Ιστορίες αλλόκοτες

Part 9

Chapter 94 wordsPublic domain

Τα όρια τα οποία χωρίζουν την ζωήν από τον θάνατον είναι κατά μέγιστον όρον σκοτεινά και αόριστα· ποίος δύναται να είπη πού τελειώνει το ένα και από πού αρχίζει το άλλο; Γνωρίζομεν ότι καταστάσεις ασθενών, εις τας οποίας παρατηρείται τελεία στάσις οιασδήποτε εκδηλώσεως ζωής, και εις τας οποίας εν τούτοις η στάσις δεν είναι παρά μία στιγμιαία διακοπή — ούτω πρέπει να ονομασθή — αποτελούσι πλήρη παύσιν της λειτουργίας του ζωικού μηχανισμού. Περνά λίγη ώρα, και κάτι μυστηριώδες και αόρατον εμβάλλει εις κίνησιν τας μαγικάς, θα έλεγες, πτέρυγας και τους διαφόρους τροχούς· η αργυρά χορδή δεν είχε σπάσει, το χρυσούν αγγείον δεν συνετρίβη ανεπανόρθωτα. Αλλά, επί του παρόντος, πού ήτο η ψυχή;

Πάντοτε ας θέσωμεν εκτός πάσης συζητήσεως το αναπόφευκτον αποτέλεσμα και ας δεχθώμεν το εκ των προτέρων δεκτόν αξίωμα, ότι δηλαδή εκ των ομοίων αιτίων αναπαράγονται και όμοια αποτελέσματα: ότι την στιγμήν που συναντώμεν τοιαύτα επεισόδια αναβολής αυθυπαρξίας, τα επεισόδια αυτά πρέπει επί τη ευκαιρία αυτή να καταλογίζονται πάντοτε μεταξύ των προώρων ενταφιασμών.

Εάν, λέγω, θέσωμεν εκτός πάσης συζητήσεως τας παρατηρήσεις αυτάς, μας μένει ακόμη η απ' ευθείας μαρτυρία των πειραμάτων, είτε ιατρικών είτε απλών εμπειρικών, οπόθεν εξάγεται διατί κατά την παρούσαν ακόμη εποχήν πολλοί τοιούτοι ενταφιασμοί συνέβησαν.

Μεταξύ των γεγονότων αυτών υπάρχει και έν, το οποίον έχει αληθώς αξιοσημείωτον χαρακτήρα, και του οποίου αι περιστάσεις είναι αναμφιβόλως ακόμη νωπαί εις την μνήμην μερικών από τους αναγνώστας μας. Συνέβη προ ολίγου καιρού εις την Βαλτιμόρην, όπου παρήγαγε ζωηράν εντύπωσιν, και ανεκοινώθη μάλιστα εις ευρύτατον κύκλον. Η γυναίκα ενός των εντιμοτέρων πολιτών της Βαλτιμόρης, περιφήμου νομικού και μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, προσεβλήθη από αιφνιδίαν και ανεξήγητον ασθένειαν, η οποία ετάραξεν ολοτελώς τας γνώσεις των ιατρών. Μετά πολλάς βασάνους απέθανε τέλος, ή μάλλον την ενόμισαν νεκράν. Κανείς αληθώς δεν υπωψιάσθη ή δεν ημπορούσε να υποψιασθή ότι ακόμη δεν ήτο νεκρά. Παρουσίαζεν όλα τα συνήθη συμπτώματα του θανάτου. Τα χαρακτηριστικά της, όπως συνήθως συμβαίνει, ήσαν συνεσπασμένα και άκαμπτα. Όπως συνήθως συμβαίνει, τα χείλη είχαν μαρμάρινην ωχρότητα. Τα μάτια δεν διετήρουν καμμίαν λάμψιν. Πάσα θερμότης εξηφανίσθη. Οι σφυγμοί είχαν παύσει να κτυπούν. Προτού να θάψουν το σώμα, το διετήρησαν επί τρεις ολοκλήρους ημέρας, και έγεινε σκληρόν ως λίθος. Τέλος επετάχυναν την κηδείαν, εκ φόβου μήπως αρχίση η αποσύνθεσις και προχωρήση πολύ.

Η κυρία ανεπαύθη εις τον οικογενειακόν τάφον και έμεινεν εκεί επί τρία συνεχή έτη. Μετά τούτο εδέησε ν' ανοίξουν πάλιν τον τάφον διά να υποδεχθή ένα φέρετρον, αλλ' αλλοίμονον, ποίον θλιβερόν, τρομακτικόν θέαμα ανέμενε τον σύζυγον, όταν επήγε μόνος ν' ανοίξη τον τάφον!

