Part 8
Πρώτην φοράν ύστερ' από τόσα χρόνια, η γειτονιά την είδε ν' ασβεστόνη το εύμορφο, το μικρό σπιτάκι της, με την αυλίτσα την συμμαζευτή, με μια μυγδαλιά καταμεσής, επάνω, εις την κορυφήν του Βράχου, της επάνω Γειτονίας, σαν ντάμπια καλοσυγυρισμένη, το εύμορφο, το μικρό σπιτάκι της. Αποκάτω απλόνετο το λιμανάκι του νησιού, γαλάζο, καταγάλαζο. Η βάρκαις εμπαινόβγαιναν με τα κάτασπρα πανάκια των. Και η βρατσέραις, και τα κότερα 'ς την αράδα, ξεκουράζοντο, ελαφρά-ελαφρά, σαν αποκρεμμυδόφυλλο, αποσαλεύοντα, σαν να ήσαν λαχανιασμένα από τα γλήγορα ταξείδια των. Σ' την σκάλα, πέραν, επωλούσαν μήλα και κάστανα τα ζαγοριανά καΐκια, τα στραβοκάικα, και τα μαγαζειά του χωριού, 'ς την γραμμή, χεροπιασμένα, λες κι' αγνάντευαν το εύμορφο το Ξενιώ, που άσπριζεν επάνω το σπιτάκι της, με μια μανδήλα κάτασπρη εις τα ξανθά μαλλιά της. Και ηκούετο κάτω, εις την αγοράν, ο κτύπος της σκούπας της, ο πεταχτός, εις τον τοίχον οπού άσπριζε: πλατς-πλουτς, πλατς- πλουτς, τραγουδιστά, θαρρείς πλατς-πλουτς, πλατς-πλουτς, 'σαν νάλεγε το τρυφερό τραγούδι της ημέρας.
_Σήκω, κυρά μ', να στολισθής, να πας ταχειά 'ς τα Φώτα. 'Στα Φώτα και 'ς τον αγιασμό . . .
Εν ω αντικρύ, καταμεσής, 'ς το λιμανάκι το καταγάλαζο, την εκαμάρωνε την καλήν οικοκυρά η σκούνα η κατάμαυρη με τάσπρο μπούρδο, του καπετάν-Μοναχάκη η καλοτάξειδη σκούνα, του ευτυχούς συζύγου της, με σημαίαις στολισμένη κατακαίνουργαις και με πολύχρωμα σινιάλα εορτάζουσα.
Εξημέροναν τα Φώτα.
Β'.
Ο καπετάν-Μαμμής ήτον ο μόνος μεταξύ των ομοτέχνων του, πρώτος εις όλα. 'Σ την εξυπνάδα, 'ς την γληγοράδα, 'ς την τύχη.
— 'Σαν του καπετάν-Μαμμή την τύχη! έλεγαν οι άλλοι, οι καλοί καπετανέοι.
— Είνε τυχηρός! επανελάμβανον εκ συμφώνου όλοι οι καπετανέοι 'ς τον Αναγαρά, μέσα εις τον Ελλήσποντον, αραγμένοι, περιμένοντες καιρόν ν' αναίβουν, όταν η σκούνα του καπετάν-Μαμμή, φορτωμένη, κατέβαινε από το Ταϊγάνι, μαύρη με άσπρο μπούρδο, καλοτάξειδη.
Και όμως είχον μαζί αποπλεύσει από τον τελευταίον λιμένα. Ποια τύχη γοργή προήγε τον καπετάν-Μαμμή, ως ούριος ωθούσα αυτόν πάντοτε εμπρός; Και ποία τύφλα προσέδενε, τυφλή ειμαρμένη, τους άλλους, αργούς, κατηφείς, συλλογισμένους, μετρούντας τα κομβολόγιά των, με τα χέρια πίσω, μέσα εις τους σιωπηλούς κήπους του χωριδίου του Αναγαρά;
Ούτως ημείς οι άγνωστοι άνθρωποι, όταν ίδωμεν κανένα ευημερούντα ή προκύπτοντα εις 'την εργασίαν του, αποδίδομεν το καλόν αυτό εις την τύχην, ως να θέλωμεν με τούτο να καλύψωμεν ή την οκνηρίαν μας ή την ευλάβειάν μας προς τον Παντοδύναμον Δημιουργόν, όστις κυβερνά πανσόφως τα πάντα, αποδίδων εκάστω κατά τα έργα αυτού και εις αυτόν ακόμη τον κόσμον.
