Part 5
— Για σταθήτε όμως μια στιγμή, εξηκολούθησεν ο ίδιος με ένα άλλαγμα εις την φωνήν και στο στάσιμο, είχα άδικο ν' αστειευθώ εις βάρος σας; Το ξάφνισμά σας για ό,τι βλέπετε είναι πολύ δικαιολογημένο. Η Ευρώπη όλη δεν έχει να δείξη το ταίρι αυτού του σαλονιού, που είναι αληθινά βασιλικό. Αι άλλαι αίθουσαι του παλατιού μου δεν μπορούν να παραβληθούν προς αυτήν εδώ. Η άλλες είναι απλούστατα η τελευταία λέξι του συρμού, του μωρού συρμού, ενώ αυτό εδώ το παλάτι είναι κάτι καλύτερον παρά ο συρμός. Αλλά, βλέπεις, ο κόσμος είναι ζηλιάρης και επειδή ημπορούσε κανείς απ' αυτούς, που τους περισσεύουν τα λεπτά, να θελήση να το μιμηθή, έλαβα τα μέτρα μου διά να προλάβω κάθε τέτοιον κίνδυνον. Εσείς, ένα άλλο πρόσωπο, ο θαλαμηπόλος μου και εγώ, φυσικά, είμεθα οι μόνοι που το θαυμάσαμε αυτό το βασιλικό πράγμα.
Ακούοντας τα λόγια αυτά, εχαιρέτησα για να δείξω την ευγνωμοσύνην μου, διότι η καταθλιπτική εντύπωσις του μεγαλείου αυτού, των αρωμάτων, της μουσικής, του εκκεντρικού τρόπου με τον οποίον μου μιλούσε, με έκαμναν ανίκανον να εκφράσω με λόγια την σημασίαν που απέδιδα σε μια τόσο κολακευτική για μένα εξαίρεσι.
Στον χαιρετισμόν μου επάνω σηκώθηκε αυτός, μ' έπιασε μπράτσο και κάμνοντάς μου τον γύρον του σαλονιού εξηκολούθησε:
Εδώ, καθώς βλέπετε, υπάρχουν εικόνες όλων των εποχών, από τα παλαιά Ελληνικά χρόνια μέχρι του Σιμαμπουέ και από του Σιμαμπουέ πάλιν ως τα σήμερα. Και η συλλογή αυτή έρχεται εις πλήρη αρμονίαν με την σάλαν αυτήν. Ιδού μερικά αριστουργήματα ενός μεγάλου ζωγράφου, τα ατελείωτα σκίτσα καλλιτεχνών που ήσαν άλλοτε ένδοξοι, οι όποιοι όμως παρεγνωρίσθησαν και έτσι ημπόρεσα και επήρα φθηνά τα έργα των.
Έπειτα εστράφη αιφνιδίως και ηρώτησε:
— Πώς βρίσκετε αυτήν την &Παναγίαν τον Ελέους;&
— Μα αυτό είναι γνήσιο έργο του Γουίδο! Πώς κατωρθώσατε να τ' αποκτήσετε; Η εικόνα αυτή εις την Ζωγραφικήν είναι το ίδιο ό,τι και η Αφροδίτη εις την Γλυπτικήν, ανέκραξα με μεγάλον θαυμασμόν, γιατί από πολλήν ώραν είχε προσηλωθή το μάτι μου εις το έκτακτον αυτό καλλιτέχνημα.
— Α! είπε σκεπτόμενος. Η Αφροδίτη, η ωραία Αφροδίτη των Μεδίκων, εννοείτε. Η Αφροδίτη με το λεπτό κεφαλάκι και με τα χρυσά μαλλιά. Ένα μέρος του αριστερού βραχίονος (εδώ ο τόνος της φωνής του εχαμήλωσε τόσον, ώστε με δυσκολίαν τον ήκουα) και όλος ο δεξιός είναι νεωτέρας προσκολλήσεως. Και αυτή η χειρονομία του δεξιού χεριού μου φαίνεται προσποιημένη.
Και ύστερα απ' ολίγο επρόσθεσε :
— Μιλήστε μου για τον Κανόβα! Αμ' αυτός ο Απόλλων! Μου φαίνεται απλή αντιγραφή άνευ αμφιβολίας! Πιθανόν να είμαι τρελλός και ανόητος, αλλά δεν κατορθώνω να διακρίνω εις αυτόν τον Απόλλωνα την έμπνευσιν που τόσον εξεθείασαν. Δεν ημπορώ να μη προτιμήσω απ' αυτόν τον Αντίνοον. Δεν ήταν ο Σωκράτης που έλεγεν, ότι ο αγαλματοποιός βρίσκει το άγαλμά του μέσα στο παρθένο κομμάτι του μαρμάρου; Το ίδιο δεν λέγει και ο Μιχαήλ Άγγελος στο θαυμάσιο δίστιχό του;
Non la l' ottimo artista alcun concetto Che un marmo solo in se non circonscriva.
