Part 10
Εφοβούμην μήπως υποθέσουν — εις μίαν διάρκειαν καταληψίας μακροτέρας του συνήθους — ότι ήμουν αποθαμένος. Κάποτε μάλιστα εφοβούμην μήπως, από τους πολλούς κόπους που τους έδινα, εθεωρούσαν εύκαιρον την περίστασιν εις μίαν διαρκή καταληψίαν μου ν' απαλλαγούν από εμέ διά παντός. Μάτην προσπαθούσαν να με πείσουν με τας πλέον κατηγορηματικάς υποσχέσεις των. Εζητούσα από αυτούς τους ιερωτέρους όρκους, παρακαλών αυτούς να μη με θάψουν επ' ουδενί λόγω προτού η αποσύνθεσις προχωρήση πολύ, και καταστήση τοιουτοτρόπως αδύνατον την επάνοδόν μου εις την ζωήν.
Εφαντάσθηκα μίαν σειράν όλην πραγματικά περιεσκεμμένων προφυλάξεων. Μεταξύ άλλων μετερρύθμισα και τον τάφον της οικογενείας μου κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να είναι δυνατή η έξοδός μου από το εσωτερικόν αυτού. Η ασθενεστέρα πίεσις εις ένα μοχλόν που έφθανε μέχρι του τάφου ήρκει να ωθήση οπίσω τας σιδηράς θύρας. Έλαβα προληπτικά μέτρα να επιτραπή η ελευθέρα είσοδος αέρος και φωτός, και ευρίσκοντο δοχεία ύδατος και τροφών πλησιέστατα του φερέτρου, το οποίον θα με εδέχετο. Το φέρετρον αυτό ήτο ζεστά και μαλακά στρωμένο· είχεν ένα κάλυμμα κατά τον αυτόν τρόπον τοποθετημένον, όπως και η πόρτα, και εργαλεία τοιουτοτρόπως τακτοποιημένα, ώστε η ελαχίστη κίνησις να επαρκή διά την απελευθέρωσιν του σώματός μου.
Επί τέλους εκρέμασα εις τον θόλον του τάφου μου μίαν μεγάλην καμπάνα, της οποίας η αλυσίδα, όπως μου υπεσχέθησαν, θα επερνούσε από μίαν τρύπαν του φερέτρου και θα ευρίσκετο μέσα εις τα χέρια μου.
Αλλά αλλοίμονον! τι ημπορεί η προφύλαξις ενός ανθρώπου εναντίον της μοίρας του; Όλαι αύται αι ευφυείς προφυλάξεις θα ήσαν ανεπαρκείς διά να προφυλάξουν από τας μεγίστας αγωνίας της προώρου ταφής ένα δυστυχή καταδικασμένον προηγουμένως εις τας αγωνίας αυτάς. Ήλθε μία ημέρα . . . . Όπως συχνάκις το παρετήρησα ήδη, μου εφάνη ότι ευρισκόμην εις μίαν τελείαν ασυνειδησίαν με έν αίσθημα ασθενές και αόριστον της υπάρξεώς μου. σιγά-σιγά, με βήματα χελώνης, επλησίαζεν ελαφρά-ελαφρά η αυγή της ψυχικής ημέρας. Μία κουραστική νάρκωσις. Μια πίεσις όχι δυστυχίας, αλλ' αοράτου δυσθυμίας. Ούτε ανησυχία, ούτε ελπίς, ούτε προσπάθεια. Έπειτα μετ' ολίγον ένας βόμβος εις ταυτιά. Έπειτα μετ' ολίγην παύσιν ηκολούθησε ένας νυγμός, ένας τιναγμός εις τα άκρα. Έπειτα, μία περίοδος, που μου εφάνη ως μία αιωνιότης μακαριότητος, κατά την οποίαν τα αισθήματα ζωογονούνται και μεταμορφώνονται εις σκέψιν. Έπειτα και πάλιν νέα επάνοδος εις την ανυπαρξίαν, και κατόπιν επάνοδος στιγμιαία εις την ζωήν. Τέλος ένα ελαφρόν τρεμούλιασμα των φρυδιών, και αμέσως μία ηλεκτρική συγκίνησις, ένας θανάσιμος και αόριστος τρόμος, που μεταδίδει το αίμα χειμαρρωδώς από τους κροτάφους εις την καρδιά. Και τότε η πρώτη πραγματική δοκιμή της σκέψεως, η πρώτη προσπάθεια διά να ενθυμηθώ. Τότε ίσως και μία επιτυχία παροδική και φευγαλέα. Ίσως και πάλιν, από την μεγάλην επίδρασιν της μνήμης, λάβω κατά τι συνείδησιν της καταστάσεώς μου. Αισθάνομαι ότι δεν σηκώνομαι από τον συνήθη μου ύπνον. Ενθυμούμαι ότι υπόκειμαι εις την καταληψίαν, και τότε τέλος, όπως τα κύματα του ωκεανού, η τρέμουσα ψυχή μου καταβυθίζεται εξ αιτίας της φρίκης του κινδύνου, εξ αιτίας της σκελετώδους αλλά παντοδυνάμου ιδέας μου.