Την στιγμήν που έσυρε προς το μέρος του την θύραν, κάτι περιτυλιγμένον εις λευκόν ένδυμα έπεσεν εις τα χέρια του με ένα τριγμόν. Ήταν ο σκελετός της γυναικός του με το σάβανον ανέπαφον. Συστηματικαί έρευναι απέδειξαν ότι αύτη επανήλθεν εις την ζωήν δύο ημέρας μετά τον ενταφιασμόν. Επειδή εκινήθη μέσα εις το φέρετρον, έπεσε τούτο από την θέσιν που ήτο τοποθετημένον εις το έδαφος, όπου και συνετρίβη, και τότε συνεπώς ηδυνήθη η γυνή να εξέλθη απ' αυτού. Μία λυχνία, την οποίαν άφησαν κατά τύχην γεμάτην έλεον, ευρέθη κενή . . . . Είναι αληθές, ότι ημπορούσε να κενωθή και από εξάτμισιν. Εις την υψηλοτέραν των βαθμίδων, η οποία κατέβαινε προς τον νεκρικόν θάλαμον, ευρίσκετο ένα πλατύ κομμάτι από φέρετρον, με το οποίον, φαίνεται, ήθελε να προκαλέση την προσοχήν με επανειλημμένα κτυπήματα εις την σιδηράν θύραν. Εν μέσω των προσπαθειών της ελιποθύμησε πιθανώς ή ίσως απέθανεν από μόνον τον τρόμον της, και κατά την πτώσιν της το σάβανό της φαίνεται ότι εκρατήθη από ένα καρφί, το οποίον εξείχεν επί της θύρας έσωθεν.

Έμεινε λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον και αποσυνετέθη ορθή! . . .

Κατά το έτος 1810 ταφή προσώπου καθ' όλα ζωντανού συνέβη εις την Γαλλίαν, παρακολουθουμένη και από περιστάσεις που αποτελούν τρανά δείγματα του συνήθους αυτού γεγονότος, περιστάσεις όμως ων η πραγματικότης είναι αναμφιβόλως παραδοξοτέρα από κάθε φαντασίαν.

Το θύμα του ενταφιασμού ήτο μία δεσποινίς Βικτωρία Φουρκάν, νέα κόρη ενδόξου οικογενείας, πλουσιωτάτη και ωραιοτάτη.

Μεταξύ των μυριοπληθών βιοπαλαιστών του τόπου υπήρχε και ο Ιούλιος Βουσουέτος, άνθρωπος των γραμμάτων και πτωχός δημοσιογράφος των Παρισίων.

Το τάλαντόν του, μαζί με άλλα προτερήματα, επροκάλεσε την προσοχήν της κληρονόμου, η οποία, φαίνεται, κατέληξε να τον συμπαθήση πραγματικά. Εν τούτοις η οικογενειακή υπερηφάνεια την ηνάγκασε να μεταμεληθή και να συζευχθή κάποιον κ. Benelle, τραπεζίτην και διπλωμάτην μικράς αξίας. Αλλά μετά τον γάμον ο κύριος αυτός την παρημέλησε και ίσως μάλιστα εσκέπτετο σοβαρώς να την διαζευχθή. Μετά τινα θλιβερά έτη τοιούτου γάμου απέθανεν, ή το ελάχιστον έπεσεν εις μίαν κατάστασιν ομοιάζουσαν τοσούτον προς τον θάνατον, ώστε να προκαλέση την περιέργειαν εις όσους την είδαν.

Ετάφη όχι εις υπόγειον, αλλ' εις ένα συνήθη τάφον, εις το κοιμητήριον του γενεθλίου της τόπου.

Κυριευμένος από την απελπισίαν, και πάντοτε φλεγόμενος από την ανάμνησιν της βαθείας συμπαθείας του, ο νέος ερωμένος εγκαταλείπει την πρωτεύουσαν διά την μακρυνήν επαρχίαν, όπου ήτο το χωρίον αυτό, με το ρωμαντικόν σχέδιον να ξεθάψη την νεκράν και να πάρη αυτός ο ίδιος την πλουσίαν κόμην της. Μεταβαίνει εις τον τάφον. Το μεσονύκτιον εκθάπτει το φέρετρον, το ανοίγει και είναι έτοιμος να κόψη την κόμην, αλλ' αποτόμως σταματά: Ιδού ότι τα μάτια της αγαπημένης ήνοιξαν.

Η ζωηρότης δεν τα είχεν εξ ολοκλήρου εγκαταλείψει και αι θωπείαι του εραστού της ήρκεσαν να την σηκώσουν από τον λήθαργον, που τον ενόμισαν διά θάνατον. Την μετέφερεν έξαλλος από χαράν εις την κατοικίαν της, εις το χωρίον. Με την χρήσιν μερικών τονωτικών, όσα τω υπέδειξαν αι ολίγαι του ιατρικαί γνώσεις, κατώρθωσε να την επαναφέρη εις την ζωήν. Ανεγνώρισε τότε τον σωτήρα της και έμεινε πλησίον του, μέχρις ότου αργά και βαθμιαίως επανεύρε τελείως την πρώτην της υγείαν.

