Part 7
Είμεθα ορθοί εις το χείλος ενός κρημνού. Αισθανόμεθα την άβυσσον και μας πιάνει ζαλάδα και ίλιγγος. Το πρώτον μας μελέτημα είναι ν' απομακρυνθώμεν από τον κίνδυνον. Αλλά χωρίς κανένα πιθανόν αίτιον παραμένομεν εις την θέσιν. σιγά-σιγά, και διαδοχικώς, η ζάλη μας, ο ίλιγγός μας και η φρίκη μας πυκνούνται εις το σκοτεινόν νέφος ενός αμνημονεύτου αισθήματος. Με διαβαθμίσεις μάλλον ανεπαισθήτους ακόμη, το νέφος αυτό λαμβάνει μίαν μορφήν, όπως ο ατμός επάνω από την φιάλην οπόθεν αναβρύει το πνεύμα των χιλίων και μιας αραβικών νυκτών. Αλλ' από το πνεύμα μας, εις το χείλος της αβύσσου βγαίνει μία μορφή επί μάλλον και μάλλον απτή και τρομερά και όλα τα πνεύματα και όλοι οι δαίμονες των παραμυθιών· και εν τούτοις δεν είναι παρά μία ιδέα, αλλά μία ιδέα τρομερά, μία ιδέα που παγώνει μέχρι του μυελού των οστέων σας, και σας υποβάλλει τας αγρίας ηδονάς της φρίκης. Απλούστατα είναι η σκέψις του τι θα αισθανθώμεν πίπτοντες από ένα τόσον μεγάλο ύψος. Και η πτώσις αυτή, η αιφνίδια εκμηδένισις, διά μόνην την αιτίαν ότι παράγεται απ' αυτήν το μάλλον οδυνηρόν και το μάλλον φρικώδες από όλα τα φρικώδη και όλα τα φοβερά οράματα του θανάτου και της θλίψεως, όσα ποτέ παρουσιάσθησαν εις την φαντασίαν μας — διά μόνην αυτήν την αιτίαν μας είναι επιθυμητή έκτοτε υπερβολικά. Και το γεγονός ότι η κρίσις μάς απομακρύνει από το χείλος της αβύσσου μας προσεγγίζει εις αυτήν με μεγαλυτέραν δύναμιν. Δεν υπάρχει πάθος εις την φύσιν σατανικώτερον και μάλλον ανυπόμονον από το πάθος ενός ανθρώπου, ο οποίος, ενώ φρικιά εις το χείλος μιας αβύσσου, ονειρεύεται να πέση εις αυτήν. Το να σκεφθώμεν τώρα, ή να προσπαθήσωμεν να σκεφθώμεν, έστω και μίαν στιγμήν, σημαίνει ότι θα καταστραφώμεν αναντιρρήτως, διότι η σκέψις μας πιέζει ν' αποφύγωμεν τον κίνδυνον, και αυτή αρκεί πάλιν να μας καταστήση ανικάνους. Εάν δεν ευρίσκεται εκεί ο βραχίων ενός φίλου να μας συγκρατήση, ή, εάν δεν προβώμεν αιφνιδίως εις μίαν προσπάθειαν οπισθοχωρήσεως, θα κρημνισθώμεν αυθωρεί και θα συντριβώμεν.
Αναλύοντες τας πράξεις αυτάς και όλας τας άλλας του αυτού είδους, θα παρατηρήσωμεν ότι προέρχονται μόνον εκ του πνεύματος &της διαστροφής&. Εννοούμεν ότι δεν πρέπει να τας πραγματοποιήσωμεν, και είναι ο μόνος λόγος διά τον οποίον τας πραγμαποιούμεν. Πέραν του λόγου αυτού δεν ημπορούμεν να εύρωμεν νοητόν νόμον και θα ημπορούμεν ανεπιφυλάκτως να θεωρήσωμεν την διαστροφήν αυτήν ως μίαν απ' ευθείας υποβολήν του βασιλέως του Άδου, εάν δεν υπήρχε βεβαιωμένον ότι είς τινας περιστάσεις γίνεται αύτη χάριν του καλού.
***
Ό,τι σας ανέπτυξα διεξοδικώς, σας το ανέπτυξα διά να μου επιτρέψετε οπωσδήποτε να σας απαντήσω εις το ερώτημά σας — να σας εξηγήσω διατί είμαι εδώ και να σας καταστήσω γνωστόν το τι δύναται επί του παρόντος να δικαιολογήση τα δεσμά αυτά, διά των οποίων τυραννούμαι, και την παρουσίαν μου εις το κελλί αυτό του καταδίκου. Άνευ των μακρών αυτών εξηγήσεων ή δεν θα με είχετε εννοήσει καθ' όλην την γραμμήν, ή μάλλον, όπως όλος ο κόσμος, θα με εκλάβετε ως τρελλόν.