Ολίγα λεπτά ακόμη, αφού η έμμονος ιδέα κατίσχυσεν, έμεινα χωρίς να κινηθώ. Διατί; Δεν ησθανόμην ακόμη το θάρρος, δεν ετόλμων να κάμω την αναγκαίαν προσπάθειαν. Μία απελπισία — μία απελπισία χωρίς προηγούμενον — με ηνάγκαζε να θέσω τέλος εις την μακράν μου αναποφασιστικότητα, να σηκώσω τα βαρειά καλύμματα των ματιών μου. Τα εσήκωσα. Ήταν σκοτάδι, θεοσκόταδο. Εγνώρισα τότε ότι η κρίσις της ασθενείας μου επέρασε προ πολλού. Ανεγνώρισα ότι είχα τελείως τότε ανεύρει την λειτουργείαν των οργάνων της οράσεως, και ότι εν τούτοις το παν δεν ήτο άλλο παρά σκοτάδι, σκοτάδι παντού, — το μέγιστον και ανώτατον σκοτάδι της νυκτός που θα διαρκέση πάντοτε.
Προσεπάθησα να φωνάξω· και προς τον σκοπόν αυτόν τα χείλη μου και η ξηρά γλώσσα εταράσσοντο συσπώμενα — αλλά κανείς ήχος δεν διέφυγεν από τα σπήλαια των πνευμόνων μου, οι οποίοι, σαν να επιέζοντο από το τρομερόν βάρος ενός όρους, ελαχάνιαζαν και έπαλλαν σαν την καρδιά μου, εις κάθε οδυνηράν και δύσκολον αναπνοήν.
Όταν εκινούσα τας σιαγόνας μου κατά την προσπάθειάν μου να φωνάξω, ενόησα ότι ήσαν φιμωμένοι, όπως συνηθίζεται εις τους νεκρούς. Ενόησα επίσης ότι ήμουν εξηπλωμένος επάνω εις σκληράν ύλην, και ότι ο θώραξ μου επιέζετο στενώς από κάτι ανάλογον πράγμα. Έως εδώ δεν διεκινδύνευσα ακόμη να μετακινήσω έν οιονδήποτε από τα μέλη μου.
Αλλά τότε ετίναξα με βίαν τους βραχίονας μου, που έμεναν εξηπλωμένοι κατά μήκος του σώματός μου. Εσκόνταψαν εις ένα σταθερόν ξύλινον τοίχον, που εξηπλώνετο επάνω από το σώμα μου εις απόστασιν έξ ποδών από το πρόσωπόν μου. Δεν ημπορούσα πλέον ν' αμφιβάλλω ότι ανεπαυόμην διά πάντοτε εις το φέρετρόν μου.
Και τότε εν τούτοις, ενώ ήμην βυθισμένος εις την αμέτρητον δυστυχίαν μου, ενόησα την ελαφράν προσέγγισιν του χερουβείμ της ελπίδος : ενθυμήθηκα όλα τα τόσον έξυπνα μέτρα μου. Επέστρεψα και έκαμα σπασμωδικάς προσπαθείας διά ν' ανοίξω το κάλυμμα. Ούτε καν το έσπασα. Επασπάτευα με τη χούφτα μου να εύρω το σχοινί της καμπάνας: δεν το ευρήκα πουθενά. Και τότε η ελπίς επέταξε διά πάντοτε, και μία απελπισία κατά το μάλλον και μάλλον οξεία εβασίλευσε θριαμβευτικώς, διότι ήμην πολύ αγανακτημένος, παρατηρήσας ότι έλειπε το μαλακόν στρώμα που τόσον επιμελώς προετοίμασα, και επί πλέον έφθασεν εις τους ρώθωνάς μου η φρικώδης και χαρακτηριστική οσμή του υγρού εδάφους. Το συμπέρασμα επεβάλλετο: δεν ήμην εις το υπόγειόν μου. Θα ήμην ίσως μακράν των οικείων μου κατά τον θάνατόν μου, εις ξένους, — πότε και πώς, δεν ήτο δυνατόν να το ενθυμηθώ — και ήσαν αυτοί που με έθαψαν σαν σκύλλον, κλειδωμένον εις το πρώτον τυχόν φέρετρον, και χωσμένον βαθειά-βαθειά, χωσμένον διά πάντοτε σε κάποιον κοινόν τάφον, εις κάποιον ανώνυμον τάφον. Όταν μία τοιαύτη πεποίθησις εισήλασεν εις την κρυφιωτέραν πτυχήν της ψυχής μου, έκαμα μίαν νέαν προσπάθειαν να εκβάλλω κραυγήν! και η δευτέρα αυτή προσπάθεια απέτυχε. Κραυγή αγωνίας, μία μακρά υλακή αγρία, συνεχής, αντήχησε διά μέσου του βασιλείου της υποχθονίας νυκτός.
— Αι συ! Αι συ, τι λοιπόν; απήντησε μία τραχεία φωνή.
— Τι διάβολο συμβαίνει; είπε μία δευτέρα.
— Βγαίνει από εδώ μέσα, είπε μία τρίτη.
— Τι συμβαίνει και τσιρίζεται έτσι, σαν ερωτευμένη γάτα; είπε μία τετάρτη φωνή.
Και ιδού ότι συνελήφθην και εσείσθην χωρίς μεγάλην φασαρίαν, επί πολλά λεπτά, από μίαν ομάδα πολύ χονδρών ατόμων. Δεν με εσήκωσαν — διότι ήμην πραγματικά σηκωμένος όταν έβγαλα την κραυγήν αυτήν — αλλά με επανέφεραν εις την μνήμην μου.
Η περιπέτεια συνέβη εις Richmond της Βιργινίας.
Με συνοδείαν ενός φίλου διέτρεξα, εις ένα κυνήγιόν μου, πολλά μίλια επί της όχθης του ποταμού Jámes.
Η νύκτα επλησίαζε και κατελήφθημεν έξαφνα από μίαν καταιγίδα. Η καμπίνα ενός μικρού σλεπίου, που ήτο ηγκυροβολημένον εις το ρεύμα του νερού και ήτο φορτωμένον από βοσκήν, μας παρέσχε την μόνην δυνατήν στέγην.
Συνεμορφώθημεν με τας περιστάσεις και επεράσαμεν την νύκτα επί του σλεπίου. Εκοιμήθην εις το ένα από τα δύο κρεββάτια του πλοίου. Είναι ανωφελές να περιγράψω τα κρεββάτια ενός σλεπίου των 60 έως 70 τόννων. Εκείνο που είχα εγώ δεν είχε καθόλου στρωμνήν.
Ήτο πολύ στενόν με ακριβώς τας αυτάς διαστάσεις της γεφύρας που ήτο επάνω από το κεφάλι μου: ηγωνίσθην πολύ μέχρις ότου κατορθώσω να εισέλθω εις το κιβώτιον αυτό. Τέλος πάντων εκοιμήθηκα αμέσως. Και το υπόλοιπον του οράματός μου — διότι δεν ήτο ούτε όνειρον, ούτε εφιάλτης — πηγάζει φυσικώτατα από τας περιστάσεις της θέσεώς μου — από τας συνήθεις τάσεις του πνεύματός μου και από τας δυσκολίας που είχα — όπως είπα άλλως — να επαναφέρω τας αισθήσεις μου, ειδικώς να συγκεντρώσω την μνήμην μου, διήρκεσε δε το όραμα πολύ και μετά το ξύπνημά μου.
