Part 1
Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for his major work in proofreading.
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics have been included in _. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. ·
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΤΟΜΟΣ Γ'
Η ΧΡΥΣΗ ΚΑΔΕΝΑ — Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ — ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921
ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΥΚΗΝ ΜΟΥ ΠΟΛΙΝ
«Έρμη Αθήνα ! . . .» (Χρυσή Καδένα σελ. 46)
Η ΧΡΥΣΗ ΚΑΔΕΝΑ (1900)
Η γόνιμος, η χλοερά, η καλλίβοτρυς άμπελος, την οποίαν εζήλευον όλοι οι διαβάται, ήδη ακλάδευτος, άσκαφος, χορταριασμένη, ήπλωνε τα κλήματά της, έρποντα επί της χέρσου, ως πλατυφύλλους κισσούς, με σταφυλάς πολλάς μεν πλην ανόστους και υδαρείς, έρμαιον των πτηνών και των μυών, υπό τας πυκνάς των αγριολαχάνων λόχμας, υφ' ας ως όφεις ετανύοντο αι μακραί και λεπταί κληματίδες.
Η εύμορφος ως παράδεισος, η περίφρακτος ως ποίμνη, η συμμαζευμένη και συγυρισμένη ως αίθουσα, μικρά άμπελος, της οποίας τα κλήματα όλα καρποφορούντα, όλα από φαγώσιμα εκλεκτά σταφύλια, της οποίας τα φυτά ήσαν περιζήτητα εις όλην την πέριξ χώραν, αφέθη πλέον κλάρα. Άσκαφος, ακλάδευτος, ακαλλιέργητος.
Υψηλά, επί προβλήτας, προς την θάλασσαν εκτεινομένη, ως εγκαλλώπιστος κόρη, η θαυμασία άμπελος, εδείκνυε τους καρπούς της, τους εκλεκτούς, προς τον ήλιον, όστις φωσφορίζων, διά μέσου της βαθυπρασίνου χλόης των κληματοφύλλων, επέθετεν ακτινοβόλα φιλήματα επ' αυτών, ως καλλιμόρφων αγγείων, κρεμαμένων εν παρατάξει, δροσοβολούντων κ' ευφραινόντων την όρασιν, με τους ζωηρούς των χρωματισμούς.
Πού εκείνα τα ραζακιά πλέον, τα ως από ηλέκτρου όντως, τα αργυρόχρυσα, τα οποία, μετ' ιδίας όλως στοργής, εθεράπευεν η καλή νοικοκυρά, από του άνθους των ακόμη, προφυλάττουσα από τους ποικίλους της ατμοσφαίρας κινδύνους, ίνα κατασκευάση δι' αυτών τας ξανθές και γλυκείας, τας ιεράς ασταφίδας της, δι' ων να στολίζη το προγονικόν κόλλυβον, το οποίον κατά σάββατον έστελλεν εις τον ενοριακόν της ναΐσκον.
Πού τα αετονύχια εκείνα, τα ευώδη ως από μύρων, τα νύσσοντα τόσον ηδονικώς τον φάρυγγα διά του λεπτού αρώματός των. Και πού τα νόστιμα εκείνα σφικτάρια, τα έχοντα πολυγωνικάς, εκ της πυκνότητος, τας ρώγας. Αχ! και πού πλέον τα ιόχροα εκείνα φιλέρια, αφ' ων βεβαίως κατεσκευάζετο πάλαι το νέκταρ του Ιμέρου και Πόθου. Και πού ακόμη εκείνα τα πολιτικά, τα χρωματισμένα ελαφρώς με όλας του ερυθρού τας αποχρώσεις, τα σπινθηροβολούντα, τα μόνον διά της όψεως μεθύσκοντα.
Και πού πάλιν η ασπρούδαις, η μικραίς, η κάτασπραις ασπρούδαις, τας οποίας όλον τον χειμώνα συνετήρει η Θωμαή, αποκρεμώσα αυτάς, ανά ζεύγη, από της μεγάλης του προδόμου του οίκου της δοκού, μαζί με της ολόμαυραις μαυροκορούναις, από τας οποίας εκθλίβεται το άγιον νάμα της θείας Μυσταγωγίας.
Όλα εξηφανίσθησαν πλέον και μετ' αυτών η Θωμαή, η καλή, η φιλάμπελος εκείνη και φιλόκαλος δέσποινα. Πόσαις φοραίς δεν επλήρωσεν από των εκλεκτών αυτών καρπών το λεπτόπλεκτον καλαθάκι της, το κομψόν, το κυμαίον, πρώτη-πρώτη αυτή, την ημέραν της Μεταμορφώσεως, προσφέρουσα τα πρωτόλεια εις την εκκλησίαν, να τα ευλογήση ο ιερεύς, κατά το έθος, τον νεοδρεπή της αμπέλου καρπόν, και διανείμη αυτόν εις τους πιστούς, με το αντίδωρον...
— Και του χρόνου! επηύχετο ο ιερεύς προς την ευλαβή νοικοκυράν.