Η γυναικεία καρδία της δεν είχε την σκληρότητα του αδάμαντος και αυτό το ύψιστον ερωτικόν μάθημα ήρκεσε να την μαλάξη. Η νέα κόρη παρέδωκε την καρδίαν της εις τον Βουσουέτον. Αντί να επιστρέψη εις τον σύζυγόν της, διετήρησε μυστικήν την ανάστασίν της και έφυγεν εις την Αμερικήν με τον δημοσιογράφον.

Είκοσι έτη έπειτα και οι δύο επανήλθον εις την Γαλλίαν, πεπεισμένοι ότι ο χρόνος είχεν αρκετά μεταβάλλει την φυσιογνωμίαν της κυρίας, ώστε θα ήτο αδύνατον να την αναγνωρίσουν οι παλαιοί της φίλοι. Ηπατήθησαν εν τούτοις, διότι πραγματικώς, από την πρώτην συνάντησιν, ο κ. Benelle ανεγνώρισε την γυναίκα του και την ανεζήτησεν. Επέμενεν εις την απαίτησίν του, αλλ' η κρίσις του δικαστηρίου υπεστήριξε την απόφασιν της κυρίας, αναγνωρίσασα ότι, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων και του αριθμού των παρελθόντων ετών, προεγράφη, όχι μόνον κατ' εύλογον κρίσιν, αλλά και νομίμως, πάσα εξουσία του συζύγου.

Τελευταίον φύλλον «της Χειρουργικής εφημερίδος» της Λειψίας, περιοδικόν του οποίου το κύρος και η αξία είνε ανεγνωρισμένα, και το οποίον έπρεπε να μεταφρασθή και να επανεκδοθή από κάποιον αμερικανόν εκδότην, αναφέρει ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός, ομοίας τάξεως ιδεών. Αξιωματικός του πυροβολικού, με γιγάντειον παράστημα και άκραν υγείαν, έπεσεν από ένα αφηνιάσαντα ίππον και μωλωπισθείς εις την κεφαλήν εβυθίσθη αιφνιδίως εις την αναισθησίαν. Τα κρανίον διερράγη ελαφρώς, αλλά δεν εφοβούντο και άμεσον κίνδυνον. Η εγχείρησις επέτυχεν. Ο πληγωμένος υπέστη αιμορραγίαν και ελήφθησαν όλα τα μέσα διά να τον επαναφέρουν εις την ζωήν. Εν τούτοις έπεσε μετ' ολίγον εις την κατάστασιν αναισθησίας κατά το μάλλον και μάλλον απελπιστικήν, και τέλος έκριναν ότι είχεν αποθάνει.

Επειδή ο καιρός ήτο θερμός, τον έθαψαν με μεγάλην ταχύτητα, εις έν από τα δημόσια κοιμητήρια. Η κηδεία του έγεινε την Πέμπτην. Την επομένην Κυριακήν είχε το κοιμητήριον επισκέπτας, ως συνήθως. Και εις τα περίχωρα της μεσημβρινής Γαλλίας συγκίνησις μεγάλη επήλθεν από την διάδοσιν ενός χωρικού, ο οποίος ισχυρίζετο ότι καθήμενος εις τον τάφον ενός αξιωματικού αντελήφθη απότομον κλονισμόν του εδάφους, ωσάν να εκτυπάτο κανείς από κάτω του. Κατά πρώτον ολίγην έδωσαν προσοχήν εις τα λόγια του ανθρώπου αυτού. Αλλ' ο διαδηλωθείς τρόμος του και η επιμονή του, με την οποίαν επέμενεν εις την βεβαίωσίν του, παρήγαγον επί τέλους το φυσικόν αποτέλεσμα εις το πλήθος. Αμέσως επρομηθεύθησαν σκαπάνας, και ο τάφος, βάθους πολύ μικρού, ηνοίχθη εις ολίγα λεπτά, τότε δε αμέσως ανεφάνη και η κεφαλή του ενταφιασμένου. Είχε την όψιν ενός νεκρού, αλλ' ήτο σχεδόν όρθιος εις την κάσαν, της οποίας είχε κατά τον τρομακτικόν αγώνα του αφαιρέσει και το κάλυμμα. Μετεφέρθη πάραυτα εις το πλησιέστερον νοσοκομείον, όπου εδήλωσαν ότι είναι ακόμη ζωντανός, αλλ' εις την κατάστασιν ασφυξίας. Ολίγας ώρας κατόπιν επανήλθεν εις την ζωήν, ανεγνώρισε τους οικείους του και, διακεκομμένως, διηγήθη την αγωνίαν του εις το βάθος του τάφου.

