Διηγήματα, Τόμος Δ

Part 10

Chapter 1010 wordsPublic domain

Η εύμορφαις νησιώτισσαις και η νησοτοπούλαις πλύνουν, ασπρίζουν, τακτοποιούν, σαρόνουν του χωριδίου τους οικίσκους. Λάμπουν τα χιόνια 'ς τα βουνά της Ευβοίας τ' αντικρυνά. Η ψαροπούλαις έρχονται η μια κοντά 'ς την άλλην. Αράζουν. Ησυχάζουν. Θ' αναπαυθούν. Θα κοιμηθούν. Οι χωρικοί, χαρούμενοι, εμβαίνουν εις την κώμην, να ξεκουρασθούν, να ξυρισθούν, να λουσθούν. Οι ψαράδες άπλωσαν τα δίκτυά των, να στεγνώσουν, και οι γεωργοί έστησαν τα άροτρα προ της αυλείου, ως τρόπαια χαρμόσυνα της εργασίας, της αληθούς εργασίας, ήτις πάντοτε θα ζη, και αιωνίως θα ζη και θα βασιλεύη. Η μόνη υπό Θεού ευλογημένη εργασία. Ο γέρων εκείνος γεωργός, ο τόσον φαιδρός επί του οναρίου του, μαζί με το άροτρόν του, δίπλα του, σαν να προηγήται θριάμβου, τροπαιοφόρος, έχει από την Λαμπρήν να εισέλθη εις την κώμην. Κ' εισέρχεται τώρα, επί του οναρίου του φαιδρός, με το άροτρόν του, δίπλα του, ως να προηγήται θριάμβου, τροπαιοφόρος, διά να εορτάση τα Χριστούγεννα, εν τω γενεθλίω του οίκω. Όλοι συνάζοντ' ενωρίς. Ενωρίς θα κοιμηθούν, διότι ενωρίς — όρθρου βαθέος — θα μεταβώσιν εις τον ναόν, να εκκλησιασθώσι, να εορτάσουν να κοινωνήσουν.

Την νύκτα, με το φαναράκι, ετραγούδησα τα Χριστούγεννα εις του πάππου μου του γέροντος, του ασπρογένη του Παπαλέξανδρου. Μου έδωσε δύο εικοπιπενταράκια.

— Δεν είχε, μάννα, κανένα σφάντζικο; Παρεπονέθην έπειτα.

— Του τα πήρε ο γάτος, παιδί μου! Μου απήντησε. Και το επίστευσα.

Ω αθωότης, αθώα αθωότης! Τι είσαι λοιπόν και χάνεσαι; Χιών είσαι και λυώνεις, καπνός και διαλύεσαι, αράχνη και σε διασπά ο άνεμος;

Την νύκτα ήλθαν εις τα σπίτι μας δύο ηλικιωμένοι, με τα βιολιά, και ετραγούδησαν τα Χριστούγεννα. Η μητέρα έφερε δύο μεγάλα χριστόψωμα και μίαν προσφοράν διά την λειτουργίαν· και αργά-αργά παρασκεύαζε παχείαν όρνιθα, διά το εωθινόν πρόγευμα. Ο πατέρας μου έφερε καινούργιο φορεματάκι, εύμορφον, κ' εκοιμήθην μαζί μ' αυτό στην αγκαλιά μου.

Εις τον πρώτον ακουσθέντα του κώδωνος της εκκλησίας ήχον επετάχθην. Όλοι οι κάτοικοι καθαροί, ειρηνικοί, φαιδροί συνήχθησαν εις την εκκλησίαν. Τι τάξις! τι ευπρέπεια! τι κοσμιότης!

Ο ένας εφημέριος, υψηλός, στερεός, με τα χρυσά του άμφια και την χρυσήν του στόφαν, ωμοίαζε με τον αρχιστράτηγον Μιχαήλ. Ο άλλος, κοντότερος σεμνότερος, με το αρχαίον μωραΐτικον φελώνιον, του Γενάρχου μας κληρονομίαν ευσεβή, ο φιλοπαίγμων και γλυκύτατος γέρω Παπαδιαμάντης ο αλησμόνητος και πολυσέβαστός μου ιερεύς εκείνος οπού τόσον με αγαπούσε, και τόσον τον εσεβόμην, με τον οποίον έκαμνα κατόπιν όλας τας θρησκευτικάς μου εκδρομάς, ωμοίαζε τον αρχάγγελον Γαβριήλ. Πώς να μη υπάρξη σεμνότης και ευπρέπεια, εις εκείνον τον ναΐσκον, αφού η θρησκευτική πομπή διευθύνετο από δύο τοιούτους αρχαγγέλους.