Ο καπετάν-Μαμμής όμως ήξευρε πού να αποδώση την εν τω κόσμω ευτυχίαν του. Ανατραφείς από μικρός εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου από τους ευσεβείς γονείς του εξηκολούθησε να εφαρμόζη τα ωραία εκείνων διδάγματα παντού και πάντοτε. Εις το σπίτι του εδιάβαζε τακτικά πρωί- βράδυ την ακολουθίαν του σαν ένας καλός χριστιανός. Από τας κοινάς Συνάξεις της Εκκλησίας δεν έλειπε πάσαν Κυριακήν και κατά τας εορτάς, κοντά εις τους ψάλτας έχων το στασίδι του, προκαλών τον σεβασμόν πάντων. Εις τον Εσπερινόν το Σαββατόβραδον ανεγίνωσκε τον Προοιμιακόν, εις δε την Λειτουργίαν έλεγε το _Πιστεύω_, ως αν ένας προϊστάμενος των Κληρικών, ως συνηθίζεται εις την Πόλιν. Την αυτήν τάξιν ετήρει και μέσα εις το πλοίον του, όταν εταξείδευε. Πίσω την αίθουσάν του ωσάν ένα μικρόν ναΐσκον είχε στολισμένην· και το καντηλάκι του έκαιεν ακοίμητον προ των αγίων Εικόνων. Ένας πονηρός μάγειρός του εβεβαίωσεν ότι, αφ' ότου απέθανεν η κυρά Καπετάνισσα, μία χαριτωμένη αρχόντισσα, κρυφά από το πλήρωμα εφορούσε καλογηρικόν σκούφον πίσω εις την πρύμνην κατά την ώραν της προσευχής του, τα μεσάνυκτα. Εκρατούσεν ένα ωραίον κομβοσχοίνιον, και εθυμίαζε με ένα ασημένιο θυμιατόν, ωσάν να ήτο Εκκλησία εκεί. Όταν ούριος ο άνεμος έπνεεν ή όταν ήτο γαλήνη, φροντίζων να έχη πάντοτε ένα καλόν και πιστόν λουστρόμον, αυτός άνοιγε τότε τα ωραία Εκκλησιαστικά βιβλία του και ανεγίνωσκε, βυθισμένος όλως εις το νόημα των Γραφών ή των άλλων λόγων των Αγίων Πατέρων. Ιδιαιτέραν δε ευχαρίστησιν ησθάνετο να αναγινώσκη τον Χρονογράφον, ένθα περιείχετο με τόσην θαυμαστήν χάριν η Ιστορία όλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με πάσαν λεπτομέρειαν. Όταν επρωτοπήγεν εις την Βενετίαν, είχε προμηθευθή όλα τα ιερά βιβλία, τα οποία τα είχεν όλα χρυσοδεμένα, εν οίς διέπρεπον η _Αμαρτωλών Σωτηρία, η Θύρα μετανοίας και τα Πνευματικά Γυμνάσματα_. Εις αυτάς λοιπόν τας καλάς συνηθείας του απέδιδεν ο Καπετάν-Μαμμής την πρόοδόν του και ούτω τον ενίσχυε να πιστεύη και ο στενός φίλος του ο Παπά-Νικόλας, με τον οποίον διαρκώς συνανεστρέφετο από της χηρείας του ευχαριστούμενος εις τας καλάς συμβουλάς του, όστις οσάκις ήκουε μεταξύ άλλων καπετανέων να γίνεται λόγος περί της ευημερίας του καπετάν-Μαμμή τους έλεγεν με ένα αυθεντικόν τρόπον το προφητικόν:
— «Εάν θέλητε, και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε». Γιατί λοιπόν παραξενεύεσθε; Δεν πιστεύετε τα λόγια του Αγίου Πνεύματος;
Ο καπετάν-Μαμμής χωνεύσας καλώς τα διδάγματα των βιβλίων του είχεν αποκτήσει συνάμα και την ζώσαν και ενεργούσαν πίστιν διά της ενασκήσεως των αρετών και ιδίως της ελεημοσύνης, την οποίαν πλουσιοπαρόχως εμοίραζεν εις τους πτωχούς ως ένας ιλαρός δότης κατά τον Απόστολον. Εις αυτά λοιπόν ώφειλεν ο ευσεβής πλοίαρχος την καλήν του τύχην. Αλλ' ο κόσμος ο αμαθής και ακατήχητος που να εμβαθύνη εις τα τοιαύτα!