Και ιδού σεις, διά ν' απαλλαγήτε ευκολώτερα από εμέ, θα με θεωρήσετε ότι είμαι ένα από τα άπειρα θύματα του δαίμονος της &διαστροφής&. Δεν υπάρχει άλλη πράξις που να εμελετήθη μάλλον επισταμένως. Επί εβδομάδας όλας, επί μήνας, εστάθμισα τους διαφόρους τρόπους προς πραγματοποίησιν της δολοφονίας αυτής Απεμάκρυνα πολλά σχέδια, διότι η εκτέλεσίς των ενείχεν έστω και έν ενδεχόμενον ανακαλύψεως. Μίαν ημέραν τέλος, όταν εδιάβαζα γαλλικά απομνημονεύματα, συνήντησα περίπτωσιν ασθενείας οιονεί θανατηφόρου, που επήλθεν εις μίαν κυρίαν Πιλώ, εξ αιτίας ενός τυχαίως δηλητηριώδους κηρίου. Αμέσως η ιδέα αυτή εδέσποσε της φαντασίας μου. Εγνώριζα ότι το θύμα μου είχε την συνήθειαν να μελετά κλινήρες. — Εγνώριζα εξ άλλου ότι το δωμάτιόν της ήτο πνικτικόν και κακώς αερισμένον. Αλλά δεν είναι ανάγκη να σας επιβαρύνω με ανωφελείς λεπτομερείας, ούτε να σας περιγράψω τα εύκολα στρατηγήματα διά των οποίων κατώρθωσα ν' αντικαταστήσω το κηρί του κηροπηγίου με άλλον ιδικόν μου. Την επαύριον πρωίαν εύρον το πρόσωπον νεκρόν εις το κρεββάτι, και η ιατροδικαστική γνωμάτευσις ήτο ότι: «απέθανεν από την επίσκεψιν του Θεού».
Εκληρονόμησα την περιουσίαν του και εκαλοπερνούσα επί πολλά έτη. Ούτε μίαν φοράν δεν επέρασεν από το μυαλό μου ότι ήτο δυνατόν ν' ανακαλυφθή το έγκλημα. Εξηφάνισα επιμελώς και τα υπόλοιπα του κηρίου. Δεν άφησα να υπάρχη ούτε η παραμικροτέρα σκιά υπονοίας, ούτε κατά φαντασίαν, ότι εγώ εδολοφόνησα την γυναίκα. Δεν ημπορεί να φαντασθή κανείς τι μεγάλο αίσθημα ικανοποιήσεως εβλάστανεν εις την καρδίαν μου όταν εφανταζόμην την τελείαν ευμάρειαν της καταστάσεώς μου. Επί πολύ ακόμη εσυνήθισα να ευχαριστούμαι εις το αίσθημα αυτό. Μου παρείχε μεγαλυτέρας ευχαριστήσεις από όλα τα υλικά καλά που το έγκλημα μού έγινεν η πηγή των. Αλλ' ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν η στιγμή όπου η ευχαρίστησις αυτή μετεβλήθη σχεδόν με ανεπαισθήτους βαθμούς εις μίαν τυραννικήν και διεστραμμένην σκέψιν, και η οποία με εκούραζε διότι με ηνώχλει. Μόλις μου επέτρεπε μίαν στιγμήν αναπαύσεως. Είναι πράγμα κοινότατον να έχωμεν τα αυτιά μας κουρασμένα ή μάλλον την μνήμην από ένα είδος βόμβου, ως αντήχησιν ενός αθλίου άσματος, ή κομματιού όπερας με χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Και η νευρική ταραχή δεν είναι μικροτέρα όταν το τραγούδι έχει μίαν ιδικήν του αξίαν, ή εάν το ύφος της όπερας έχη κάποιαν αξίαν.
Έτσι λοιπόν ήρχισα να μελετώ και εγώ την ευμάρειάν μου και να επαναλαμβάνω με χαμηλήν φωνήν την φράσιν αυτήν : «Δεν έχω τίποτε να φοβηθώ».
Μίαν ημέραν, όταν περιεφερόμην κατά μήκος των οδών, επρόφερα σχεδόν με υψηλήν φωνήν τας συνήθεις συλλαβάς. Με μίαν ασυνήθη ευστροφίαν τας επανέλαβα υπό νέαν μορφήν. Δεν έχω να φοβηθώ, — δεν έχω τίποτε να φοβηθώ — μάλιστα, — εφ' όσον δεν θα κάμω την ανοησίαν να καταγγελθώ εγώ ο ίδιος.
Μόλις απήγγειλα τας λέξεις αυτάς, οπότε ένοιωσα να μου περνά πάγος την καρδιά μου.