Αι γυναίκες επάνω εις τον γυναικωνίτην, χρυσοστόλιστοι, λάμπουσαι, όπισθεν από τα ορύφακτα, ως χρυσαίς τρέμουζαις, αναδίδουσαι διακεκομμένας λαμπηδόνας, εν γραμμή μακρά, ως χρυσολάμπει, την νύκτα με την πανσέληνον, το διασχιζόμενον υπό ταχείας λέμβου κύμα, εν ηρεμαίω πόντω. Οι άνδρες με τα καλλίτερά των ενδύματα, τιμώντες την ημέραν ζώναι χρυσαί, ζώναι μεταξωταί, κεντητά γελέκια, κατάλευκοι χιτώνες μεταξωτά μανδήλια, τσόχινα επανωφόρια, πολύτιμοι ρωσσικαί γούναι, υποδήματα υψηλά του Ταϊγανίου. Τα παιδιά στολισμένα, σεμνά, αθώα, ησύχια, διά της σιωπής των δεικνύοντα το έν προς το άλλο το νέον του φόρεμα, εν υπερηφανία. Τα φώτα τα εκλάμποντα εν μαρμαρυγαίς θαμβωτικαίς, ο καπνός του θυμιάματος, η ευωδία η άρρητος, η γλυκύτης της τελετής, η μεγαλειότης των ιερέων, αι κατάφορτοι εκ των αφιερωμάτων πανάρχαιοι εικόνες, εκείνος ο Παντοκράτωρ του Πανσελήνου ο υπερθαύμαστος, προσέδιδον εις την εορτήν μυστηριώδη γοητείαν.

Το σπίτι μας είνε εις την ακροθαλασσιάν. Ένα αρχαίον, των ιδρυτών του χωρίου, σπίτι. Και όταν εγύρισα από την εκκλησίαν έως ου ετοιμασθή ο εωθινός των Χριστουγέννων ζωμός, έβλεπον από του εξώστου τους Υδραίους σπογγαλιείς, οίτινες παρά τας μιλτοπαρείους αλιάδας των, ανειλκυσμένας έξω, ανάψαντες πυράς, ητοίμαζον το πρόγευμα το Χριστουγεννιάτικον, υπό τον έναστρον ουρανόν, όστις ηπλούτο άνω γαλήνιος και γλυκύς, ως παγκοσμίου όροφος θεάτρου, κεντητός, χρυσοκέντητος, αργυροκέντητος, αστροκέντητος, ασπροκέντητος, ενώ από του χθαμαλού λόφου, πέραν εχάραζε πλέον η Ανατολή και ηπλούτο υπό μαλακών χειρών νυμφών αοράτων, ρόδινον, πορφυρόχρουν παραπέτασμα, η εωθινή εύμορφος σημαία της εξημερονούσης πλέον πανηγύρεως.

— Ο Καλλικάντζαρος!

Φωνάζει αίφνης ο γέρων πατήρ, όταν με χαράν επηγαίναμεν να καθήσωμεν εις την τράπεζαν, παρά την λάμπουσαν, την θερμαίνουσαν, την ασπρισμένην εστίαν μας, το ιερόν και γλυκύ του χειμώνος ενδιαίτημα.

Η φωνή αύτη μ' εξήγειρε του ύπνου. Το όνειρόν μου έπαυσε.

***

Διότι συγχρόνως εισήρχετο εις του κυρ-Στρατή την τραπεζαρίαν ο εφημέριος του νεκροταφείου, κρατών φανάριον εις την μίαν χείρα και χιλιάρικην εις την άλλην.

— Σας ανεκάλυψα τέλος πάντων! Έτσι κρυφά λοιπόν;

Έτριβα επί ώραν τους οφθαλμούς μου. Πρώτην φοράν μετά τας πενθίμους συγκινήσεις έβλεπον τόσον φαιδρόν, τόσον γλυκύ, τόσον επιθυμητόν όνειρον, το οποίον μου έφερε γαλήνην και θάρρος εις την καρδίαν. Ήτο τόσον θερμόν το όνειρόν μου το αλησμόνητον, ώστε μου εθέρμανε, ψυχήν και σώμα. Δεν ήμουν πλέον εγώ ο ανεόρταστος, ο αλειτούργητος, ο αφωρισμένος. Εώρτασα τα τρυφερώτατα Χριστούγεννα με τόσα πρόσωπα, τα οποία δεν υπάρχουν πλέον. Χωρίς άλλο ήτο όνειρον εξ ουρανών διά την εις τα έθιμα της πατρίδος μου πίστιν ατίμητος αμοιβή. Συμμετέσχον τότε, χαίρων της χαράς του φιλικού δείπνου.

Ο Παπά-Γιάννης ο εφημέριος του Νεκροταφείου με το θάρρος οπού είχε της γνωριμίας, έλαβε πάραυτα θέσιν παρά την τράπεζαν, και ανέζησε πάραυτα πότος εκπνέων.