Κατά την διήγησίν του, φαίνεται ότι, προτού να πέση εις την αναισθησίαν, μίαν ώραν ακριβώς προ της ταφής του, έσχε συνείδησιν της υπάρξεώς του. Εγέμισαν αμελώς και όχι με μεγάλην προσοχήν τον τάφον από ένα χώμα, που ήτο αρκετά πορώδες, εις τρόπον ώστε ολίγος αήρ να μη ήτο αδύνατον να εισέρχεται. Ήκουσε βήματα επάνω από το κεφάλι του και προσεπάθησε να δώση να εννοήσουν την ύπαρξίν του. Κατ' αυτόν, ο θόρυβος του πλήθους επάνω εις το έδαφος του κοιμητηρίου συνετέλεσε να εξυπνήση αυτός από τον βαθύν του ύπνον. Αλλά μόλις εκινήθη, ενόησε πληρέστατα την απελπιστικήν θέσιν της καταστάσεώς του.

Η κατάστασίς του εβελτιώθη, λέγουν, και ο ασθενής εφαίνετο εις την οδόν της τελείας θεραπείας, όταν έπεσε θύμα της ιατρικής πειραματίσεως. Μία ηλεκτρική συστοιχία εκενώθη επάνω του, οπότε εξέπνευσεν αιφνιδίως κατά την διάρκειαν των υπερεντατικων διεγέρσεών του, αίτινες είναι πάντοτε αποτέλεσμα της ηλεκτρικής επιδράσεως.

Επ' ευκαιρία των ηλεκτρικών συστοιχιών, μου επανέρχεται πάντοτε εις το πνεύμα μία γνωστοτάτη περίπτωσις και πολύ σπανία, κατά την οποίαν η δράσις των εφάνη αποτελεσματική, διότι ενεψύχωσεν ένα νέον εισαγγελέα του Λονδίνου, ο οποίος ετάφη προ δύο ημερών. Το γεγονός αυτό συνέβη κατά το 1831 και παρήγαγε βαθυτάτην αίσθησιν. Ο ασθενής κ. Έδουαρδ Στάμπλεττον απέθανε, καθώς φαίνεται, από τυφοειδή πυρετόν, παρουσιάσαντα και κάποια αντικανονικά συμπτώματα, τα οποία διήγειραν την προσοχήν των ιατρών του. Όταν τον ενόμισαν νεκρόν, παρεκάλεσαν τους φίλους του κηδευθέντος να ενεργήσωσι μίαν μεταθανάτιον εξέτασιν, αλλά τούτο τοις απηγορεύθη. Όπως συμβαίνει συνήθως εις τας τοιούτου είδους απαγορεύσεις, οι ιατροί, πρακτικώτεροι, απεφάσισαν να εκθάψουν το σώμα και να ενεργήσουν την αυτοψίαν κατά μόνας. Ελήφθησαν τα κατάλληλα μέτρα διά τας εργασίας της εκταφής — εκταφαί δε άλλως ενεργούνται συνήθως εις το Λονδίνον. Και την τρίτην νύκτα μετά την κηδείαν ο νεκρός εξήχθη από τον τάφον του, του οποίου το βάθος ήτο οκτώ ποδών, και κατετέθη εις το εργαστήριον ενός από τα ιδιωτικά νοσοκομεία της πόλεως. Μία τομή μικράς εκτάσεως ενηργείτο εις την γαστέρα, όταν η όψις του νεκρού, η οποία ήτο δροσερά και δεν έδειχνε κανέν σημείον αποσυνθέσεως, υπέβαλε την ιδέαν της ηλεκτροθεραπείας. Τα πειράματα εξηκολούθησαν διαδοχικώς με τα συνήθη των αποτελέσματα, χωρίς όμως κανέν χαρακτηριστικόν αποτέλεσμα ζωής. Μόνον τα συνήθη αντανακλαστικά φαινόμενα συσπάσεως προέκυψαν.

Ήταν αργά. Η ημέρα εχάραζεν. Έπρεπεν εν τούτοις να φθάσουν εις το κύριον μέρος της αυτοψίας. Αλλ' ένας σπουδαστής, ιδιαιτέρως επιθυμών να πειραματίση εις τον νεκρόν μίαν ιδικήν του θεωρίαν, επέμενε να εφαρμόσουν την ηλεκτρικήν συστοιχίαν εις ένα από τους μυς του θώρακος.

Εσχημάτισαν μίαν ευρείαν τομήν και εφήρμοσαν ταχέως ένα μεταλλικόν σύρμα διά να πραγματοποιήσουν την επαφήν. Τότε ο νεκρός, με μίαν κίνησιν η οποία δεν είχε τίποτε το αντανακλαστικόν, εσηκώθη από το τραπέζι, έκαμε μερικά βήματα εις το μέσον του δωματίου, παρετήρησε μελαγχολικώς γύρω του επί τινα δευτερόλεπτα και τέλος ωμίλησεν.

Ό,τι είπεν ήτο ανόητον, αλλ' επρόφερε λέξεις, και η άρθρωσις ήτο ακριβής. Αφού ωμίλησεν, έπεσε και πάλιν εις το έδαφος.

