Ιστορίες αλλόκοτες

Part 4

Chapter 41 wordsPublic domain

Μέχρις εκείνης της στιγμής περιέφερα το χέρι μου πέριξ του πιάτου. Αλλ' οι ποντικοί συνηθίσαντες εις την ομοιόμορφον αυτήν κίνησιν έπαυσαν να την φοβούνται πλέον. Η αναίδειά των δε έφθανε να μου δαγκάνουν τα δάκτυλα. Με ό,τι απέμεινεν από το λιπαρόν κρέας ήλειψα το σχοινί μου, εφ' όσον έφθανε το χέρι μου. Έπειτα εσήκωσα το χέρι μου επάνω από το έδαφος και έμεινα ακίνητος, κρατών την αναπνοήν μου.

Κατ' αρχάς τα άπληστα ζώα εξεπλάγησαν, ανήσυχα από την ακινησίαν μου. Εφοβήθησαν και ετράτησαν εις φυγήν. Μερικοί παρέμειναν εις το φρέαρ. Αλλ' αυτό διήρκεσε μόνον μίαν στιγμήν. Δεν εμάντευσα ματαίως την αδηφαγίαν των. Επειδή έβλεπαν ότι δεν εκινούμην, είς ή δύο, οι μάλλον τολμηροί, εσκάλωσαν επάνω εις το κρεββάτι μου και ήρχιζαν να μυρίζουν το σχοινί. Αυτό ήτο το σημείον της γενικής επιθέσεως. Εφεδρείαι κατέφθασαν από μέσα από το πηγάδι. Αναρριχώμενοι επάνω εις τα ξύλα, τα κατέλαβον εξ εφόδου και ώρμησαν επάνω μου κατά εκατοντάδας. Η κανονική κίνησις του εκκρεμούς δεν τους ηνώχλει και πολύ. Αποφεύγοντες τον κίνδυνον επετίθεντο όλοι μαζί κατά του ηλειμμένου διά λίπους σχοινίου. Εσπρώχνοντο, συνηθροίζοντο αθρόοι επ' εμού, και διαρκώς πολλαπλασιαζόμενοι εχόρευαν επάνω εις τον λαιμόν μου. Τα ψυχρά των χείλη εζητούσαν τα ιδικά μου. Επάθαινα δύσπνοιαν από το βάρος του πλήθους αυτού. Αηδία, την οποίαν καμμία λέξις εδώ κάτω δεν ημπορούσε να χαρακτηρίση, εφούσκωνε το στήθος μου και βαρείες αναθυμιάσεις μου επάγωναν την καρδιά. Ένα λεπτόν ακόμη και επείσθην ότι τα βάσανά μου θα ελάμβανον τέλος.

Ησθάνθην σαφώς ότι το σχοινί ήρχισε να ξετεντώνεται. Ησθανόμην ότι εις πλείστα μέρη είχε φαγωθή ήδη· με υπεράνθρωπον σταθερότητα έμεινα &ακίνητος&.

Αι προβλέψεις μου δεν με ηπάτησαν· δεν υπέφερα ανωφελώς. Ησθάνθην τέλος ότι είχα ελευθερωθή, ότι το σχοινί εκρέμετο εις τεμάχια κατά μήκος του σώματός μου. Αλλ' ήδη το εκκρεμές έψαυε το στήθος μου. Είχε κόψει την λινάτσαν του φορέματός μου. Επέρασε το κάτωθεν αυτής λινόν ύφασμα. Δυο φορές ακόμη ξαναπέρασε και μια αίσθησις αγρίου πόνου διέτρεξε τα νεύρα μου. Αλλ' η στιγμή της απαλλαγής μου ήλθε. Με ένα κίνημα της χειρός μου οι ελευθερωταί διεσκορπίσθησαν θορυβωδώς. Με ακριβή κίνησιν, συνετήν, εγλίστρησα βραδέως, μακράν του κύκλου των δεσμών, μακράν των ορίων του κοιμητηρίου. Προς στιγμήν τουλάχιστον ήμην &ελεύθερος&!

Ελεύθερος! Αλλ' εις τα δίκτυα της Ιεράς Εξετάσεως! Μόλις άφησα την φρικτήν στρώμνην και επάτησα τους πόδας μου εις το πάτωμα του μπουντρουμιού μου, η δαιμονιώδης κίνησις του εργαλείου έπαυσε και το είδα συρόμενον κατά μήκος της οροφής. Ήτο μία προειδοποίησις που έβαλεν εις απελπισίαν την καρδιά μου. Δεν ημπορούσα ν' αμφιβάλλω ότι κατεσκόπευαν και τας παραμικροτέρας κινήσεις μου. Ελεύθερος! Δεν διέφυγα τον θάνατον υπό την μορφήν αυτήν ειμή διά να υποστώ κάτι χειρότερον από θάνατον, υπό την μορφήν άλλης αγωνίας. Με την ιδέαν αυτήν, έστρεψα τα ανήσυχα μάτια μου επάνω εις τους σιδηρούς τοίχους της φυλακής. Πασιφανώς κάτι εξαιρετικόν, κάποια σπουδαία μεταβολή, την οποίαν δεν ηδυνήθην ν' αντιληφθώ σαφώς κατ' αρχάς, επήλθεν εις το δωμάτιον. Έμεινα μερικάς στιγμάς αφηρημένος με το όνειρον και τον φόβον, πλάττων φανταστικάς και ανοήτους υποθέσεις.

