Part 6
— Ω! Θεέ! ανέκραξε μετά τους στίχους τούτους η Λίγεια, στηριζομένη επί των ποδών της και τείνουσα σπασμωδικώς τους βραχίονας προς τον ουρανόν· δεν θα ηττηθή ποτέ ο κατακτητής ούτος; δεν είμεθα μέρος και μόριόν Σου; Τις λοιπόν γνωρίζει τα μυστήρια της βουλήσεως, ως την ισχύν αυτής; ο άνθρωπος ως εκ της αδυναμίας της βουλήσεώς του υπείκει εις τους αγγέλους και παραδίδεται καθ' ολοκληρίαν εις τον θάνατον.
Ταύτα ειπούσα, εξηντλημένη εκ της συγκινήσεως, αφήκε να καταπέσωσιν οι λευκοί της βραχίονες και επέστρεψεν εις την νεκρικήν της κλίνην. Την στιγμήν δε, καθ' ην έπνεε τα λοίσθια, ήκουσα να εξέρχεται από των χειλέων της συγκεχυμένος τις ψιθυρισμός, και τείνας το ους ήκουσα πάλιν τας τελευταίας λέξεις της περικοπής του Γλάνβιλ: «ο άνθρωπος ως εκ της αδυναμίας της βουλήσεώς του υπείκει εις τους αγγέλους και παραδίδεται καθ' ολοκληρίαν εις τον θάνατον».
Απέθανεν· εγώ δε, συντετριμμένος υπό λύπης και αδυνατών να υποφέρω την αποτρόπαιον μόνωσίν μου εν τη ηρειπωμένη εκείνη πόλει, αφ' ετέρου δε κατέχων εκ της Λιγείας σημαντικήν περιουσίαν, εζήτησα την ανακούφισιν επί τινας μήνας εις ανιαρά ταξίδια, έως ου εγκατέστην τέλος εις έρημον οίκημα, κείμενον επί τινος των πλέον ερήμων και ακαλλιεργήτων μερών της ωραίας Αγγλίας. Το εξωτερικόν του οικήματος τούτου ήτο εφθαρμένον και τα τείχη του εχλόαζον εκ της πολυκαιρίας· το εσωτερικόν όμως αυτού κατέγινα μετ' επιμονής όπως διακοσμήσω όσω το δυνατόν μεγαλοπρεπέστερον· την κλίσιν ταύτην είχα από παιδικής ηλικίας, ανεύρισκον δε ήδη αυτήν επί τη ελπίδι ίσως να διασκεδάσω τας θλίψεις μου.
Φευ! ηδύνατο ν' ανακαλύψη τις αρχάς παραφροσύνης εν εμοί, βλέπων τα μεγαλοπρεπή και φανταστικά παραπετάσματα, τα επιβάλλοντα αιγυπτιακά ανάγλυφα, τα αλλόκοτα έπιπλα, τα πλαίσια και τα επί των καταχρύσων ταπήτων παράδοξα αραβουργήματα! Το όπιον, εις ου την έξιν είχα από τινος παραδοθή, επενήργει, ώστε πάσα μου σκέψις ή πράξις να λαμβάνη την χροιάν των ονείρων, τα οποία μοι επέφερε. Παραλείπων την λεπτομερή αφήγησιν των τόσων άλλων μικρολογιών, θα περιορισθώ εις την περιγραφήν του κατηραμένου θαλάμου, εν ώ ωδήγησα την δευτέραν μου σύζυγον, την λαίδην Ροβέναν δε Τρεμαίν, ξανθήν και κυανόφθαλμον νεανίδα. Η διακόσμησις του νυμφικού εκείνου θαλάμου παραμένει εν πάση αυτής λεπτομερεία εις την μνήμην μου, και οσάκις την αναπολώ, μοι φαίνεται παράδοξον πώς οι γονείς της νέας απέβλεψαν εις μόνην την περιουσίαν μου και συνήνεσαν να εισέλθη η κόρη των ως νύμφη εις τοιούτον νυμφικόν θάλαμον. Η τεθλιμμένη μου μνήμη διατηρεί ζωηρότατα πάσας τας λεπτομερείας της διακοσμήσεως του παραδόξου εκείνου θαλάμου, αν και τόσα σημαντικά πράγματα διαφεύγωσιν αυτήν, εν ώ εν τη φανταστική πολυτελεία του θαλάμου δεν υπήρχε σύστημά τι ή αρμονία διά να δύναται η μνήμη να συγκρατή τας λεπτομερείας αυτής. Ο θάλαμος, αποτελών μέρος