Part 3
Αιφνιδίως αναλαμβάνω συνείδησιν της κινήσεως και του θορύβου, της θορυβώδους κινήσεως της καρδίας μου, αντανακλωμένης εις τα ώτα μου διά του θορύβου των παλμών της. Έπειτα επανέρχεται εκ νέου ο θόρυβος, η κίνησις και η αφή — αίσθησις μιας μυρμηκιάσεως που διατρέχει όλον μου το σώμα. Έπειτα η μόνη αίσθησις της υπάρξεως, αλλ' άνευ σκέψεως (και η κατάστασις αυτή διήρκεσεν επί μακρόν). Έπειτα όλως αιφνιδίως η σκέψις και ένας φρικιαστικός τρόμος, και μία δραστική απόπειρα προς κατάκτησιν της πραγματικότητος της καταστάσεώς μου. Έπειτα μία ισχυρά επιθυμία, όπως επαναπέσω εις την αναισθησίαν. Είτα δι' ενός ακατασχέτου εξυπνήματος της συνειδήσεώς μου προσπαθώ να κινηθώ και το κατορθώνω.
Τότε ενθυμούμαι πληρέστατα την δίκην, τους δικαστάς, τα σκοτεινά παραπετάσματα, την απόφασιν, την καταλαβούσαν με αφασίαν και την λιποθυμίαν.
Πλήρης λήθη των περαιτέρω, παντός ό,τι αργότερα και δι' ισχυρών προσπαθειών κατώρθωσα να ενθυμηθώ αορίστως.
Μέχρις εκείνης της στιγμής δεν είχα ανοίξει τα μάτια. Είχα την εντύπωσιν ότι είμαι ξαπλωμένος χωρίς δεσμά. Ήπλωσα το χέρι και έπεσε βαρειά σε κάτι τι υγρόν και σκληρόν. Άφησα το χέρι μου έτσι επί τινας στιγμάς, προσπαθών να φαντασθώ πού ήμουν και τι απέγεινα. Ήθελα σύντομα να μεταχειρισθώ την όρασίν μου, αλλά δεν ετολμούσα. Εφοβούμην να προσηλώσω το πρώτον μου βλέμμα επάνω σε πράγματα, τα οποία ήσαν γύρω μου· όχι διότι εφοβούμην να ίδω φρικιαστικά πράγματα, αλλά διότι κατελήφθην από την φρίκην εκ μόνης της ιδέας ότι μπορεί να μη έβλεπα τίποτε. Τέλος με την καρδιά σφιγμένη άνοιξα ταχέως τα μάτια μου. Και ιδού ότι εβεβαιώνετο η υποψία μου. Τα σκότη της αιωνίας νυκτός με περιέβαλλον. Μετά δυσκολίας ανέπνεον. Ησθανόμην την πυκνότητα της νυκτός να με βαρύνη και να με πνίγη. Η ατμόσφαιρα ήτο απελπιστικώς βαρεία. Έμεινα ξαπλωμένος χωρίς να κινηθώ και έθεσα εις ενέργειαν όλας τας δυνάμεις του νου μου. Ανεπόλησα τας διαφόρους μεθόδους των ιερεξεταστών και από το σημείον τούτο προσπαθούσα να εξαγάγω ποια μπορούσε να είναι η παρούσα κατάστασίς μου. Από της εκδόσεως της αποφάσεώς μου εφαίνετο ότι παρήλθε πολύς καιρός. Εν τούτοις ουδέ προς στιγμήν μου επέρασεν από τον νουν ότι ημπορούσα να είχα πεθάνει. Μία τοιαύτη υπόθεσις, μεθ' όλα όσα ισχυρίζονται τα συγράμματα φαντασιώδους φύσεως, δεν συμβιβάζεται με την πραγματικότητα της υπάρξεως.
Αλλά πού ήμην και εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμην;
Εγνώριζα ότι εις θάνατον καταδικασθέντες παρεδίδοντο εις την πυράν (autodafé) και ότι μία από τας τελετάς αυτάς θα εγίνετο την ιδίαν νύκτα της κρίσεώς μου. Μήπως ωδηγήθην εις το μπουντρούμι να περιμείνω εκεί την προσεχή θυσίαν, ήτις θα ετελείτο μετ' ολίγους μήνας; Αντελήφθην ότι δεν μπορούσε να είναι έτσι. Τα διαθέσιμα θύματα είχον αποσυρθή. Εξ άλλου το παλαιό μπουντρούμι μου είχε, καθώς όλα τα μπουντρούμια εν Τολέδη, λιθόστρωτον το πάτωμα και το φως δεν είχεν εκδιωχθή παντελώς εξ αυτού.
