Διηγήματα, Τόμος Γ

Part 12

Chapter 1291 wordsPublic domain

Ο γέρω-Μπαρέκος διεμαρτυρήθη και απήτησε την αμοιβήν του. «Δεν σε δούλεψα, βρε αδερφέ!» έλεγε προς τον αποστείλαντα αυτόν. Αλλ' αποτυχών, με όλας τας διαμαρτυρίας του, απειληθείς και με φυλάκισιν — διότι ο απαιτητής του μεγάρου ήτο και δήμαρχος, έσπευσε να συναντήση την γραίαν και λάβη παρ' αυτής τουλάχιστον το εθιζόμενον δώρον της καλής ειδήσεως — τα συχαρίκια — γνωρίζων ότι αύτη, σιγά-σιγά, ως εβάδιζε, θα ήτο ακόμη καθ' οδόν. Διά τούτο εφρόντισε με όλην την ησυχίαν του και συνέλεξεν ικανάς πληροφορίας περί του καταφθάσαντος πλοιάρχου, όσας ημπόρεσεν.

Αλλ' η γραία έμενε βωβή εν τη θύρα της γειτονικής οικίας και κωφή σχεδόν. Τα λόγια του ποιμένος τ' απροσδόκητα εβόμβουν, συγκεχυμένα, εις τα ώτα αυτής, ως ει προ μικρού είχε λάβει αρκετήν δόσιν κινίνης, ότε κατήρχετο και ο παπά-Μακάριος ο πνευματικός της, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — όστις είχε την ευτυχίαν πρώτος να σπεύση εις την αιφνιδίαν της λυπημένης χήρας χαράν:

— Καλώς τα δέχθηκες, κυρά-Καπετάνισσα! ήλθεν ο καπετάν-Γιαννάκης!

Και έλαβε την χείρα της γραίας, ψυχράν, ως από μολύβδου.

Δεν ήτο εκ των συνήθων η έκπληξις αύτη.

Η γραία, άφωνος πάντοτε, έβλεπεν ετενώς το φωτισμένον μέγαρόν της, παρακολουθούσα τας εν αυτώ κινουμένας σκιάς ανθρωπίνων φασμάτων, και ψιθυρίζουσα εν απορία: «ο Δεσπότης τάχα ήλθεν;» Αλλά ο γέρων πνευματικός, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — εξηκολούθει, κινών την χείρα της και σείων όλον αυτής τον κορμόν, ως ξύλινον, επαναλαμβάνων πυκνώς:

— Καλώς τα δέχθηκες, κυρά-Καπετάνισσα!

Έως ου, μετά πολλά, συνήλθε τέλος η γραία, εκ της πρώτης μεγάλης ταραχής, και, ολίγον κατ' ολίγον, διά των παραινέσεων του ιερέως περί χαράς και λύπης και περί μακαρίου πένθους, θείας προνοίας και θείας ευλογίας, η γραία ανέκτησε τελείως την αίσθησίν της, και συνοδευομένη παρά του γέροντος πνευματικού, εδέχθη ν' αναβή εις τον οίκον της.

— Μου τα είπεν όλα ο καπετάν-Γιαννάκης, έλεγεν ο σεβάσμιος γέρων, όλος χαρά και αγαλλίασις. Το πώς εσώθη από το φοβερόν ναυάγιον της θαλάσσης και από το φοβερώτερον ναυάγιον της ξηράς. Ότι εν τη θαλάσση εσώθη, επιτυχών το ξύλινον μαγειρείον, όπερ επέπλεεν — όλοι οι άλλοι επνίγησαν — εν τη ξηρά δε εσώθη διά της μετανοίας. Η αιφνιδία της τύχης του μεταβολή επί το χείρον, έπεισεν αυτόν ότι, ίνα επανέλθη εις την πρώτην ακμήν, την οποίαν εύρε συγκεκροτημένην διά των κόπων του πατρός του, και κατεπόντισεν εις του Βοσπόρου το αχόρταστον ρεύμα, έπρεπε να εγκαταλίπη τον άσωτον βίον και να επιδοθή φιλοτίμως εις την εργασίαν. Όπερ και έπραξε. Μου τα είπεν όλα αυτά, επανελάμβανεν ο πνευματικός, και ότι, εντρεπόμενος τον πατέρα του, ήθελε να επανέλθη με μίαν τουλάχιστον σκούνα, δι' αυτό κ' εβράδυνεν. Όλα τα ήκουσα και το πώς ενυμφεύθη, τιμιωτάτην σύζυγον, την οποίαν εβάπτισε προηγουμένως, τα πάθη του, τας περιπετείας του, τας θλίψεις του, εργαζόμενος εν Αγγλία· αλλ' είνε τόσον ωραία όλα αυτά τα επεισόδια του τρικυμιώδους βίου του, ώστε θα έλθω να τα ξανακούσω πάλιν.