Είχα μορφώσει κάποιαν πείραν από τας εξάρσεις αυτάς της διαστροφής, αι οποίαι μ' εβασάνιζαν όταν επεχείρουν ν' αναλύσω την φύσιν, και δεν υπωπτευόμην καν ότι δεν θα ημπορούσα καθ' οιονδήποτε λόγον να κατανικήσω τας επιθέσεις των. Και ιδού ότι η πρόσκαιρος αυθυποβολή — το δυνατόν του να καταγγελθώ ο ίδιος — με συνώρευε με την σκιάν αυτήν του θύματός μου και με τραβούσε προς τον θάνατον. Πρώτα-πρώτα επεχείρησα ν' αποσείσω τον λήθαργον αυτόν. Ήρχισα να βαδίζω νευρικά — γρηγορώτερα — ταχύτερα ακόμη — και τέλος ήρχισα να τρέχω. Εδοκίμασα την καταστρεπτικήν ανάγκην να φωνάξω με όλας μου τας δυνάμεις. Κάθε επιδρομή νέας σκέψεως μου προσέθετε και νέους τρόμους. Διότι, αλλοίμονον, ήξευρα πολύ καλά ότι πάσα σκέψις, εις την κατάστασιν που ήμουν, εσήμαινε και την καταστροφήν μου. Σαν ένας τρελλός, επηδούσα από τους δρόμους γεμάτους από ανθρώπους. Τέλος οι διαβάται ετρόμαξαν και ήρχισαν να με καταδιώκουν. Καταλάβαινα τότε ότι η δυστυχία μου επλησίαζεν. Εάν ημπορούσα να ξεσχίσω την γλώσσαν μου θα το έκαμνα. Αλλά μία αγρία φωνή ήχησεν εις τα αυτιά μου, και ένα χέρι ακόμη αγριώτερον με άρπαξεν από τον ώμο. Εγύρισα πίσω, εζήτησα ν' αναπνεύσω και πάλιν. Μίαν στιγμήν υπέστην όλην την φρίκην του πνιγμού· έγινα τυφλός, κουφός, ανόητος· και μοι εφάνη ότι ένας δαίμων αόρατος μου έδινεν από πίσω μια γερή γροθιά. Το μυστικόν, που τόσον καιρόν ήτο κρυμμένον, εβγήκεν από την ψυχήν μου.
Φαίνεται ότι εξεφράσθην με μίαν πολύ καθαράν φωνήν, με ένα διαυγή τονισμόν, και με μίαν μεγάλην ταχύτητα, ωσάν εφοβούμην μήπως διακοπώ προ του τέλους της σύντομης διακηρύξεώς μου, αλλά και θεμελιώδους, αφού με έκαμνε λείαν του δημίου και του Άδου.
Όταν είπα παν ό,τι ήτο αναγκαίον διά να πείσω πληρέστατα την δικαιοσύνην, έπεσα με τα μούτρα χάμω, λιπόθυμος.
Αλλά διατί να είπω περισσότερα; Τώρα ιδού φορτωμένος αλυσίδες εις την φυλακήν αυτήν. Αύριον θα είμαι ελεύθερος. Αλλά πού;
Χοπ-Φρωγκ
Δεν εγνώρισα ποτέ πρόσωπον έχον μεγαλυτέραν από τον βασιλέα αυτόν κλίσιν εις τας απολαύσεις της φάρσας. Εφαίνετο ότι δεν ζη παρά διά να κάμνη φάρσας. Το να διηγηθή κανείς μίαν ιστορίαν του είδους αυτού, και να την διηγηθή μάλιστα καλώς, ήτο η ασφαλεστέρα οδός προς την εύνοιάν του.
Και ιδού πώς εφρόντιζε οι επτά υπουργοί του να είναι βαρυσήμαντοι άνθρωποι τόσο με υπουργικό ταλέντο, όσο και ως φαρσέρ. Όλοι ήσαν ζωηραί αντιγραφαί της Α. Μεγαλειότητος, τόσον διά το πλάτος των, την πολυσαρκίαν των και το ξύγκι των, όσον και διά τα αμίμητα ταλέντα των ως κωμικά πρόσωπα. Ότι πρέπει να είναι κανείς χονδρός διά να κάνη φάρσας, ή ότι να υπάρχη ίσως ωρισμένον το πάχος, το οποίον και μόνον διαθέτει διά την φάρσαν, ποτέ δεν ευρέθην εις κατάστασιν να το λύσω· αλλ' είναι πλέον ή βέβαιον ότι ένας λεπτοκαμωμένος farceur είναι ένα rara avis in terris.