Αιφνιδίως φρικτή σκέψις μου παρέσυρε κατά κύματα το αίμα εις την καρδιά μου, και επί τινα καιρόν ξανάπεσα και πάλιν εις την αναισθησίαν. Ευθύς ως συνήλθα, εσηκώθην με ένα πήδημα εις τους πόδας μου και με ένα σπαρακτικόν τρόμον που έσειεν όλας μου τας ίνας. Ήπλωσα ταχέως τους βραχίονας επάνω μου και γύρω μου, καθ' όλας τας διευθύνσεις. Δεν εύρον τίποτε. Εν τούτοις εφοβούμην να προχωρήσω κατά έν βήμα, εκ φόβου μήπως προσκρούσω εις τους τοίχους ενός τάφου. Ο ιδρώς ανέβλυζε σαν μαργαριτάρι από όλους μου τους πόρους και εσωριάζετο εις το μέτωπόν μου κατά μεγάλας παγωμένος σταγόνας. Αλλά τέλος, μη δυνάμενος πλέον να υπομείνω την αγωνίαν αυτήν της αμφιβολίας, έκανα ένα βήμα προς τα εμπρός με προφύλαξιν και με τεταμένους τους βραχίονας, τα μάτια γουρλωμένα, αναζητών μίαν ασθενή ακτίνα φωτός. Έκανα πολλά βήματα, αλλά το παν δεν ήτο παρά σκότος και χάος. Ανέπνευσα ελευθερώτερα, διότι μου εφάνη ότι η τύχη, η οποία μου επεφυλάσσετο, δεν ήτο ίσως η χειροτέρα πάσης άλλης.
Τότε, ενώ εξηκολούθησα προς τα εμπρός την προσεκτικήν πορείαν μου, μού επανήλθαν αλλεπάλληλοι εις την μνήμην αι αναρίθμητοι αόριστοι φήμαι διά τας βασάνους της Τολέδης. Διά τα μπουντρούμια αυτά ελέγοντο πολλά παράδοξα, τα οποία εθεώρησα πάντοτε ως μύθους, αλλά τόσον παραδόξους και τόσον φοβερούς, ώστε να τους επαναλαμβάνω χαμηλοφώνως.
Ήμην προωρισμένος ν' αποθάνω της πείνης εις τον κόσμον του υπογείου σκότους; Ή μήπως άλλη τις τύχη τρομερωτέρα μου επεφυλάσσετο; Ότι το τέρμα ήτο ο θάνατος και ότι ο θάνατος αυτός ήτο τόσον σκληρός, ώστε να υπερβαίνη τα όρια του συνήθους, αυτό το είχα αντιληφθή, όπως και διά τον χαρακτήρα των δικαστών μου δεν μου επετρέπετο ν' αμφιβάλλω. Ο τρόπος και η ώρα αυτού του θανάτου ήτο η μόνη απασχόλησις, το μόνον μου βάσανον.
Τέλος τα τεντωμένα χέρια μου προσέκρουσαν εις έν εμπόδιον. Ήτο τοίχος, κατασκευασμένος, ως φαίνεται, από λίθους, πολύ επίπεδος, πολύ ψυχρός και γλοιώδης. Τον διέτρεξα κατά μήκος από κοντά με τας δυσπίστους προφυλάξεις μου, τας οποίας μου επανέφερεν η ανάμνησις των παλαιών διηγήσεων. Η μέθοδος αυτή ουχ ήττον δεν μου επέτρετε κατ' ουδένα τρόπον τα υπολογίσω τας διαστάσεις του μπουντρουμιού μου, διότι μπορούσα απατώμενος να κάνω όλον τον γύρον και να επανέλθω εις αυτό το σημείον της αναχωρήσεώς μου χωρίς να το αντιληφθώ. Τόσον ο τοίχος ήτο ομοιόμορφος.
Εζήτησα λοιπόν το μαχαίρι μου, που το είχα εις την τσέπην την στιγμήν καθ' ην με εισήγαγον εις την αίθουσαν των ιερεξεταστών. Αλλά δεν ευρίσκετο εκεί· αντικατέστησαν τα φορέματά μου με ένα μανδύαν από πρόστυχην λινάτσαν. Η σκέψις μου ήτο να βυθίσω την κάμαν είς τινα στενήν ρωγμήν του τοίχου και να σημειώσω ούτω το σημείον της αναχωρήσεώς μου. Η δυσκολία ήτο πολύ κοινή. Αλλ' η ταραγμένη φαντασία μου την εθεώρει ανυπέρβλητον. Επί τέλους έσχισα ένα κομματάκι πανί από τον μανδύαν μου και το έθεσα κατά μήκος και καθέτως επί του τοίχους ψηλαφίζων διά να ζητήσω τον δρόμον μου, έπρεπεν εξ άπαντος, όταν θα ετελείωνα πλέον τον γύρον μου, να συναντήσω το πανάκι αυτό.
Αυτό τουλάχιστον επίστευα· αλλ' είχα υπολογίσει μη λαμβάνων υπ' όψιν το μήκος του κελλίου μου και την ατομικήν μου ικανότητα. Το έδαφος ήτο υγρόν και εγλύστρα. Επροχώρησα ολίγον τρικλίζων, κατόπιν εμπερδεύθηκα και έπεσα.