Επί τινας στιγμάς, όλοι οι παρευρισκόμενοι έμειναν παράλυτοι από τον τρόμον. Αλλά το εξαιρετικόν της περιστάσεως δεν ήργησε να επιστήση την προσοχήν των παρευρισκομένων. Παρετηρήθη ότι ο κ. Στάμπλεττον ήτο ακόμη ζωντανός, αν και λιπόθυμος. Του έδωσαν αιθέρα, και ανέλαβε τας αισθήσεις του. Μετ' ολίγον ανεύρε την υγείαν του και παρεδόθη εις τας χείρας των φίλων του, εις τους οποίους επεφυλάχθησαν να καταστήσουν γνωστήν την ανάστασίν του, μέχρις ου πας φόβος μεταπτώσεως εις τον θάνατον τελείως απεσοβήθη. Μπορείτε να φαντασθήτε την έκπληξίν των, την ευχάριστον κατάπληξίν των.

Το συγκινητικώτερον μέρος του γεγονότος τούτου ανεγράφη από τον ίδιον Στάμπλεττον· διεκήρυξεν ότι ουδέποτε η αναισθησία του ήτον άκρως τελεία, και ότι αδιακρίτως και συγκεχυμένως είχε συνείδησιν παντός συμβαίνοντος, από της στιγμής που ελέχθη από τους ιατρούς η λέξις «είναι νεκρός» έως ότου έπεσε λιπόθυμος επάνω εις το πλακόστρωτον του νοσοκομείου. «Είμαι ζωντανός», αύται ήσαν αι τελευταίαι ακατανόητοι λέξεις, τας οποίας εις την φοβεράν του θέσιν κατώρθωσε ν' αρθρώση, αναγνωρίζων ότι ευρίσκετο εις την αίθουσαν του ανατομείου.

Θα ήτο πολύ εύκολον να πολλαπλασιάσωμεν ακόμη τα ανέκδοτα επί της υποθέσεως αυτής. Αλλ' αποφεύγω, διότι τη αληθεία δεν είναι ανάγκη ν' αποδείξω τα πολυάριθμα επεισόδια των προώρων ενταφιασμών. Όταν συλλογίζεται κανείς πόσον είναι σπάνιον, λόγω αυτής της φύσεως των συμπτωμάτων, ν' ανακαλυφθούν οι ατυχείς αυτοί, πρέπει να παραδεχθώμεν ότι συχνά ενταφιασμοί ζώντων θα συμβαίνουν, χωρίς να λαμβάνωμεν καμμίαν γνώσιν.

Μεταξύ των κοιμητηρίων, οπουδήποτε και οιασδήποτε εκτάσεως, δεν υπάρχει ουδέ εν — ας μεταχειρισθώμεν αυτήν την έκφρασιν, — όπου δεν εύρον σκελετούς εμβάλλοντας τας μεγαλειτέρας υπονοίας. Τρομεραί υπόνοιαι αληθώς! Αλλά τρομερωτέρα ακόμη η κατάστασις την οποίαν προκαλούν. Μπορεί κανείς να την βεβαιώση χωρίς δισταγμόν. Τίποτε δεν είναι υποκείμενον να εμπνεύση την ιδέαν του φυσικού και ηθικού πόνου εις τον ύψιστον βαθμόν, από το γεγονός ότι ετάφη ζων. Η φοβερά πίεσις των πνευμόνων — η αποπνικτική οσμή της υγράς γης — η μεγάλη πίεσις της στενής διαμονής — το σκότος της απολύτου νυκτός — η σιωπή οιονεί ομοία προς βυθιζομένην θάλασσαν — η άπρακτος αλλά ψηλαφητή παρουσία του επιτιθεμένου σκώληκος — όλα αυτά τα πράγματα, σχετιζόμενα με την ανάμνησιν του ελευθέρου αέρος και του χόρτου που βλαστάνει από επάνω μας, σχετιζόμενα και πάλιν με την ενθύμησιν των αγαπητών φίλων, που θα επετούσαν προς βοήθειάν μας εάν η τύχη μας ήτο γνωστή, σχετιζόμενα προς την συνείδησιν ότι την τύχην αυτήν δεν θα δυνηθούν να την γνωρίσουν και ότι η μόνη μας ελπίς είναι ο θάνατος, ο πραγματικός θάνατος αυτήν την φοράν — αι παρατηρήσεις αύται, λέγω, χύνουν εις την καρδίαν, η οποία αδιακόπως πάλλει, ένα τρόμον τόσον φρικώδη και ανυπόφορον, που ενώπιόν του η μάλλον ισχυρά φαντασία υποχωρεί.