Δι' ό,τι ανήκει εις τας λεπτάς υποχρεώσεις του κωμικού ο βασιλεύς δεν είχε καμμίαν σκοτούραν. Όσον διά την φάρσαν, την έκρινε περισσότερον διά το πλάτος, και ευχαριστείτο διά το μήκος της από έρωτα προς την τέχνην. Αι λεπτότητες τον εκούραζαν. Προτιμότερον ανάστημα εθεώρει τον Γαργαντούα του Ραμπελαί και τον Ζαντίκ του Βολταίρου, και υπεράνω όλων αι φάρσαι με δράσεις ήσαν προτιμότεραι κατά την αισθητικήν του παρά αι ευθυμολογίαι με λόγια.
Εις την εποχήν που αναφέρεται η ιστορία μου, οι επιστημονικοί γελωτοποιοί δεν ήσαν ακόμη τότε του συρμού. Πολλαί μεγάλαι «δυνάμεις» της Ευρώπης είχον ακόμη τους τρελλούς των, οι οποίοι έφερον ακόμη ενδύματα κεντημένα με κουδουνιστά βραχιόλια, και οι οποίοι έπρεπε να ήσαν πάντοτε έτοιμοι να παρέχουν αμέσως επίκαιρα σκώμματα ως αντάλλαγμα των δώρων, τα οποία έπιπτον από το βασιλικό τραπέζι.
Ο βασιληάς μας, αν και δεν είναι ανάγκη να το είπωμεν, είχε τον τρελλόν του. Είναι γεγονός δε, εάν κάποια ανάγκη του επέβαλλεν ένα είδος τρέλλας, ότι αύτη ήρχετο ως αντιστάθμισμα προς την βαρετήν σοφίαν των επτά σοφών του υπουργείου του — διά να εξαιρέσωμεν τον ίδιον. — Εν τούτοις ο τρελλός του, ο από μελέτης γελωτοποιός του, δεν ήτο άλλο παρά τρελλός. Η αξία του, στα μάτια του βασιληά, ετριπλασιάζετο από το παράστημά του που ήταν νάνο και καμπούρικο. Οι νάνοι την εποχήν αυτήν ήσαν τόσον κοινοί εις τας βασιλικάς αυλάς όσον και οι τρελλοί, και πολλοί μονάρχαι δεν ήξεραν πώς να περάσουν τας ημέρας των, τας ημέρας αυτάς που είναι, καθώς γνωρίζομεν, αισθητώς μακρότεραι εις την αυλήν παρά παντού αλλού — εάν δεν είχαν ένα γελωτοποιόν που να τους κάνη να γελάσουν, και ένα νάνον εις βάρος του οποίου να δύνανται να γελάσουν. Αλλά, όπως και άλλοτε είπα, συμβαίνει ενενήκοντα φοράς τοις εκατόν οι γελωτοποιοί να είναι πυγμαίοι, στρογγυλοί και ογκώδεις, και ως εκ τούτου διά τον ιδικόν μας βασιληά ήτο μοναδική ευκαιρία να ευχαριστήται να έχη ως Χοπ-Φρωγκ (το όνομα του τρελλού) ένα τριπλούν θησαυρόν εις ένα και μόνον πρόσωπον.
Συμπεραίνω εκ των προτέρων ότι το όνομα αυτό του Χοπ-Φρωγκ δεν εδόθη εις τον νάνον από εκείνους που τον εκράτησαν εις τα χέρια των κατά την βάπτισιν· το όνομα αυτό εδόθη με την καθολικήν ψήφον όλου του υπουργείου, διότι ήτο ανίκανος να βαδίζη όπως όλος ο κόσμος. Πραγματικώς ο Χοπ-Φρωγκ δεν μπορούσε να κινηθή εάν δεν έκαμνε μίαν απόπειραν κινήσεως — κάτι τι σχετικόν μεταξύ του πηδήματος και του πισοσυρμού — μίαν κίνησιν η οποία ήτο διά τον βασιλέα αστείρευτος πηγή ιλαρότητος και, φυσικά, μία αυτοπρόσωπος ευχαρίστησις, διότι (παρά το πλάτος και τον γελοίον σχηματισμόν του προσώπου του) ο μονάρχης αυτός εθεωρείτο δι' όλην την αυλήν ως τελείως διαμορφωμένος.
Αλλ' εάν ο Χοπ-Φρωγκ με τα κακοφτιασμένα ποδάρια του δεν μπορούσε να κινηθή παρά με μεγάλην δυσκολίαν και κόπον επάνω εις ένα δρόμον ή εις ένα σανιδόστρωτο, εφαίνετο ότι η φύσις ηθέλησε ν' ανταμείψη την ατέλειαν των κάτω μελών του με βραχίονας, των οποίων η γιγαντιαία δύναμις των μυών επέτρεπε να κάμνη γύρους μιας καταπληκτικής ευστροφίας όταν ευρίσκετο εμπρός εις τα δένδρα, ή εις σχοινία ή εις άλλο οιονδήποτε πράγμα όπου μπορούσε να σκαρφαλώση. Με τας τοιούτου είδους ασκήσεις ωμοίαζε περισσότερον με σκίουρον ή με πίθηκον παρά με ένα βάτραχον.