Η υπερβολική κούρασις με εκάρφωσεν εκεί και απεκοιμήθην εις την στάσιν εκείνην.
Άμα εξύπνησα, απλώσας τον βραχίονα μου εύρον παραπλεύρως ένα άρτον και μια κανάτα νερού. Πολύ εξηντλημένος διά να σκεφθώ επί της περιστάσεως ταύτης ήπια και έφαγα απλήστως. Μετ' ολίγον επανήρχισα τον γύρον της φυλακής μου και, όχι χωρίς κόπον, έφθασα τέλος εκεί όπου είχα κρεμάσει το κουρελάκι.
Κατά την πτώσιν μου είχα μετρήσει 52 βήματα και αφ' ης στιγμής επανήρχισα την πορείαν ηρίθμησα έτερα 48, μέχρις ότου επανεύρον το κουρελάκι, ήτοι το όλον εκατόν βήματα. Επειδή δε δύο βήματα αντιστοιχούν προς μίαν υάρδαν, συνεπέρανα ότι το μπουντρούμι είχε περιφέρειαν πεντήκοντα υαρδών. Εν τούτοις επειδή εύρον πολλάς γωνίας εις τον τοίχον δεν ημπορούσα να σχιματίσω σαφή γνώμην περί του σχήματος του υπογείου, διότι δεν ημπορούσα ν' αμφιβάλλω επί πλέον ότι τούτο ήτο κρύπτη.
Απέδιδα ολίγον ενδιαφέρον και βεβαίως ουδεμίαν ελπίδα εις τας ερεύνας αυτάς. Αλλά μία αόριστος περιέργεια με παρώτρυνε να τας εξακολουθήσω. Άμα άφησα τον τοίχον απεφάσισα να διασχίσω την περιφερικήν επιφάνειαν. Κατ' αρχάς εβάδισα με μεγάλην σύνεσιν, διότι το έδαφος, αν και εφαίνετο συνιστάμενον από στερεάν ύλην, ήτο κεκαλυμμένον από μίαν επικίνδυνον λάσπην.
Έλαβα επί τέλους ασφαλή στάσιν και δεν εδίστασα να βαδίσω αποφασιστικά, προσπαθών να προχωρώ πάντοτε εφ' όσον ήτο δυνατόν κατ' ευθείαν γραμμήν. Έκαμα τοιουτοτρόπως δέκα ή δώδεκα βήματα προς τα εμπρός, όταν το υπόλοιπον του κουρελακιού περιεπλέχθη εις τους πόδας μου. Πατήσας αυτό εγλίστρησα και έπεσα με το πρόσωπον προς τα κάτω. Εν τη συγχύσει μου ως εκ της πτώσεως δεν απέδωκα ιδιαιτέραν σημασίαν εις την άλλως εκπληκτικήν αυτήν λεπτομέρειαν· αλλά μετά τινα δευτερόλεπτα και ενώ ακόμη ευρισκόμην εξηπλωμένος κατά γης προσήλωσα την προσοχήν μου. Ενώ το πηγούνι μου ανεπαύετο επί του εδάφους της φυλακής μου, τα χείλη και το ήμισυ του προσώπου μου ευρίσκοντο εις τον αέρα. Ταυτοχρόνως το μέτωπόν μου περιελούετο από βρωμεράς αναθυμιάσεις και μία χαρακτηριστική οσμή μουχλιασμένων μυκήτων ανέβαινεν εις τους ρώθωνάς μου. Ήπλωσα τον βραχίονα και εφρικίασά παρατηρήσας ότι είχα πέσει κοντά εις το χείλος ενός περιφερικού φρέατος.
Φυσικά δεν είχα προς το παρόν τα μέσα να μετρήσω τας διαστάσεις, αλλ' εψηλάφησα τον τοίχον ακριβώς κάτωθεν του χείλους, κατορθώσας ν' αποσπάσω ένα μικρό τεμάχιον, το οποίον άφησα να πέση εις το βάθος του φρέατος. Επί τινα δευτερόλεπτα ήκουσα τον επανειλημμένον κρότον του προσκρούοντος επί των τοιχωμάτων της αβύσσου λίθου. Τέλος εβυθίσθη εις τα νερά με ένα θλιβερόν πάταγον, ακολουθούμενος από φοβερούς ήχους. Συγχρόνως ήκουσα υπεράνω της κεφαλής μου, σαν ένα θόρυβον θύρας που ανοίγουν γρήγορα διά να την κλείσουν ταχύτερον ακόμη, ενώ αμυδρά ακτίς φωτός διέκοψε τα σκότη και εχάθη αποτόμως. Είδα φανερά ποία ήτο η τύχη που μου επεφυλάσσετο και ηυχαριστήθην διά το απρόοπτον αυτό γεγονός. Εάν είχα κάμει ένα βήμα περισσότερον προ τού να πέσω, ο κόσμος δεν θα με επανέβλεπε πλέον. Ο θάνατος, τον οποίον ούτω διέφυγα, ανήκεν εις την αυτήν κατηγορίαν των σκέψεων, η οποία με έκαμε να θεωρήσω ως ανοήτως απίθανα τα όσα μου διηγήθησαν περί της Ιεράς Εξετάσεως. Διά τα θύματα της τυραννίας της υπήρχεν η εκλογή μεταξύ του θανάτου με τας φρικωδεστέρας φυσικάς βασάνους και του άλλου θανάτου με τας σκληροτέρας ηθικάς βασάνους. Εις εμέ επεφυλάσσετο ο τελευταίος. Τα μακρά βάσανα με είχαν εκνευρίσει και ήμην πλέον ώριμος υπό πάσαν έποψιν διά τα βάσανα, διά τα οποία προωριζόμην.