— Και του χρόνου! επανελάμβανον επευχόμενοι και οι πιστοί.
Και ελησμόνει τότε η φιλόπονος νοικοκυρά όλους τους βαρείς μόχθους, ους υφίστατο, κατά το μακρόν της καλλιεργείας στάδιον, πετώσα ταποκλάδια, καίουσα σωρούς-σωρούς την αγριάδα την καταστρεπτικήν, θειαφίζουσα, αργολογούσα, κινδυνεύουσα από το καύμα, κινδυνεύουσα από τας εχίδνας, τας κρυπτομένας υπό τα κλήματα, να μη χολεριάση ουδεμία παραφυλλίς, ουδεμία καν ρώγα.
Αλλ' αι ευχαί της εκκλησίας, ενίοτε, είτε εξ αμαρτιών μας, είτε και προς δοκιμασίαν, δεν εισακούονται. Και ήλθε χρόνος, ότε δεν εφάνη πλέον εν τω ναώ, υπό την εικόνα του Χριστού, τα μικρόν λεπτόπλεκτον καλαθάκι της Θωμαής, το κυμαίον, την ημέραν της Μεταμορφώσεως . . .
Εντός της ερήμου αμπέλου, εντός της ασκάφου κλάρας, η γρηά-Κυρατσού τώρα, η μήτηρ της Θωμαής, ως κορώνη περιεφέρετο, μαύρη και κρώζουσα:
— Θωμαή μου! Θωμαή μου!
Ο φράκτης της αμπέλου, πυκνότατος από τρικοκκιαίς, είχε διασπασθή, ενώ κ' εκεί, υπό των παιδιών, τα οποία ως θώες εισέδυον, να κλέψωσι τας υδαρείς της κλάρας σταφυλάς.
Επάνω-επάνω δε η γηραιά ελαία, η κατάκαρπος πάντοτε, ης το έργον ουδέποτε εψεύδετο, υψηλά, εις το άκρον της προβλήτος, ως σκοπιά, ορφανή, μάτην ανεζήτει την απούσαν δέσποιναν, ήτις εκεί συνήθιζε πάντοτε, υπό δροσεράν σκιάν να γευματίζη, αναπαυομένη από το θειάφισμα την ώραν την καυστικήν του μεσημεριού, και θεωρούσα το πέλαγος, πέραν και μακράν απλούμενον, με κύματα λευκά και με πλοία λευκά και αυτά ως τα κύματα.
Και όταν ετσάκιζεν η ημέρα, ώρα εσπερινού, εκάθητο τώρα η γρηά-Κυρατσού, υπό την αυτήν ελαίαν και αυτή, κατάμαυρη ως κορώνη, να φάγη ολίγον ξηρόν άρτον, διάβροχον από τα δάκρυά της. Και εθρήνει μάλλον ή έτρωγεν, η γερόντισσα, βλέπουσα και αυτή το αφρισμένον πέλαγος. Και ίστατο σιωπηλή, θεωρούσα ως να είχε κάποιον ενώπιόν της και ηρώτα οδυνηρώς:
— Ποιόνε να κλάψω και ποιόνε να μη κλάψω, την Θωμαή, την κόρην μου, ή τον Λαλεμήτρον τον άνδρα της; Ποιόνε να περιμένω, ορφανά μου κλήματα, και ποιόνε να μη περιμένω; Την Θωμαή, την κόρην μου, ή τον Λαλεμήτρον τον άνδρα της;
Κ' εκεί που ως λίθινον κατέπινε τον ξηρόν άρτον, αίφνης, ίστατο ακίνητος και ηκροάτο. Και ο βορράς εσύριζεν, από το πέλαγος μακρόθεν ερχόμενος, ως ήχος αυλών αναριθμήτων, αοράτων βοσκών, ήχος οξύς και λιγυρός. Και η γραία ηκροάτο ως να ωμίλει τις, και ήκουε του ανέμου τα ηχηρά κελαδήματα, τα οποία εσχημάτιζον τοιούτους μυστηριώδεις λόγους εν τη πενθούση διάνοιά της:
— Ίσως και να γυρίσουν και οι δύο, ίσως και να μη γυρίσουν! Ποιος τα ξεύρει αυτά; Μόνος ο Θεός τα ξεύρει, μόνος ο Θεός!
Φρικίασις τότε θανάτου διέτρεχε τα γηραιά μέλη της φανταζομένης γραίας. Φρικίασις ομοία διέσειεν ακόμη και τα ημίξηρα της ακαλλιεργήτου αμπέλου φύλλα, τα οποία συγκρουόμενα, το έν μετά του άλλου, εβόυζον ξηρώς γύρω- γύρω, πλαταγίζοντα εν συσσυρμώ, ως να εσύρετο ερπετόν υπ' αυτά, βραδυπορούν:
— Μόνος ο Θεός το ξεύρει, μόνος ο Θεός!