υψηλού και ως φρούριον ωχυρωμένου πύργου, ήτο πεντάγωνος και ευρύτατος, έν δε μόνον παράθυρον απετέλει όλην την δυτικήν πλευράν, καλυπτόμενον υπό μεγάλης υέλου, ης το θαμβόν χρώμα έρριπτεν εντός του θαλάμου ωχρόφαιον το φως του ηλίου ή της σελήνης. Υπεράνω αυτού εξετείνετο το δίκτυω του γηραιού κτήματος, συγκρατούμενον από του τείχους του πύργου. Η εκ μελανωπής δρυός και λίαν υψηλή οροφή του θαλάμου εσχημάτιζε θόλον και ήτο κεκοσμημένη διά των παραδοξοτέρων και φανταστικοτέρων κοσμημάτων, ρυθμού ημιγοτθικού και ημιδρυϊκού, από του κέντρου δε αυτής ανήρτητο διά χονδρής χρυσής αλύσεως λαμπτήρ επίσης χρυσούς, έχων σχήμα θυμιατηρίου, διά των αλλοκότων κεντημάτων του οποίου εξεχέετο ποικιλόχρουν φως. Διάφορα μέρη του θαλάμου ήσαν επιστρωμένα διά σπανίων ανατολικών σοφάδων, πολλαχού δε έκειντο λυχνίαι ανατολικού ρυθμού· η νυμφική κλίνη κατά τον ινδικόν ρυθμόν, χαμηλή και εκ γεγλυμμένου ξύλου εβένου, έφερεν ύπερθεν καταπέτασμα, όμοιον προς νεκρικήν σινδόνην. Αλλ' ό,τι κυρίως εξέπλησσε την φαντασίαν ήσαν, φευ! τα παραπετάσματα, άτινα εκάλυπτον καθ' ολοκληρίαν τα τεράστια εκείνα τείχη· το ύφασμα αυτών ήτο χρυσούν και βαρύτιμον λίαν, φέρον ακανονίστως μορφάς αλλοκότους, αι οποίαι ήλλασσον διαφόρους όψεις, αναλόγως του μέρους ένθα ίστατο ο παρατηρών. Ούτω, μόλις εισήρχετό τις, παρίσταντο αύται προ των ομμάτων του ως μορφαί τερατώδεις, εφ' όσον όμως προυχώρει, μετεβάλλοντο βαθμηδόν, ούτως ώστε ο θεατής, αλλάσσων θέσεις, έβλεπεν εαυτόν περιστοιχούμενον υπό σωρείας μυσαρών μορφών, ομοίων προς τα δημιουργήματα της δεισιδαιμονίας του Βορρά· σφοδρόν δε ρεύμα αέρος, εισερχόμενον τεχνηέντως διά του τοίχου όπισθεν των παραπετασμάτων, επέτεινε την φαντασμαγορίαν, παρέχον εις το όλον εμψύχωσιν τρομακτικήν και αποτρόπαιον. Τοιούτος ο θάλαμος, όπου διήνυσα τον πρώτον μήνα του γάμου μετά της δευτέρας μου συζύγου. Ουδόλως αμφέβαλλον ότι η σύζυγός μου Ροβένα εφοβείτο το άγριον ύφος μου, ότι με απέφευγε και ελαχίστην έτρεφε προς με αγάπην, αλλά τούτο με ηυχαρίστει. Την εμίσουν ως δαίμων μάλλον ή άνθρωπος, η δε μνήμη μου ενετρύφα αενάως εις την αναπόλησιν της προσφιλούς μοι Λιγείας, της σεβαστής και ωραίας νεκράς μου. Εβυθιζόμην εις αρρήτους απολαύσεις διά των αναμνήσεών μου, των αναμνήσεων της αγνότητος, της σοφίας και του περιπαθούς έρωτος.
Εφλεγόμην δι' αυτήν υπό πάθους σφοδροτέρου ίσως του ιδικού της, εν στιγμαίς μάλιστα διεγέρσεως, επερχομένης μοι εκ της χρήσεως του οπίου· την εκάλουν μεγαλοφώνως διά του ονόματός της εν τη σιγή της νυκτός και εις τα σκιερά καταφύγια των κοιλάδων κατά την ημέραν, ωσανεί διά της αγρίας ταύτης ενεργείας του σφοδρού μου πάθους έμελλον να την επαναφέρω εις την ζωήν, εξ ης είχεν απέλθει· διά παντός αρά γε; αλλ' ήτο δυνατόν; Κατά τας πρώτας ημέρας του δευτέρου από του γάμου ημών μηνός η λαίδη Ροβένα προσεβλήθη