Ολόκληρος τρέμων επλησίασα ψηλαφητί προς τον τοίχον, αποφασισμένος να πεθάνω εκεί, παρά ν' αντιμετωπίσω το τρομερόν πηγάδι, το οποίον η φαντασία μου επολλαπλασίαζε και έθετεν εις διάφορα σημεία του μπουντρουμιού μου. Εις άλλην περίστασιν θα είχα το θάρρος να θέσω τέρμα εις τα βάσανά μου κρημνιζόμενος εις μίαν απ' αυτάς τας αβύσσους, αλλά την στιγμήν εκείνην είχα καταντήσει ο τελευταίος των δειλών. Δεν μπορούσα να λησμονήσω ό,τι εδιάβασα σχετικώς προς το φρέαρ αυτό: ότι δηλαδή είς αιφνίδιος τερματισμός της ζωής ήτο μία πιθανότης, την οποίαν οι ιερεξετασταί δεν ημπορούσαν να παραδεχθούν εν τη άκρα αυτών σκληρότητι.
Η ταραχή του πνεύματός μου με εκράτησεν εν εγρηγόρσει επί πολλάς ώρας· αλλ' επί τέλους απεκοιμήθην και πάλιν. Όταν εξύπνησα εύρον πλησίον μου, όπως και προηγουμένως, ένα άρτον και μίαν κανάταν νερού. Εδίψων φοβερά, και εξεκένωσα την κανάταν μονορρούφι. Το νερό θα είχε ναρκωτικόν μέσα, διότι μόλις το ήπια κατελήφθην από ακαταμάχητον ύπνον. Βαθύς ύπνος με εβάρυνεν, όμοιος με τον ύπνον του θανάτου. Πόσον διήρκεσε φυσικά δεν κατώρθωσα ν' αντιληφθώ, αλλά παρετήρησα ανοίξας τα μάτια μου μίαν φοράν ακόμη ότι τα πέριξ αντικείμενα ήσαν ορατά. Μία λάμψις παράδοξος, θειαφένια, της οποίας δεν κατώρθωσα να διακρίνω την προέλευσιν, μου επέτρεπε να διακρίνω την έκτασιν και το σχήμα της φυλακής μου. Είχα απατηθή οικτρώς, ως προς την έκτασιν αυτής. Η ολική περίμετρος των τοίχων δεν υπερέβαινε τας εικοσιπέντε υάρδας. Η παρατήρησις αυτή με έρριψε προς στιγμήν εις την μεγαλυτέραν ταραχήν, ταραχήν εντελώς ματαίαν, διότι εν τη απειρία των περικυκλούντων με δεινών τι σημασίαν ημπορούσε να έχη η διάμετρος του μπουντρουμιού μου; Το πνεύμα μου όμως ελάμβανεν εξαιρετικόν ενδιαφέρον δι' αυτήν την ανοησίαν, υποβαλλόμενον εις προσπαθείας διά ν' ανακαλύψη την πλάνην, η οποία εισέδυσε κατά τύχην εις τον υπολογισμόν μου. Τέλος η αλήθεια ανεκαλύφθη. Εις την πρώτην μου ανίχνευσιν ελογάριασα πεντήκοντα δύο βήματα μέχρι της στιγμής της πτώσεώς μου. Θα ήμην τότε εις απόστασιν ενός ή δύο βημάτων από το κουρελάκι και είχα τελειώσει σχεδόν όλον τον γύρον του υπογείου. Την στιγμήν εκείνην είχον αποκοιμηθή, κατά δε το ξύπνημα θα είχον επανέλθει και πάλιν εις τα βήματά μου, πράγμα το οποίον με ηνάγκασε να υπολογίσω εις διπλούν το μήκος της πραγματικής περιμέτρου. Η αταξία του πνεύματος με ημπόδισε να παρατηρήσω ότι είχα τον τοίχον προς τα αριστερά μου όταν ήρχισα τον γύρον, και προς τα δεξιά μου όταν τον ετελείωσα.