***
Πέντε μόνον σακκούλαις αλεύρι της άφησε της Θωμαής εις το μικρό μαγαζάκι του ο Λαλεμήτρος, και μισό σακκί ρύζι· και σ' ένα ζεμπιλάκι έως τρεις οκάδες χαρούπια· και ανεχώρησε. Πάει, λέει, 'ς τον Βόλο, να ψωνίση πράγμα, λέει, με του καπετάν Ηλία το κόττερο. Να ψωνίση αλεύρια, λέει, γιατί εφέτος είνε λαδιά, και οι αργάταις των λαδαριών είνε φαγάδες, λέει.
Αυτά έλεγον και επανελάμβανον οι γείτονες, οίτινες είνε παντού και πάντοτε οι αυτοί. Αυτά οι γείτονες τα ήκουσαν από την γρηά-Κυρατσού, η οποία πάλιν τα ήκουσεν από τον γαμβρόν της τον Λαλεμήτρον, όστις μετήρχετο τον αλευροπώλην εν τω χωρίω, υπό τον μικρόν αυλογύριστον οικίσκον, την πολύτιμον της Θωμαής προίκα, διατηρών αλεύρου μαγαζείον.
Ο Λαλεμήτρος τωόντι ανεχώρησεν ένα δειλινόν, εις Βόλον, με το κόττερον του καπετάν Ηλία, ένα βραδύ και χονδρόν σκάφος, ως τον κυβερνήτην του, αφού απεχαιρέτισε την σύζυγόν του και την πενθεράν του, με χαράν καταφανή, χαράν εμπόρου απερχομένου να ψωνίση, χαράν συζύγου, μετ' ολίγας ημέρας μέλλοντος να επανέλθη.
Η γρηά-Κυρατσού, όλη χαρά, την επαύριον, ήρχισε να σκουπίζη το μικρόν μαγαζείον, να τινάζη τας αράχνας της οροφής και των τοίχων, να πλύνη καλώς τους ξυλίνους πάγκους και το ταμείον το ξύλινον, ν' ασπρίζη τους τοίχους και να σφουγγαρίζη το λίθινον αυτού έδαφος. Σχεδόν ετραγουδούσεν από την χαράν της η γραία, θλιβομένη μόνον διά την κόρην της, που δεν έκαμνε παιδιά, η ακαμάτα, να έχη βοήθειαν. Διά τούτο η γερόντισσα εθεράπευε, προς παρηγορίαν της, πάντοτε ένα μικρόν γειτονόπουλον, με κεφαλήν, ως ένα μικρό καρπουζάκι και μάγουλα κατακόκκινα ως το μήλον, το οποίον ηρέσκετο να βλέπη συχνά και να το φιλεύη και να το θωπεύη, ιδίως όταν είχεν ανάγκην η γραία να της κουβαλή το μικρόν παιδίον θάλασσαν, να ξύη τα οψάρια.
— Να ιδής μια φαρφούνα που θα σου κάμω εγώ, μεθαύριο, που θαρθή ο Λαλεμήτρος, να φέρη το χάσικο το αλεύρι. Να ιδής, παιδάκι μου. Να ιδής, καρπουζάκι μου! Και προσέτριβεν η γραία την στρογγύλην του μικρού κεφαλήν, ως να το έλουε. Το δε παιδίον εκόμιζε τότε το βαρύ άντλημα πλήρες θαλασσίου ύδατος, μετά κόπου, ασθμαίνον και κλίνον προς τα δεξιά το κεφαλάκι του, σαν ένα καρπουζάκι μικρό και στρογγυλό, έτοιμο να πέση, και φουσκώνον τα κατακόκκινα μάγουλά του, σαν δύο φούσκαις κόκκιναις, από το βάρος του μεγάλου κουβά.
Και όμως, όλην αυτήν την χαράν της γραίας ηλάττωνε μία θλίψεως γραμμή, βαθεία χαραττομένη εις το λευκόν της Θωμαής πρόσωπον, την οποίαν μετά προσοχής απέκρυπτεν εκείνη, υπό την μανδήλαν της την πολίτικην τυλιγμένη.
Αλλ' η γραία την διέκρινε, με τους εταστικούς εκ της πονηρίας της οφθαλμούς, και ήλεγχε και επέπληττε την κόρην της, η οποία ήτο πάντοτε δήθεν μελαγχολική, η ακαμάτα, που δεν έκαμνε παιδιά, η γρουσούζα, που θα τους φάγη με την σκουντούφλα της.
Και όταν, μετά είκοσιν ημέρας, επανήλθε τα βραδύ και χονδρόν του καπετάν Ηλία κόττερον εκ Βόλου, κοντανασαίνον από το φορτίον, πρωί-πρωί η γρηά- Κυρατσού έσπευσε να υποδεχθή, τον γαμβρόν της, τον Λαλεμήτρον, τον μεγαλέμπορα, ως τον απεκάλει.