Αλλά τα χρόνια περνούν. Ασπρίζουν και τα μαύρα μαλλιά. Και ο καπετάν- Μαμμής κουρασμένος και χηρευάμενος πλέον, γέρων, ποδαλγός, έπεσεν εις το στρώμα να ξαποστάση. Και λέγει εις τον υιόν του, τον μοναχογυιόν του, τον Μοναχάκην.
— Να σε ιδώ, βρε!
Είπε και του παρέδωσε την μαύρην του σκούναν με το άσπρο μπούρδο, την καλοτάξειδη και τυχηρή. Και έπεσεν ο γέρων, πιασμένος, εις τον ήσυχον κοιτώνα του.
Αλλά πριν τον ίδη ο γέρων τον υιόν του τον μοναχογυιόν, τον είδεν η εύμορφη Ξενιώ, όταν εγύριζεν ένα βράδυ, πρόσαργα, από το πηγάδι, η κοντούλα η Ξενιώ.
Σκυφτή, με την μανδήλα ως τα μάτια της, φέρουσα την λάγηνον επ' ώμων, έβαινε ταχεία προς το σπιτάκι της, επάνω εις τον Βράχον.
Ήτο μία μικρή πλατεία εν μέσω, παγιδεύτρια των αντλουσών γυναικών. Ο δε πονηρός Περιστεράκης ήνοιξεν εκεί ταβέρναν, ίσα-ίσα εις το πέρασμα, ως έλεγε και εσυνάζοντο εκεί οι νέοι παγιδευταί, προσκαρτερούντες τας νεάνιδας ως οι κυνηγοί τας τρυγόνας εις της χωσιαίς.
Φοβερά η μικρά πλατεία εκείνη διά τας νεάνιδας.
Εκοντοστάθη το Ξενιώ. Ηκροάσθη. Ήτο ησυχία εις τα έξω τραπέζια. Ωπλίσθη. Εκαταίβασε την μανδήλα της ακόμα παρακάτω. Ετάχυνε το βήμα της. Και σκυφτή-σκυφτή, φέρουσα την λάγηνον επ' ώμων και βαστάζουσα το εκ λευκοσιδήρου άντλημα, κροτούν προδοτικώς, επροχώρει βιαστικά, να διέλθη τας παγίδας του Περιστεράκη.
— Στην οργή κι' αυτός!
Εψιθύρισε και έβαινε γοργά, σαν να την έπιασε βροχή.
Πλην παρεπάτησεν η δειλήμων κόρη — αποτυφλούται ο δειλός — και προσέκρουσεν εις τον κορμόν — της εφάνη — μιας εκεί συκομωρέας. Όμως ηπατάτο φευ! Προσέκρουσεν εις τον κορμόν του καπετάν-Μοναχάκη όστις, αναλαβών πλέον την πλοιαρχίαν, επήγαινεν 'ς του Περιστεράκη, όπου εσύχναζεν η νεολαία, να τσουρμάρη, να καταρτίση το πλήρωμα, και σαν αγιασθούν τα νερά, να φύγη.