Το αυτό έπαθα και ως προς το σχήμα της περιμέτρου. Βαδίζων ψηλαφητί συνήντησα αρκετάς γωνίας, αι οποίαι με έκαμαν να συμπεράνω το ακανόνιστον της φυλακής μου. Το βαθύ σκότος ημπορεί να έχη μεγάλην επίδρασιν εις την κρίσιν εκείνου που συνέρχεται από λήθαργον ή από ύπνον. Αι γωνίαι αύται ωφείλοντο αποκλειστικώς εις μερικάς ελαφράς θλάσεις και εις μερικά κοιλώματα ακανονίστως διατεταγμένα.
Εν τω συνόλω της η φυλακή μου είχε το σχήμα τετραγώνου. Ό,τι εξελάμβανον διά τοιχοδομήν τώρα μου εφαίνετο ότι ήτο από σίδηρον ή από κάποιο άλλο μέταλλον, διατεθειμένον εις μεγάλας πλάκας, των οποίων αι συγκολλήσεις ή αι συναρμογαί εσχημάτιζον τας θλάσεις, τας οποίας παρετήρησα. Επί όλης της επιφανείας της μεταλλικής περιφερείας ευρίσκοντο μεγάλαι ρυπαρογραφίαι, παριστώσαι τα δυσειδή και αποκρουστικά σύμβολα, τα οποία εφεύρεν η ταρτάρειος πρόληψις των μοναχών. Μορφαί δαιμόνων με απειλητικήν όψιν, με σκελετώδη σώματα, καθώς και άλλαι παραστάσεις φρικώδεις εκάλυπτον και ητίμαζον τους τοίχους. Παρετήρησα ότι τα τερατουργήματα ταύτα παρουσίαζον πολύ καθαράς γραμμάς, αλλά τα χρώματά των εφαίνοντο απεσβεσμένα και ξεθωριασμένα ένεκα της υγρασίας της ατμοσφαίρας. Εξήτασα το έδαφος· ήτο στρωμένο με λίθους. Εις το μέσον το περιφερικόν φρέαρ ήνοιγε το χασματώδες στόμα του, από το οποίον ευτυχώς είχα γλυτώσει.
Όλ' αυτά τα διέκρινα αορίστως κάπως και όχι άνευ κόπου, διότι ενώ εκοιμώμην η θέσις του σώματός μου είχεν υποστή σπουδαίας μεταβολάς. Ήμην ξαπλωμένος ανάσκελα, καθ' όλον το μήκος του σώματός μου, επάνω εις ένα ξύλινον κουτί, πολύ χαμηλόν.
Εκρατούμην στερεώς προσδεδεμένος επ' αυτού διά σχοινίου, το οποίον περιέβαλλε πλειστάκις το σώμα μου, αφίνον ελευθέραν την κεφαλήν μου και τον αριστερόν βραχίονα. Και διά να λάβω την τροφήν μου, η οποία είχε τοποθετηθή πλησίον μου, έπρεπε να επιχειρήσω σοβαράς αποπείρας. Είδα με τρόμον ότι είχαν αφαιρέσει την κανάταν με το νερό. Λέγω με τρόμον, διότι εδιψούσα υπερβολικά. Το σχέδιον των διωκτών μου συνέκειτο αναμφιβόλως εις το να επιτείνουν την δίψαν μου, διότι η τροφή που μου είχαν εις τον δίσκον ήτο πολύ αλμυρά.
Εκύτταξα εις το κενόν και παρετήρησα την οροφήν της φυλακής μου. Ευρίσκετο αύτη τριάκοντα ή τεσσαράκοντα πόδας υπεράνω της κεφαλής μου και η κατασκευή της παρωμοίαζε προς την των τοίχων. Ένας από τους πίνακας παρίστανε κάτι πολύ παράδοξον, το οποίον εκέντησε την περιέργειάν μου. Ήτο εικών παριστώσα τον Χρόνον, υπό την συνήθως διδομένην εις αυτόν μορφήν. Αντί όμως δρεπάνου εκρατούσε κάτι άλλο, το οποίον, αφηρημένος κατ' αρχάς, εξέλαβον αντί τεραστίου εκκρεμούς, ομοίου προς εκείνο των παλαιών ωρολογίων. Η όψις του εργαλείου αυτού παρουσίαζεν εν τούτοις και κάτι ιδιαίτερον, το οποίον με έκαμε να το εξετάσω μετ' ιδιαζούσης προσοχής. Προσηλώσας απ' ευθείας το βλέμμα επάνω του — διότι ήτο ακριβώς τοποθετημένον επάνω από την κεφαλήν μου — ενόμισα ότι το είδα κινούμενον. Μετ' ολίγον η ιδέα μου επεβεβαιώθη. Η αιώρησίς του ήτο σύντομος και συνεπώς βραδεία. Το παρετήρησα επί τινα λεπτά με κάποιον φόβον, αλλά προ παντός με έκπληξιν. Εις το τέλος βαρυνθείς το να παρακολουθώ την μονότονον κίνησίν του εξήτασα τα λοιπά αντικείμενα του κελλίου. Ελαφρός ψίθυρος προυκάλεσε την προσοχήν μου και παρατηρήσας κατά γης, είδα πλείστα τεράστια ποντίκια, τα οποία έτρεχαν επί του εδάφους. Ενώ παρετήρουν, αυτά έφθαναν κατά πυκνάς φάλαγγας, τάχιστα, με άπληστα μάτια δελεαζόμενα από την μυρωδιά του κρέατος.
