίξη. Γιατί αυτός δύο φοραίς τον χρόνον έμβαινε 'ς την εκκλησίαν, και δεν εγνώριζε τι κάμνουν και πώς φέρονται οι χριστιανοί.

Σε λίγο εγέμισε το βιβλίον μου ασημένια, πενηνταράκια και εικοσιπενταράκια.