Οι άνθρωποι που με ετίναξαν ήσαν άνδρες του πληρώματος του σλεπίου και μερικοί εργάται εργαζόμενοι διά την εκφόρτωσιν του εμπορεύματος. Από το φορτίον του πλοίου προήρχετο και η οσμή της χωματίλας. Όσον διά τον επίδεσμον επάνω εις τας σιαγόνας μου, απετελείτο από μεταξωτό πανί που το έδεσα μόνος μου γύρω εις το κεφάλι μου, ελλείψει καλύμματος, κατά την ιστορικήν νύκτα.
Παρά ταύτα όμως αι βάσανοι που υπέφερα ήσαν αδιστάκτως ισοδύναμοι, εάν εξαιρέσωμεν την διάρκειαν, με εκείνας της πραγματικής ταφής. Ήσαν τρομεραί — ήσαν μιας ακαταλήπτου αγριότητος. Αλλά συνήθως διά του δαίμονος ενεργεί ο Θεός. Το τυχαίον αυτό γεγονός, ένεκα του εξαιρετικού χαρακτήρός του, μου έφερεν αναγκαστικά αντίδρασιν εις το πνεύμα μου.
Η ψυχή μου ετονώθη, ανέλαβα, έκαμνα ταξείδια εις το εξωτερικόν. Επεδόθην εις μεγάλας ασκήσεις. Ανέπνευσα τον ελεύθερον αέρα των ουρανών. Δεν περιωρίσθην πλέον εις την σκέψιν του θανάτου. Επέρασα τον καιρόν μου σκώπτων τα κοιμητήρια. Εν συντόμω έγεινα άλλος άνθρωπος.
Από την ιστορικήν αυτήν νύκτα απελευθερώθην από τους θλιβερούς φόβους μου και μαζί με αυτούς εσβέσθη η καταληπτική αταξία, της οποίας οι φόβοι μου ήσαν συνέπεια και όχι αιτία.
ΤΕΛΟΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Το σύστημα του δόκτορος Γκουντρόν και του καθηγητού Πλουμ Σελ. 3 Το πηγάδι και το εκκρεμές » 26 Η συνάντησις » 47 Λίγεια » 64 Ο δαίμων της διαφθοράς » 79 Χοπ-Φρωγκ » 88 Η κατήγορος καρδία » 101 Ζωντανός στον τάφο » 109
***
1) Είνε κάπως ωφέλιμον να υπενθυμίσωμεν ότι η είδησις ενεπνεύσθη από κάποιο ιστορικόν γεγονός, το οποίον συνέβη εις την Γαλλίαν κατά την βασιλείαν του Καρόλου VI. Επί τη ευκαιρία του γάμου ενός ιππότου του Βερμαντοά με μίαν δεσποινίδα της βασιλίσσης ο βασιλεύς έδωσεν ένα χορόν. Ένας από τους υπασπιστάς του προέτεινε να μεταμορφωθή, με πέντε άλλους φεουδάρχας, εις αγρίους, διά να προκαλέσουν έκπληξιν εις τας κυρίας. Ενεδύθησαν με τεμάχια λινού, έβαλαν μέσα πίσσα, και εκάλυψαν όλον το σώμα των με πτερά και στουπί. Όταν ενεφανίσθησαν εις την σάλαν, κανείς δεν ημπορούσε να τους αναγνωρίση. Οι πέντε ήσαν προσδεδεμένοι ο ένας μαζί με τον άλλον, και ο βασιλεύς τους ωδήγει εις τον χορόν. Ένας αφηρημένος επλησίασε κατά τύχην ένα φανόν και η πίσσα επήρε φωτιά· σε μια στιγμή όλοι ευρέθησαν εις τας φλόγας. Η δούκισσα του Berry, αφού ανεγνώρισεν επί τέλους τον βασιλέα, τον εκάλυψε με τον μανδύαν της, και ούτω τον έσωσεν.