υπό αιφνιδίας νόσου, διαρκεσάσης εφ' ικανόν, κατά τας δεινάς δε νύκτας του πυρετού εις λήθαργον διατελούσα παρελήρει, ομιλούσα περί ήχων και κινήσεων, ους ήκουεν αορίστως εν τω δωματίω, αλλά δεν προσείχα εγώ, αποδίδων τους λόγους της εις την εκ του πυρετού σύγχυσιν των ιδεών της και κυρίως εις την φαντασμαγορικήν επίδρασιν του θαλάμου. Μετά καιρόν τέλος ανέρρωσεν. Αλλά δεν παρήλθε πολύ χρόνος και νέα πάλιν προσβολή, σφοδροτέρα της πρώτης, έρριψε την Ροβέναν εις την θλιβεράν εκείνην κλίνην, και έκτοτε η σύζυγός μου, ούσα φύσει αδυνάτου κράσεως, δεν κατώρθωσε πλέον ν' ανακτήση την προτέραν υγείαν· ο χαρακτήρ του νοσήματος εγίνετο οσημέραι επιφοβώτερος, χωρίς να δύνανται οι ιατροί να παράσχωσι την παραμικράν βοήθειαν, και τέλος κατέστη τούτο χρόνιον, ενώ ταυτοχρόνως ήρχισε να προάγεται εν αυτή και νευρικός ερεθισμός, βαθμηδόν επιτεινόμενος, εξ ου τα κοινότερα των πραγμάτων τη είχον καταστή αντικείμενα τρόμου. Ωμίλει ήδη συχνότερον και μετά πλειοτέρου πείσματος περί ελαφρών κρότων και αλλοκότων κινήσεων επί των παραπετασμάτων, και έλεγεν ότι ταύτα ήσαν η κυρία αιτία του νοσήματός της. Νύκτα τινά μοι εζήτησε μετά περισσοτέρας ζωηρότητος να επιστήσω την προσοχήν μου επί των αφορήτων κρότων, οίτινες την συνετάρασσον· αφυπνίζετο εξ ύπνου ταραχώδους και, ημιεγερθείσα επί της κλίνης, μοι ωμίλει ταπεινοφώνως περί κρότων, ους δεν ηδυνάμην ν' ακούσω, περί κινήσεων, ας δεν ηδυνάμην να ίδω, καθ' ην στιγμήν εγώ, εξηπλωμένος επί τινος παρά την κλίνην της διβανίου, εξήταζα, κατεχόμενος υπό της αγωνίας αορίστου τρόμου, την αλλοίωσιν της ισχνής της φυσιογνωμίας. Ο άνεμος έπνεε σφοδρός όπισθεν των παραπετασμάτων και εδοκίμασα να πείσω την ασθενή, μολονότι εγώ κατά βάθος εδίσταζα, ότι οι ανεπαίσθητοι ήχοι και αι αλλοιούμεναι μορφαί εν τω παραπετάσματι προήρχοντο εκ του όπισθεν πνέοντος ανέμου· η θανάσιμος όμως ωχρότης του προσώπου της με έπεισεν ότι μάτην προσεπάθουν να την εγκαρδιώσω. Εφαίνετο ότι έμελλε να λιποθυμήση, εγώ δ' έσπευσα να λάβω από του παρακειμένου θαλάμου φιαλίδιον ελαφρού οίνου, συστηθέντος υπό των ιατρών. Αλλ' ενώ διηρχόμην υπό το φως του λαμπτήρος εξεπλάγην ένεκα δύο αλλοκότων περιστατικών· ησθάνθην δηλαδή εγγίζον με ψηλαφητόν τι ελαφρώς αλλ' αόρατον ον, και ταυτοχρόνως είδα επί του τάπητος, ακριβώς επ' αυτού του κέντρου του φαεινού κύκλου, ον διέγραφεν επί τούτου το φως του λαμπτήρος, ασθενή και αόριστον σκιάν, ωραιοτάτου τύπου, την οποίαν μόνον ως σκιάς σκιάν ηδύνατό τις να εκλάβη. Διατελών όμως υπό την επίδρασιν του οπίου, ολιγίστην προσοχήν έδωκα, εις δε την Ροβέναν ουδ' ανέφερα περί αυτού.
Λαβών την φιάλην, επέστρεψα παρά τη συζύγω μου και έφερα εις τα χείλη της κύπελλον πλήρες οίνου, όπερ αύτη, συνελθούσα ήδη, εκράτησε διά των ιδίων χειρών, έπειτα δε εξηπλώθην πάλιν επί του σοφά και προσήλωσα το βλέμμα επ' αυτής.