Την στιγμήν εκείνην ανεκάλυψα την προέλευσιν της θειαφένιας λάμψεως με την οποίαν εφωτίζετο το κελλί μου. Προήρχετο από μίαν ρωγμήν μισού ποδός το πλάτος, ήτις εξετείνετο κατά μήκος των τοίχων εις την βάσιν των. Επείσθην ούτω ότι ούτοι ήσαν μετέωροι, μηχανικώς συγκρατούμενοι από των πλευρών. Έκυψα και προσεπάθησα, αλλ' εις μάτην, να διακρίνω διά της ρωγμής αυτής. Μόλις εσήκωσα την κεφαλήν μου αντελήφθην εις τι συνίστατο η μυστηριώδης μεταβολή, η επελθούσα εις την κρύπτην μου. Παρετήρησα ότι τα χρώματα των τοιχογραφιών εξεθώριασαν και εκιτρίνισαν, αν και τα περιθώριά των ήσαν αρκετά ευδιάκριτα. Τα χρώματα αυτά προσέλαβον αίφνης και εξηκολούθουν να λαμβάνουν επί μάλλον και μάλλον μίαν λάμψιν ισχυράς εντάσεως, η οποία έδιδεν εις τα τερατουργήματα αυτά όψεις και μορφάς, ικανάς να φρίξουν νεύρα ισχυρότερα των ιδικών μου. Μάτια δαιμόνων αγρίως και τρομακτικώς ζωηρά προσηλώνοντο επ' εμού και εφαίνοντο ως παρακολουθούντα με οπουδήποτε και αν εστρεφόμην και από οιονδήποτε μέρος και αν τα παρηκολούθουν. Έλαμπον την απαισίαν λάμψιν, την οποίαν μάτην απεπειρώμην να θεωρώ ως φανταστικήν. Φανταστικήν! Και εν τούτοις εισέπνεα ατμοσφαίραν θερμασμένου σιδήρου. Η φυλακή μου είχε πληρωθή από αποπνικτικήν οσμήν. Λάμψις διαρκώς εντονωτέρα έδιδε νέαν ζωήν εις τα μάτια των τεράτων, τα οποία παρηκολούθουν την αγωνίαν μου. Ερυθρός χρωματισμός ολοέν εντονώτερος περιεχύνετο επί των εικόνων αυτών της φρίκης και του αίματος. Ήσθμαινα. Μόλις μπορούσα ν' αναπνεύσω. Καμμία αμφιβολία δεν μου απέμενε πλέον ως προς τα σχέδια των διωκτών μου, των φανατικωτάτων τούτων ανθρώπων.

Απεμακρύνθην από το καίον μέταλλον, προσεγγίζων προς το κέντρον της φυλακής μου. Απειλούμενος να καώ εσκέφθην την δροσιάν του φρέατος και η σκέψις αυτή ήτο διά την ψυχήν μου βάλσαμον. Έτρεξα προς το στόμιον του φρέατος και εβύθισα τα μάτια μου έως τον βυθόν. Η λάμψις της πυρομένης οροφής εφώτιζεν αυτό καθ' όλας τας διευθύνσεις του. Εν τούτοις το πνεύμα μου ενέμενεν εις στιγμάς αλλοφροσύνης να μη εννοή τι συνέβαινεν. Αλλά τέλος η αλήθεια επεβλήθη, εβίασε την είσοδον του λογικού μου και το εφώτισεν.

Ω! Οτιδήποτε άλλο, μα όχι αυτό! Όχι τέτοιο βασανιστήριον! Όχι τέτοιος θάνατος! Εκπέμπων αγρίας ωρυγάς απεσύρθην από το χείλος του φρέατος και κρύπτων το πρόσωπον εις τα δύο χέρια μου έχυσα πικρά δάκρυα.

Η θερμότης ταχέως ηυξήθη και μίαν φοράν ακόμη εσήκωσα τα μάτια, τινασσόμενος από τρομερόν πυρετόν. Η φυλακή μου υπέστη νέαν μεταβολήν και η μεταβολή απέβλεπε πασιφανώς εις το σχήμα του υπογείου. Όπως και την πρώτην φοράν, δεν κατώρθωσα ν' αντιληφθώ αμέσως ό,τι συνέβαινεν. Αλλ' η αμφιβολία αυτή δεν ήτο μακράς διαρκείας. Η καταδίωξις εκ μέρους της Ιεράς Εξετάσεως έβαινεν επιταχυνομένη, πεισμωθείσα διά την διπλήν αποτυχίαν. Το έβλεπα ότι δεν ηδυνάμην να παίξω με τον Βασιλέα της Φρίκης. Η φυλακή μου ήτο τετράγωνος. Αίφνης είδα ότι δύο από τας σιδηράς γωνίας έγειναν οξείαι, ενώ αι δύο άλλαι αμβλείαι.