Δεν γνωρίζομεν τίποτε από τας υποχθονίους αυτάς αγωνίας, αλλά δεν ημπορούμεν να φαντασθώμεν περισσότερον φρικτόν έστω και τον τελευταίον κύκλον του βασιλείου του Άδου. Διά τούτο, υπό την έννοιαν ταύτην, όλαι αι διηγήσεις παρέχουν βαθύ ενδιαφέρον, ένα ενδιαφέρον, το οποίον και τότε — από τον ιερόν φόβον που εμπνέει η υπόθεσις αυτή καθ' εαυτήν — προέρχεται από την εμπιστοσύνην που έχομεν εις την αυθεντίαν της διηγήσεως. Ιδού λοιπόν τώρα ό,τι μου υπολείπεται να διηγηθώ, βγαλμένο από τας ιδικάς μου αναμνήσεις — από την θετικήν και προσωπικήν πείραν μου.

Επί πολλά έτη υπήρξα το αντικείμενον συχνών προσβολών του εξαιρετικού κακού, το οποίον οι ιατροί συνήθως ονομάζουν καταληψίαν, μη υπάρχοντος άλλου όρου που να το καθορίση καλύτερον. Αν και απολύτως αι σημαντικαί αιτίαι της αταξίας αυτής, και μέχρι της αληθούς των διαγνώσεως, είναι ακόμη μυστηριώδεις, είναι γνωστοί όμως αρκετά καλά οι εξωτερικοί και φαινομενικοί χαρακτήρες. Αι διαφοραί τας οποίας παρατηρούμεν δεν είναι άλλο τι από τας κατά βαθμόν διαφοράς.

Κάποτε ο ασθενής μένει επί μίαν μόνην ημέραν, ή επί μίαν μικράν περίοδον, εις ένα είδος μεγάλης ληθαργίας. Το εξώτατον μέρος της υπάρξεώς του είναι αναίσθητον και ακίνητον. Οι παλμοί της καρδίας μόλις διακρίνονται ακόμη, διατηρούνται ολίγα ίχνη θερμότητος, ένας ελαφρός χρωματισμός μόλις αναφαίνεται εις τας παρειάς και η εφαρμογή ενός καθρέπτου εις τα χείλη αρκεί ν' αποκαλύψη μίαν κοιμισμένην ζωτικότητα άνισον, αόρατον, των πνευμόνων·

Εις εμέ προϊόντος του χρόνου η διάρκεια των κρίσεων παρετείνετο επί πολλάς εβδομάδας — είτε επί πολλούς μήνας. Κατά τας τοιαύτας περιόδους η μάλλον επιστημονική εξέτασις και αι προσεκτικώτεραι ιατρικαί δοκιμαί δεν θα ήτο δυνατόν να καταστρώσουν πραγματικήν διάκρισιν μεταξύ της καταστάστάσεως ασθενείας και εκείνης που την εννοούμεν ως αμετάκλητον θάνατον. Συχνότατα σώζονται μερικοί από τους προώρους ενταφιασμούς χάρις εις τας ενεργείας των φίλων των, οι οποίοι γνωρίζουν ότι υπόκεινται εις καταληψίαν, και των οποίων αι υπόνοιαι πάντοτε παραμένουν, προ παντός όμως χάρις εις την έλλειψιν των φαινομένων της αποσυνθέσεως. Αι πρόοδοι της ασθενείας είναι λοιπόν βαθμιαίαι και πρέπει ως εκ τούτου να θεωρούμεθα ευτυχείς. Τα πρώτα συμπτώματα δεν παρέχουν καμμίαν πιθανότητα. Έπειτα αι κρίσεις καθίστανται επί μάλλον και μάλλον σαφείς και διαρκεί εκάστη περισσότερον από την προηγουμένην, πράγμα που αποτελεί διά τον ασθενή την κυρίαν πιθανότητα ν' αποφύγη την ταφήν. Ο ατυχής, του οποίου η πρώτη προσβολή θα παρουσίαζε τον τελευταίον χαρακτήρα, πράγμα που συμβαίνει συνήθως, σχεδόν θα ήτο ανεπιφυλάκτως καταδικασμένος να ταφή ζωντανός.

Η πρώτη μου περίπτωσις δεν θα διέφερεν ουσιωδώς από όσας κάμνουν μνείαν τα ιατρικά βιβλία. Κάποτε, χωρίς την ελαχίστην φαινομενικήν αιτίαν, παρεδιδόμην, ολίγον κατ' ολίγον, εις μίαν κατάστασιν, η οποία ολίγον διέφερε κατά το άλλο ήμισυ της συγκοπής και κατά το άλλο ήμισυ της λιποθυμίας. Και παρέμενα τοιουτοτρόπως, χωρίς να υποφέρω, χωρίς δύναμιν δράσεως, ακόμη Δε — διά να είπω ακριβέστερον — χωρίς δύναμιν σκέψεως, αλλά με μίαν συγκεχυμένην και ληθαργικήν συνείδησιν του εγώ μου, που έζη, και της παρουσίας εκείνων που περιέβαλλον το κρεββάτι μου, μέχρι της στιγμής που, αφού η κρίσις θα ελάμβανεν ένα τέλος, θα ανεύρισκα αυθωρεί την τελείαν αίσθησιν.