— Χριστός γεννάται, εκραύγασεν ο ιερεύς όλος χαρά· και εγέλα όλος. Τα μάτια του, αι παρειαί του, το στόμα του· και ιδίως η ουλή του δεξιού του χείλους.

Και επειδή νέα διάθεσις ψαλμωδίας ανεφάνη ζωηροτέρα της πρώτης, είπεν ο φίλος μου ο Αλεξανδρής με το πατροπαράδοτον σατυρικόν πνεύμα, λεπτόν ως αεράκι πεύκου γηραιού, ίνα προλάβη πάσαν του κυρ Στρατή θρηνωδίαν.

— Να σου πω, κυρ Στρατή. Εσύ να ψάλης τα πανηγυρικά μέλη, και ο παπα-Γιάννης — νάχωμεν την ευχίτσα του — τα νεκρώσιμα. Δεν λέω καλά, παπά μου;

Όλοι εγελάσαμεν.

ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑΝ (1899)

Ο Μέλτος ο Μισακός, αφού τα είπε συριανά τα Χριστούγεννα, ήρχισε να τα λέγη και ναξιώτικα. Ο καπετάν-Γιακουμής τον συνώδευε με την εξάχορδον κινύραν του, ένα λαξευτόν χρυσοκέντητον τσιβούρι, έργον των χειρών του οπού είχε κατασκευάσει εν ταις ώραις της απλοίας και νηνεμίας· ή και κατά τας μακράς του χειμώνος νύκτας, εφ' ου, είχε, μετ' επιμονής καλλιτέχνου, λαξεύσει ολόκληρον την αγοράν της πατρίδος του, με της βαρκούλαις στο ακρογιάλι, κ' ένα σπιτάκι, ψηλά-ψηλά, εις τον βράχον, την ποθητήν της αγάπης του κατοικίαν, της Μαριγούλας του. _Μαριγούλαν_ δε ωνόμαζε και το ολόχρυσον τσιβούρι. Το είχε στολίσει σαν την ασπίδα του Αχιλλέως χωρίς να έχη διαβάσει τον Όμηρον. Ο Καπετάν-Γιακουμής ήτο αδελφός του πλοιάρχου, αλλ' ευθύμου και διαχυτικού χαρακτήρος, ηρέσκετο να συνανατρέφηται μετά των ναυτών συνήθως, εν τη πρώρα.

Οι λοιποί του πληρώματος, γύρω-γύρω, πάνω εις τας χρωματιστάς κασσέλλας των καθήμενοι, τας στενάς και μακράς, παρά τα ασκητικά ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, ήκουον καπνίζοντες τα σιγάρα των, αναπαυόμενοι, εκεί όπως ήσαν, με τα χονδρά της εργασίας ιμάτια ακόμη, όζοντες πίσσαν και νάφθην. Ο Γιάννης ο Μπύρρος, ξηρός και υψηλός, ο ναύκληρος του πλοίου, ο καλλίτερος λοστρόμος της νήσου, περιζήτητος υπό των πλοιάρχων διά την ναυτικήν του πείραν και την διοικητικήν ικανότητα, στρίβων τον λευκόν μύστακά του με την αριστεράν, ακκουμβισμένος με την δεξιάν επί της τραπέζης, ήκουεν ευλαβώς το άσμα των Χριστουγέννων, με τον νουν του εις το χωρίον του, εις τα παιδάκια του, αλλά προσέχων πάντοτε κ' επάνω, προς τον καιρόν, ως να τον παρηκολούθει παραφυλάττων την μακρυνήν βοήν του ανέμου, οπού εσύριζεν άνωθεν απειλητικός, ωτακουστών δε συνάμα και προς την πρύμνην, μη ακούση την φωνήν του πλοιάρχου· καθόλου κύων πιστός, ο παλαιός αυτός ναύκληρος, ακουσμένος όχι μόνον εις την νήσον αλλά και εις την Πόλιν ακόμη, στόλισμα των πληρωμάτων. Το άσμα προέβαινε μελωδικώτερον πάντοτε, με τα ναξιώτικα τσακίσματά του και με την παθητικήν κρούσιν της _Μαριγούλας_ του καπετάν-Γιακουμή, του ηδυμόλπου τσιβουρίου, όπερ ως παράπονον, το συνώδευε το παλαιόν άσμα, ηρέμα κρουόμενον, παράπονον ναύτου θαλασσοδαρμένου, παράπονον ξενιτευμένου, όπως ελαφρά-ελαφρά, κτυπά το θαλασσάκι 'ς την ακρογιαλιά, εις τας πρωίας της αύρας του πελάγους πνοάς, ή όπως κλαίει ο πεύκος εις το πρωινόν του βουνού αγεράκι, ένα κλαύμα οπού χαίρεσαι να το απολαμβάνεις.