Εζαλίσθη αίφνης η ωραία κόρη, να πέση εις την αγκαλιά του. Αλλ' ο νεανίας ευγενής, παρεμέρισεν. Η νεάνις ανέπνευσε και ώδευσε προς την οικίαν της, παραπατούσα όμως ακόμη, ως ζαλισμένη κόττα, και βλέπουσα πάντοτε εμπρός της μίαν εικόνα καλήν, τον εύμορφον κορμόν του καπετάν-Μοναχάκη, του σημαδιακού μοναχογυιού του καπετάν-Μαμμή.
Πού να τσουρμάρη πλέον ο μοναχογυιός, και πού να φύγη!
— Βάλε μια οκά! και βάλε μια οκά!
Επανελάμβανε προς τον πρόθυμον Περιστεράκην όλην την νύκτα, εις την ανοιχτόκαρδη ταβέρνα του κοντά εις την σκάλα.
— Για τα καλορρίζικα!
Του έλεγεν εκείνος ο πονηρός οινοπώλης. Περνά μια μέρα, περνάνε δυο, περνάνε τρεις και πέντε. Πού να τσουρμάρη και πού να φύγη ο καπετάν- Μοναχάκης.
— Νταμπλάς θα μούρθη!
Έλεγεν ο γέρων, ο καπετάν-Μαμμής, αναστενάζων επάνω ς' ένα αρχοντικό διβάνι.
— Βρε παιδί μου! βρε γυιε μου! βρε μοναχογυιέ μου! βρε Μοναχάκη μου!
Και αφού πέρασαν τα Φώτα ήρχισε να σχεδιάζη να παραδώση το πλοίον του εις άλλον πλοίαρχον επί μισθώ, διότι ηκούοντο δουλειές επάνω, εις τον Ποταμόν. Τι να κάμη!
Πολύ τον κατέπληξε τον πραΰτατον γέροντα η αιφνιδία αυτή μεταβολή του υιού του. Δεν ήτο μεν ο Μοναχάκης ευσεβής σαν τον πατέρα του, δεν ήτο δραστήριος, ούτε φιλόπονος όσον εκείνος, όμως δεν ήτο και οκνηρός. Είχε κάποιαν τάξιν εις τον βίον του, θέλεις από καλήν συνήθειαν της ανατροφής του, θέλεις από εντροπήν και σεβασμόν προς τον πατέρα του. Είχεν όμως έν μέγα ελάττωμα, μεγάλην επιπολαιότητα και κάποιαν ακρισίαν, διό και τον επέπληττε πολλάκις αστόχαστον αυτόν ονομάζων. Ο γέρων λοιπόν μη γνωρίζων τα καθέκαστα, δεν ημπορούσε να εννοήση του υιού του αυτήν την μετάπτωσιν, αν και προσεπάθησε πολύ κάτι να μάθη από τους φίλους, μεθ' ων εκουτσόπινε τας ημέρας εκείνας. Είνε αληθές ότι η ανεψιά του που τον υπηρετούσε τώρα εις την χηρείαν του, τον γέροντα, μία έξυπνη γυναίκα άγαμος, κάτι ακούσασα εις τον φούρνον, οπού φωνάζονται όλα τα μυστικά των χωρίων, το εψιθύρισεν εις τον γέροντα, αλλ' εκείνος δεν έδωκε προσοχήν.
Και ο Μοναχάκης εξηκολούθει ακόμη να τσουρμάρη εκεί εις του πονηρού Περιστεράκη την ταβερνίτσαν, όστις αναθαρρυνθείς πλέον τον επείραζε λέγων:
— Αντί να τσουρμάρης καπετάν-Μοναχάκη, σ' ετσουρμάρισα εγώ, βλέπω. Ας βγη και ο Γενάρης, ν' αγνισθούνε καλά τα νερά. Ακόμα είνε παγωμένη η Αζοφική.