Η τρομερά μεταμόρφωσις ηύξανε ταχέως με ένα υπόκωφον ψίθυρον, με ένα μόλις ακουόμενον τριγμόν. Εν ριπή οφθαλμού το σχήμα του κελλίου έγεινε ρόμβος. Αλλ' η μεταμόρφωσις δεν θα σταματούσεν εκεί. Δεν είχα ούτε την επιθυμίαν, ούτε την ελπίδα να την σταματήσω εκεί. Θα επροτίμων να κολλήσω το στήθος μου εις τους πυρωμένους αυτούς τοίχους και να τους χρησιμοποιήσω ως ένδυμα αιωνίας ειρήνης.

«Ο θάνατος», εκραύγασα, «όλοι οι θάνατοι μαζί, αλλ' όχι να πνιγώ στο πηγάδι».

Τρέλλα! Πώς δεν κατελάμβανα ότι εις το πηγάδι αυτό έπρεπε να ευρίσκεται το καυστικόν μέταλλον που μ' επίεζεν από παντού; Ήτο δυνατόν ν' αντισταθώ εις την θερμότητά του! Αλλά και τούτου δεδομένου, πώς θα μπορούσα ν' αντισταθώ εις την πίεσίν του;

Και ιδού ότι ο ρόμβος επλατύνετο με μίαν ταχύτητα που ούτε καν μου άφινε χρόνον να τον παρακολουθήσω. Το κέντρον του και φυσικά επίσης η μακροτέρα διαγώνιός του συνέπιπτον με την χαίνουσαν άβυσσον.

Απεμακρύνθην, αλλ' οι τοίχοι επλησίαζαν και με έσπρωχναν προς τα εμπρός με ακαταμάχητον δύναμιν.

Ήλθεν η στιγμή, καθ' ην το σώμα μου κουλουριασμένο διά ν' αποφύγη τους καίοντας τοίχους δεν διέθετεν εις το στερεόν έδαφος της φυλακής παρά μίαν έκτασιν ενός ποδός πλάτους.

Έπαυσα ν' αγωνίζομαι. Αλλ' η αγωνία της ψυχής μου ερμηνεύθη διά μιας κραυγής απελπισίας. Ένοιωσα ότι ετρίκλιζα παρά το χείλος του φρέατος.

Απέστρεψα τα μάτια μου!

Αίφνης ήκουσα αναμίκτους κραυγάς ανθρώπων, ισχυρά σαλπίσματα σαλπίγγων. Ένα βραχνό μούγκρισμα σαν από απειρίαν κεραυνών. Τα πύρινα τείχη ωπισθοδρόμησαν αμέσως. Μία χειρ συνέλαβε τον βραχίονά μου την στιγμήν ακριβώς, καθ' ην εξηντλημένος κατεκρημνιζόμην εις την άβυσσον. Ήτο ο βραχίων του στρατηγού Λασσάλ. Τα γαλλικά στρατεύματα είχαν εισέλθει εις την Τολέδην.

Η Ιερά Εξέτασις είχε πέσει εις χείρας των εχθρών της.

Η συνάντησις

Εκεί κάτω θα με περιμένης! Άφευκτα θα σ' επανεύρω στον βα- θύν και σκοτεινόν εκείνον κάμπον.

(Αυτό το έγραψεν επάνω στον τάφον της γυναικός του ένας Άγγλος Δεσπότης).

Μυστηριώδη και άτυχε άνθρωπε!

Θαμβωμένος από την λάμψιν της ιδίας σου φαντασίας, εγκρεμίσθηκες, ενώ έλαμπαν ακόμη τα ωραία σου νειάτα. Σ' επαναβλέπω με τον νου μου!

Μου παρουσιάζεσαι ακόμη μια φορά, όχι τέτοιος, όποιος είσαι τώρα μέσα στη σκοτεινιά του Άδου, αλλά τέτοιος &που έπρεπε να είσαι&, σκορπίζοντας σ' όλους τους ανέμους μιαν ύπαρξι γεμάτη μεγαλοπρέπεια και όνειρα, μέσα στην σκοτεινήν πόλιν των οραμάτων, στη Βενετία σου, στον γεμάτον από άστρα αυτόν παράδεισον κοντά στη θάλασσα, με τα παλάτια της που στο πνεύμα του Παλλάδιο χρωστά, τα παλάτια της με τα μεγάλα παράθυρα, που λες και ρεμβάζουν επάνω στα μυστηριώδη και σιγηλά νερά της.