(Ο καλύτερος τεχνίτης καμμιά ιδέα δεν συλλαμβάνει που να μη βρίσκεται από πριν μέσα στάψυχο μάρμαρο).
Ο καθένας έχει παρατηρήσει την διαφοράν που υπάρχει στο φέρσιμο ενός καλογεννημένου ανθρώπου από εκείνο ενός χωριάτη. Την διαφοράν όμως αυτήν δεν είναι εύκολο να την ορίσωμεν. Την παρατήρησιν αυτήν την έκαμα επάνω στον άνθρωπον αυτόν, που βρισκόμουνα στο παλάτι του. Και την έκαμα μάλλον επάνω στην ηθική του υπόστασιν, στον χαρακτήρα του. Μέσα στο πνεύμα του υπήρχε πράγματι κάτι τι το εξαιρετικόν, που τον έβαζε χωρίς αμφιβολίαν στην πρώτη θέσι μεταξύ των άλλων θνητών. Δεν ημπορώ να καθορίσω αλλοιώτικα αυτό το πράγμα παρά σαν ένα ξεχείλισμα της εντεταμένης και συνεχούς σκέψεως, που είχε μέσα του και η οποία επλημμύριζε και τας πλέον ασημάντους πράξεις του και εις αυτά τα αστεία του.
Και έπειτα είχεν ένα τέτοιον ιδιαίτερον τρόπον να ομιλή! Μέσα στην ομιλία του την πλέον ήσυχη διέκρινα κάτι που έτρεμε, που εκινείτο αλλοιώτικα μέσα του και το οποίον πολλάκις μου έδιδε κάποιαν ανησυχίαν. Συχνά σταματούσε σε μια φράσι, σαν να είχε λησμονήσει τι ήθελε να ειπή και ετέντωνε ταυτιά και επρόσεχε σαν να ήκουε κάποιον να ομιλή, σαν να περίμενε κανένα.
Σε μια στιγμή τέτοιας αφηρημάδας του το βλέμμα μου έπεσε σε μια σελίδα του Ορφέως, την ωραίαν τραγωδίαν του ποιητού και σοφού Πολιτιανού, την πρώτην κατά χρονολογικήν σειράν των ιταλικών τραγωδιών.
Ήταν ριγμένο το βιβλίο αυτό επάνω σ' έναν καναπέ κοντά μου και η προσοχή μου εστράφηκε σε μια σελίδα — που ήταν σημειωμένη με το μολύβι και βρίσκονταν προς το τέλος της τελευταίας πράξεως — μια σελίδα του ισχυροτέρου πάθους, μια σελίδα η οποία, με όλον τον ανήθικον χαρακτήρα της, ξυπνά μίαν άγνωστον συγκίνησιν σε κάθε άνδρα που την διαβάζει και κάμνει όλες της γυναίκες ν' αναστενάζουν. Ολόκληρη η σελίδα αύτη ήτο υγρά από φρέσκα δάκρυα και εύρον γραμμένους επάνω στο περιθώριο της τους εξής αγγλικούς στίχους:
Για μένα στάθηκες, αγάπη μου, Ό,τι η ψυχή μου επόθησε . . . Ένα καταπράσινο νησί στην αγκαλιά της θάλασσας, Μια πηγή και ένας βωμός, Πλημμυρισμένα από άνθη και μαγευμένους καρπούς, Και όλα αυτά ήσαν δικά μου.
***
Όνειρο τόσο μαγικό που δεν μπορούσε να βαστάξη! Γεμάτο άστρα ελπίδες που ανέτειλε Για να σκεπασθή αμέσως με σύννεφα. Από το μέλλον μου φωνάζει μια φωνή : — Εμπρός! — Αλλά προς το Παρελθόν — ερεβώδη άβυσσον — το πνεύμα μου πτερυγίζει, σιωπηλόν, ακίνητον, λυπημένον.
***
Γιατί, ωιμέ! ωιμέ! για μένα Το φως της ζωής έσβυσε. «Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια, — Λέει η θάλασσα με επίσημο τόνο στην αμμουδιά — Το κεραυνοβολημένο δένδρο δεν θ' ανθίση. Ο πληγωμένος αητός δεν θα ξαναπετάξη!»
***
Ένα συνεχές ούρλισμα είν' η ζωή μου Και όλα των νυκτών μου τα όνειρα Πηγαίνουν εκεί, προς την βαθειά λάμψι των ματιών σου, Εκεί που τα πόδια σου αντανακλώνται, Μέσα σ' ένα αιθέριο χορό Σ' ένα Ιταλικό ποτάμι.