— Καλά λες, εβεβαίωνε και ο Μοναχάκης. Και εσχεδίαζε μέσα εις της οκάδες του Περιστεράκη το πώς θα πη τον πόνον του εις τον πατέρα. Και εξημερόνετο.
Την αυγή πάντοτε ήρχετο, σιγά σιγά, σαν βρεγμένη γάτα, να κοιμηθή. Μεθυσμένος. Σαστισμένος. Διπλήν μέθην, διπλούν σάστισμα. Του έρωτος και του οίνου.
Τέλος μετά πολλά λέγει προς τον πατέρα του·
— Θα μου δώσης το Ξενιώ!
Εφαρμακώθη ο γέρων προς το άκουσμα. Τότε εννόησε πλέον τι τρέχει. Ήθελε να του δώση ένα από τα κορίτσια της γειτόνισσάς του, της γρηάς Μαθήνας τα κορίτσια, που τάξευρε και τον ήξευρον, και οπού τόσον επεριποιούντο την συγχωρεμένην την καπετάνισσα και εις τα μέσα και εις τα έξω με εξαιρετικήν προθυμίαν.
Αλλ' η επιμονή του νεανίου εις τους πόθους του ηύξανεν, όσον ηύξανε και η μέθη του. Τόσον οπού μίαν νύκτα ο γέρων οργισθείς πλέον αφορήτως — είχε του θυμού το πάθος ο γέρων βαρύτατον — βλέπων τον υιόν του να χάνεται και την σκούναν του, την μαύρην με το άσπρο μπούρδο, να μουσκλιάζη εις το λιμάνι, ως παληο-κουρίτα, σηπομένη εν τω τέλματι, εξεκρέμασε το γιαταγάνι του, με μίαν χρυσωμένην λαβήν και με κόκκιναις φούνταις, οπού ήτο κρεμασμένον από πάνω από το κρεββάτι του, γιαταγάνι της επαναστάσεως, κλέφτικο γιαταγάνι, να το κόψη το παιδί του, θυσίαν εις την πατρικήν του απαίτησιν ωσάν ρωμαίος.
— Κόψε με πατέρα! εψιθύρισε μετά δέους ο νεανίας, αλλά το Ξενιώ να μου δώσης!
Και κύπτει σιωπηλός, κλίνας τα γόνατα ως ο Ισαάκ υπό την μάχαιραν Αβραάμ του Πατριάρχου.
Προς το αιφνίδιον θέαμα ο γέρων συνεκλονίσθη όλος. Είδε την κεφαλήν του τέκνου στρογγύλην ως την ιδικήν του, είδε την κόμην του εφήβου μαύρην ως την ιδικήν του, ότε ήτο νέος, είδε τον αυχένα του τέκνου του λευκόν κατάλευκον ως τον ιδικόν του.
— Ο ίδιος ο καπετάν-Μαμμής, είπεν ο γέρων. Ο ίδιος. Και αφήκεν ένα βαθύν στεναγμόν.
Επέταξε πέραν το στίλβον αιμοχαρώς γιαταγάνι του, εγύρισε προς τον τοίχον και έκλαυσε γογγύζων.
— Το πότισαν το παιδί μου! Το πότισαν!
Η ιδέα η ασφαλής πλέον, ότι εμάγευσαν τον υιόν του, εξιλέωνεν αυτόν ενώπιον της πατρικής εξουσίας, της φοβεράς αυτής δυνάμεως.
— Χάρισμά σου, βρε! Τω λέγει τότε αποφασιστικώς· και αφίνων άλλον ένα ευρύν αναστεναγμόν από τα βάθη της καρδίας, του, ως ανακουφιζόμενος από αφορήτου άχθους.
— Άιντε, και να φύγης! Να μη σε ιδούν τα μάτια μου! Και να ιδώ βρε την τύχην σου, να ιδώ το ριζικό σου. Σ' αυτά τα πράγματα καλά ήτανε ν' ακούς τον πατέρα σου.. . .
Γ'.