Την πρωίαν εκείνην η θλιβερά γραμμή, η ασχημίζουσα, τόσας ημέρας, το λευκόν της Θωμαής πρόσωπον, είχεν αυλακώση όλον το μέτωπόν της, ως να έδακνε θλίψις πικρά την καρδίαν της, κ' εζωγραφίζετο εις τα πρόσωπον ο φοβερός πόνος.
Το κόττερον του καπετάν Ηλία, κατάφορτον εμπορευμάτων και με τάβλαις σωρόν επί του καταστρώματος, μετά βραδύτητος προσήγγισε τέλος, αργά- αργά, εις την αποβάθραν, κοντόν και χονδρόν ως τον καπετάν Ηλίαν τον κυβερνήτην του.
— Καλώς ώρσες, καπετάν Ηλία! πάντα κατευόδιο, καπετάν Ηλία! Ήλθεν ο Λαλεμήτρος; Εφώναζεν η γραία, υψηλά από τον βράχον, καταβαίνουσα εις την παραλίαν.
— Πού είνε ο Λαλεμήτρος; Ηρώτησε πάλιν ανυπόμονος η γραία, σταθείσα εις τα κεφαλόσκαλον εμπρός ως τελωνοφύλαξ;
— Τον είδεθ εθύ; άδο τόθο τ' εγώ!
Απήντησε βραδέως ο καπετάν Ηλίας, βραδύς ως το κόττερον, βραδύς την εργασίαν, και την γλώσσαν βραδύς. Και ήρχισε βραδέως να ρίπτη επί της αποβάθρας μίαν μίαν της τάβλαις, ως να ήτο πιασμένος τας χείρας.
— Τι λες, καπετάν-Ηλία μ'; Έστειλε κάνιο ταλεύρια; Μας φάγανε ο κόσμος.
— Τον είδεθ εθύ; άλλο τόθο τ' εγώ. Επανέλαβε πάλιν ο καπετάν Ηλίας, βραδύγλωσσος, εξακολουθών να ξεφορτώνη το κόττερον.
— Δεν σου έδωκε κάνιο κανένα γράμμα;
— Άφηθέ μας, θεια, άφηθέ μας, τ' έχουμε δουγιά!
Και ως να ήθελε να την παρηγορήση την γραίαν, να ησυχάση κ' εκείνη και αυτός, είπε:
— Πήδε 'θ τον Πεδαία ο Δαδεμήτδος, να φέδη αδεύδια ταϊγανίθα.
***
Ασπρισμένον, ξεσκονισμένον, συγυρισμένον τα μαγαζάκι του Λαλεμήτρου, μάτην ανέμενε τους σάκκους του αλεύρου και αυτόν τον αλευράν. Δεν ήρκει δε η θλίψις, ήτις κατεβασάνιζεν, ήτις εσπάρασσεν ως το δηλητήριον τα σπλάγχνα της Θωμαής, είχε και τας ερωτήσεις των γειτόνων και των πελατών, οίτινες εζητούσαν δήθεν άλευρον, ενώ ήθελον αληθώς να βεβαιωθώσι περί της παρατεινομένης απουσίας του συζύγου της. Παρήλθον εβδομάδες, παρήλθον μήνες και ούτε ήκουσαν πλέον περί του Λαλεμήτρου αι δύο γυναίκες, ούτε γράμμα έλαβον. Τότε δεν είχε πλέον ανάγκην η Θωμαή να κρύψη την θλιβεράν εκείνην γραμμήν, ήτις κατέλαβε πλέον ολόκληρον εκείνο το λευκόν πρόσωπον, περιβληθέν με μίαν ωχράν κατήφειαν, ως το ωχρόλευκον άγαλμα της απογνώσεως.
— Δεν έχεις αλεύρι; την ηνώχλθουν ακόμη μετά καιρόν την γραίαν οι γείτονες και οι παλαιοί πελάται.
— Ο Λαλεμήτρος δεν είνε αλευράς, απήντα η γραία. Ο Λαλεμήτρος είνε μεγαλέμπορας, και πάει 'ς την Σύρα, να ψωνίση.
Αλλ' οι γείτονες είνε οχληροί πάντοτε, όταν δ' εσχημάτισαν την πεποίθησιν ότι ο Λαλεμήτρος δεν θα επανέλθη, έγειναν αυθάδεις· ήρχισαν να διαδίδωσι πολλά, ότι εμάλωσε με την πενθεράν του, ότι εμουφλούζεψεν, ότι άφησε την γυναίκα του, ότι πάγει πάλιν εις την Αμερική και έλεγον προς την γραίαν μετά σαρκασμού:
— Πες αλεύρι;
Τότε και αυτή έκλεισε πλέον το μαγαζείον.