Έλεγεν ένα στίχον ο Μέλτος ο Μισακός, κ' εσιώπα κατά το έθος των Δωδεκανήσων, αναμένων να τον επαναλάβη τώρα, μόνη της, από μέσα από τα παθητικά σπλάχνα της, μετά πόνου, η χρυσοκέντητος _Μαριγούλα_, ως κλαύμα πάντοτε, ως παράπονον πάντοτε. Και όταν ο ψάλτης έβλεπε την χρυσοκόκκινην φουντίτσαν, εν τη άκρα της μακράς και τορευτής χειρός, παρθενικής θαρρείς, της χειρός του τσιβουρίου, να σείεται γοργά, εν τω τέρματι του ήχου, ήρχιζε πάλιν την συνέχειαν του άσματος, επιφέρων έτερον στίχον, με όλα τα ιδιώματα της ναξίας προφοράς, σωστός ναξιώτης, ο Μέλτος ο Μισακός, με το βρακάκι του ακόμα, και το φεσάκι του. Ο Μέλτος ο Μισακός, ήτο μίμος πρώτης δυνάμεως. Δεν υπήρξε πλοίαρχος έχων ελάττωμά τι φυσικόν, εργάτης, ποιμήν ή και προεστώς του χωρίου του, που να μη εμπέση εις την μιμικήν οξυδέρκειαν του σπανού αυτού ναύτου, με το πρόσωπον το προώρως ερρυτιδωμένον και ευλογιοκομμένον εις τας παρειάς, ως κεντημένον με βελόνην. Χαρά και αγαλλίασις εις το πλήρωμα, ότε εγίνετο γνωστόν ότε επεράσθη εις τα χαρτιά και ο Μέλτος ο Μισακός. Με τας μιμικάς του παραστάσεις κατά τους μακρινούς πλους, ελησμόνουν οι αγαθοί ναύται όλα τα δεινά της ξενιτειάς, όλα τα βάσανα της βαρείας των εργασίας. Εκεί δα τους έκαμνε τον δήμαρχον τον καπετάν-Πάτερον, πώς ετραβούσε τα ρακοβόλια επαν-πανωτού, εις εκείνο το μικρόν παντοπωλείον, από την 'πίσω πόρτα, ότε δραπετεύων από το συμβούλιον, μισοζαλισμένος, του οποίου αι συζητήσεις τον εστενοχώρουν πάντοτε, ως το καραντί των ταξειδίων του, εξεζαλίζετο εκεί, εις την πίσω πόρτα του μικρού μαγαζείου, όρθιος, ασθμαίνων ακόμη, από τας συζητήσεις. Κ' εκεί τους έκαμνε πάλιν τον προεστώτα εκείνον, οπού έψαλλεν εις τα δεξιά, εις τον χορόν της Εκκλησίας, σείων την κεφαλήν του προς τα επάνω, σαν να εφοβέριζε τους θόλους, έχων τας χείρας τους εμπεπηγμένας εις την ζώνην του, ένθεν και ένθεν ως να ήθελε να τραβήξη δύο λάζους συγχρόνως, οξύθυμος ο γέρων εις άκρον, ένα δεξιά και άλλον αριστερά, να τους σφάξη όλους επάνω εις την αλαζονείαν του. Και πότε πάλιν τους έκαμνε τον μάστρο-Νικόλαν, οπού εψώνισε το κρέας και το εκόμιζεν εις την οικίαν, στεκόμενος κάθε-λίγο, καθ' οδόν, και κυττάζων αυτό γύρω-γύρω, καμαρόνων μονάχος του το οψώνιον. Και άλλοτε πάλιν τους έκαμνε τον καπετάν- Σαράντον, τον φιλάργυρον εκείνον πλοίαρχον, πώς εσύναζε, σπειρί- σπειρί τον σίτον από την κουβέρταν του πλοίου του, όταν εξεφόρτων εν εις τον Πειραιά, διώκων τας όρνιθας του πλοίου, ξου-ξου, μη τα φάγωσι, να τα φάγη εκείνος τα σκύβαλα.

Αλλ' ήτο και περίφημος μάγειρος ο Μέλτος ο Μισακός, επιτυγχάνων εξόχως εις το αλίπαστον. Ο κουρήτος, το ξύλινον βυτίον, εν ώ φυλάσσεται το αλίπαστον κρέας των πλοίων, εννοούσεν αμέσως τον δεξιόν μάγειρον, από το βύθισμα των χειρών του μέσα εις τους γάρους, ότε αφ' εσπέρας ελάμβανε τεμάχια, ίνα τα ξαλμυρίση, και επευφήμει, θαρρείς με χαράν, τραντανιζόμενος εις τα στερεά βάθρα του, ο ξύλινος κουρήτος.