***
Ωιμέ! Καταραμένη νάν' η νύκτα Που σε συνεπήρεν απάνω στα κύματα Μακράν απ' τον έρωτα, κοντά σ' ένα αριστοκρατικό σύζυγο, Γέρο και αρρωστημένο, σ' ένα κρεββάτι ανίερο. Μακράν από με, απ' τον συννεφιασμένο ουρανό μας, Όπου κλείει η ιτιά, η ασημένια.
Είχα πάντοτε πιστεύσει ότι ο νέος μου φίλος ηγνόει τα αγγλικά. Εν τούτοις ουδόλως εξεπλάγην αποκαλύπτων ότι είχε γράψει αγγλικούς στίχους, διότι εγνώριζα την έκτασιν των γνώσεών του και την ιδιαιτέραν ηδονήν που ησθάνετο ν' αποκρύπτη αυτάς.
Εν τούτοις ο τόπος από τον οποίον εχρονολογείτο το ποίημα αυτό με έκαμε να σκεφθώ. Αρχικώς είχε σημειώσει την λέξιν &Λονδίνον&, έπειτα όμως την έσβυσεν, αλλ' όχι τόσον, ώστε να μη διακρίνεται. Είπα ότι η λέξις αύτη με έκαμε να σκεφθώ, διότι ενθυμούμην ότι τον είχα ερωτήσει, αν συνήντησεν εν Λονδίνω την Μαρκησίαν Μεντόνι, ήτις είχε διαμείνει επί πολλά έτη εκεί προ του γάμου της, αυτός δε μ' απήντησεν ότι ουδέποτε επεσκέφθη την πρωτεύουσαν της Μεγάλης Βρεττανίας. Επί πλέον, προσθέτω ότι ήκουσα να λέγεται πολλάκις (χωρίς να το πιστεύσω, τόσον το πράγμα μου εφαίνετο απίθανον), ότι ο ήρως της ιστορίας μου όχι μόνον εκ καταγωγής, αλλά και εξ ανατροφής ήτο &Άγγλος&.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
— Ιδού μία εικών, την οποίαν δεν είδατε ακόμη, μου λέγει, χωρίς να παρατηρήση ότι εγώ εφυλλολόγησα την τραγωδίαν. Υπεγείρων δε ένα παραπέτασμα μου επέδειξε μίαν εικόνα της Μαρκησίας Αφροδίτης.
Ουδέποτε η ανθρωπίνη τέχνη, προκειμένου ν' αναπαραστήση μίαν υπεράνθρωπον καλλονήν, παρήγαγε ποτε τελειότερον καλλιτέχνημα.
Το αιθέριον πλάσμα, το οποίον μου ενεφανίσθη την προηγουμένην νύκτα επί της κλίμακος του Δουκικού ανακτόρου, το επανέβλεπον μπροστά μου. Αλλ' εν τη εκφράσει της φυσιογνωμίας της, της φωτισμένης διά μειδιαμάτων, επανεύρισκέ τις (ακατανόητον μυστήριον) την σκιάν εκείνην της μελαγχολίας, η οποία είναι αχώριστος από το τέλειον κάλλος. Η μαρκησία είχε το δεξί της χέρι ακουμβημένο στο στήθος της. Με το αριστερό της έδειχνεν ένα αγγείον περίεργα ειργασμένον. Από τα μικροσκοπικά της ποδαράκια το ένα μόνον εφαίνετο, μόλις ακουμβών επάνω στο πάτωμα.
Το βλέμμα μου εστράφη από την εικόνα αυτήν προς το πρόσωπον του φίλου μου και οι στίχοι του Μπουσσύ Δ' Αμπράζ, από Σάπμαν, μου ήλθαν στο νου μου:
Στηλώνεται εκεί Σαν αρχαίο ρωμαϊκό άγαλμα. Θα μείνη εκεί Έως ότου ο θάνατος τον μεταβάλλει σε μάρμαρο.
— Εμπρός! είπε τέλος, στρεφόμενος προς ένα ατόφιο ασημένιο τραπέζι, επί του οποίου ήσαν τοποθετημένα ποτήρια παραδόξου χρώματος, καθώς και δύο μεγάλα ετρουσκικά αγγεία ειργασμένα επί του αυτού εκτρόπου υποδείγματος, το οποίον είδαμεν επί της εικόνος της Μαρκησίας.
Τα αγγεία αυτά ήσαν πεπληρωμένα, ως μοι εφάνη, με κρασί Γιοχάνισμπεργ.
— Εμπρός! είπεν αποτόμως. Ας πιούμε. Είναι ενωρίς ακόμη! Αδιάφορον! Ας πιούμε!
Και έπειτα επρόσθεσε ρεμβώς, ενώ ένα χερουβείμ ωπλισμένον με ένα βαρύ χρυσούν ρόπαλον εκτυπούσε, στο διπλανόν δωμάτιον, την πρώτην μετά την Ανατολήν ώραν.