Εκ Πειραιώς ήλθον πολλά ατμόπλοια και πολλά ταχυδρομεία· η δε Θωμαή δεν ελάμβανε καμμίαν είδησιν περί του συζύγου της. Τότε κατά πρώτον ησθάνθη τον φόβον και ήρχισε πολλά να διαλογίζηται. Ενεθυμείτο διάφορα περιστατικά, άτινα εγκαίρως δεν ηθέλησε να εξελέγξη μετ' ακριβείας η ταλαίπωρος. Και ήρχισε να διηγήται τότε προς την μητέρα της, τι έλεγε προς αυτήν ο Λαλεμήτρος ολίγας ημέρας προ της αναχωρήσεώς του. Παρεπονείτο συνεχώς τότε, ότι δεν έχει δουλειαίς ο τόπος, ότι είνε φτώχια και των γονέων, ότι πήρεν ο Θεός τα μαξούλια πλέον από μας, και άλλα τοιαύτα. Και ήτο λυπημένος εκείναις της ημέραις. Αμίλητος. Ουδ' είχεν όρεξιν να φάγη. Ουδ' εφουμάριζε τον αγαπητόν ναργιλέ του, τον σύντροφόν του τον αχώριστον, δι· ον πολλάκις εζήλευεν η Θωμαή και τον επείραζεν ενίοτε λέγουσα:
— Ούτε σαν τον ναργιλέ πλεια δεν μ' αγαπάς!
Φυλλομετρών αδιακόπως, νήστις και σκεπτικός, το μέγα κατάστιχον του αλευροπωλείου του, έκαμνε λογαριασμούς, κ' επάνω εις τους λογαριασμούς άλλους λογαριασμούς, και κατόπιν ακόμα άλλους, χωρίς τέλος, ψιθυρίζων σάκκους και αριθμούς:
— Τα βερεσέδια, Θωμαή. Θα μας φάνε. Είπε μίαν εσπέραν, λίαν σκεπτικός.
Εδοκίμασε πολλάκις να εισπράξη τα οφειλόμενα· αλλ' «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Το είχεν ακούσει το ρητόν αυτό και εις το σχολείον, μικρός ακόμα, που τα εξηγούσε με ιδιαιτέραν αγαλλίασιν ένας μέθυσος διδάσκαλος, καταχρεωστών εις όλα τα μαγαζεία, και εκ των πραγμάτων τότε το εννοούσεν ως αληθές. Και τώρα δε, ότε εμεγάλωσεν, έβλεπε πάλιν εκ των πραγμάτων ότι ήτο αληθές.
Να παύση τα βερεσέδια· το έλεγε και αυτός, το συνεβούλευε και η Θωμαή. Αλλ' η απόφασις αύτη συνεπήγετο το κλείσιμον του μαγαζείου.
Το είχον κακοσυνηθίση το χωρίον εις τα βερεσέδια οι διάφοροι τοκογλύφοι. Όλοι οι χωρικοί εζήτουν βερεσέ τον σάκκον του αλεύρου, και εις την λαδιά θα επλήρωναν. Δεν αποφαίνεται έτσι το χρέος· και ημπορεί κανείς να τρώγη με όρεξιν, όταν τρώγη βερεσέ. Ήρεσε τούτο εις τους αλευροπώλας. Πρώτος το εφήρμοσεν ο καπετάν-Κονόμος και επλούτησε. Πωλήσας την σκούναν του — δεν ήθελεν αυτός να θαλασσοπνίγεται — διέθεσε τα κεφάλαια του εις το εμπόριον του αλεύρου, κ' εκέρδιζεν εκατό τα εκατό, καθώς έλεγαν.
— 'Σ την λαδιά, παιδιά, πλερώνετε, 'ς την λαδιά. Μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι.
Και έτρεχεν ο κόσμος εις τον καπετάν-Κονόμον, τον καλόν άνθρωπον.
— Να φάγη η φτώχια, να σχωρνάνε τα πεθαμένα! Επανελάμβανεν ο καπετάν- Κονόμος, εξογκών το μέγα κατάστιχον του αλευροπωλείου του, αλλά φουσκώνων, ως ασκός πλήρης ελαίου, κατά την ελαιοκαρπίαν. Αυτά παρεκίνησαν τον Λαλεμήτρον, να γείνη αλευράς, όταν ήλθεν από την Αμερικήν, με αρκετά δολλάρια εις την τσέπην, άτινα εκέρδισε μετερχόμενος εις τον νέον Κόσμον τον δύτην και αλιέα των αστακών, και με μίαν χρυσήν άλυσιν του ωρολογίου, χονδρήν κ' επιδεικτικήν από άδολον χρυσίον, κομψότατον καλλιτέχνημα παλαιών χρόνων, εν σχήματι όφεως, ελικτού περί ράβδον. Ήλθε ν' αναπαυθή πλέον, έλεγεν, εις την πατρίδα του, εις το γηροκομείο. Να πανδρευθή, να κάμη τον αλευράν και να ησυχάση πλέον. Θα ήτο έως πεντήκοντα ετών, υγιής και ηλιοψημένος. Έως πότε να τον τρώγουν τα ξένα χέρια; έως πότε να γυρίζη ξεσπιτωμένος; Με αυτάς τας σκέψεις και αποφάσεις, άμα επανελθών, περιεφέρετο επάνω-κάτω εις την αγοράν και τα σωκάκια του μικρού χωρίου ο Λαλεμήτρος, επιδεικνύων μετ' επάρσεως νεοπλούτου την ολόχρυσον άλυσιν του ωρολογίου του, και δαπανών αφειδώς ταργυρά δολλάρια εις τα μικρά οινοπωλεία:
— Τον έχει τον παρά! . . .