Δεν θα ημπορούσα να είπω ακριβώς από ποίαν χώραν ο Χοπ-Φρωγκ είλκε την καταγωγήν του. Θα ήταν μάλλον από κάποιαν βάρβαρον χώραν, περί της οποίας δεν ήκουσε κανείς να ομιλούν και η οποία έκειτο εις μακράν απόστασιν από την αυλήν του βασιλέως μας. Ο Χοπ -Φρωγκ και μία μικρά κόρη, μόλις ολιγώτερον νάνος από αυτόν, με αστείαν αναλογίαν και η οποία εχόρευε θαυμάσια, απεσπάσθησαν από τας πατρικάς των φωλεάς και απεστάλησαν εις τον βασιλέα, ως δώρον, από ένα των στρατηγών του, τέκνον της νίκης.
Κατόπιν των περιστάσεων αυτών δεν πρέπει να εκπλαγώ διά την στενήν οικειότητα των δύο αυτών αιχμαλώτων. Και πραγματικώς έγειναν μετ' ολίγον αφωσιωμένοι φίλοι. Ο Χοπ-Φρωγκ, ο οποίος δεν είχε μεγάλην υπόληψιν παρά τους απείρους γύρους που έκαμνε, δεν ήτο εις κατάστασιν να προσφέρη πολλάς υπηρεσίας εις την Τριπέτταν· αλλ' αύτη με την χάριν της και την υψηλήν καλλονήν της έγεινεν εξαιρετικά θαυμαστή και εκλεκτή· διά τον λόγον αυτόν είχε και μεγάλην επιρροήν και δεν παρέλειπε ποτέ να την μεταχειρίζεται όταν εδίδετο αφορμή προς όφελος του Χοπ-Φρωγκ.
Επί προβλέψει, δεν γνωρίζω ποίας μεγάλης ευκαιρίας, ο βασιλεύς απεφάσισε να δώση ένα μπαλ-μασκέ. Και κάθε φοράν, όταν μια μασκαράτα ή κάτι άλλο παρόμοιον συνέβαινε, δεν άφιναν ευκαιρίαν να κάμουν έκκλησιν προς το ταλέντο του Χοπ-Φρωγκ και της Τριπέττας. Ο Χοπ-Φρωγκ, προ παντός, ήτο πολύ εφευρετικός όταν επρόκειτο να διοργανώση θεάματα, να παρουσιάση πρωτοτύπους ρόλους και να κατασκευάση ενδυμασίας διά μπαλ μασκέ, τους οποίους δεν μπορούσαν να δώσουν χωρίς την συνεργασίαν του.
Η ωρισμένη νύκτα διά τον χορόν έφθασε. Μία πολυτελής αίθουσα εστολίσθη, υπό την επίβλεψιν της Τριπέττας, με όλους τους νεωτερισμούς τους δυναμένους ν' αυξήσουν την εντύπωσιν της μασκαράτας. Όλη η αυλή ήτο εις πυρετόν αναμονής. Διά τας ενδυμασίας και τα πρόσωπα, φαντάζεται κανείς ότι ο καθείς εξέλεξε την ιδικήν του. Πολλοί ωρίσθησαν διά τους ρόλους που θα έπαιζαν, μίαν εβδομάδα ή ένα μήνα προηγουμένως και πραγματικώς δεν υπήρχε καμμία αοριστία ως προς το ζήτημα αυτό, εξαιρέσει μόνον των όσα απέβλεπον αποκλειστικώς τον βασιλέα και τους επτά υπουργούς. Διατί εδίσταζαν; Δεν μπορώ να το είπω. Ίσως να ήτο και αυτό τρόπος ευθυμολογίας εκ μέρους των. Αλλά πιθανώτερον είναι ότι το λίπος επεβράδυνε την επινόησιν των ιδεών. Ολοένα ο χρόνος επέρνα, και διά τούτο ο βασιλεύς ως τελευταίον καταφύγιον εζήτησε την Τριπέτταν και τον Χοπ-Φρωγκ.
Όταν οι δύο μικροί φίλοι υπήκουσαν εις την πρόσκλησιν του βασιλέως, τον εύρον καθισμένον να πίνη κρασί με τα επτά μέλη του υπουργικού συμβουλίου· αλλ' ο μονάρχης εφαίνετο ότι ήτο απελπιστικά δύσθυμος. Εγνώριζεν ότι ο Χοπ-Φρωγκ εμίσει το κρασί, διότι το κρασί διήγειρε τα νεύρα του πτωχού καμπουράκου μέχρι τρέλλας, και η τρέλλα δεν έχει τίποτε το εξαιρετικώς ευχάριστον. Αλλ' ο βασιλεύς αγαπούσε τας χονδράς φάρσας, και δι' ατομικήν του ευχαρίστησιν έδωκε να πίη ο Χοπ-Φρωγκ . . . διά να τον «ευχαριστήση», όπως έλεγεν.