Άλλοτε η επίθεσις με προσέβαλλεν αιφνιδίως, ακατάσχετα· κατελαμβανόμην τότε από παραλήρημα, ζάλην, και ζαλισμένος όπως ήμουν και κρύος έπιπτα αιφνιδίως κάτω. Τότε, επί εβδομάδας όλας, το παν δεν ήτο άλλο παρά κενόν, σκότος και σιωπή, και το Μηδέν καθίστατο όλος ο κόσμος μου. Η καθολική εξουδένωσις δεν θα ήτο δυνατόν να είναι βαρυτέρα. Από τα είδη αυτά των υπερβολικών διεγέρσεων εσηκωνόμην βραδέως και βαθμιαίως και τόσον το ταχύτερον όσον η προσβολή καθίστατο αιφνιδία. Όμοιον προς την αυγήν η οποία έρχεται διά τον αλήτην χωρίς φίλον και στέγην, που βαδίζει εις τους απεράντους και ερημικούς δρόμους μιας νύκτας του χειμώνος, τόσον ασαφές, τόσον αργόν, τόσον διστακτικόν, και τόσον ακόμη χαρούμενον εφαίνετο εις εμέ το φως της ψυχής.

Τέλος, καθ' όλον τον χρόνον της τάσεως μου προς την καταληψίαν, η υγεία μου ήτο καλή. Αλλά κατά την γνώμην των ιατρών κατεστρέφετο βαθμηδόν και αυτή από την μεγάλην επίδρασίν της ασθενείας μου.

Θα έπρεπε εν τούτοις ν' αναφέρω και μίαν παράδοξον κατάστασιν, η οποία πιθανώς ήτο συνέπεια της αναισθησίας μου. Ενίοτε, όταν εξυπνούσα από ένα απλούν ύπνον, δεν ημπορούσα να επανέλθω αυθωρεί και τελείως εις την επίγνωσιν των αισθήσεών μου, και παρέμενα πάντοτε επί τινας στιγμάς θορυβημένος και αναίσθητος — όταν αι πνευματικαί ιδιότητες, γενικώς, και η μνήμη μου ιδιαιτέρως, εσταματούσαν απολύτως.

Ό,τι εδοκίμαζα δεν είχε καμμίαν φυσικήν σχέσιν, αλλά μίαν απέραντον ηθικήν θλίψιν. Η φαντασία μου επήγαινε πάντοτε προς τον θάνατον. Δεν ωμιλούσα δι' άλλο τι παρά διά σκώληκας, διά τάφους και επιτάφια. Επλανώμην εις όνειρα θανάτου και η ιδέα μιας προώρου ταφής εκυρίευε συνεχώς τον εγκέφαλόν μου.

Ο φοβερός κίνδυνος, διά την πρόβλεψιν του οποίου ήμουν δικαιολογημένος, με εβασάνιζε νύκτα και ημέραν. Την ημέραν η σκέψις αύτη ήτο υπερβολικός τρόμος, αλλά την νύκτα έφθανε σχεδόν εις τον παροξυσμόν. Όταν τα δύσμορφα σκότη εκάλυπταν την γην, φοβούμενος εις κάθε μίαν σκέψιν μου από ταύτας έτρεμα, έτρεμα σαν τα πούπουλα που τρέμουν επάνω εις τα κοράκια. Όταν δε η πρόβλεψις της φυσικής εξελίξεώς μας με έφερεν εις την σκέψιν του θανάτου, μου ήτο αδύνατον να μη φρικιώ, έρμαιον της ιδέας μόνον ότι ήτο πιθανόν να συμβή και εις εμέ πρόωρος ενταφιασμός. Και όταν τέλος παρεδιδόμην εις τον ύπνον, ενοούσα τότε ότι με περισσότερον τρόμον ευρισκόμην εις ένα φαντασμαγορικόν κόσμον, υπεράνω του οποίου, εις ένα ευρύν, σκιερόν και σκοτεινόν τόπον, επλανάτο κυριαρχούσα η μόνη και θλιβερά επίσκεψις των ονείρων.

Από τας πολλάς παρακρούσεις που μου ήρχοντο εν ονείρω θα διηγηθώ μόνον μίαν. Μου εφάνει ότι ήμουν βυθισμένος εις μίαν καταληπτικήν κρίσιν μακροτέραν και βαθυτέραν του συνήθους. Αιφνιδίως ένα παγωμένο χέρι απλώθηκε εις το μέτωπόν μου, μία δε ζωηρά και τραυλή φωνή εσύριξεν εις τα αυτιά μου την λέξιν «Σήκω».