— Είναι πολύ ενωρίς, αλήθεια! . . . Μα τι μας νοιάζει; Ας πιούμε, ας χύσωμεν μίαν σπονδήν προς τιμήν του μεγαλοπρεπούς ηλίου που επεφάνη και του οποίου την λάμψιν ζητούν να σμικρύνουν αυτοί οι λαμπτήρες.
Μου εγέμισε το ποτήρι μου και ενώ έπινα στην υγείαν του, αυτός κατέβασε πολλά ποτήρια.
— Ο ρεμβασμός, είπε, επαναλαμβάνων την άνευ ειρμού ομιλίαν του και διευθύνων το ισχυρόν φως μιας λάμπας προς έν των βαρυτίμων ετρουσκικών αγγείων, ο ρεμβασμός, ιδού ο κύριος σκοπός του βίου μου. Καθώς βλέπετε δε, επίτηδες διεσκεύασα έν αναχωρητήριον κατάλληλον διά τον ρεμβασμόν μου. Μέσα στην καρδιά της Βενετίας ημπορούσα να διασκευάσω ένα πλέον χαριτωμένον από αυτό; Είναι αληθές, ότι αποτελεί τούτο έν ανακάτωμα όλων των αρχιτεκτονικών ρυθμών και κοσμημάτων. Η αγνότης του Ιωνικού ρυθμού συγκρούεται προς τα πανάρχαια ταύτα έργα και αι αιγυπτιακαί αύται σφίγγες φαίνονται ως ξένοι κόσμοι μέσα σ' αυτούς τους χρυσούς τάπητας. Μόνον όμως οι άκροι σχολαστικοί θα κακίσουν το ανακατωμένον αυτό της επιπλώσεως. Η ενότης της προελεύσεως και προ παντός η ενότης του χρόνου τρομάζουν τον άνθρωπον και τον αποτρέπουν από της πραγματικής μεγαλοπρεπείας. Άλλοτε και εγώ είχα αυτάς τας ιδέας, αλλά τας απέβαλα ταχέως, διότι αποτελούσιν αύται το άκρον άωτον της τρέλλας. Ό,τι ευρίσκεται ενταύθα είναι προσηρμοσμένον τελείως προς τας ιδικάς μου περί τέχνης ιδέας. Το πνεύμα, παρόμοιον προς τα μαυριτανικά ταύτα θυμιατήρια, συστρέφεται εν μέσω των φλογών και το παράδοξον της διακοσμήσεως ταύτης συντελεί εις το να μου παρασκευάση τελειότερον την πλήρη ατμοσφαίραν των ονειροπολήσεων, των ονείρων, προς τα οποία θα ταξιδεύσω πολύ ταχέως».
Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα εσταμάτησεν αιφνιδίως, αφήκε την κεφαλήν του να καταπέση και εφάνη ως να ήθελε ν' ακούση ένα κρότον τον οποίον δεν ηδυνάμην εγώ ν' ακούσω.
Είτα ανετινάχθη, παρετήρησε δεξιά και αριστερά και εψιθύρισε τους στίχους του Επισκόπου του Τσιστέστερ:
«Εκεί κάτω θα με περιμένης! Θα σπεύσω να σε ανεύρω εις την βαθείαν αυτήν κοιλάδα».
Μετά μίαν στιγμήν, ως να είχε ζαλισθή από το κρασί, επανέπεσε βαρύς επί του ανακλίντρου.
Βήματα γοργά ηκολούθησαν εις την κλίμακα, συνοδευθέντα από ένα κτύπημα εις την θύραν. Αμέσως δ' ηνοίχθη αύτη και υπηρέτης του μεγάρου Μεντόνι ωρμήσας εψέλλισε με φωνήν πνιγομένην από την συγκίνησιν τας ασυναρτήτους ταύτας λέξεις:
— Η κυρία μου! η κυρία μου! Δηλητηριασμένη, φαρμακωμένη! Ω! ωραία, ωραία Αφροδίτη!
Έκφρων, έτρεξα προς τον καναπέν και προσεπάθησα να εξυπνήσω τον κοιμώμενόν διά να του ανακοινώσω την τρομεράν είδησιν. Τα μέλη του όμως ήσαν ξυλιασμένα, τα χείλη του πελιδνά . . . τα λαμποκοπούντα άλλοτε μάτια ήσαν &σβυσμένα από τον Θάνατον.&
Ωπισθοχώρησα, κλονιζόμενος, προς την τράπεζαν. Η χειρ μου τότε σκούντησε ένα σπασμένο και μαυρισμένο ποτήρι και αιφνιδίως ολόκληρος η τρομερά αλήθεια έλαμψε προ των οφθαλμών μου.