Ναι! Το ξαναλέω, όπως έπρεπε να ήσουν!

Είναι βέβαια και άλλοι κόσμοι ξέχωρα απ' αυτόν εδώ κάτω, κι' άλλαι σκέψεις απ' της σκέψεις των πολλών κι' άλλαι θεωρίαι απ' της θεωρίες των σοφιστών.

Και τότε ποιος θα μπορούσε ν' αμφιβάλλη για το μεγαλείο της πράξεώς σου; Ποιος θα σε κατηγορούσε για της ρεμβώδεις ώρες σου; Ποιος θα έλεγε πώς σπαταλούσες την ακούραστη δραστηριότητά σου σε τρέλλες εξωφρενικές;

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εκεί στη Βενετία, κοντά στη Γέφυρα των στεναγμών, απάντησα το πρόσωπο, προς το οποίον αποτείνω αυτήν την επίκλησιν, για τρίτη ή τέταρτη φορά.

Και πώς να ξεχάσω το πώς τον συνήντησα!

Η σκοτεινιά της νύκτας, η &Γέφυρα των στεναγμών&, η ωμορφιά της γυναίκας, και ο αέρος του ρωμαντισμού που επλανάτο απάνω στη στενή διώρυγα.

Μαύρη, πίσσα ήταν η νύκτα.

Το μεγάλο ρολόγι της περίφημης &Πιάτζα& εσήμαινε την 5ην ώραν.

Η &Πλατεία του Καμπανέλου& ήταν έρημη και σιωπηλή και τα φώτα του παλαιού παλατιού των Δόγηδων ήσαν σβυστά σχεδόν όλα.

Γυρνώντας από την Πιατζέταν, πήγαινα σπίτι μου, μέσα απ' το Μεγάλο Κανάλι.

Την στιγμήν όμως που η γόνδολά μου έστριβε στο κανάλι του Αγίου Μάρκου, μια φωνή γυναικεία ακούσθηκε ξάφνου μέσα στης νύκτας τα βάθη.

Ήταν μια φωνή αγρία, αλλόφρων και εξακολουθητική. Τρομαγμένος σηκώθηκα ολόρθος, ενώ ο γονδολιέρος μου άφινε να του ξεγλιστρήση απ' τα χέρια του το μόνο κουπί του (η γόνδολες, καθώς ξέρετε, έχουν ένα και μόνο κουπί), το οποίον ζήτημα ήταν αν μπορούσε να ξαναύρη μέσα σε τέτοια σκοτεινιά. Κ' έτσι το ρέμμα που κυλιόταν απ' τη μεγάλη στη μικρή διώρυγα μας συνεπήρε.

Σα μεγάλο μαύρο όρνεον η γόνδολά μας παρεσύρετο σιγά σιγά προς την &Γέφυραν των στεναγμών&.

Ξάφνου πολλές, πολλές λαμπάδες φάνηκαν στα παράθυρα και την μεγάλην σκάλαν του παλατιού, κ' ένα φως ωχρό και τρεμοσβύνον διέλυσε την σκοτεινιά.

Ένα παιδάκι είχε ξεγλιστρήσει απ' τα χέρια της μάνας του και απ' το παράθυρο του τελευταίου πατώματος του υψηλού παλατιού γκεμίσθηκε στην σκοτεινή διώρυγα.

Τα ήσυχα νερά εσκέπασαν αδιάφορα το σωματάκι του παιδιού. Ενώ δε στην διώρυγα μόνη η γόνδολά μου βρίσκονταν, έξαφνα απ' όλες της μεριές φάνηκαν πολλοί άνθρωποι και με παλληκαριά πέφτοντας μέσ' το ρεύμα άρχισαν να ζητούν το μικρό αγγελούδι.

Μα η θάλασσα το είχε σκεπάσει και ο κόπος τους πήγαινε άδικα.

Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω στο μεγάλο πλατύσκαλο από μαύρο μάρμαρο του παλατιού, που ακουμβούσε στο νερό, ολόρθια μια γυναίκα που όσοι την είδαν δεν μπόρεσαν ποτέ να την ξεχάσουν.

Ήτο η μαρκησία Αφροδίτη, η λατρευομένη υφ' όλης της Βενετίας, η ευθυμοτέρα πασών, η θαυμασιωτέρα των γυναικών της χώρας ταύτης, εν η όλαι είναι ωραίαι, η νεαρά σύζυγος, φευ! του γέροντος ραδιούργου Μεντόνι και μήτηρ του ωραίου παιδιού του πρώτου, του μοναδικού της παιδιού! που ευρίσκετο τώρα σπαργανωμένο στα βάθη του σκοτεινού νερού.

Ορθούται ευθυτενής και επιβλητική.