Εσηκώθηκα. Το σκότος ήτο απόλυτον. Δεν ημπορούσα να ίδω το πρόσωπον εκείνο που μ' εσήκωσε. Δεν ημπορούσα να ενθυμηθώ την στιγμήν που έπεσα εις τον λήθαργον, ούτε το μέρος όπου ευρισκόμην. Ενώ έμενα ακίνητος, και προσπαθούσα να τακτοποιήσω τας σκέψεις μου, το ψυχρό χέρι έπιασε τραχύτατα την παλάμην μου και την έσεισε με ανυπομονησίαν.

Και η τραυλή φωνή επανέλαβε :

— Σήκω! Δεν σου είπα να σηκωθής;

— Και ποίος είσαι; ηρώτησα.

— Δεν έχω όνομα εις τα βασίλεια που μένω, απήντησεν η φωνή θλιμμένα. Ήμουν θνητός άλλοτε, τώρα είμαι πνεύμα. Ήμουν αδυσώπητος, τώρα είμαι ελεήμων. Πρέπει να εννοήσης ότι τρέμω. Τα δόντια μου τρέμουν όταν ομιλώ· εν τούτοις τούτο δεν είναι εξ αιτίας της νύκτας αυτής που είναι ψυχρά, της νύκτας αυτής που δεν έχει τέλος. Αλλά δεν ημπορώ να υποφέρω επί πολύ ακόμη την φρίκην αυτήν. Πώς εσύ μπορείς να κοιμηθής ήσυχος; Η κραυγή των απεράντων αγωνιών με εμποδίζει ν' αναπαυθώ. Είναι πολύ, δεν ημπορώ να υποφέρω αυτήν την θέαν. Σήκω! Έλα μαζί μου εις την νύκτα έξω και άφησέ με να σου αποκαλύψω τους τάφους. Δεν είναι αυτό ένα δυσάρεστον θέαμα; Ιδέ!

Παρετήρησα. Και το αόρατον πρόσωπον, το οποίον πάντοτε μου έσφιγγε τη φούχτα, άνοιγε τους τάφους της ανθρωπότητος, και από καθένα έφευγεν η ασθενής και φωσφορίζουσα λάμψις της αποσυνθέσεως, εις τρόπον ώστε ήτο δυνατόν να ερευνήσω το βάθος των κρυφιωτέρων καταφυγίων . . . Και ιδού ότι παρετήρησα τα θαμμένα σώματα, εις τον σκοτεινόν και βασιλικόν ύπνον των, με συντροφιά το σκουλήκι. Αλλά αλλοίμονον! όσοι εκοιμώντο πραγματικά ήσαν πολύ ολίγοι, εκατομμύρια φορές ολιγώτεροι, από εκείνους που εκοιμώντο διά παντός. Και από το βάθος των απείρων τάφων, ιδού ότι ανέβαινεν από τα σάβανα μελαγχολική ψύχρα.

Και μεταξύ εκείνων που ανεπαύοντο ήσυχοι έβλεπα ότι πολλοί είχαν μετατεθή από την ασάλευτον και αδυσώπητον θέσιν που τους έδωσαν εις τον τάφον. Και η φωνή πάλιν μου είπε οιονεί ψιθυρίζουσα :

— Δεν είναι! ω! δεν είναι ένα θλιβερόν θέαμα!

Αλλά προτού να εύρω λέξεις διά ν' απαντήσω, τα φάντασμα έπαυσε να σφίγγη την παλάμην μου, η φωσφορική λάμψις έσβυσε, και οι τάφοι εκλείσθησαν και πάλιν με αιφνιδίαν βίαν, ενώ εσηκώνετο ένας θόρυβος απελπιστικών κραυγών που επανελάμβανε : «Δεν είναι, ω! δεν είναι ένα θέαμα αληθώς θλιβερόν!»

Εφιάλται, όπως αυτός, ερχόμενοι την νύκτα, παρέτειναν την τρομακτικήν επίδρασίν των και τας ώρας της αγωνίας μου. Τα νεύρα μου είχαν υπερβολικά ερεθισθή, καθιστάμενα υποχείρια μιας διαρκούς φρίκης.

Εδίσταζα ν' αναβώ εις το άλογο, να περιπατήσω και να επιχειρήσω άσκησιν που θα μου μετέβαλλε κατάστασιν. Πραγματικώς δεν ετολμούσα να παραδοθώ εις την τύχην ουδαμού, εάν δεν ήσαν παρόντες και εκείνοι που εγνώριζαν ότι ήμουν υποκείμενος εις μίαν καταληψίαν. Εφοβούμην μήπως πέσω εις μίαν από τας συνήθεις καταστάσεις και ταφώ τοιουτοτρόπως, προτού να διαγνώσουν την πραγματικήν μου κατάστασιν. Αμφέβαλλα διά τας περιθάλψεις, διά την πίστιν των μάλλον αγαπητών μου φίλων.