Αίφνης τότε ήκουσα ευκρινώς ελαφρόν κρότον βημάτων επί του τάπητος και προς το μέρος της κλίνης· πάραυτα δε, ενώ η Ροβένα έφερε τον οίνον εις τα χείλη, είδα — ενδεχόμενον να ήτο πλάσμα της φαντασίας μου — είδα να πίπτωσιν εντός του κυπέλλου, ως από αοράτου πηγής, τρεις ή τέσσαρες σταγόνες υγρού διαυγούς και κοκκινωπού. Τας είδα, αλλ' εκείνη δεν τας είχεν ίδει, και έπιε τον οίνον αδιστάκτως, εγώ δε απεσιώπησα το συμβεβηκός, όπερ, μολονότι είχα ίδει εναργώς, εθεώρουν ως προϊόν φαντασίας εξημμένης, ης την νοσηράν ενέργειαν επέτεινον οι τρόμοι της συζύγου μου, το όπιον και η νυκτερινή ώρα. Ευθύς εν τούτοις ως η σύζυγός μου έπιεν, η κατάστασίς της εχειροτέρευσε καταπληκτικώς, την τρίτην δε νύκτα μετά το γεγονός οι υπηρέται προητοίμαζον τα του ενταφιασμού της· εγώ τότε, όλως μόνος προ του σαβανωμένου πτώματος της Ροβένας εντός του φανταστικού εκείνου θαλάμου, ενόμιζα — ίσως τούτο ήτο όνειρον προελθόν εκ του οπίου ότι αλλόκοτοι μορφαί συνεστρέφοντο ως σκιαί περί εμέ. Περιέφερα ανήσυχος το βλέμμα επί των μορφών του παραπετάσματος και των ποικιλοχρόων φώτων του λαμπτήρος, ζητών δε ν' αναπολήσω τα συμβάντα της παρελθούσης νυκτός, διηύθυνα κατά τύχην το βλέμμα επί του σημείου, ένθα είχα ίδει την σκιάν, αλλά δεν εύρον πλέον αυτήν εκεί, και, ανακουφισθείς ολίγον, έρριψα πάλιν το βλέμμα επί της εν τη κλίνη ωχράς και επιβαλλούσης μορφής· ησθάνθην τότε κυριευούσας με πληθύν αναμνήσεων της Λιγείας μου και την καρδίαν μου πλημμυρούσαν, με ορμήν παλιρροίας, υπό του αρρήτου άλγους, το οποίον επίσης με είχε καταλάβει και επί τω θανάτω εκείνης. Η νυξ προυχώρει και εγώ, κατεχόμενος υπό πικροτάτων σκέψεων, ων αντικείμενον είναι εκείνη, η μοναδική μου υπερτάτη λατρεία, έμενα με το βλέμμα προσηλωμένον επί του πτώματος της Ροβένας. Θα ήτο περίπου μεσονύκτιον, ότε αίφνης διέκοψε τους ρεμβασμούς μου λυγμός τις, ταπεινός και ελαφρός, αλλά λίαν ευδιάκριτος, από της νεκρικής κλίνης. Έτεινα το ους κατεχόμενος υπό της αγωνίας δεισιδαίμονος τρόμου, αλλ' ο κρότος είχε παύσει. Παρετήρησα το πτώμα μετ' επιμονής, αλλ' ουδέ την ελαχίστην κίνησιν ηδυνάμην να διακρίνω επ' αυτού. Εν τούτοις ήμην βέβαιος ότι δεν ηπατήθην. Είχα ακούσει εναργέστατα και εν πλήρει συναισθήσει εμαυτού. Συνεκέντρωσα λοιπόν μετά πείσματος την προσοχήν μου επί του πτώματος, και τω όντι διέκρινα καθαρώς ασθενέστατον και μόλις ορατόν ερύθημα, ανελθόν επί των παρειών της, και τας φλέβας των βλεφάρων της εξογκουμένας. Πιεζόμενος υπό απεριγράπτου φρίκης και τρόμου, ησθάνθην την καρδίαν μου συγκοπτομένην και τα μέλη του σώματος μου απονεκρούμενα· αλλ' επί τέλους ανέλαβα το θάρρος μου, σκεφθείς ότι η Ροβένα έζη και ότι ηπατήθην εκλαβών αυτήν ως αποθανούσαν, πάραυτα δε επεμελήθην κατά καθήκον όπως την επαναφέρω εις την ζωήν· επεδόθην δε εις τούτο όλως μόνος, διότι, μη έχων υπηρέτας πλησίον μου, δεν ηδυνάμην και να τους καλέσω, επειδή ουδ' επί στιγμήν ενόουν να ανέλθω εκ του θαλάμου, η δε φωνή μου δεν έφθανε μέχρι των δωμάτων των. Μετ' ου πολύ όμως το πτώμα επανήλθε και πάλιν εις την προτέραν του κατάστασιν, την επί των παρειών χροιάν αντικατέστησεν ωχρότης πλέον ή μαρμαρίνη, τα χείλη συνεσφίγχθησαν και ερρικνώθησαν νεκρικώς, εφ' όλου δε του σώματος διεχύθη θανάσιμος ψυχρότης. Ερρίφθην πάλιν φρικιών επί του διβανίου και αφέθην εις τας προτέρας μου περί Λιγείας ονειροπολήσεις. Μία ώρα διέρρευσεν ούτως, ότε αίφνης ακούω εκ νέου αόριστον κρότον επί της κλίνης. Έτεινα το ους μεθ' υπερτάτου φόβου. Ο κρότος προήρχετο εκ στεναγμού. Και πάλιν ώρμησα προς το πτώμα και είδα, είδα καθαρώς τα χείλη αυτού συσπώμενα, μετ' ου πολύ δε χαλαρωθέντα και αποκαλύψαντα λαμπράν σειράν μαργαριτωδών