Τα λεπτοφυή της πόδια, γυμνά και λευκά ως ο άργυρος, κατοπτρίζονται εις τον μαρμάρινον μαύρον καθρέπτην που ήταν από κάτω της. Τα μαλλιά της, που είχε ξεπλέξει επιστρέφουσα από τον χορόν, τα μαλλιά εις ιούλους με υακινθίνας αντανακλάσεις, που ακτινοβολούν επάνω της απειρία αδαμάντων, περιειλίσσοντο πέριξ μιας κεφαλής κλασσικής καλλονής.

Ύφασμα λευκόν σαν το χιόνι και ελαφρόν σαν τον αέρα φαίνεται καλύπτον μόνον το λεπτόν της σώμα. Αλλ' όσον αερώδες και αν είναι το φόρεμα αυτό, τίποτε δεν ταράσσει τας πτυχάς του, και επαναπίπτει πέριξ της ακίνητον, όπως η βαρεία μαρμάρινη εσθίς της αρχαίας Νιόβης. Τόσον ήτο γαληνιαία, θερμή και βαρεία η ατμοσφαίρα του θερινού εκείνου μεσονυκτίου και τόσον η γυναίκα αυτή διετήρει την ακαμψίαν αγάλματος.

Αλλά, πράγμα παράδοξον, δεν χαμηλώνει τα μεγάλα φωτεινά της μάτια προς τον τάφον, εν ώ κείται σπαργανωμένη η μόνη της ελπίς. Τα στρέφει προς μίαν διεύθυνσιν παραδόξως διάφορον.

Η φυλακή της Παλαιάς Δημοκρατίας είναι βεβαίως εκ των επιβλητικωτάτων οικοδομημάτων. Διατί όμως η μαρκησία τα προσηλώνει επ' αυτής τόσον πεισματικά, ενώ πλησίον της αγωνιά το μόνον της τέκνον; Ακριβώς απέναντι των παραθύρων του κοιτώνος της ανοίγεται εκεί κάτω ένας όρμος πλήρης σκότους. Τι μπορούσε να μένη ακόμη εις την σκοτεινήν αυτήν γωνίαν, εις την αρχιτεκτονικήν του μνημείου, εις τα θαυμαστά του αετώματα, τα με κισοούς περιτυλιγμένα, που να μη το είχεν ιδεί μυριάκις η μαρκησία του Μεντόνη; Αλλά τι λέγω; Ποίος δεν γνωρίζει, ότι εις παρομοίας περιστάσεις οι οφθαλμοί μας ως καθρέπτης με πολλά πρίσματα πολλαπλασιάζουν τας εικόνας του πόνου μας και στρέφονται μακράν προς τα πλέον απίθανα μέρη, αναζητούντες την αιτίαν της θλίψεώς μας, αιτίαν συχνά εγγύτατα προς ημάς κειμένην;

Ολίγα σκαλοπάτια υψηλότερα από εκείνο εφ' ου εστέκετο η μαρκησία, και κάτω από την θολωτήν πύλην που βλέπει προς την διώρυγα, ίσταται φέρων εισέτι την ενδυμασίαν του χορού ο ακόλαστος αυτός Μεντόνι. Από καιρού εις καιρόν γρατσουνίζει μηχανικώς την κιθάραν του και μ' έναν αέρα υπερτάτης βαρεσιάς αποτείνει μερικάς συμβουλάς εις τους ανθρώπους που ασχολούνται να σώσουν το παιδί του.

Εγώ αυτός, υπό την επίδρασιν της καταπλήξεώς μου, έμεινα ανίκανος διά πάσαν κίνησιν και εις τα μάτια των καταταραγμένων ομίλων, οίτινες εθεώντο, θα εφαινόμην ως κανέν φάντασμα φέρον ατυχίαν, όταν επέρασα ανάμεσόν των, όρθιος και ωχρός εις την μαύρην μου γόνδολαν.

Πάσαι αι προσπάθειαι απέβησαν μάταιαι. Ήδη πολλοί κολυμβηταί εκ των αρίστων υπεχώρουν με βαθείαν αποθάρρυνσιν. Η τύχη του παιδιού εφαίνετο πολύ απελπιστική — αλλά μήπως και η τύχη της μητρός ήτο ολιγώτερον;

Όταν από τα βάθη της σκοτεινής γωνίας, περί της οποίας σας ωμίλησα και η οποία συνέπιπτε με τας σκιάς της φυλακής της Παλαιάς Δημοκρατίας ακριβώς προ των δικτυωτών της μαρκησίας, εξήλθεν ένας άνθρωπος περιτυλιγμένος με μανδύαν. Επεφάνη εν τη φωτισμένη ζώνη, εσταμάτησε μίαν στιγμήν παρά την απόκρημνον όχθην, και εβύθισε την κεφαλήν του εις την διώρυγα.