— Κακό σημάδι, βρε παιδιά! έλεγε τότε ο Μέλτος ο Μισακός . .

Ο κουρήτος έτριξε πάλι· και θαρρώ πώς θα μας εχάλασε το _σαλάδο_.

Αλλά το _σαλάδο_ τη επαύριον, κατεβροχθίζετο υπό τας επευφημίας όλου του τσούρμου, και αυτού του γέρω-Μπούμπα, ενός ιδιότρόπου ναύτου, εις τον οποίον τίποτε δεν ήρεσκε, και όλο και εμάλωνε, πότε με την βελόναν του και πότε με τη νιτσεράδα του, όταν δεν εύρισκεν εμπρός του τον μικρόν καμαρώτον, να πιασθή μαζί του. Και τώρα ακόμη οπού όλον το πλήρωμα με ζηλευτήν αγάπην άκουε το Χριστουγεννιάτικον άσμα, αυτός ανάψας την πίπαν του, έβγαζε καπνόν και από το στόμα και από τα μάτια, γυρισμένος ανάποδα σαν να είχεν, ο ιδιότροπος, άλλην παρέαν ξεχωριστήν, την πικρίαν και οξυχολίαν του.

Δι' αυτά τα δυο προτερήματά του ήτο συμπαθέστατος ο Μέλτος ο Μισακός μεταξύ των πληρωμάτων, διότι και εκαλότρωγαν οι ναύται με την καλήν μαγειρικήν, και εκαλοχώνευαν με τα μιμικά αστειεύματά του. Μόνον ο καπετάν-Σαράντος ουδέ ζωγραφιστόν δεν ήθελε να τον βλέπη τον Μέλτον τον Μισακόν, όχι διότι τον επεριγελούσε — τον έμελεν αυτόν τι θα πουν οι ανόητοι, διότι τάχα ήτο οικονόμος: — αλλά διότι με τα αστεία του εξωδεύετο πολλή γαλέτα εις το πλήρωμα . . .

Και αφού ετελείωσαν και τα ναξιώτικα Χριστούγεννα, διέταξεν ο Γιάννης ο Μπύρρος, ο ναύκληρος, ενθουσιασθείς, να τα είπη και Σαντορινιά. Ο Μέλτος ο Μισακός, κατά τα διάφορα ταξείδιά του, είχεν εκμάθει όλα τα πολύμορφα είδη του ιερού άσματος, και άλλα ακόμη νησιωτικά τραγούδια, έκαστον με τα ιδιώματά του τα γλωσσικά και με την προφοράν του την ιδιάζουσαν έκαστον, κ' εθάρρει κανείς την νύκτα εκείνην ότι ευρίσκετο εις όλας τας φαιδράς του Αιγαίου νήσους συγχρόνως, ποικίλως άγων την μεγάλην και χαρμόσυνον της πατρίδος μας εορτήν, τα Χριστούγεννα.

— Βάστα, Μαριγούλα, εχαιρέτισεν ο ναύκληρος, παραθαρρύνων τον καπετάν-Γιακουμήν, υπό τας μουσικάς χείρας του οποίου εγλυκοστέναζε το χρυσοστόλιστο τσιβούρι, μαλακά ερειδόμενον επάνω εις το στήθος του, τορευτόν, χρυσοκέντητον.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ο καμαρώτος, ο Ζούμπουρας, ένας δεκαπενταετής με έξυπνα μάτια, νεανίσκος, αλλά ζαρωμένος μέσα εις πλατείς αμπάδες, ως σηπία εις το θαλάμι της, κατελθών από της πρύμνης, εκόμισε χιλιάρικην όλην, πλήρη τζαμάικας, αποστελλομένην παρά του πλοιάρχου εις τους ναύτας του, «να ξαποστάσουν».

Όλοι επεκρότησαν πάραυτα προς την απροσδόκητον θέαν της χιλιάρικης. Ο Ζούμπουρας, παραδώσας αυτήν εις τον ναύκληρον όστις τρυφερώς την ενηγκαλίσθη, καταφιλήσας τον στενόν ως καλαμένιον λαιμόν της, είπεν ότι ο πλοίαρχος έπεσε να κοιμηθή, και ότι αυτοί ας κάμουν ό,τι θέλουν. Και προσέθηκεν, από μέρους του ο καμαρώτος, ότι η θάλασσα έγεινε ξείδι και πετά σπίθαις, θαρρείς, απόξω από της Τρεις Μπούκαις, οπού ήσαν αραγμένοι, από τον θυμόν της, και δεν θα κάμουν πανιά ούτε με μια 'βδομάδα.