Και συνώδευε λοιπόν την γραίαν εις το παμπάλαιον και στοιχειωμένον μέγαρον, σταλείς επίτηδες παρά του καπετάν-Γιαννάκη, θέλοντος να προλάβη δυστύχημα πιθανόν εις τοιαύτας περιστάσεις, ίνα προετοιμάση ο ιερεύς εν ειρήνη ψυχής την μετά της μητρός του πρώτην συνάντησιν — την συνώδευε πρόθυμος ο γέρων πνευματικός εκεί όπου την ανέμενον με χαράν τόσα φαιδρά πρόσωπα, τέκνα και νύμφη και εγγονοί, της χαράς τα φαντάσματα, των πόθων της τα όνειρα, τα οποία εν ταις μυστικαίς βουλαίς του Θεού τόσον τρυφερώς ενίοτε πραγματοποιούνται.

Εν τη αυλή υπό το φως μεγάλης λυχνίας, ο μικρός εγγονός, κυνηγών την έρημον και μόνην όρνιθα, γοερώς κακαρίζουσαν, κατετρόμαξε την γραίαν μάμμην του, της οποίας ο νους, άπαξ ταραχθείς εκ των φαντασμάτων, δεν είχε καθησυχάσει ακόμη τελείως. Και όταν πάλιν, ενηγκαλισμένον έχουσα και καταφιλούσα τον μονάκριβον υιόν της, τον οποίον, μετά τόσα έτη, ανελπίστως έβλεπε, μεγαλόσωμον, σοβαρόν, πολιόν σχεδόν, ως τον καπετάν- Τσούρμαν, τον Παπαργυρόν, απαράλλακτον, ακούσασα πατήματα ζωηρά, χορευτικά και φωνάς και γέλωτας και χαράν, εν τω άνω πατώματι, όπου τα παιδία ανέβησαν να ίδουν το θέαμα του λιμένος και της κώμης, απεσπάσθη από τας αγκάλας του υιού της, έντρομος κράζουσα, κ' επάνω βλέπουσα:

— Τι είνε!

Αλλ' ο γέρων πνευματικός, παρών εκεί, την ενεκαρδίωνε· και όταν κατόπιν συνήλθον ομού πάντες οι ταξειδιώται και περιεκύκλωσαν την γραίαν καπετάνισσαν, τα δύο εγγονάκια της, ροδοκόκκινα και ξανθά, μετ' απορίας παρετήρουν κ' εξήταζον τον κατάμαυρον και ασυνήθη της μάμμης ιματισμόν, σύροντα περιέργως τας άκρας της μαύρης μανδήλας της· και ότε η νύμφη της η εγγλέζα, διά νευμάτων, αγνοούσα την γλώσσαν, την περιέθαλπε την πολύπαθη πενθεράν, τόσον θερμώς και τόσον εκφραστικώς, ως εάν ωμίλει την γλώσσαν της και καλλίτερα μάλιστα· και όταν ο υιός της, ο καπετάν- Γιαννάκης, ένδακρυς ανελογίζετο το πολυτάραχον παρελθόν κ' εν γένει, όταν η γραία Καπετάνισσα ανέκτησεν όλον το θάρρος της και την γαλήνην της ψυχής της, και ήρχισε ν' αναπολή και να διηγήται περί του μακαρίτου καπετάν-Τσούρμα του Παπαργυρού, και περί του οικτρού αυτού τέλους με βαθύτατον της καρδίας της πόνον, ώστε να κλαύσουν όλοι, ο γέρων πνευματικός, κατακόκκινος πάντοτε, από την κούρασιν — τις οίδεν — δεικνύων και την ωραίαν σκούναν, η οποία μακρά, με χρυσά κορζέτα, αλλά χωρίς άσπρο μπούρδο, κατάμαυρος πλέον, εκαμάρωνεν εγγύς του μεγάρου, ενώ το κύμα προσκρούον ηρέμα εις τα μαύρα πλευρά της απετέλει ελαφρόν ψόφον ως θρήνου ηχώ μακρυνήν, πλην ηδέος θρήνου, ξεκουράζοντος θρήνου, είπεν ιεροπρεπώς:

— Μόνον όποιος πεθάνη, δεν γυρίζει 'πίσω, κυρά-Καπετάνισσα.

Αλλά την στιγμιαίαν αυτήν θλίψιν, την αναπόφευκτον, διέκοψεν αμέσως ο γέρω-Μπαρέκος, επανελθών και κομίζων επ' ώμου, ποικιλόστικτον μικρόν αιγίδιον, ζωντανόν, ως ο κριοφόρος Ερμής.

Τα ξανθά παιδία έσπευσαν κ' έλαβαν το αιγίδιον, το χριστουγεννιάτικον δώρον των, και κυνηγούντα αυτό εις την μεγάλην αίθουσαν, τριζοκοπούσαν και από την σαθρότητα και από την χαράν, ηυφραίνοντο, τα ξανθά παιδία, και μετ' αυτών ηυφραίνοντο έτι πλέον, οι ευδαίμονες γονείς και η πολυπαθής μάμμη, κ' εγέλα, θαρρείς, κ' ηγάλλετο αγαλλίασιν πνευματικήν το πένθιμον και κατηφές εκείνο μέγαρον των φαντασμάτων.

— Δεν σου τώλεγα εγώ, κυρά-Καπετάνισσα; είπεν ο γέρω-Μπαρέκος τότε. Σπηκ ίγγλισσ; Νά τα λοιπόν τα φαντάσματα, της χαράς τα φαντάσματα! Φίλησέ τα, και μη τα φοβάσαι διόλου τώρα.