Διά να τ' απομακρύνω κατέβαλα πολλάς προσπαθείας και μίαν προσεκτικήν επίβλεψιν. Επέρασε σχεδόν μισή ώρα, ίσως μία, (δεν μπορώ να ειπώ ακριβώς, διότι είχα μίαν πολύ ατελή αντίληψιν του χρόνου) όταν εσήκωσα τα μάτια μου προς τα επάνω.
Ό,τι είδα τότε με εθάμβωσε και με ετρόμαξε. Το εκκρεμές κατέβαινε περίπου μίαν υάρδαν. Συνέπεια τούτου φυσική ήτο να αυξηθή αναλόγως και η ταχύτης. Αλλ' ό,τι κυρίως με ετάραξεν ήτο ότι με επλησίαζεν επαισθητώς. Παρετήρησα τότε — περιττόν να σας είπω με τι τρόμον — ότι το κάτω άκρον του απετελείτο από ένα μισοφέγγαρο στιλπνού χάλυβος, ενός ποδός μήκους περίπου από το ένα κέρας προς το άλλο. Τα κέρατα αυτά ήσαν υψωμένα προς τα επάνω και το κάτω άκρον εφαίνετο τόσον ακονισμένον, όσον και ένα ξυράφι, του οποίου και το σχήμα είχεν. Ήτο κρεμασμένον από ένα ορειχάλκινο τέλι. Το όλον δ' εσφύριζεν αιωρούμενον εις το κενόν.
Δεν μου επετρέπετο πλέον ν' αμφιβάλλω ως προς την τύχην, η οποία μου επεφυλάσσετο από την εφευρετικότητα των μοναχών. Οι πράκτορες της Ιεράς Εξετάσεως εγνώριζαν ότι ανεκάλυψα το φρέαρ, το φρέαρ η διά του οποίου βάσανος επεβάλλετο εις ένα τόσον αυθάδη αιρετικόν, όπως εγώ, το φρέαρ το θεωρούμενον κοινώς ως το άκρον τέλος των ποινών της Ιεράς Εξετάσεως.
Τυχαίως διέφυγα εγώ από του να κατακρημνισθώ εις το φρέαρ, εγνώριζα δε ότι η σύλληψις εις την παγίδα του καταδίκου και ο αιφνιδιασμός ως προς τας βασάνους απετέλει μίαν από τας κυριωτέρας παραδόσεις των ποινών αυτών.
Επειδή δε δεν έπεσα εις την άβυσσον, δεν επετρέπετο κατά τα διαβολικά των σχέδια να με ρίψουν αυτοί· επομένως μου επεφυλάσσετο ασφαλώς ένας θάνατος διάφορος και γλυκύτερος.
Γλυκύτερος! Εμισογέλασα εν μέσω της αγωνίας μου, διότι μετεχειρίσθην ένα τόσον οξύμωρον σχήμα. Προς τι λοιπόν να περιγράψω τας μακράς, τας μακράς ώρας της αγωνίας πλέον ή θανασίμους, τας οποίας διήλθα μετρών την παλμικήν κίνησιν του εκκρεμούς; Από δακτύλου εις δάκτυλον και από γραμμής εις γραμμήν η κάθοδος του βραδυτάτη, απετέλει δι' εμέ αιώνα. Και πάντοτε προσήγγιζε χαμηλότερα. Ημέραι παρήλθον πολλαί, ημέραι ίσως, μέχρι της στιγμής καθ' ην ησθάνθην την πνοήν του πλησίον. Η οσμή του ακονισμένου χάλυβος εθώπευε τους ρώθωνάς μου.
Καθικέτευσα τον θεόν, τον ηνώχλησα με τας προσευχάς μου, παρακαλών να καταβή το εκκρεμές το ταχύτερον.
Η φρενίτις και η τρέλλα με εκυρίευσαν και ανέπτυξα όλην μου την δύναμιν διά ν' ανασηκωθώ, διά να πλησιάσω μόνος το τρομερόν γιαταγάνι, το οποίον επροχώρει προς εμέ. Είτα κατέπεσα, αιφνιδίως ησυχάσας, και περέμεινα εξηπλωμένος, μειδιών προς τον θάνατον αυτόν με την ασυνειδησίαν παιδιού, το οποίον πλησιάζει προς εξαιρετικά κοπτερόν αντικείμενον. Περιέπεσα εις νέαν περίοδον τελείας αναισθησίας, ήτις όμως υπήρξε βραχυτάτη. Διότι κατά την επάνοδόν μου εις την ζωήν δεν αντελήφθην μίαν αισθητήν κάθοδον του εκκρεμούς. Πιθανόν όμως να υπήρξε πολύ μακρά η περίοδος αύτη, διότι ουδόλως πλέον αμφέβαλλον ότι κατά την αγωνίαν μου αυτήν παρίσταντο δαίμονες, οίτινες αναληφθέντες της λιποθυμίας μου διέκοψαν επί τινας στιγμάς την κάθοδον του εκκρεμούς.