— Δόξα σοι ο Θεός, που τα καταλάβαμε, τέλος πάντων! είπεν ο ναύκληρος αποθέτων την χιλιάρικην με προσοχήν επί της τραπέζης, ακτινοβολούσαν εκεί ιριδόχροα ακτινοβολήματα, υπό το φως της εν μέσω του πρωραίου κρεμαμένης λυχνίας.

— Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού! Δεν σου τώπα; . . .

Επείραξεν ο καμαρώτος, απερχόμενος, τον γέρω-Μπούμπαν, συλλογισμένον καθήμενον εκεί, εν τω φαιδρώ κύκλω, αμίλητον, ως μετανοημένον καλόγηρον, γυρισμένον ανάστροφα.

— Τον κακό σου, Ζούμπουρα!

Εγρύλλισεν ο γέρων ναύτης. Και μη προφθάσας να βλάψη τον εξαφανισθέντα έφηβον, κατέρριψε και κατεπάτησε μετ' άχθους τον καπνόν της πίπας του ως σκορπίον, και επανέπεσε πάλιν εις τας σκέψεις του τας σιωπηλάς, πάντοτε με την μονήρη παρέαν του.

Ο Γιάννης ο Μπύρρος, ο ναύκληρος, στρίβων τον μύστακά του τον λευκόν, έπαυσε πλέον να ωτακουστή προς την πρύμνην, και ήρχισεν ανέτως τώρα τακτικώτερον να διευθύνη την φαιδράν του πληρώματος αγρυπνίαν. Ήνοιξε την στενόμακρον κασσέλλαν του με έν τερπνόν γλυκοκελάδημα περιστρέψας την μικράν κλείδα εις την μουσικόκρουστον κλειδαριάν της, εξήγαγε μερικούς ξηρούς καρπούς, οίτινες απέκειντο εκεί, της συζύγου του δώρα, του χωρίου του γλυκείαι αναμνήσεις, καρύδια και σύκα και κυδώνια· και παραθέσας αυτά εκάλεσε τους ναύτας:

— Ξεκουρασθήτε, βρε παιδιά, τώρα.

Κ' επλήρωσε μικρά ποτήρια εκ του αποσταλέντος υπό του πλοιάρχου ποτού.

Ήσαν εκεί γύρω και άλλοι ακόμα, όλοι οι ναύται, εννέα εν όλω. Ήτο ο Γρούτσος, με τας χονδράς του χείρας, αθλητικώτατος, κρυωμένος ολίγον και βήχων. Ήτο ο μπάρμπα-Γιαννιός, αγαπών να κάμνη τον φραντσέζον, με το τσιμπουκάκι του πάντοτε εις το στόμα. Ήτο και ο Παυλάκης, άσωτος υιός πλοιάρχου Συριανού, διωγμένος από τον πατέρα του, δυο χρόνια τώρα, με μίαν μορφήν ξεπλυμένην και άχαριν εκ του ασώτου βίου, με βλέμμα απλανές, ακίνητος ως να εκοιμάτο με ανοικτά μάτια, όστις εγύρευε τσιγάρα πάντοτε, υποσχόμενος ν' ανταποδώση αυτά «σαν φθάσουν 'ς τα πόρτο». Αλλά 'ς το πόρτο πάντοτε γινόμενος άφαντος εις της κουμπάραις του· δυο φοραίς παντρεμένος 'ς τα Θεραπειά και μια 'ς τον Καρού-Τσεσμέ, ενώ εις την Σύρον έκλαιεν η μάννα του απαρηγόρητος, μόνην παρηγορίαν ευρίσκουσα επάνω εις την Αγίαν Παρασκευήν οπού εκείνα τα έτη είχεν εγκατασταθή ο εκ Σκιάθου επιφανής μοναχός Διονύσιος, ο Γέροντας αποκαλούμενος και ετέλει κάθε Σαββατόβραδον εκεί ωραίας αγρυπνίας, πολύ σεβάσμιος εις όλην την Σύρον.

Το πρωραίον είχε στεγαδώσει πλέον από τους καπνούς τόσων τσιγάρων και διέταξεν ο ναύκληρος ν' ανοίξωσιν άνωθεν μίαν υαλοθυρίδα του φεγγίτου. Πάραυτα δε εισώρμησε κάτω ρεύμα παγωμένου αέρος και μία κλαίουσα αρμονία της μυκωμένης επάνω τρικυμίας, ήτις προσπίπτουσα εις τους πολυδαιδάλους εξαρτισμούς του μεγάλου πλοίου· και τους αναριθμήτους τροχίσκους, έφθανε κάτω ως θρήνος θηρίων από μακράν μαχομένων διά το θήραμα.