Εξεπλήττοντο οι χωρικοί.
— Να ιδής, Θωμαή μου, μία χρυσή καδένα, μία μαλαματένια καδένα. Μισή οκά χωρίς άλλο!
Είπεν εκπεπληγμένη η γρηά-Κυρατσού προς την κόρην της, ανυπόμονος να την υπανδρεύση· κ' έκαμε γαμβρόν τον Λαλεμήτρον με την χρυσήν καδένα.
Τι σημαίας ύψωσε και τι καμπάναις εσήμαινεν ο εφημέριος της ενορίας, οκτώ ημέρας μετά τον γάμον, την Κυριακήν, όταν θα επήγαιναν οι νεόνυμφοι εις την Εκκλησίαν του μικρού χωρίου. Από τρία τάλληρα έρριψαν και οι δυο τους εις τον δίσκον την ημέραν εκείνην, η δε γραία πενθερά όλη καταχαρουμένη έρριψε και αυτή μια τρύπια σφάντζικα, και είχεν εορτήν όλον το χωρίον αλησμόνητον.
Πολλαί μητέρες εζήλευσαν την γραίαν διά την τόσην τύχην της.
Πολλαί παρθένοι εφθόνησαν την Θωμαήν διά το τόσον ριζικόν της.
— Φτωχούλα ήταν, έλεγον. Ένα σπιτάκι μόνον είχε και ένα αμπελάκι· μα είχε μοίρα και ριζικό!
— Τι καλός ο Λαλεμήτρος, τι χρυσός, τι μαλαματένιος! Σαν την χρυσή καδένα του, γειτόνισσα, χρυσός, μάλαμα, γειτόνισσα, ο Λαλεμήτρος.
Έλεγεν η γρηά-Κυρατσού, διηγουμένη τα του γάμου της Θωμαής εις μίαν ξηροκίτρινην γειτόνισσάν της, άτυχον και πανάτυχον γυναίκα, ήτις άεργος, με κρεμασμένα τα χέρια από το πρωί ως το βράδυ, μη έχουσα ουδέ κουκκιά καν σπαρμένα να τα σκαλίζη, εύρισκεν ευχαρίστησιν να σκαλίζη τα σκάνδαλα του μικρού χωρίου, ως αι όρνιθες την κόπρον, και είχε πλησιάση προς τον σκοπόν αυτόν την γρηά-Κυρατσού.
— Μ' ένα καλαθάκι σταφύλια, παιδί μου, διηγείτο η γραία, μ' ένα καλαθάκι διαλεχτά σταφύλια, ραζακιά, φιλέρια και μαυροκουρούναις. Δεν εγύρεψε τίποτα, παιδί μου. Χρυσός άνθρωπος ο Λαλεμήτρος. Μάλαμα άνθρωπος· σαν την χρυσή καδένα του ρολογιού του.
— Λένε πως τώκαμες μάγια, με τα σταφύλια, παρετήρησε τότε μετά πικρίας η γειτόνισσα.
— Χριστός και Παναγία! Χριστός και Παναγία! ανέκραξε διαμαρτυρομένη η γραία. Τέτοια πράματα, παιδί μου!
— Μέσ' 'ς τα φιλέρια, λένε, και 'ς τα ραζακιά βρέθηκε μία νυχτερίδα ψόφια . . .
— Πω! Πω! ψέματα! Ψέματα, παιδί μου! Ψέματα!
Έπτυεν η γρηά-Κυρατσού διαμαρτυρομένη.
— Κι' απάνω σε μια ασπρούδα, βρεθήκανε, λέει, δυο ψείραις . . .
Διηγείτο ακόμη η ξηροκίτρινη γειτόνισσα.
— Πω! Πω! ψέματα! Ψέματα! Επανελάμβανεν η γρηά-Κυρατσού. Και εξηκολούθει τους θαυμασμούς της διακόπτουσα τας συκοφαντίας.
— Χρυσός άνθρωπος! Μάλαμα άνθρωπος! Σαν την χρυσή καδένα του!
***
Αληθώς ο Λαλεμήτρος ήτο χρυσούς και άδολος χαρακτήρ. Κατ' αρχάς εν Νέα Υόρκη επώλει, παρά την γέφυραν, άνθη εις τους διαβαίνοντας, επιτυχών την θέσιν ταύτην τη άδεια της αστυνομίας. Και εκέρδιζεν εκεί ακόπως ικανά δολλάρια καθ' εκάστην, και ιδίως τας εορτάς. Είχε βαρύνη πολύ το πουγγίον του και διελογίζετο μετά έν ακόμη έτος να επανέλθη πλέον εις την πατρίδα του, ότε μία Ιταλίς μονόφθαλμος, και ηγκυλωμένην έχουσα την δεξιάν ως αρπάγην αλιέως, εποφθαλμιώσα την θέσιν του εκείνην, την τόσον προσοδοφόρο, δεν ξεύρω πώς, τον περιέπλεξεν εις μίαν αδιέξοδον πλεκτάνην. Και ο Λαλεμήτρος έχασε την θέσιν του, άνευ ελπίδος να την επανακτήση. Αλλά προς τούτοις ερρίφθη και εις το δεσμωτήριον, οπόθεν με πολλούς κινδύνους κατώρθωσεν επί τέλους να διαφύγη, φέρων μεν επ' ώμων την κεφαλήν, αλλά κενόν πλέον το πουγγίον.