οδόντων. Η έκστασις και ο βαθύς τρόμος επάλαιον ήδη εν τω πνεύματί μου· η όρασίς μου εσκοτίσθη και το λογικόν με εγκατέλιπε, μόλις δε μετ' επίμονον αγώνα κατώρθωσα ν' ανακτήσω το θάρρος και να παράσχω συνδρομήν, την οποίαν εκ νέου ήδη μοι επέβαλλε το καθήκον. Το μέτωπον, αι παρειαί και ο λαιμός είχαν προσλάβει ελαφράν χροιάν ζωής, δι' όλου δε του σώματος εκυκλοφόρει θερμότης επαισθητή και η καρδιακή χώρα ανεκινείτο αδιοράτως υπό ελαφρών παλμών. Η σύζυγός μου έζη· και μετά πλειοτέρας ήδη ζέσεως προσεπάθουν να την αναστήσω εξ ολοκλήρου. Τη προσέτριψα τας χείρας και τους κροτάφους, και μετήλθα παν ό,τι εκ πείρας και εκ πολυαρίθμων ιατρικών μελετών εγνώριζα, αλλά μάτην· το ερύθημα και οι παλμοί και πάλιν εξηφανίσθησαν, τα χείλη ανέλαβον την προτέραν νεκρικήν έκφρασιν και εν μια στιγμή αποκατέστη και πάλιν επί του πτώματος η παγετώδης του θανάτου ψυχρότης, και προσέλαβεν ήδη τούτο τα χαρακτηριστικά σώματος προ πολλού ενταφιασθέντος. Και εγώ εβυθίσθην εκ νέου εις τας περί Λιγείας ονειροπολήσεις μου, ότε και πάλιν — βεβαιωθήτε ότι ακόμη φρικιώ ενώ χαράττω τας γραμμάς ταύτας — προσέβαλε το ους μου λυγμός από της κλίνης προερχόμενος. Αλλά τίνι τρόπω να εκθέσω τους ανεκφράστους τρόμους της νυκτός εκείνης; ν' αφηγηθώ ποσάκις αλλεπαλλήλως μέχρι της χαραυγής επανελήφθη το αποτρόπαιον δράμα της αναστάσεως, ήτις απέληγε πάντοτε εις θάνατον βεβαιότερον και πλέον ανεπανόρθωτον; ή να είπω ότι εκάστη αυτής νέα αγωνία ωμοίαζε προς πάλην κατ' αοράτου αντιπάλου, ης αποτέλεσμα ήτο νέα παράδοξος αλλοίωσις της φυσιογνωμίας του πτώματος;
Είχεν ήδη παρέλθει το πλείστον της φοβεράς νυκτός, ότε, Θεέ μου! — ήτο πραγματικόν ό,τι έβλεπα! — ότε το πτώμα εκ νέου ανεκινήθη, την φοράν δε ταύτην μετά πλειοτέρας ζωηρότητος, καίτοι αναλαμβάνον από βεβαιοτέρου και φρικωδεστέρου θανάτου. Αφ' ικανής ήδη ώρας εκοιτόμην ακίνητος επί του σοφά, καταβιβρωσκόμενος υπό των σφοδροτέρων συγκινήσεων, η ελαχίστη των οποίων ήτο υπέρτατος τρόμος. Το πτώμα, είπα, ανεκινήθη εκ νέου· το ερύθημα ανήρχετο επί του προσώπου μετά παραδόξου ενεργείας, τα μέλη εχαλαρούντο και, μολονότι τα πάντοτε κλειστά βλέφαρα και αι νεκρικαί ταινίαι παρίστων την Ροβέναν ως νεκράν, εφανταζόμην ότι η σύζυγός μου είχεν ήδη εντελώς αναβιώσει, Αλλ' ό,τι απλώς είχα φαντασθή είδα αυτό μετ' ου πολύ πραγματοποιούμενον, ότε η Ροβένα τυλιγμένη διά του σαβάνου ηγέρθη και, ταλαντευομένη, με βήμα ασθενές και τους οφθαλμούς κλειστούς, ως άνθρωπος διατελών εν ονείρω, προέβη μετά θάρρους εν τω μέσω του θαλάμου. Δεν ετρόμαξα, δεν εκινήθην καθόλου· σμήνος ανεκφράστων σκέψεων, παραχθεισών εν εμοί εκ της θέας του ύφους, της στάσεως και του βαδίσματος του φάσματος, εισέρρευσαν με ορμήν εν τω εγκεφάλω μου, με παρέλυσαν, με απελίθωσαν, Την εθεώρουν ακίνητος, ενώ επί των σκέψεών μου εβασίλευε παράφορος αταξία και ανήσυχος ταραχή. Ήτο αρά γε αύτη η ζώσα Ροβένα; ήτο πράγματι αύτη; η ξανθή και κυανόφθαλμος Ροβένα; Αλλά διατί, ναι, διατί ν' αμφιβάλλω περί τούτου; το στόμα, το οποίον ακόμη συνέσφιγγεν η νεκρική ταινία, πώς ήτο δυνατόν να μη ήτο το στόμα της; και αι παρειαί της, ναι, ήσαν ακριβώς αι ρόδιναι παρειαί της· και ο πώγων με τους λακκίσκους; Αλλ' είχε λοιπόν το ανάστημά της αναπτυχθή κατά την διάρκειαν της νόσου της; Επί τη σκέψει ταύτη κατεκυριεύθην πάραυτα υπό απεριγράπτου παραφοράς, και δι' ενός πηδήματος ευρέθην έμπροσθεν της, εκείνη όμως ωπισθοχώρησε, μόλις την επλησίασα, και αποκαλύψασα την κεφαλήν της από του σαβάνου αφήκε να καταπέση ατάκτως μακρά και άφθονος κόμη, κόμη μελανωτέρα της ως το πτέρωμα του κόρακος μαύρης του μεσονυκτίου ώρας. Και τότε ήρχισε ν' ανοίγη βραδέως, βραδέως τους οφθαλμούς.