Μετά μίαν στιγμήν επεφαίνετο εις την μαρμαρίνην κλίμακα πλησίον της μαρκησίας κρατών εις τα χέρια του το παιδί ζωντανόν και αναπνέον ακόμη. Τότε ο μανδύας του από το βάρος του διαβρέξαντος αυτόν ύδατος υπεχώρησε και κατέπεσε προ των ποδών του. Οι θεαταί δ' εμβρόντητοι είδαν το χαριτωμένον πρόσωπον νέου, του οποίου το όνομα τότε ήτο ένδοξον καθ' όλην σχεδόν την Ευρώπην.

Ο σωτήρ δεν επρόφερεν ούτε λέξιν. Αλλ' η μαρκησία θα αρπάξη αφεύκτως το παιδί της, θα το θλίψη στην καρδιά της, θα περισφίξη το τόσον λεπτόν αυτό σώμα και θα το πνίξη με φιλιά.

Αλλοίμονον, όχι!

Άλλη το επήρε από τα χέρια του ξένου, άλλη το μεταφέρει εκεί κάτω, εις το μέγαρον.

Η δε μαρκησία! Τα χείλη της, τα ωραία της χείλη, τρέμουν. Τα μάτια της είναι φουσκωμένα από δάκρυα, τα μάτια εκείνα, τα οποία όμοια προς την άκανθον του Πλινίου είναι και γλυκά και υγρά. Ναι! τα μάτια της είναι φουσκωμένα από δάκρυα.

Η γυναίκα όλη εσκίρτησεν εις τα βάθη της ψυχής της, το άγαλμα έδωσε σημείον ζωής! Η ωχρότης του μαρμαρίνου προσώπου της, η καμπύλη του μαρμαρίνου κόλπου της, και αυτή η λευκότης των μαρμαρίνων ποδιών της, όλον το σώμα της εκαλύφθη αυθωρεί από τα κύματα ενός ακουσίου ερυθήματος και ελαφρά φρικίασις σείει το λεπτόν σώμα της, όπως ακριβώς η αύρα της Νεαπόλεως ταράσσει ελαφρά τους ωραίους λευκούς κρίνους τους σκορπισμένους επάνω εις την χλόην. Διατί η κυρία ηρυθρίασεν;

Εις την ερώτησιν αυτήν δεν υπάρχει απάντησις.

Μήπως από την μεγάλην της ταραχήν, από τον τρόμον της μητρικής της καρδίας, ελησμόνησεν αφίνουσα το εσωτερικόν του θαλάμου της να φορέση εις τα λεπτά της πόδια της παντούφλες, και μήπως διότι τελείως ελησμόνησε να καλύψη τους ωραίους βενετσιάνικους ώμους της ο πέπλος που της ήρμοζεν;

Εις ποίον άλλον λόγον ν' αποδώση κανείς αυτό το ερύθημα, την παράδοξον λάμψιν του συμπαθητικού βλέμματός της, το εξαιρετικόν ταραχώδες ανεβοκατέβασμα του κόλπου τούτου, το δυνατόν σφίξιμον του τρέμοντος χεριού της, το οποίον, ενώ ο Μεντόνι επιστρέφει εις το ανάκτορον, συναντά κατά τύχην το χέρι του ξένου;

Αλλά τότε πώς να εξηγήσωμεν την χαμηλήν φωνήν, τον εξαιρετικώς χαμηλόν τόνον των μυστηριωδών λόγων τους οποίους η κυρία αύτη επανελάμβανεν εν βία, όταν τον απεχαιρέτα;

— Ενίκησες! είπεν (εκτός εάν δεν με ηπάτησεν ο ψίθυρος του νερού).

— Ενίκησες! . . Μίαν ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου . . . θα ενωθώμεν! . . . Έστω! . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ο θόρυβος είχε καταπαύσει.

Τα φώτα απεμακρύνθησαν και εξηφανίσθησαν εις το εσωτερικόν των ανακτόρων.

Ο ξένος όμως, τον οποίον ανεγνώρισα, ίστατο ακόμη όρθιος επάνω εις την σκάλαν. Εφαίνετο κατειλημμένος από απερίγραπτον ταραχήν, και τα αστραφτερά μάτια του αναζητούσαν εις τα πέριξ μίαν γόνδολαν.

Το απλούστερον ήτο να του προσφέρω την γόνδολάν μου. Η δε προσφορά μου αύτη εγένετο δεκτή.

Επρομηθεύθημεν αμέσως ένα κουπί από τον σταθμόν των πλοιαρίων και διηυθύνθημεν αμέσως προς την κατοικίαν του νέου.

Ταχέως συνήλθε και με όλα τα εξωτερικά δείγματα φιλίας ωμίλησε διά την μικράν σχέσιν που είχαμεν άλλοτε μαζί.

Υπάρχουν μερικά πράγματα που λαμβάνω την ευχαρίστησιν να τα εξηγώ λεπτομερώς. Και αυτός ο ξένος — ας μου επιτραπή να τον αποκαλώ ούτω, αφού ήτο πάντοτε και δι' όλους ένας ξένος — υπάγεται εις την κατηγορίαν τούτων.