— Έλα εδώ, Χοπ-Φρωγκ, είπε, την στιγμήν που ο γελωτοποιός και η φίλη του εισήρχοντο εις την αίθουσαν· πίε αυτό το ποτήρι εις υγείαν των απόντων φίλων σου (εδώ ο Χοπ-Φρωγκ αναστέναξε) και κίνησε την φαντασίαν σου προς χάριν μου. Μας χρειάζονται πρόσωπα, πρόσωπα με χαρακτήρα, κάτι το ανέκδοτον και ανώτερον του συνήθους. Έχομεν αρκετά κουραστικήν μονοτονίαν από τους χορούς αυτούς. Έλα να πιής. Το κρασί θα σου φωτίση τας ιδέας.
Ο Χοπ-Φρωγκ προσεπάθησε, όπως εσυνήθιζε, ν' απαντήση αστεία εις την πρότασιν του βασιλέως, αλλά τούτο ήτο ανώτερον των δυνάμεών του. Τότε ήτο η επέτειος των γενεθλίων του πτωχού νάνου, και η διαταγή να πιή «στην υγεία των απόντων φίλων» έφερε τα δάκρυα εις τα μάτια του. Έπεσαν βαρειά και πικρά, αυτά τα δάκρυα, εις την κούπα που την έπαιρνε ταπεινά από το χέρι του τυράννου.
— Χα! χα! χα! είπεν ο τελευταίος χάσκοντας από τα γέλοια, ενώ ο νάνος άδειαζε την κούπα με δυστροπίαν. — Να και το αποτέλεσμα ενός ποτηριού από κρασί! Τα μάτια έγειναν σαν αστραπή!.
Τον καϋμένον διαβολάκον! τα μάτια του ήστραπτον περισσότερον παρά έλαμπον διότι το αποτέλεσμα του κρασιού εις τον διεγερμένον εγκέφαλον ήτο όχι μόνον έντονον, αλλά και απότομον. Αφήκε νευρικά την κούπα στο τραπέζι και επροχώρησε ανάμεσα από εκείνους που τον περιέβαλλον με ένα μάτι κατά το ήμισυ τρελλό. Όλοι εφαίνοντο ότι ευχαριστούντο διά την ευθυμίαν της Α. Μεγαλειότητος.
— Και τώρα διά τας υποθέσεις μας, είπεν ο πρωθυπουργός, ένα πολύ πρόστυχο υποκείμενο.
— Ναι, είπεν, ο βασιληάς, εμπρός, Χοπ-Φρωγκ, βοήθησέ μας. Πρόσωπα με χαρακτήρα, μικρό μου. Μας πρέπει χαρακτήρ εις όλους μας. Χα! χα! χα!
Και σαν να ήτο αυτό θαυμάσια λέξις, όλοι οι επτά εξηκολούθησαν εν χορώ τα γέλοια.
Ο Χοπ-Φρωγκ εγέλασεν επίσης, αν και σιγαλά, και με ένα ύφος όλίγον αφηρημένον.
— Εμπρός, εμπρός, είπεν ο βασιληάς με ανυπομονησία, δεν ευρίσκεις τίποτα να επινοήσης;
— Προσπαθώ να εύρω κάτι το ανέκδοτον, απήντησεν ο νάνος με αφηρημένον ύφος, διότι ήτο τελείως ζαλισμένος από το κρασί.
— Προσπαθείς, απήντησεν ο τύραννος με αγριότητα. Τι εννοείς με αυτό; Α, εννοώ! μελαγχολείς και σου χρειάζεται ακόμη κρασί. Εμπρός. Πιέ προς χάριν μου και αυτό.
Και αφού εγέμισεν ένα άλλο ποτήρι κρασί το έτεινε προς τον καμπούρην, ο οποίος ηρκέσθη να το παρατηρήση, σαν να μη το ήθελε.
— Πιέ, σου λέγω, εφώναξε το θηρίον, ή θα σε πάρουν όλοι οι διάβολοι . . .
Ο νάνος εδίσταζεν· ο βασιληάς έγεινε κατακόκκινος από λύσσαν. Οι κόλακες εγελούσαν με αρκετήν διάθεσιν. Η Τριπέττα, ωχρά ωσάν μια αποθαμένη, επροχώρησε προς την έδραν του βασιλέως, και γονατισμένη στα πόδια του τον παρεκάλεσε να λυπηθή τον φίλον της.