Λ ί γ ε ι α
. . . «Και στο βάθος ευρίσκεται η θέλησις, η οποία ουδέποτε πεθαίνει. Ποίος γνωρίζει τα μυστήρια της θε- λήσεως και την δύναμίν της; Αυτός ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία με- γάλη θέλησις, η οποία επιβάλλεται επί παντός πράγματος διά μόνης της εντά- σεώς της. Οικεία βουλήσει παραδίδεται ο άνθρωπος εις τους αγγέλους, εάν δ' ο θάνατος είναι οριστικός δι' αυτόν, τούτο αποδοτέον μόνον εις το ασθενικόν της θελήσεώς του». Ιωσήφ Γλάνβιλ
Δεν δύναται η ψυχή μου ν' αναπολήση ακριβώς την εποχήν και το μέρος, ένθα κατά πρώτον έτυχε να ίδω την λαίδην Λίγειαν, διότι ο χρόνος και αι θλίψεις εξησθένισαν το μνημονικόν μου, πιθανόν δε εις τούτο να συνέτεινε και ο τρόπος, καθ' ον το αίσθημα εκείνο με είχε κυριεύσει, δηλαδή η βαθμιαία αυτού ανάπτυξις εν τη καρδία μου. Ενθυμούμαι όμως ότι πολλάκις ύστερον την είχα συναντήσει έν τινι μεγάλη και αρχαία πόλει ηρειπωμένη παρά τας όχθας του Ρήνου. Περί των γονέων της μου είχε νομίζω κάμει λόγον, διότι κατήγοντο, ως ενθυμούμαι, εξ αρχαίου γένους.
Λίγεια! Λίγεια! Αφωσιωμένος τότε εις τας μελέτας μου, ηρκούμην εις μόνον το γλυκύ της όνομα, όπως αναπλάσω εν τη φαντασία μου την μορφήν της· και τώρα δε, ενώ χαράσσω τας γραμμάς ταύτας, ενθυμούμαι αμυδρώς, ότι ουδέποτε είχον μάθει το πατρικόν της όνομα, αλλ' ουδέ καν ενθυμούμαι αν αυτό συνέβη εξ ιδιοτροπίας της Λιγείας μου ή εξ εμού, προς ένδειξιν αφοσιώσεως. Και μη απορήτε διά τούτο· διότι πώς να μη λησμονήσω τα αίτια, αφού αυτό τούτο το γεγονός αμυδρώς μόνον, ως είπα, διατηρείται εν τη μνήμη μου; Τω όντι όμως, άν ποτε η ωχρά Αστοφέτ των Αιγυπτίων με τας ζοφεράς πτέρυγας έχη παραστή εις γάμους κακών οιωνών, παρέστη και εις τους ιδικούς μου. Ό,τι όμως ενθυμούμαι καθαρώτατα είναι η εικών της Λιγείας μου· ήτο υψηλή το ανάστημα και λεπτοφυής, κατά δε τας τελευταίας ημέρας του βίου της είχε καταστή κάτισχνος, το βάδισμά της ήτον ήρεμον και μεγαλοπρεπές και περιεπάτει ελαφρά, ως σκιά, οσάκις δε εισήρχετο εντός του σπουδαστηρίου μου την ηννόουν μόνον εκ της επιθέσεως της χιονώδους χειρός της επί του ώμου μου. Η μορφή της δεν έφερε ποσώς τον κανονικόν εκείνον τύπον, τον οποίον ορίζουσιν ως πρότυπον καλλονής τα περί του αρχαίου κόσμου συγγράματα· αλλ' εν τούτοις ήτο θελκτικωτάτη και αιθερία. Ο λόρδος Βερούλαμ ορθώς αποφαίνεται περί καλλονής, ότι «δεν δύναται να υπάρξη καλλονή έκτακτος άνευ ιδιορρυθμίας τινός εν ταις αναλογίαις»· εγώ δε, μόλις είδα την ως εκ του παραδόξου της θαυμασίαν μορφήν της Λιγείας, εζήτησα ν' ανακαλύψω το παράδοξον τούτο και ακανόνιστον, το οποίον εύρισκα εν αυτή, εζήτησα δε αυτό επί του ανεπιλήπτου, ωχρού και ευρέος μετώπου της, επί του ομοίου προς το καθαρώτερον ελεφάντινον οστούν δέρματός της, επί της υπεράνω των κροτάφων προεξοχής και επί της βοστρυχώδους, μαύρης και στιλβούσης κόμης της, εις ην ήρμοζε πληρέστατα η ομηρική έκφρασις «κόμη υακίνθου»· παρετήρουν την τομήν της ρινός, το αδιοράτως γρυπόν αυτής και τους εναρμονίως καμπύλους ρώθωνας τους αποκαλύπτοντας πνεύμα ελεύθερον και υπερήφανον, και εις μόνα τα εβραϊκά ανάγλυφα