Το ανάστημά του ήτο ολίγον μικρότερον του μετρίου· αλλ' υπήρχον στιγμαί ισχυρού πάθους, καθ' ας εφαίνετο ότι εμεγεθύνετο παρά πάσαν προσδοκίαν. Η ελαστική συμμετρία η ολίγον λεπτοφυής του κορμιού του ήτο καμωμένη κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να προβλέπη τις την δράσιν και την αποφασιστικότητα, της οποίας δείγματα έδωσεν εις την γέφυραν των στεναγμών.

Πολύ πλέον από τα πραγματικά κατορθώματα τα πλήρη ηρακλείου δυνάμεως, τα οποία εξετέλεσεν εις στιγμάς μάλλον επικινδύνους, είχε το στόμα και τον πώγωνα θεού, παράδοξα μάτια, άγρια, βαθειά και γλυκύτατα συνάμα, μάτια μαύρα που εκυμαίνοντο μεταξύ του βαθέος φαιού και του στιλπνοτάτου μαύρου. Η πλουσία κόμη του ήτο μαύρη και βοστρυχώδης και το μέτωπον, ασυνήθους ευρύτητος, είχε κατά διαστήματα την ακτινοβόλον λάμψιν του ελεφαντόδοντος· το σύνολον των χαρακτηριστικών του ήτο μιας τοιαύτης κανονικότητας, ώστε ν' αποτελή την τελευταίαν λέξιν του κλασσικού, παρόμοιον προς το της προτομής του Αυτοκράτορος Κομμόδου.

Ουχ' ήττον, η φυσιογνωμία του ήτο μία από εκείνας που τας συναντά κανείς εφ' άπαξ ίσως εις την ζωήν, και δεν τας επαναβλέπει πλέον. Η φυσιογνωμία αυτή δεν παρουσίαζεν ιδιαίτερον χαρακτήρα, χαρακτήρα κυριαρχούντα, όστις να την αποτυπώνη εις την μνήμην. Ήτο μία από τας φυσιογνωμίας εκείνας που τας λησμονεί κανείς μόλις τας παρατηρήση, αλλ' αι οποίαι εμπνέουν μίαν αόριστον και συνεχή επιθυμίαν να τας επαναφέρης εις την μνήμην σου. Αναμφιβόλως αι συγκινήσεις, με την ταχείαν των πτήσιν, κατωπτρίζοντο επί του προσώπου του, αλλά το κάτοπτρον τούτο, όπως όλα τα κάτοπτρα, δεν διετήρει κανέν ίχνος της συγκινήσεως την οποίαν είχε κατοπτρίσει.

Όταν απεχωρίσθην από αυτόν, την νύκτα του επεισοδίου τούτου, με παρεκάλεσε μετ' επιμονής, η οποία μ' εξέπληξε, να μεταβώ προς επίσκεψίν του την επαύριον λίαν πρωί.

Ολίγον μετά την ανατολήν του ηλίου μετέβην εις το μέγαρόν του.

Το μέγαρον τούτο ήτο έν από τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, επιβλητικού και φανταστικού συνάμα ρυθμού, τα οποία ορθούνται παρά τας όχθας της Μεγάλης Διώρυγος πλησίον του Ριάλτο.

Εισήχθην διά μιας πλατείας και γυριστής κλίμακος με δάπεδον εκ μωσαϊκών εις διαμέρισμα, του οποίου ο απροσπέλαστος πλούτος με εθάμβωσε μόλις ευρέθην εν αυτώ.

Είχα αποτυφλωθή κυριολεκτικώς και αποσβολωθή από την μεγαλοπρέπειάν του.

Ήξευρα ότι ο νέος μου φίλος ήτο πλούσιος. Η κοινή φήμη ωμιλούσε περί της περιουσίας του τόσον πομπωδώς, που και εγώ αυτός με ελαφρότητα διεμαρτυρόμην διά την υπερβολήν. Αλλά από το πρώτον βλέμμα που έρριψα γύρω μου εθαύμασα, πώς ήτο δυνατόν εν Ευρώπη να υπάρχη περιουσία ικανή διά να πραγματοποιήση την πριγκηπικήν μεγαλοπρέπειαν, η οποία ανεπήδα και ήστραπτε πέριξ μου.

Αν και (όπως το είπα) ο ήλιος είχεν ήδη ανατείλει, η αίθουσα εξηκολούθει λαμπρώς φωτιζομένη με τα εσπερινά της φώτα.

Από το γεγονός αυτό και από την κόπωσιν, η οποία ήτο ζωγραφισμένη εις τα χαρακτηριστικά του φίλου μου, συνεπέρανα ότι ούτος δεν ήγγισε την κλίνην του την προηγουμένην νύκτα.