Ο τύραννος την παρετήρησε καλά επί τινας στιγμάς, προφανώς κατάπληκτος από μίαν τέτοιαν τόλμην. Εφαίνετο ότι δεν ήξευρε τι να είπη, ούτε τι να κάμη ούτε πώς να εύρη μίαν έκφρασιν ισοδύναμον με την οργήν του. Εις το τέλος, χωρίς να προφέρη μίαν συλλαβήν, την έσπρωξε με βίαν από κοντά του και της επέταξε κατάμουτρα το ποτήρι γεμάτο από κρασί.
Το πτωχό κορίτσι εσηκώθηκεν όπως ημπορούσε καλύτερα, και χωρίς να βγάλη ούτε ένα αναστεναγμόν, επήρε την θέσιν της εις τα κάτω της τραπέζης.
Επί ένα λεπτόν επεκράτησεν απόλυτος σιγή· θα ημπορούσα ν' ακούσω ένα φύλλο ή ένα φτερό που πέφτει. Η σιωπή αυτή διεκόπη από ένα υπόκωφον τριγμόν, αλλά τραχύν και παρατεταμένον, ο οποίος εφαίνετο ότι έβγαινεν από τας τέσσαρας γωνίας της αιθούσης.
— Τι; τι; γιατί κάμνεις αυτόν τον θόρυβον; ηρώτησεν ο βασιληάς στρεφόμενος με οργήν προς τον νάνον.
Ο νάνος εφαίνετο ότι συνήλθεν από την μεγάλην του μέθην, και παρετήρει τον τύραννον κατάμουτρα, ατενώς και ασφαλώς. Ξαναφώναξε:
— Εγώ; Εγώ; Πώς μπορώ να είμαι εγώ;
— Ο ήχος εφαίνετο πώς ήρχετο από έξω, παρετήρησεν ένας από τους αυλικούς. Φαντάζομαι πως θα ήτο ο παπαγάλος εις το παράθυρον, και εκτυπούσε το ράμφος του εις τα σιδηρά σύρματα του κλωβού του.
— Είναι αληθές, απήντησεν ο Μονάρχης, ωσάν ν' ανεκουφίσθη από την εξήγησιν αυτήν· αλλά, μα την ιπποτικήν τιμήν μου, θα ωρκιζόμην ότι ήτο αυτός εδώ ο αλήτης που έτριξε τα δόντια.
Τότε ο νάνος ήρχισε να γελά (ο βασιληάς αγαπούσε πάρα πολύ τα γέλοια ώστε να μη θέλη να εμποδίση και άλλον από του να γελά) δείχνοντας ένα στρατό από μακρούς οδόντας, δυνατούς και με πολύ τρομακτικήν θέαν. Εξ άλλον εβεβαίωσεν ότι θα πίη όσο ήθελαν κρασί. Ο μονάρχης ησύχασε, και ο Χοπ-Φρωγκ, αφού εκένωσε και άλλο ποτήρι, χωρίς να φανή δυσαρεστημένος, εισήλθεν αμέσως και με μεγάλην επιτηδειότητα εις τα σχέδια της μασκαράτας.
— Δεν θα ημπορούσα να βεβαιώσω πώς εσχηματίσθη αυτή η συσχέτισις των ιδεών, παρετήρησε με φρόνησιν, και σαν να μη είχε δοκιμάσει κρασί εις την ζωήν του, αλλ' &ακριβώς&, όταν η Μεγαλειότης σας εκτύπησε την μικράν και επέταξε κρασί εις τα μούτρα της, ακριβώς όταν η Μεγαλειότης σας έκανεν όλα αυτά, και ενώ ο παπαγάλος επροξένει τόσον θόρυβον από την άλλην πλευράν του παραθύρου, μου επανήλθεν εις το πνεύμα μου μία μοναδική ευχαρίστησις, ένα από τα αστεία της χώρας μας, που τα συνηθίζομεν ημείς πολλάκις εις τας μασκαράτας, τα οποία όμως θα περάσουν εδώ ως ανέκδοτα. Δυστυχώς θα έπρεπε για το παιγνίδι αυτό μια συντροφιά από οκτώ πρόσωπα, και . . .
— Αι καλά, αλλ' ημείς ήμεθα οκτώ, εφώναξεν ο βασιλεύς, υπερήφανος διά την λεπτήν οξυδέρκειάν του, διότι ανεκάλυψε την σύμπτωσιν αυτήν. Ήμεθα οκτώ, ακριβώς — εγώ και οι επτά υπουργοί μου. Εμπρός. Ποιο είναι το παιγνίδι αυτό;
— Το λέμε, απήντησεν ο καμπούρης, &οι οκτώ δεμένοι ουραγγουτάγκοι,& και είναι αλήθεια ένα παιγνίδι πολύ ευχάριστον όταν ξεύρουν να το παίξουν.