— Α! Ανεκραύγασα, δεν απατώμαι πλέον! Είναι οι σχιστοί οφθαλμοί, οι μαύροι και παράδοξοι οφθαλμοί του απολεσθέντος έρωτός μου, της λαίδης, &της λαίδης Λιγείας!!&
Ο δαίμων της διαφθοράς
Εις την σπουδήν των ιδιοτήτων και των τάσεων, των πρώτων ελατηρίων της ανθρωπίνης ψυχής, οι φρενολόγοι παρέλειψαν να περιλάβουν μίαν φυσικήν κλίσιν, η οποία αν και υπάρχη εναργέστατα, αλλ' όμως ελησμονήθη ακόμη και από όλους τους ηθικολόγους, οι οποίοι προηγήθησαν των φρενολόγων. Η ατασθαλία του λογικού μας υπήρξεν αιτία της παραλείψεως. Το να έχωμεν αφήσει την ύπαρξίν της να κρύπτεται από τα μάτια μας, τούτο προέκυψεν από έλλειψιν πίστεως — πίστεως εις την αποκάλυψιν ήτοι εις την μαγείαν — να έχωμεν πίστιν, ότι θα εννοήσωμεν από εδώ την πίστιν εν τη αποκαλύψει, είτε την πίστιν εν τη μαγγανεία.
Η ιδέα δεν παρουσιάσθη ποτέ εις το πνεύμα μας εξ αιτίας του περιττεύοντος χαρακτήρος ον έχει η τάσις αυτή, η κλίσις αυτή δεν ανταπεκρίνετο εις καμμίαν ανάγκην τίποτε δεν μας επέτρεπε λοιπόν να την θεωρώμεν ως αναγκαίαν· αν η γνώσις του πρώτου ελατηρίου επεβάλλετο αφ' εαυτής, δεν θα κατορθώναμεν όμως ούτε θα κατορθώσωμεν μέχρι σήμερον να εννοήσωμεν κατά ποίον τρόπον θα ημπορούσε να χρησιμεύση εις τους σκοπούς μας. Είτε προσκαίρως είτε αιωνίως εις τους σκοπούς της ανθρωπότητος. Δεν ημπορεί ν' αρνηθή κανείς ότι η φρενολογία, όπως επίσης κατά το πλείστον και πάντα τα συστήματα της μεταφυσικής, διετυπώθη κατά την μέθοδον του εκ των προτέρων συλλογισμού. Ο άνθρωπος που σκέπτεται διά τον νουν ή τον λόγον — περισσότερον από τον άνθρωπον που περιορίζεται να εννοή και να παρατηρή — προσπαθεί να φαντασθή από παντού τα σχέδια του Θεού, και να του αποδώση σκέψεις.
Αφού αντελήφθη καλά τας προθέσεις του Ιεχωβά, κατασκευάζει επ' άπειρον συστήματα διά την φύσιν του πνεύματος. Όσον διά την φρενολογίαν, παραδείγματος χάριν, έχομεν κατά πρώτον λόγον καθορίσει — όπως είναι εξ άλλου φυσικόν — ότι η πρόθεσις της προνοίας ήτο να τρώγη ο άνθρωπος. Εδώκαμεν λοιπόν εις τον άνθρωπον έν όργανον τροφής, και το όργανον αυτό είναι το μαστίγιον με το οποίον ο Θεός αναγκάζει τον άνθρωπον να τρώγη, είτε θέλει, είτε δεν θέλει.
Η δευτέρα μας ανακάλυψις απέδιδεν εις τα σχέδια του Θεού και τον σκοπόν που είχε διά τον άνθρωπον προς διαιώνισιν του είδους του, και κατά πλειονοψηφίαν σχεδόν, εύρομεν εις τον σκοπόν αυτόν την έδραν πάσης συμπαθείας· και ούτω καθεξής διά την βιοπάλην, την ιδεολογίαν, την δημιουργικότητα· κάθε όργανον με μια λέξι ανταπεκρίνετο είτε εις ένα ηθικόν ένστικτον, είτε εις επιτηδειότητα καθαρώς πνευματικήν. Και εις την τοιαύτην κατανομήν των νόμων της ανθρωπίνης δράσεως, οι μαθηταί του Σπουρτσχάιμ αδίκως ή παραλόγως, γενικώς ή ειδικώς, δεν έκαμαν άλλο παρά ν' ακολουθήσουν, τουλάχιστον κατ' αρχήν, τα ίχνη των προηγουμένων των, καθορίζοντες κάθε σημείον εξ υπαγωγής κατά την ιδέαν μιας εκ των προτέρων γνωστής μοίρας των ανθρώπων, και λαμβάνοντες ως βάσιν τους σκοπούς του Δημιουργού.