Επανακτήσας τας αισθήσεις μου ησθάνθην εμαυτόν υπεράνω πάσης εκφράσεως αδυνατισμένον και πονημένον από την μακράν ακινησίαν. Το περίεργον είναι ότι μεθ' όλην την αγωνίαν και τον πόνον μου το σώμα μου εζήτει τροφήν. Με πολύν κόπον κατώρθωσα ν' απλώσω τον αριστερόν βραχίονά μου, τόσον μακράν, όσον μου επέτρεπον τα δεσμά, και έλαβα μερικά υπόλοιπα, τα οποία οι ποντικοί εφείσθησαν.
Ενώ επλησίαζα ένα κομμάτι ψωμιού προς τα χείλη μου, μία ιδέα αόριστος, ιδέα όμως αντιπροσωπεύουσα χαράν και ελπίδα με κατέλαβεν.
Εν τούτοις τι με συνέδεε πλέον με την ελπίδα; Καθώς είπα, ήτο μία αόριστος ιδέα. Δεν είναι δε σπάνιον να συλλαμβάνη τις ιδέας ασυμπληρώτους. Η ιδέα αύτη όμως υπήρξε θνησιγενής.
Εις μάτην προσπαθούσα να την συμπληρώσω, να την αναζωογονήσω. Η μακρά διάρκεια της ταλαιπωρίας μου εξήντλησε σχεδόν τας συνήθεις πηγάς του λογικού μου. Έγεινα σαν ξαναμωραμένος, σαν μωρουδάκι.
Η παλμική κίνησις του εκκρεμούς εξετελείτο καθέτως προς το μήκος του σώματός μου. Παρετήρησα ότι το αιχμηρόν της άκρον ήτο κατά τοιούτον τρόπον τοποθετημένον, ώστε να διαπεράση την καρδιά μου. Κατ' αρχάς θα έπαιρνε ξώπετσα το λινό μου ένδυμα, έπειτα θα επανήρχετο διά να την κόψη επιπολαίως. Μολονότι δε η δύναμις του εκκρεμούς και η στερεότης του χάλυβος ήτο τοιαύτη ώστε θα ηδύνατο να διατρυπήση και τους χαλυβδίνους τοίχους, εν τούτοις διά να κάμη την μικράν εργασίαν, την οποίαν προείπα, θα απητείτο χρόνος αρκετός. Δεν ετόλμησα να σκεφθώ περισσότερον. Συνεκέντρωσα ένεκα τούτου όλην την δύναμιν της προσοχής μου, ως εάν το πείσμα τούτο ήρκει να σταματήση έως εκεί την μανίαν του χάλυβος. Προσεπάθησα να φαντασθώ κατά πρώτον το τρίψιμο της σπάθης όταν θα έσχιζε τον μανδύαν μου, ή ακόμη την οξυτάτην αίσθησιν, την οποίαν παράγει εις τα νεύρα μου η προστριβή του υφάσματος. Επέμενα τόσον πολύ εις αυτάς τας ανοήτους λεπτομερείας, ώστε τα δόντια μου συνεκρούοντο.
Και ολοέν κατήρχετο κανονικώτατα. Ησθανόμην υπερβολικήν ευχαρίστησιν να υπολογίζω την αναλογίαν μεταξύ της ταχύτητός του εκ των άνω προς τα κάτω και της πλαγίας τοιαύτης.
Δεξιά-αριστερά, φεύγει ξανάρχεται με τα βελουδένια βήματα τίγρεως, ενώ αφ' ετέρου ο οξύς και βραχνώδης κρότος του διεπέρα την καρδίαν μου. Και πότε με έπιαναν γέλοια και πότε ούρλιαζα, αναλόγως της ιδέας η οποία με κατείχε.
Και κατήρχετο κανονικώς και ατέγκτως. Αιωρείτο εις απόστασιν μόλις τριών δακτύλων από του στήθους μου. Έκαμα βιαίας, μανιώδεις αποπείρας να ελευθερώσω τον αριστερόν βραχίονά μου. Ήτο ελεύθερος από τον αγκώνα μόνον μέχρις της χειρός. Ημπορούσα, χωρίς μεγάλον κόπον, ν' απλώσω το χέρι μου μέχρι του πλαγιανού πιάτου, να το φέρω εις το στόμα και τίποτε παραπάνω.