Δυο μήνας μόνον διήρκεσε, φευ! η χαρά της κοντούλας νειόνυμφης, της ωραίας Ξενιώς. Δυο μήνας μόνον μετά τον γάμον της. Ούτε η ιδία δεν εκαμάρωσε τον εαυτόν της νύμφην κάτασπρην, νύμφην ολόχρυσον, κοντούλαν νύμφην.
Ο καπετάν-Μοναχάκης απέπλευσε με την σκούναν του και ούτε ηκούσθη πλέον. Αληθές είνε, ότι αποπλέων ύψωσεν όλας τας σημαίας και όλα τα σινιάλα του. Αληθές είνε ότι ο έξυπνος Περιστεράκης καταχαρούμενος ετρατάριζεν όλους όσοι απερνούσαν από το μαγαζί του εκείνην την ημέραν για το κατευόδιο του καπετάν-Μοναχάκη του φίλου του οπού του άφησεν ένα εικοσιπεντάρικο για της πενετάδαις. Βέβαιον είνε, ότι ναύτης, επίτηδες εν τη πρύμνη ιστάμενος, διαρκώς εξεκένου το αρχαίον του πατρός του τρομπόνιον, από του κρότου του οποίου αντήχει γοερώς όλος ο λιμήν αλλά παρήλθεν έτος και ούτε ηκούσθη αν ζη ή απέθανε. Με ποίον τα είχε; Με τον πατέρα του; Αλλ' ο γέρων εθυσίασεν όλην την ρωμαϊκήν αυστηρότητα της εξουσίας του, ίνα κολακεύση του υιού του τας επιθυμίας. Κατά της νεαράς συζύγου του; Αλλά την τελευταίαν στιγμήν του απόπλου — εις την βόλταν — προσήγγισε τόσον πολύ εις τον Βράχον, εν τη κορυφή του οποίου έκειτο το άσπρο-κάτασπρο σπιτάκι της συζύγου του και ιδικόν του πλέον, ώστε παρ' ολίγον να καθίση την σκούναν εις τα ριχά, εκεί εγγύς, επάνω εις τον Μόλον.
Ανεβίβασε και κατεβίβασε τρις την μεγάλην σημαίαν προς αποχαιρετισμόν, εκρότησε τρις το τρομπόνιον κρότον φοβερόν, βοΰζοντα, και έγεινεν άφαντος είτα η μαύρη σκούνα με το άσπρο μπούρδο, οπίσω από της Πλάκαις, ενώ η κοντούλα η νειόνυμφη δεν επρόφθανε να σπογγίζη τα δάκρυά της, εκεί, εις το παράθυρον ισταμένη ως εν δεήσει.
Και όμως οσάκις αι γειτόνισσαι — και είνε τόσον περίεργοι αι γειτόνισσαι! — οσάκις την ανέκριναν να μάθουν τα μυστικά της, εκείνη με προσποιητήν χαράν έλεγεν.
— Ας είνε καλά. Παντού επήγαμε. Ναι, επήγαμε παντού. Ας είνε καλά. Σε γάμους, σε πανηγύρια, σε ζιαφέτια. 'Σ τον Αηλιά τρεις φοραίς. Στην αγία Παρασκευή. 'Σ τον Τσουγκριά. Είχαμε ψητά, είχαμε βιολιά, χορούς, τραγούδια, κούνιαις. Σ' τον Αηγιάννη . . . .
Και όμως όλα αυτά παρήλθον, έπαυσαν διά να μη ξαναρχίσουν πλέον.
Τα νυμφικά της δεν τα 'καλοφόρεσε, δεν τα χόρτασε. Αχ και χορταίνονται ποτέ; Αράχνιασαν κλεισμένα 'ς το μεγάλο εκείνο σεντούκι, το μακρύ σεντούκι. Δεν εβαστούσεν η ψυχή της να τα βγάλη, να τα ξετινάξη, να τ' απλώση 'ς τον ήλιο τ' Αιγιαννιού, 'ς το λιτρόπι, να ηλιασθούν, να αερισθούν. Και ήσαν όλα χρυσά, και ήσαν όλα χρυσοκέντητα. Με τα δάκρυά της και με τας αγρυπνίας της πεποικιλμένα και με τας νηστείας της γραίας μητρός της υφασμένα. Και έμειναν κλεισμένα τα νυμφικά της, τα προικιά της, τα στολίδια της, 'σαν αρχαίαις στολαίς αυτοκρατόρων εις τα δουλάπια των μουσείων.