Φρονιμώτερα και ασφαλέστερα θα ήτο να θεμελιώσουν την ταξινόμησιν αυτήν (εάν και πάλιν είναι αναγκαία η τάξις) επί του γεγονότος ότι πολλαί πράξεις του ανθρώπου προέρχονται εκ συνηθείας, καί τινες άλλαι είναι εξαιρετικαί, και μόνον εξαιρετικαί, αντί να την θεμελιώσουν επί της ιδέας, ότι η θεότης προέγραψεν εκ των προτέρων την εκπλήρωσιν των γεγονότων τούτων. Εάν δεν δυνάμεθα να μάθωμεν τον Θεόν εις τα ορατά του έργα, τι θα κάμωμεν διά τα ανεξιχνίαστα σχέδιά του τα οποία προκαλούν εις την ζωήν αυτά ταύτα τα έργα; Εάν δεν δυνάμεθα να εισχωρήσωμεν εις τα αντικειμενικά του έργα, πώς θα εγνωρίζαμεν τας υποκειμενικάς διαθέσεις του και τας φάσεις της δημιουργίας του;
Εάν μετεχειρίζοντο την επαγωγήν, δηλαδή την μέθοδον εκ των υστέρων, οι φρενολόγοι θα παρεδέχοντο ως έμφυτον και κύριον νόμον της ανθρωπίνης δράσεως κάτι το παράδοξον, το οποίον θα το ωνομάζαμεν &διαστροφήν&, εκτός εάν υπάρχη και άλλη λέξις η οποία χαρακτηρίζει καλύτερα την σκέψιν μου. Με την σημασίαν που αντιλαμβάνομαι την λέξιν αυτήν, φανερώνει αύτη πραγματικώς ένα ελατήριον άνευ αιτίου, ένα αίτιον στερούμενον αιτίας. Σύμφωνα με την υποβολήν εργαζόμεθα χωρίς καταληπτόν σκοπόν, ή άλλως διότι τα λόγια αυτά θα φανούν αναμφιβόλως αντικρουόμενα ημπορώ να μεταβάλω την πρότασιν δίδων τοιαύτην μορφήν: Σύμφωνα με την υποβολήν εργαζόμεθα διά μόνον το αίτιον άνευ ουδενός σκοπού. Θεωρητικώς δεν υπάρχει λόγος μάλλον άλογος. Αλλά πρακτικώς, τίποτε δεν είναι ισχυρότερον. Μερικά πνεύματα εις μερικάς περιστάσεις είναι απολύτως αδύνατα ν' αντισταθούν. Το γεγονός ότι αναπνέω δεν είναι δι' εμέ ακριβέστερον από αυτό: η αλήθεια είναι ότι μία οιαδήποτε πράξις, ένα κακόν ή ένα σφάλμα είναι πολλάκις η μόνη και αναντίρρητος δύναμις, η οποία μας ωθεί, και η οποία μόνη μας ωθεί εις την εκπλήρωσιν. Και αυτή η βιαία τάσις διά να κάμωμεν το κακόν από την αγάπην προς το κακόν δεν δέχεται την ανάλυσιν ή την αποσύνθεσιν εις δευτερεύοντα στοιχεία. Είναι ένα ελατήριον, ριζικόν, κύριον, — στοιχειώδες. Δεν θα παραλείψω να προσθέσω ότι, εάν η ιδική μας επιμονή προς ωρισμένην δράσιν προέρχεται εκ του ότι αισθανόμεθα ότι η επιμονή μας αύτη είναι ένοχος, η διαγωγή μας τότε είναι απλή μεταβολή των συνηθειών μας συνεπεία φρενολογικής διαμάχης. Αλλ' αρκεί μία στιγμή ν' αποκαλύψωμεν το ψεύδος της ιδέας αυτής. Η κατά φρενοπάθειαν πολεμικότης έχει ως κύριον λόγον την ανάγκην της αμύνης, οία είναι προφύλαξίς μας, λόγου χάριν, κατά του αδίκου . . . Ο νόμος ούτος αφορά αποκλειστικώς την ιδικήν μας βελτίωσιν και την επιθυμίαν προς αυτήν. Έπεται λοιπόν ότι και η επιθυμία της βελτιώσεως θα τροποποιήται εκ παραλλήλου με πάντα άλλον νόμον ο οποίος δεν θα ήτο άλλο τι ειμή μία παραλλαγή της φρενοπαθούς πολεμικότητος. Αλλ' εις την περίστασιν αυτήν, την οποίαν χαρακτηρίζω υπό το όνομα δ ι α σ τ ρ ο φ ή, όχι μόνον η επιθυμία της διατηρήσεως του γένους δεν είναι εις κίνδυνον, αλλ' απεναντίας