Εάν μου ήτο δυνατόν να διαρρήξω τα δεσμά που ήσαν άνω του αγκώνος, θα έπιανα το εκκρεμές και θα προσεπάθουν να το σταματήσω, . . . εάν επιτρέπεται, παρακαλώ, να σταματήσωμεν μίαν καταιγίδα.
Και κατέβαινε και κατέβαινε!
Ήσθμαινα και προσεπάθουν να διαρρήξω ανά πάσαν αιώρησιν τα δεσμά μου. Συνεστρεφόμην εις κάθε διάβασιν του εκκρεμούς, κουλουριάζων το σώμα μου. Με τον πυρετόν της πλέον παράφρονος απελπισίας, τα μάτια μου το παρηκολούθουν εις μακρυνήν απόστασιν με την αυξάνουσαν ταχύτητα· αλλά ένας σπασμός τα έκλειε κατά την στιγμήν της καταβάσεως. Ω! Πόσον ο θάνατος θα ήτο επιθυμητότερος.
Και εν τούτοις έφρισσα σκεπτόμενος ότι δεν έμεινεν εις το εργαλείον, ειμή ολίγη απόστασις, να κτυπήση εις το στήθος μου το κοπτερόν και λάμπον αυτό δρέπανον. Η ελπίς συνετάρασσε τα νεύρα μου και συνέσπα το σώμα μου. Η ελπίς η οποία επισκέπτεται και αυτάς τας κρύπτας της Ιεράς Εξετάσεως.
Υπελόγισα ότι θα εχρειάζοντο δέκα ή δώδεκα κυλινδώσεις διά να έλθη εις άμεσον επαφήν ο χάλυψ με το στήθος μου — και η παρατήρησις αύτη εσκόρπισεν εις την ψυχήν μου την μεγάλην γαλήνην. Διά πρώτην φοράν ύστερα από πολλάς ώρας, πιθανόν από παλλάς ημέρας, κατώρθωσα να σκεφθώ.
Εσκέφθην ότι το σχοινί, το οποίον με περιέβαλλε και συνεστρέφετο πέριξ του σώματός μου, ήτο μονοκόμματον.
Το πρώτον φίλημα του κυρτού ξυραφιού μου, εις οιονδήποτε μέρος του σχοινιού, θα ηλευθέρωνεν αρκετά το αριστερόν μου χέρι. Αλλά πόσον τρομερά θα ήτο τότε η γειτνίασις της σπάθης! Η ελαχίστη ατυχής κίνησις θα επέφερε τον θάνατον.
Αλλ' ήτο δυνατόν να μη έλαβαν υπ' όψιν την περίστασιν αυτήν οι δήμιοί μου; Ημπορούσα να είμαι βέβαιος ότι θα συνηντάτο η κόψις του εκκρεμούς με το σχοινί του στήθους μου;
Τρέμων διότι έβλεπα σβεννυμένην και την αμυδράν μου ταύτην ελπίδα, την τελευταίαν αναμφιβόλως, υπήγειρα την κεφαλήν μου, όπως κυττάξω το στήθος μου. Ο επίδεσμος εκάλυπτεν επιμελώς τα μέλη και τον κορμόν μου, καθ' όλα τα σημεία, άφινε δε μόνον το μέρος, όπερ θα συνηντάτο ακριβώς μετά της άκρας του εκκρεμούς.
Μόλις άφησα να ξαναπέση το κεφάλι μου εις την πρώτην του θέσιν, είδα να φωτίζεται το λογικόν μου από μίαν λάμψιν, η οποία δεν ήτο άλλο παρά το ήμισυ της ατελούς ιδέας περί απελευθερώσεως, περί της οποίας ωμίλησα προ ολίγου, και εκ της οποίας μόνον το άλλο ήμισυ εκυμάτιζεν αόριστον εις τον εγκέφαλόν μου, όταν εζήτησα να φέρω την τροφήν μου εις τα καίοντα χείλη μου. Και ιδού ότι η ιδέα ολόκληρος μου παρουσιάζετο, αδύνατος ακόμη, μόλις συγκεκροτημένη, μόλις σχηματισμένη, ουχ' ήττον πλήρης. Χωρίς ν' αργήσω, με την νευρώδη ενέργειαν της απελπισίας, ήρχισα να επιχειρώ την πραγμάτωσιν.
Από ώρας τώρα τα πέριξ του ξυλίνου κουτιού, επί του οποίου ευρισκόμην εξηπλωμένος, έβριθον κυριολεκτικώς από ένα στρατόν εκ ποντικών. Θορυβώδεις, αυθάδεις και πεινασμένοι, προσήλωναν επάνω μου τα κόκκινα μάτια των, ως να μη επερίμεναν παρά την στιγμήν της πλήρους ακινησίας μου διά να με καταβροχθίσουν.
Με ποίαν τροφήν, εσκέφθην, εσυνήθισαν μέσα εις αυτό το πηγάδι!
Παρ' όλας τας προσπαθείας μου να τους εμποδίσω, έφαγαν ό,τι είχε το πιάτο, καθώς και μερικά αποφάγια.