— Τι να λιμπισθώ εγώ από μια στραβή, από μια κουλή!
Διεμαρτύρετο προς τον θεόν, ο Λαλεμήτρος, ωσάν τον Ιωσήφ τον πάγκαλον, μη έχων κανένα προστάτην εν τω κόσμω εκείνω, κατά της αδίκου πλεκτάνης της γυναικός.
Και περιφερόμενος έπειτα εις την προκυμαίαν της μεγαλοπόλεως εστέναζε βλέπων μακρόθεν την θέσιν εκείνην την επικερδή, την οποίαν κατείχε πλέον η Ιταλίς εκείνη η παρμένη.
— Όλοι εδώ υπερασπίζουν της γυναίκες. Καϋμένη Ελλάδα! Ούτως, ίνα μη εκ νέου περιπέση εις νέα δίκτυα γυναικεία — και απλούνται τόσα πολλά εκεί εις τους ξένους κόσμους, περιβάλλοντα ως εν αράχναις τα τρίστρατα και τας πλατείας — ήλλαξεν επάγγελμα, εκλέξας έργον καθαρώς ανδρικόν. Κινδυνώδες μεν και αυτό, αλλ' ελεύθερον. Εγένετο δύτης και αλιεύς αστακών, και είχε να κάμη πλέον με φανερούς εχθρούς, με τα κήτη τ'ανθρωποφάγα της αβύσσου, και ουχί με κρυφούς και δολίους, ως είνε οι άνθρωποι της γης. Έμαθε λοιπόν ο Λαλεμήτρος να είνε ευθύς και τολμηρός, άφοβος και αληθής.
Και ως αλευροπώλης απέκτησε καλήν πελατείαν ταχέως εν τω χωρίω του. Αποτροπιαζόμενος αυτός την αμαρτωλόν του καπετάν-Κονόμου τοκογλυφίαν, ήτο δίκαιος εις το εμπόριόν του.
— Ποτέ μην αδικήσης τον πτωχόν εις το ψωμί του, έλεγε, Έδιδε και αυτός επί πιστώσει, αλλά μετά δικαιοσύνης.
Και εις τον καιρόν του ελαιοκάρπου εισέπραττε τα χρήματά του.
Πλην, μετά τα έτη της ευφορίας, ήλθον έτη συνεχή αφορίας και δυστυχίας. Το έργον της ελαίας συνεχώς εψεύδετο εις την νήσον εκείνην. Ήνθιζον καλώς αι ελαίαι, κατάλευκοι τον Μάιον, ως χιονισμέναι, έδενεν ο καρπός εύελπις, αλλ' ένας λίβας αίφνης, πνέων τακτικώς τον Ιούλιον, κατέκαιεν αυτόν.
Τότε, εις τον καιρόν αυτόν της δυστυχίας, ήτο ευτυχής ο καπετάν-Κονόμος, προκηρύττων διά του κήρυκος:
— Μιάμιση οκά αλεύρι, δυο οκάδες λάδι!
Κ' εφώναζε και ο ίδιος με πατρικήν προστασίαν:
— Να φάγη η φτώχια, παιδιά! Να σχωρνάνε τα πεθαμένα!
Είχε κεφάλαια ο καπετάν-Κονόμος. Αλλ' ο Λαλεμήτρος έως πόσα δολλάρια να είχεν ελθών τα πρώτον εξ Αμερικής; Όσα και αν είχεν, έκαμεν ο άνθρωπος επίδειξιν, έκαμε γάμους, έκαμεν έξοδα. Έπαυσαν τότε εν τη δυστυχία εκείνη αι εισπράξεις, αλλ' έπαυσαν συνάμα και αι πιστώσεις του Λαλεμήτρου εις Βόλον· Και να ήθελε να γείνη και αυτός κακός, ως ο καπετάν-Κονόμος, να κερδήση εκατό τα εκατό, δεν ηδύνατο, διότι δεν είχε τα μέσα. Σήμερον, βλέπετε, και διά να γείνη κανείς κακός, χρειάζεται μέσα, ως και όταν θέλη να γείνη καλός. Επανειλημμένως ήλθον διαταγαί εκ Βόλου να εξοφλήση τας συναλλαγματικάς του. Επανειλημμένως ο Λαλεμήτρος εφυλλομέτρησε το κατάστιχόν του, επεσκέφθη τους οφειλέτας του, επεσκέφθη τους ελαιώνας του χωρίου. Αλλ' όλα του απήντησαν με ασπλαγχνίαν αρνητικώς· το κατάστιχον τω επέδειξεν αριθμούς μόνον, δολλάρια ζωγραφισμένα, οι οφειλέται τω έδειξαν τους ελαιώνας των, περιβάλλοντας με δροσιάν όλην την νήσον και οι ελαιώνες τα φύλλα των τα στακτόχροα.