εύρισκα παρομοίαν εντέλειαν· έπειτα εθεώρουν το θελκτικόν και θείον στόμα, τα εύγραμμα χείλη με το ζωηρόν των χρώμα και τους απαστράποντας οδόντας· εν τη πλατύτητι του πώγωνος ανεύρισκα την χάριν και μεγαλοπρέπειαν, την γλυκύτητα και το ελληνικόν πνεύμα, τον τύπον τέλος εκείνον, ον ο Απόλλων είχεν αποκαλύψει εν ονείρω εις τον Κλεομένην. Και επί τέλους εθαύμαζα τους μεγάλους της οφθαλμούς. Αλλά πού να εύρω το πρότυπον των οφθαλμών εκείνων, των μεγαλειτέρων παντός ανθρωπίνου οφθαλμού; ίσως εν αυτοίς εκρύπτετο το μυστήριον, περί του οποίου ομιλεί ο λόρδος Βερούλαμ. Ήσαν σχιστοί, ως οι ευμορφότεροι οφθαλμοί δορκάδος, εν στιγμαίς δε εξαιρετικής ζωηρότητος της Λιγείας, το γνώρισμά των τούτο με εξέπληττε παραδόξως, και παρίστατο αύτη τότε εν τη εξημμένη φαντασία μου ως η ακτινοβόλος Ουρί των Μωαμεθανών. Αι κόραι των οφθαλμών ήσαν λαμπρόταται και μαύραι, σκιαζόμεναι υπό μακρών μαύρων βλεφαρίδων, του αυτού δε χρώματος ήσαν και αι ολίγον ακανόνιστοι αυτής οφρύς· αλλά το παράδοξον το ενυπάρχον εντός των οφθαλμών τούτων δεν είχε ποσώς σχέσιν προς το σχήμα των, το χρώμα ή την λάμψιν, αποδίδω δε αυτό εξάπαντος εις την έκφρασιν. Α! πόσον η λέξις αύτη είναι κενή εννοίας! Είναι απλούς ήχος, ευρεία έκτασις, εν ή καταφεύγει όλη ημών η περί αΰλου άγνοια, Επί πόσας μακράς ώρας παρεδιδόμην εις μελέτας επί των ομμάτων εκείνων, και ποσάκις, επί ολόκληρον θερινήν νύκτα, προσεπάθουν να τους διερευνήσω. Αι κόραι εκείναι έκρυπτόν τι εις το βάθος των, αόριστον . . . . και αυτού του φρέατος του Δημοκρίτου βαθύτερον, και μετά πάθους είχα επιδοθή εις την ανακάλυψίν του. Οι οφθαλμοί της τέλος είχον καταστή δι' εμέ οι δίδυμοι αστέρες της Λήδας, και εγώ ο ενθερμότερος αυτών αστρολόγος.
Μεταξύ των πολλών ανωμάλων παθημάτων της ψυχής είναι και έν, εις άκρον καταπληκτικόν: Πολλάκις, προσπαθούντες ν' αναπολήσωμεν κάτι από πολλού λησμονηθέν, ευρισκόμεθα επ' αυτού του χείλους της μνήμης, χωρίς εν τούτοις να δυνάμεθα να το ενθυμηθώμεν. Το αυτό συνέβαινε και εις εμέ, ότε ανέλυα τους οφθαλμούς της Λιγείας· μοι εφαίνετο ότι προσήγγιζα εις την πλήρη κατανόησιν της εκφράσεώς των, και όμως δεν ηδυνάμην να γίνω κύριος αυτής, επί τέλους δε την απώλεσα ολοτελώς! Κατά ποίον δε παράδοξον μυστήριον ανεκάλυπτα εκφράσεις αναλόγους προς αυτήν και επί των κοινοτέρων ακόμη αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου, ως και αίσθημά τι ανάλογον προς το υπ' αυτής προξενούμενον, το οποίον επίσης δεν ηδυνάμην να ορίσω ή αντιληφθώ σαφώς. Ανεύρισκα επί παραδείγματι τούτο εις την εντύπωσιν, ην μοι προυξένει άμπελος ταχέως αυξανομένη, χρυσαλλίς ιπταμένη, φάλαινα, ή ορμητικός χείμαρρος· το ανεύρισκα εις την θέαν του Ωκεανού, του πίπτοντος μετεώρου, και αυτού του βλέμματος υπεργήρων ατόμων, και εν τη διά τηλεσκοπίου θέα δύο αστέρων, και προ πάντων του ενός εξ αυτών, έκτου μεγέθους, διπλού και μεταβλητού την λάμψιν, ευρισκομένου παρά τον μέγαν αστέρα της Λήδας· επίσης εν τοις ήχοις εγχόρδων τινών οργάνων, και τέλος εν ταις περικοπαίς των αναγνώσεών μου· ενθυμούμαι μάλιστα χωρίον τι του Γλάνβιλ, όπερ μοι είχε προξενήσει ιδιάζουσαν εντύπωσιν και όπερ πάντοτε, ένεκα του ιδιορρύθμου του ίσως, παρήγεν εν εμοί το αυτό αίσθημα. «Και παραμένει εκεί αθάνατος η βούλησις, αλλ' ουδείς γνωρίζει τα μυστήριά της, όπως την ισχύν αυτής. Ο θεός είνε μεγάλη βούλησις, εισδύουσα πανταχού, ο δε άνθρωπος, ως εκ της αδυναμίας της βουλήσεώς του, υποτάσσεται εις τα πνεύματα και παραδίδεται καθ' ολοκληρίαν εις τον θάνατον». Μετά καιρόν και κατόπιν άλλων σκέψεων κατήντησα να αποδίδω κάποιαν μακρυνήν σχέσιν μεταξύ του χωρίου τούτου και του χαρακτήρος εν μέρει της Λιγείας, διότι παράδοξος τις έντασις εν τοις έργοις, ταις σκέψεσι και τοις λόγοις αυτής μοι εφαίνετο αποτέλεσμα ή τουλάχιστον ένδειξις της γιγαντιαίας ισχύος του βουλητικού της, περί τούτου δε και θετικά δείγματα έλαβα κατά τας μακράς μετ' αυτής συνδιαλέξεις μου. Η κατά το φαινόμενον πάντοτε γαλήνιος Λίγεια ήτο το αθλιώτερον θύμα του ωμού πάθους, το μέγεθος δε αυτού υπελόγιζα εκ της θαυμασίας διαχύσεως των οφθαλμών της, οίτινες με έθελγον άμα και ενεποίουν τρόμον, εκ της μαγικής μελωδίας, του τόνου της καθαρότητος και εκ της αγρίας επενεργείας των παραδόξων αυτής λόγων, ων το αποτέλεσμα εδιπλασίαζεν η αντίθεσις της απαγγελίας. Αι γνώσεις της Λιγείας μου ήσαν άπειροι· εγνώριζε κατά βάθος τας κλασσικάς γλώσσας, εις δε τας νεωτέρας ουδέποτε την εύρον υποδεεστέραν των γνώσεων, ας εγώ κατείχα, και έλυε τα σκοτεινότερα των ακαδημαϊκών ζητημάτων, χωρίς ουδέποτε να σφάλλη. Πόσον η μοναδική αύτη ιδιοφυία της φύσεως της συζύγου μου τώρα ιδίως έχει καταπλήξει και υποτάξει την προσοχήν μου. Η παιδεία της, ως είπα, ήτο άπειρος και ουδεμίαν άλλην γυναίκα εγνώρισα κατέχουσαν τοσαύτας γνώσεις· αλλά και εκ των ανδρών ποίος ποτε διεξήλθε μετ' ίσης επιτυχίας το ευρύ πεδίον των ηθικών, φυσικών και μαθηματικών επιστημών; Δεν είχα τότε παρατηρήσει, ως τώρα βλέπω τούτο, ότι αι γνώσεις της Λιγείας ήσαν άπειροι και καταπληκτικαί, ησθανόμην όμως την μεγάλην υπεροχήν της, και μετά πίστεως μαθητού αφιέμην να με οδηγή εις το χάος των μεταφυσικών ερευνών, περί ας ενησχολούμεθα μετά ζήλου κατά τα πρώτα του γάμου μας έτη. Και τότε πλήρης θριάμβου, πλήρης ζωηρών τέρψεων και ελπίδων αιθερίων, έβλεπα διανοιγόμενον βαθμηδόν έμπροσθέν μου το μακρύ μονοπάτι, το λαμπρόν και απάτητον, δι' ου έμελλα επί τέλους να φθάσω εις σοφίαν τοσούτον θείαν και πολύτιμον· οπόση όμως υπήρξεν η θλίψις μου, ότε, μετά παρέλευσιν ετών τινων, είδα αφιπταμένας και εκλιπούσας τας ελπίδας μου ταύτας! Άνευ της Λιγείας ήμην ως παιδίον ψηλαφούν εν τω σκότει· αυτή μόνη ηδύνατο να διαχέη φως εις τα μυστήρια των μελετών ημών, άνευ δ' αυτής όλη εκείνη η πρότερον αιθερία και λαμπρά φιλολογία καθίστατο άχαρις και κατηφής.
Ήδη όμως οι ωραίοι της οφθαλμοί διέτρεχον ημέρα τη ημέρα σπανιώτερον τας σελίδας εκείνας· η Λιγεία ησθένησεν· οι παράδοξοι οφθαλμοί της εσπινθηροβόλουν, οι δάκτυλοι προσέλαβον την χροιάν διαφανούς κηρού και αι κυαναί φλέβες του μετώπου επάλλοντο μετά σφοδρότητος· προείδα τον προσεγγίζοντα θάνατον, και το πνεύμα μου επάλαιεν απελπιστικώς προς το μυσαρόν Αδραέλ.