— Αυτό είναι δουλειά μας, είπεν ο βασιληάς, σηκώνοντας και χαμηλώνοντας τα φρύδια.
— Το ευχάριστον εις το παιγνίδι, συνέχισεν ο Χοπ-Φρωγκ, σύγκειται εις τον τρόμον που προξενεί εις τας γυναίκας.
— Τέλεια, εγέλασαν εν χορώ ο βασιλεύς και οι υπουργοί του.
— Θα σας μεταμφιέσω εγώ ο ίδιος ως ουρακουτάγκους, εξηκολούθησεν ο νάνος, μπορεί να βασισθήτε εις εμέ. Η ομοιότης θα είναι τόσον καταπληκτική, ώστε οι μασκαρεμένοι θα σας εκλάβουν ως πραγματικά ζώα και, φυσικά, θα τρομάξουν τόσον, όσον και θα εκπλαγούν.
— Να ένα θαυμάσιον πράγμα, εφώναξεν ο βασιληάς, είμαι ικανός να σε κάμω ένα άνθρωπον.
— Αι αλυσίδες φέρονται με τον σκοπόν ν' αυξήσουν την σύγχυσιν με τον θόρυβόν των. Θα υποτεθή ότι εξεφύγατε όλοι τους φύλακάς σας. Η Μεγαλειότης σας δεν δύναται να έχη μίαν ιδέαν του αποτελέσματος που θα έχη μία μασκαράτα από οκτώ ουραγγουτάγκους δεμένους, τους οποίους η πλειονότης των παρευρισκομένων θα εκλάβη ως πραγματικούς ουραγγουτάγκους και οι οποίοι θα εισέβαλλον με αγρίας φωνάς μέσα εις κοινωνίαν ανδρών και γυναικών με κομψά και πολυτελή ενδύματα. Η αντίθεσις θα είναι αμίμητος.
Πρέπει να γείνη αυτό, είπεν ο βασιληάς, και επειδή αργούσε το υπουργικόν συμβούλιον, εσηκώθηκε αποτόμως διά να προηγηθή εις την εκτέλεσιν του σχεδίου του Χοπ-Φρωγκ. Ο τρόπος της μεταμφιέσεως του ομίλου των ουραγγουτάγκων ήτο πολύ απλούς, αλλά και αρκετός διά τον προβλεπόμενον σκοπόν. Την εποχήν αυτήν τα περί ου ο λόγος ζώα ήσαν ολίγον γνωστά εις τα διάφορα μέρη του πεπολιτισμένου κόσμου και φυσικά, αφού ο νάνος θα τους έδινε μίαν όψιν αρκετά κτηνώδη και πολύ δυσειδή, ο νάνος εθεωρείτο απηλλαγμένος από τα καθήκοντα της πιστής απεικονίσεως εκ του φυσικού. Ο βασιλεύς και οι υπουργοί εκλείσθησαν κατά πρώτον εις υποκάμισα και πανταλόνια πολύ στενά. Έπειτα επασαλείφθησαν με κατράμι. Την στιγμήν αυτήν της εκτελέσεως, κάποιος από την παρέαν επρόβαλλε την ιδέαν να μεταχειρισθούν και φτερά· αλλ' η ιδέα αυτή απεκρούσθη διαρρήδην από τον νάνον, ο οποίος επρόλαβε να καταδείξη εις τα οκτώ πρόσωπα με αδρά επιχειρήματα ότι το δέρμα του ουραγγουτάγκου δύναται να το απομιμηθή ακριβέστερον μεταχειριζόμενος λινόν. Συνεπώς ένα στρώμα από λινάτσα ετέθη επάνω εις το κατράμι. Επρομηθεύθησαν κατόπιν μακράν αλυσίδα.
Την επέρασαν πρώτα-πρώτα εις το σώμα του βασιλέως και την έδεσαν· έπειτα εις τον κορμόν ενός άλλου κυρίου της παρέας, τον οποίον και έδεσαν ομοίως, κατόπιν δε και όλους τους άλλους, κατά τον αυτόν τρόπον. Όταν αι προετοιμασίαι αύται ετελείωσαν, τα πρόσωπα της παρέας, απομακρυνόμενα όσον είναι δυνατόν το ένα από το άλλο, εσχημάτισαν ένα κύκλον διά να δώσουν εις το πράγμα ένα φυσικώτερον ενδιαφέρον· ο Χοπ-Φρωγκ κατώρθωσε το επιπλέον της αλύσου να το περάση διαγωνίως εις τον κύκλον των αλυσοδέτων κατά την σημερινήν εν χρήσει μέθοδον εκείνων που δένουν χιμπατζήδες ή πιθήκους μεγάλου είδους εις το Βόρνεο.