έν αίσθημα όλως αντίθετον τώρα μόλις λαμβάνει την γένεσιν. Μία έρευνα της ιδικής μας συνειδήσεως είναι προ παντός, ο καλύτερος τρόπος ν' αρνηθώμεν το συζητούμενον επιχείρημα. Όποιος έχει πλήρη εξουσίαν επί της ψυχής του και την εξετάζει κατά βάθος, δεν δύναται ν' αρνηθή την ριζικήν υπόστασιν της περί ης πρόκειται ροπής. Είναι ολιγώτερον πασιφανής ή ακατάληπτος. Δεν ευρίσκεται ανθρώπινον ον, το οποίον εις οιανδήποτε στιγμήν της ζωής δεν εβασανίσθη, παραδείγματος χάριν από την ζωηράν επιθυμίαν του να σκανδαλίση τον ακροατήν του με περιφράσεις. Εκείνος που ομιλεί έχει την συνείδησιν ότι δυσαρεστεί, έχει την μεγαλειτέραν πρόθεσιν να ευχαριστή· είναι συνήθως σύντομος, ακριβής και διαυγής. Η μάλλον λακωνική και φωτεινή έκφρασις τού έρχεται εις τα χείλη και ζητεί να βγη. Αναγκάζεται να μεταχειρισθή βίαν διά να της απαγορεύση την δίοδον· φοβείται και θα ήθελε να προφυλαχθή την αγανάκτησιν του ακροατού. Εν τούτοις είναι υποτελής της ιδέας αυτής, η οποία με τας περιφράσεις και τας παρενθέσεις, γεννά την προστριβήν αυτήν. Η ιδέα αυτή αρκεί: η κλίσις μεταμορφώνεται εις σχέδιον, το σχέδιον εις επιθυμίαν, η επιθυμία εις ανάγκην ακατανίκητον, και η ανάγκη αυτή (με μεγάλην μας θλίψιν, διά τας συνεπείας που θα πηγάσουν) πρέπει να ικανοποιηθή. Είμεθα λοιπόν προ ενός έργου που πρέπει να εκτελεσθή εις βραχύτατον διάστημα. Δεν αγνοούμεν ότι μία επιβράδυνσις θα είναι ολεθρία. Είναι η κυρία κρίσις της υπάρξεώς μας: ως μία φωνή σάλπιγγος, μας συνιστά την άμεσον ενέργειαν και δράσιν. Καιόμεθα, αγανακτούμεν από ανυπομονησίαν να πραγματοποιήσωμεν το έργον αυτό. Η εικασία μόνη των λαμπρών αποτελεσμάτων αρκεί ν' ανάψη την ψυχήν μας. Πρέπει, πρέπει απολύτως ν' αρχίσωμεν το έργον αυτό την ιδίαν ημέραν και εν τούτοις αναβάλλομεν διά την αύριον. Διατί; Δεν ημπορούν παρά ν' απαντήσουν ως εξής: ο λόγος είναι διότι εννοούμεν ότι αυτό είναι διεστραμμένον — διά να μεταχειρισθώ την λέξιν χωρίς να δώσω και την ακριβή σημασίαν. Έρχετται η αύριον και μαζί με αυτήν μία μεγαλειτέρα ανησυχία η οποία μας ωθεί να πράξωμεν το καθήκον μας· αλλ' εν όσω αυξάνει αυτή η στενοχωρία, υπάρχει μία ανώνυμος και αληθώς τρομακτική επιθυμία, σχεδόν απαραβίαστος, μία ακόρεστος επιθυμία ν' αυξήσωμεν ακόμη την αναβολήν μας. Κάθε στιγμή που περνά αυξάνει και την δύναμιν της επιθυμίας αυτής. Διαθέτομεν ακόμη μίαν τελευταίαν ώραν προς δράσιν. Φρικιώμεν υπό την βίαν της μάχης, η οποία θέτει εν ημίν εις αγώνα το ωρισμένον και το αόριστον, την πραγματικότητα και την σκιάν. Αλλ' εάν η μάχη έφθασεν εις αυτό το σημείον, τότε θα υπερισχύση η σκιά, μάτην δε αγωνιζόμεθα. Η καμπάνα αντηχεί, είναι η πένθιμος κωδονοκρουσία της παρελθούσης ευτυχίας μας. Είναι ακόμη η κραυγή του πετεινού διά την σκιάν που τόσον μας παρέλυσεν. Ίσταται, σβύνεται, είναι η απελευθέρωσις! Η παλαιά δράσις μας ενεφανίσθη. Θα εργασθώμεν του λοιπού. Αλλοίμονον! Είναι πολύ αργά!