— Αυτά τα βερεσέδια, Θωμαή, πολύ τα φοβούμαι! Είπε την τελευταίαν ημέραν της αναχωρήσεώς του πάλιν εις την γυναίκα του. Ήμουνα βουτηχτής και δεν ετρόμαξα ποτέ τα ψάρια τα άγρια. Και τώρα φοβούμαι πως τα βερεσέδια θα με φάνε.
Η Θωμαή, ανίδεος κόρη από τα του κόσμου, γυνή μη γνωρίζουσα τίποτε άλλο από τα οικιακά έργα, τι να είπη, τι να συμβουλεύση. Ν' αλλάξη ο σύζυγός της εργασίαν; Αλλ' είχε κακοσυνηθίση πλέον εις τον καθιστικόν βίον ο Λαλεμήτρος. Όλην την ημέραν εκάθητο εις τα αλευροπωλείον του, πωλών άλευρον, δεχόμενος έλαιον, φυλλομετρών το κατάστιχόν του και φουμάρων τον ναργιλέ του. Είχε παχύνη όχι μεν ως τον καπετάν-Κονόμον, αλλ' είχε παχύνη τέλος. Πολλάκις τον παρεκάλει η Θωμαή να κλείση τα μαγαζείον ολίγας ώρας, να υπάγουν εις την άμπελον, να φάγουν γλυκά σταφύλια· αλλ' ο Λαλεμήτρος ουδέποτε το απεφάσιζε. Το εμπόριον, και το ευτελέστερον ακόμη, γεννά θέλγητρα μυστηριώδη εις τον μετερχόμενον αυτό, όστις ολίγον κατ' ολίγον τόσον συστέλλει τον μέγαν και απέραντον της ζωής ορίζοντα, ώστε κατορθώνει τέλος να περιορίση αυτόν δέσμιον εν μέσω των τεσσάρων τοίχων του μαγαζείου του. Εθέλγετο λοιπόν εκεί και ο Λαλεμήτρος, φυλλομετρών το κατάστιχόν του. Και φουμάρων τον ναργιλέ του ουδέ απάντησιν έδιδεν εις την Θωμαήν, ήτις τον εκάλει έξω:
— Να μ' αγαπούσες κάνιο σαν τον ναργιλέ! παρεπονείτο τότε κλαίουσα η Θωμαή.
Την παραμονήν της αναχωρήσεώς του είχε λάβη έντονον εκ Βόλου διαταγήν, ότι ώφειλε να εξοφλήση ανυπερθέτως δύο συναλλαγματικάς του, αίτινες προ μηνός έληξαν, άλλως ηπείλουν αυτόν διά προσωπικής κρατήσεως.
— Για τον Θεό!
Εφώνησεν έντρομος ο Λαλεμήτρος, αναγνούς την διαταγήν. Αλλ' ίνα μη εννοήση η σύζυγός του, ήτις τον έβλεπε σύννους, παρακαθημένη, προσέθηκεν ηρεμώτερος:
— Ακρίβηναν, λέει, ταλεύρια πάλιν!
Διενοήθη ο Λαλεμήτρος να ενεχυριάση τότε, ή και να πωλήση εν τη εσχάτη ανάγκη την χρυσήν του ωρολογίου του άλυσιν, μη έχων άλλον πόρον χρημάτων, και σωθή από το αίσχος της φυλακίσεως.
— Δεν είμαι για κόσμο πλεια! επανελάμβανε περιφερόμενος εντός του μαγαζείου του, δεν είμαι για κόσμο!
Αλλά κατεκοκκίνησεν από εντροπήν και μόνον διότι εσκέφθη να προβή εις το διάβημα τούτο, όπερ θα τον εξηυτέλιζεν ολοτελώς εν μέσω του χωρίου.
Εκτός όμως της εντροπής, ησθάνετο και ανέκφραστόν τινα συμπάθειαν προς την χρυσήν εκείνην άλυσιν, την ηγάπα, ως αγαπά φιλάργυρος το χρυσίον.
— Τι ώμορφη! έλεγε πολλάκις και η Θωμαή, θωπεύουσα μαλακά-μαλακά το ολόχρυσον εκείνο καλλιτέχνημα, με τας απαλάς της χείρας.
— 'Σαν χρυσό φειδάκι, καλέ!
Επανελάμβανε.
— Φειδάκι που με φυλάει, έλεγε τότε ο Λαλεμήτρος μειδιών, φειδάκι που αντί για φαρμάκι με ποτίζει ζωήν.