Αλλά και αύτη, προς μεγάλην μου έκπληξιν, πάσαν προσπάθειαν κατέβαλλεν, όπως αποσοβήση τον θάνατον· υπέθετα, κρίνων τούτο εκ του χαρακτήρος της, ότι ήθελεν υποδεχθή αυτόν απαθώς, αλλ' ηπατήθην. Κατά την πάλην προς την σκιάν είχεν αντιτάξει αντίστασιν, ην αι λέξεις αδυνατούσι να εκφράσωσιν· εγώ δε εστέναζα εξ αδημονίας, βλέπων το οικτρόν εκείνο θέαμα, και εζήτουν να την παρηγορήσω και της επαναφέρω την γαλήνην, αλλά τόσον ήτο εν αυτή άγριος ο πόθος της ζωής και μόνης της ζωής, ώστε πάσα μου προσπάθεια θα ήτο αυτόχρημα αφροσύνη. Μεθ' όλας εν τούτοις τας βασάνους και ταραχάς του ανυποτάκτου πνεύματός της δεν απώλεσε ποσώς μέχρι τελευταίας πνοής την φαινομενικήν γαλήνην, η φωνή της καθίστατο βαθμηδόν βαθυτέρα και γλυκυτέρα, αλλ' απείχα του να ενδιατρίβω και επί της εννοίας των μετά τόσης γαλήνης προφερομένων εκείνων λόγων.
Το λογικόν μου συνεταράσσετο, οσάκις έτεινα το ους εις την υπεράνθρωπον μελωδίαν της φωνής της και εις τους πόθους και τας επιθυμίας εκείνης, τα οποία ουδέποτε έως τότε ους ανθρώπου είχεν ακούσει. Ότι με ηγάπα το εγνώριζα καλώς, εις στήθος δε, ως το ιδικόν της, ο έρως δεν ήτο δυνατόν να εμφωλεύη ως σύνηθες πάθος. Το μέγεθος όμως της εμπαθούς αυτής αφοσιώσεως κατενόησα προ πάντων κατά τας τελευταίας ημέρας του βίου της· επί ολοκλήρους ώρας κρατούσα την χείρα μου εντός της ιδικής της, μοι εξέχεε πλήμυρραν αισθημάτων, ενόησα δε τότε ότι τον διάπυρον πόθον της ζωής εξήγειρεν εν αυτή το πάθος του έρωτος, αλλ' έρωτος, φευ! μη ικανοποιηθέντος. Τον ακόνιστον δε και διάπυρον εκείνον πόθον του να ζήση και μόνον να ζήση δεν έχω λέξεις να τον εκφράσω. Ακριβώς το μεσονύκτιον της ημέρας, καθ' ην απέθανε, με εκάλεσε παρά την κλίνην της επισήμως, και μοι εζήτησε να τη επαναλάβω τους εξής στίχους, ους αύτη πρό τινων ημερών είχε συνθέσει:
«Ιδού, επήλθε, τέλος, νυξ πανηγύρεως μετά τους τελευταίους τούτους θλιβερούς χρόνους· πλήθος αγγέλων πτερωτών, φερόντων πέπλους και βρεχομένων από τα δάκρυα των, βλέπουσιν εντός θεάτρου δράμα ελπίδων και φόβων, ενώ εκ διαλειμμάτων η ορχήστρα ανακρούει την μουσικήν των σφαιρών».
«Μίμοι, κατ' εικόνα του Υψίστου, πετώσι, ψιθυρίζοντες και μορμυρίζοντες ταπεινοφώνως, περί την μίαν και την άλλην πλευράν, νευρόσπαστα άθλια, αγόμενα υπό την ισχυράν θέλησιν των αΰλων όντων, άτινα περιφέρουσι την σκηνήν από του ενός εις το άλλο μέρος, τινάσσοντα από των πτερύγων των την αόρατον Δυστυχίαν».
« Αλλ' ιδού έρπον τι ον, υπεισδύον από του ερήμου μέρους της σκηνής και διασχίζον τον όχλον των μίμων! Είναι ερυθρόν εξ αίματος και προχωρεί συστρεφόμενον. Συστρέφεται! Συστρέφεται! και οι μίμοι καθίστανται μετά θανασίμου αγωνίας βορά ιδική του, ενώ τα Σεραφείμ ολολύζουσι, βλέποντα τον σκώληκα αναμασώντα θρόμβους ανθρωπίνου αίματος.
«Όλα τα φώτα σβέννυνται, όλα εντελώς, και αι φρικιώσαι μορφαί καλύπτονται υπό της ορμητικώς καταπεσούσης αυλαίας, ενώ οι άγγελοι χλωμοί, ανεγειρόμενοι και αποκαλυπτόμενοι, βεβαιούσιν ότι το δράμα τούτο είναι τραγωδία, ήτις καλείται άνθρωπος, ήρως δε αυτής ο κατακτητής Σκώληξ».