Τα τρικάταρτο μπάρκο του καπετάν Φώκα, η _Σκίαθος_ ένα ωραίον σκάφος του αλησμονήτου αρχιναυπηγού της νήσου του ξακουσμένου εις όλας τας ναυτικάς της Ελλάδος πόλεις Μάστρο-Γεωργού μόλις εσώθη την εσπέραν εκείνην, καταφυγόν ξυλάρμενον — με τα κάτω μόνον φλέσια, και τον μέσα φλόκον — εις της τρεις Μπούκαις, τον σωτήριον της Σκύρου λιμένα. Από της Σικελίας αναβαίνων εις τον Δούναβιν, με φορτίον αποικιακών, ο καπετάν-Φώκας επτά μηνών γαμβρός, επόθει, και έταξε, να εορτάση τα Χριστούγεννα εν τη νήσω του, μετά της νεαράς συζύγου του. Αλλά φθονερός της ευτυχίας του ο άγριος μαΐστρος, μετά λαίλαπος και χιονοστροβίλων εξαφθείς, τον ηνάγκασε να κλεισθή μέσα εις της τρεις Μπούκαις, οπού βράδυ-βράδυ ηγκυροβόλησεν η _Σκίαθος_ σαν ένας αετός με μαδημένα τα πτερά του.

Σκυλί μοναχό!

Ύβριζε δάκνων τα χείλη του ο καπετάν-Φώκας, τρεις θάλασσαις συναντήσας παρά το Καβοδόρος. Μίαν από το Τσανταρλί, άλλην από το Κουσάντασι εξ ανατολών, και τρίτην εκ δυσμών, από τον Μαΐστρον. Βουνά τα κύματα, και εκυλίετο καρφωμένη εκεί η _Σκίαθος_ με την ογκώδη κοιλίαν της. Έτριζεν ως εκ μετάλλου τους οδόντας του ο καπετάν-Φώκας από τον θυμόν του, αλλ' έτριζον και οι ιστοί του μπάρκου και οι τρεις. Άφριζεν από τον θυμόν του ο καπετάν-Φώκας βλασφημίας μόνον απαγγέλλων, αλλ' ήφριζαν και τα κύματα εισορμώντα εις το κατάστρωμα, ως πειραταί προς λεηλασίαν. Έως να κάμψουν το Καβοδόρος, έχασε της επάνω γάμπιαις της η _Σκίαθος_ αναρπαγείσας υπό του ανέμου ως πτερά.

Αλλ' ενώ κατ' αρχάς εφάνη ότι θα υπερίσχυεν ανατολικός άνεμος, ο γραίγος, ότε θα κατευωδούτο εις την νήσον του ο καπετάν-Φώκας, αίφνης μαυρίλα πυκνή σχηματίζεται προς δυσμάς. Ιδού αστράπτει ο μαΐστρος κ' εκρήγνυται αποτόμως χιονώδης θύελλα, σκοτεινόν προβέντσο — χιονιά και κακό — θάλασσα κιαμέτι — Ωρύετο δε ο καπετάν-Φώκας, προσπαθών προς βορράν να θέτη πάντοτε την πρώραν του μπάρκου, μη διακρίνων ουδέ το δάκτυλόν του εκ της επελθούσης εν ημέρα πυκνής σκοτίας. Αλλ' η θύελλα ήτο απροσμάχητος κ' έστρεφε προς νότον το σκάφος. Σκύρος και Κύμη και πέλαγος έγειναν όλα έν πράγμα σκοτεινόφαιον, εντός του οποίου τα κύματα, όγκοι βαρείς, εχοροπηδούσαν, σωροί εδώ, σωροί εκεί, θηρία ανήμερα, με αφρούς, με αχνούς υπό μίαν φοβεράν σκοτούραν των πάντων, καθ' όλον εκείνον τον δεινόν του Αιγαίου αναβρασμόν· νομίζεις κ' έπεσον από του ουρανού των νεφελών οι παχείς όγκοι κ' εσκέπασαν βουνά και θάλασσαν. Και αυτός ο γέρω-Μπούμπας, οπού ήλπιζε μια φορά τέλος πάντων, να ευρεθή τα Χριστούγεννα εις την πατρίδα του, απηλπισμένος και αυτός, με οργήν έσφιγγε μέσα εις τας σκληράς παλάμας του τους αφρούς, που του έρριπτον εις το στήθος του επάνω τα κύματα, αναθεματίζων αυτά και λέγων:

— Δεν με ρίχνεται σαν τον Ιωνά ς' την θάλασσα, να μπονατσάρη!

Τότε ο Ζούμπουρας ο καμαρώτος, αδαής του κινδύνου, περνών απ' εμπρός από τον ωργισμένον γέρω-Μπούμπαν, χωμένος μέσα εις τας πλατείς αμπάδες του, ως χελώνη, τότε του πρωτοείπε, σαν προφήτης το παληόπαιδο:

— Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού!

Και κύψας υπό τας βαρείας χείρας του γηραιού ναύτου υπεξέφυγεν ως έγχελυς, την οργήν του.