Η αρχιτεκτονική και ο διάκοσμος της αιθούσης διετράνουν την επιθυμίαν της προκλήσεως θάμβους. Οι αρχιτέκτονες πολύ ολίγον απησχολήθησαν με ό,τι καλείται εις την τεχνικήν διάλεκτον διακοσμητική ενότης, η οποία δεν είχεν εδώ τον ακριβή χαρακτήρα ουδεμιάς εθνικότητος. Το βλέμμα μετέπιπτεν από αντικειμένου εις αντικείμενον και δεν προσηλούτο ιδιαιτέρως επί ουδενός, ούτε επί των γελοιογραφιών των ελλήνων ζωγράφων, ούτε επάνω εις τα ιταλικά ανάγλυφα της καλής εποχής, ούτε εις τους αιγυπτιακούς κολοσσούς, μιας ατέχνου ακόμη τεχνοτροπίας. Από όλας τας πλευράς του δωματίου, πλούσια παραπετάσματα ερρίγουν υπό την πνοήν μιας σοβαράς και μελαγχολικής μουσικής, της οποίας δεν ανευρίσκετο η προέλευσις. Αι αισθήσεις είχον αποχαυνωθή υπό την επίδρασιν μίγματος αρωμάτων, κατά το φαινόμενον αντιθέτων και τα οποία ανεδίδοντο από θυμιατά παραδόξων σχημάτων, οπόθεν ανέβρυον συγχρόνως γλώσσαι από φλόγας πρασίνους ή ιόχρους με ανταυγείας φωτεινάς και ποικιλοχρώμους. Αι ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου διεχύνοντο εις όλην την αίθουσαν διά μέσου παραθύρων, αποτελουμένων από μονοκόμματον ερυθράν ύαλον. Απαστράπτον πανταχόθεν και αντανακλώμενον απειράκις από τα παραπετάσματα χρώματος αργυρού, τα οποία κατέπιπτον από το ύψος των κορνιζών, το φυσικόν φως της ημέρας ανεμιγνύετο με τεχνικόν φως και κατεπλημμύρει με τους συγκερασμένους τόνους του ένα τάπητα από πλουσίαν χρυσήν τσόχαν της Χιλής, προσομοιάζοντα προς υγράν κοίτην.

— Α! α! α! — Α! α! α!

Είπε γελών ο ιδιοκτήτης του μεγάρου υποδεικνύων μοι και κάθισμα, ενώ ταυτοχρόνως ο ίδιος εξηπλούτο επί ενός σοφά. Αντιλαμβανόμενος δε ότι ο παράδοξος τρόπος, μεθ' ου με υπεδέχθη, δεν ηδύνατο ή να με εκπλήξη ολίγον:

— Βλέπω, είπεν, ότι εκπλήττεσθε από τον διάκοσμον του μεγάρου μου, από τα αγάλματά μου, τας εικόνας μου, από την εκκεντρικότητα των ιδεών μου εις τα ζητήματα της αρχιτεκτονικής και των υφαντών εικόνων μου. Αυτή δα σας εκπλήττει κάπως, αυτή όλη η έκθεσις αντικειμένων. Αλλά συγγνώμην, αγαπητέ μου κύριε, — και εδώ η φωνή του προσέλαβε τον τόνον πραγματικής οικειότητος — συγγνώμην διά το ανευλαβές αυτό γέλοιο μου. Το γεγονός είναι, ότι εφαίνεσθε ολίγον σαν σαστισμένος! Πράγματά τινα είναι τόσον κωμικά, ώστε πρέπει κανείς ή να καταλαμβάνεται από γέλοια ή να πεθαίνη! . . . Το να πεθαίνη κανείς από γέλοιο θ' αποτελή μεταξύ των δοξασμένων θανάτων τον ενδοξότατον θάνατον. Ο σιρ Θωμάς Μουρ — δεν ήτο ο πρώτος τυχών ο σιρ Θωμάς Μουρ — λοιπόν και αυτός απέθανε γελώντας, ως θα ενθυμείσθε. Εις τα «Παράδοξα» επίσης του Ραβίζιους Τέξτωρ ευρίσκεται μακρός κατάλογος προσώπων, τα οποία έσχον τον αυτόν λαμπρόν θάνατον! . . . Θα το γνωρίζετε άλλως, ότι εις την Σπάρτην ανεκαλύφθη προς μεσημβρίαν της ακροπόλεως, εν μέσω χάους δυσδιακρίτων ερειπίων, βάθρον, επάνω εις το οποίον εδιάβαζε κανείς αυτά τα γράμματα: ΛΑΣΜ. Τι να εσήμαιναν αυτά τα γράμματα; Είναι εκτός αμφιβολίας ότι θα ήτανε μέρος της λέξεως: ΓΕΛΑΣΜΑ.

— Εις την Σπάρτην υπήρχαν πολλοί ναοί και βωμοί αφιερωμένοι σ' ένα σωρό θεούς. Κανένας δεν εσώθηκε. Δεν είναι παράδοξον να σωθή ένας και μόνος, ο βωμός εις τον Θεόν του γέλοιου;