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΉΣ — ΑΘΗΝΑΙ

ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Ε Κ Δ Ο θ Ε Ν Τ Α

ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. Αττικαί ημέραι (διηγήματα και ευθυμογραφήμ..........Δρ. 5. — — Ζητείται υπηρέτης (κωμωδία μονόπρακτος)................ 1. — ΒΑΒΕΑ Ν. Το Πέραν μας (πρωτότυπον κοινωνικόν έργον από τα παρασκήνια της ζωής) .................................. 5. — ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. Ανάλεκτα (κρίσεις και εντυπώσεις 2 τόμ. )............. 8. — — Τραγούδια του Heine (έμμετ. μετάφρ. ) ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ. Τα κατά τον Θησέα (ιστορική και πολιτική μυθογραφία).. 7. — ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου..................... 5. — ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα (εκ του Γαλλ. Γερμαν. και Ρωσικού)................................. 3.50 ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. I. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες........................... 5. — ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I. Ο Λυχνοστάτης (κωμωδία μονόπρακτος) ............... 1. — ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα).............................. 5. — — Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα)............................. 5. — — Αμαρυλλίς (διήγημα).................................... 5. — — Αγροτικαί επιστολαί.................................... 5. — — Ο Μπαρμπαδήμος. Διηγήσεις αγωνιστού. Εικόνες Μπισκίνη.. 6. — ΔΑΦΝΗ ΣΤΕΦΑΝ. Το ανοιχτό παράθυρο.................................. 5. — ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Π. Η Σιδηρά Διαθήκη (Κοινωνική Φυσιολογία) ........ 6. — ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ Στην Κοζάνη (διηγήματα)........................... 5.— — Όλοι μαζί.............................................. 3.50 — Ο Βάτραχος που βαριέται................................ 1.40 ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα γι απαγγελία. Τόμοι δύο................................................... 10. — ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου τόμ. 2............... 12. — — Για την Πατρίδα — Παραμύθι χωρίς όνομα............................,...... 6. — ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ Μύθοι και θρύλοι.................................. 6. — ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα)................. 5. — ΘΕΡΟΥ ΑΓ. Δημοτικά τραγούδια (εκλογή)............................. 5. — ΚΟΡΟΜΗΛΑ Γ. Το τελευταίο βράδυ..................................... 5. — ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. Ελληνική Μυθολογία............................... 6.50 ΚΩΣΝΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Θρύλοι και παραδόσεις μετά πολλών καλλιτεχν. εικόνων.......................................... 3. — ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΥ Γκρατσιέλλα............................................. 5. — ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. Κοντά στη φωτιά(δράμα μονόπρακτον).................... 1. — ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. Διηγήματα........................................... 5. — — Το Σπητάκι του γιαλού (Διήγημα) ....................... 5. — ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. Ασφόδελοι ποιήματα).................................... 5. — ΜΑΡΗ Μ. Το θάρρος της αγνοίας (κωμωδ. μονόπρακτος)................ 1. — ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ Α. Διηγήματα τόμ. Α'. Β'. Γ'. έκαστος ................... 6. — ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. Τα κατά συνθήκην ψεύδη.................................. 5. — Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΟΘΩΝ Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι του θανάτου του 4. — ΠΑΛΑΜΑ Κ. Τα παράκαιρα (ποιήματα).................................. 5. — — Διηγήματα............................................... 5. — ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ Τα χελιδόνια (ποιήματα για παιδιά τονισμένα)10. — ΠΟΛΕΜΗ I. Σπασμένα μάρμαρα (ποιήματα).............................. 6. — — Παληό βιολί έκδοσις τρίτη............................... 5. — — Βασιληάς Ανήλιαγος έκδοσις τρίτη........................ 5. — — Λύρα (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. ποιήσεως)............. 6. — — Η Γυναίκα (κωμωδία μονόπρακτος)......................... 1. — — Ειρηνικά (ποιήματα)..................................... 3. — ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α. Η Φαίδρα........................................... 4. — — Φάουστ του Γκαίτε(μετά πολλών εικόνων) — Ποιήματα................................................ 5. — ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ Quo Vadis (μυθιστόρημα)................................. 5. — ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. Τραγούδια του νησιού................................... 5. — ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου (διήγημα).................. 5. — — Μακεδονικαί Ραψωδίαι.................................... 4. — — Η Μεγαλόχαρη (διήγημα).................................. 3.50 — Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμ. διηγήματα 1912-13)......... 5. — — Μαύρες Πεταλούδες....................................... 4. — ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. Ο Βασιλεύς της Ρέγκας (μονόπρ. ) ................... 1. — — Γυναίκες του Βυζαντίου.................................. 5. — ΦΕΓΙΕ ΟΚΤΑΒ. Ιστορία ενός πτωχού νέου.............................. 5. — ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Φθινόπωρο (μυθιστόρημα)............................. 5. — — Τραγούδια της Ερημιάς.................................... 3.50 — Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια (ποιήματα) ................... 3.50 — Απλοί Τρόποι (ποιήματα) ................................. 5. —

1) Σημ. Το παρόν Διήγημα ανεδημοσιεύθη εις την εφημερίδα &Κήρυκα& των Χανίων.

2) Αβοηθώ σημαίνει θέτω τα φορτίον επί του ώμου, υποβοηθούμενος υπό τινος ή από υψηλού τινος μέρους. Ξεβοηθώ δε σημαίνει αποθέτω το φορτίον. Να ξαποστάσουν = να ξεκουρασθούν.

End of Project Gutenberg's Novels Volume C, by Alexandros Moraitidis