Ως σιδηραί δε αι χείρες του ναύτου, αποτυχούσαι, εκρότησαν επί του χονδρού ξυλίνου παραπέτου του μπάρκου. Ουδέν δ' άλλο κατώρθωσεν ο καπετάν-Φώκας με την ματαίαν εκείνην κ' επικίνδυνον επιμονήν του, ή ν' απολέση και της αμπάσαις-γάμπιαις του μπάρκου του, όπερ μόλις ημπόρεσε με τα φλέσια μόνον και τον μέσα φλόκον να εισπλεύση και αγκυροβολήση εις της Τρεις Μπούκαις, θαλασσοδαρμένον, θαλασσοπνιγμένον, ξυλάρμενον.

Αφού δε ηγκυροβόλησε και διηυθέτησαν οι ναύται τάρμενα, τότε ο καπετάν-Φώκας, βρεγμένος, μισοπαγωμένος, από δύο θηρία νικημένος, από την θάλασσαν και από τον θυμόν του, κατήλθε και εκλείσθη κάτω εις την πρύμνην, κλαίων σχεδόν, αποπνιγόμενος μέσα εις τον καπνόν των τσιγάρων, τα οποία κατέδακνε, δεν εκάπνιζε, θολός τον νουν και θολός την καρδίαν από τ' αναθέματα και τας κατάρας. Επάνω εις τας εξάψεις του εκείνας, τας αγρίας ως λαίλαπος μηκυθμούς, δις ενόμισεν ότι επραΰνετο η οξύτης του ανέμου, και διέταξε δις τους ναύτας, απορούντας, να κάμωσι πάλιν πανιά.

Αλλά δις πάλιν ο καπετάν-Φώκας κατησχυμμένος ηναγκάσθη να μαϊνάρη πάλιν, αυτός οπού εις άλλας περιστάσεις, από την κλίνην του ακόμη, διέκρινε την δύναμιν των ανέμων. Αλλά τώρα, με αγωνίαν επιθυμών να εκτελέση την δοθείσαν προς την γυναίκα του υπόσχεσιν, παρίστατο αμαθής και αθαλάσσωτος, και από τον απειρότερον ναύτην πλέον άπειρος.

Και αφού πλέον ενύκτωσε και απηλπίσθη να εξέλθη από της τρεις Μπούκαις, ήρχισε το κονιάκ, κάτω πάντοτε, κλεισμένος, ολομόναχος, εξερεθίζων έτι μάλλον τον θυμόν του, με το δριμύ ποτόν. Εκεί οπού ήτο, ούτε ήκουε τα Χριστουγεννιάτικα άσματα των ναυτών, οίτινες συστείλαντες τα ιστία και περιμαζεύσαντες τα καλώδια, και τα άλλα τα καταρρακωθέντα πανία, και ασφαλίσαντες με δύο αγκύρας το σκάφος, κατήλθον εις την πρωραίαν αίθουσάν των, εν χαρά άγοντες την νύκτα της Παραμονής, αλλά με τα ιμάτια της εργασίας των πάντοτε, προσμένοντες νέαν διαταγήν ίσως του ωργισμένου πλοιάρχου των.

— Ε, βρε παιδιά, τι να γένη! είπεν ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρος, έχων τάξιμον ν' αγρυπνή πάντοτε την νύκτα των Χριστουγέννων, όπως-όπως, οπού και αν ευρίσκετο. Συντροφιά με την θάλασσαν, βρε παιδιά, θα τα πούμε τα Χριστούγεννα. Επάνω στο κύμα· σιμά 'ς τον αφρόν. Με την χιονιά, με την τρικυμία με τους ύμνους των αρμένων μας, με της θάλασσας τα λιβάνια, με της λαμπάδαις του μαΐστρου, που φέγγουν ψηλά, από τα ουράνια, και φωτίζουν σε μια στιγμή όλην την πλάσιν, στεριαίς και πέλαγα.

Και αγαλλόμενος όλος, με λάμψιν εις τα μάτια του χαράς, εκραύγαζε, στρίβων τον λευκόν του μύστακα:

— Χριστός γεννάται, βρε παιδιά! Συντροφιά με την θάλασσαν!

Κ' εκέρασε πρώτα-πρώτα αυτός τους ναύτας από ένα τσίπουρο της πατρίδος του, της αμπέλου του ευώδες ποτόν, για να τους βάλη, ως έλεγε, λίγο-λίγο 'ς _το δουζένι_. Και ούτω πράγματι ήρχισαν να ψάλλωσιν οι ναύται κάτω το άσμα των Χριστουγέννων μετά πόνου βιαζόμενοι να λησμονούν την πατρίδα και τας οικίας των, συνηθισμένοι εις τας αποδημίας.

***