— Ο αδιαφόρητος! έκλαιε!
— Αγυρισιά του έγεινε! Προσέθετε την επωδόν την επώδυνον και η γραία μήτηρ, μία γραία ξηρά και μονοκόκκαλη ως λύκαινα:
Και το εύμορφο εκείνο σπιτάκι επάνω εις τον Βράχον, που ήτο ως κλουβί ευτυχίας, ως νεοσσιά χαράς, ολίγον κατ' ολίγον μετεβλήθη εις ειρκτήν δυστυχίας, εις δεσμωτήριον δακρύων, όπου κατεδικάσθη εις άλυτα δεσμά η κοντούλα η Ξενιώ η νειόνυμφη.
— Ούτε γράμμα, ούτε απολογία!
Και όμως όλοι οι συγγενείς της είπον:
— Μη τον παίρνης!
— Άφησέ τον τον μπεκρούλιακα! της εφώναζεν η μητέρα της, όταν μετά τους αρραβώνας είδε την μέθην του.
— Καλλίτερα να με ρίξης 'ς το Κεφαλόσκαλο, να πνιγώ, μαννούλα μου!
Η αληθινή αγάπη δεν λησμονεί τόσον εύκολα, ούτε μισεί. Και η Ξενιώ, αφ' ης στιγμής με την λάγηνον, ως θεότυφλη, έπεσεν επάνω εις την αγκαλιάν του καπετάν-Μοναχάκη, τον είχεν αγαπήσει. Αυτός ήτανε, είπεν.
Όταν όμως παρήλθε και δεύτερον και τρίτον και τέταρτον έτος, όταν παρήλθεν η πρώτη χαρά, ως παρέρχεται πάσα χαρά, όταν ούτε γράμμα ούτε χρήματα ελάμβανεν, όταν το αλεύρι έφθασεν 80 λεπτά και η εληαίς της, ξύλα κούτσουρα, δεν εκαρποφόρουν, τότε το εύμορφο Ξενιώ ηναγκάσθη να ξενοδουλεύη διά να ζήση. Πολλάκις μαζί με την δυστυχίαν έρχεται η γνώσις.
— Δεν μ' έπνιγες καλλίτερα, μάννα μου!
Είπε μίαν πρωίαν, μετά διήμερον νηστείαν.
— Δεν σ' έπνιγα, μαθές; απήντησε και η μητέρα της, ξηροκαταπίνουσα την θλίψιν της ως πικράν κινίνην.
Είνε αληθές ότι κατ' αρχάς μετά την αναχώρησιν του Μοναχάκη εξαπατώμενος ο πρεσβύτης από την γειτόνισσάν του Μαθήναν ήρχισε να πιστεύη ότι η μητέρα της νύμφης του για να πάρη τον υιόν του τον εμάγευσε και έπνεε πυρ και φλόγα εναντίον των, και ήτο θυμώδης ο γέρων, είχεν αυτό το ελάττωμα αλλ' ως καλός Χριστιανός καταβαλών πολλήν βίαν κατενίκησε τον πειρασμόν και έστειλε μίαν ημέραν και εκάλεσε την νύμφην του.
— Δεν είνε δυνατόν αυτό, είπε. Η Μαθήνα γίνεται όργανον του Σατανά, όστις εβάλθη να με υποσκελίση. Δεν ήτο δυνατόν αυτή η τόσον αθώα κόρη να πράξη ένα τέτοιο έργον δαιμονικόν. Αλλ' αν το έκαμεν η μητέρα της εν αγνοία της κόρης της; Ούτε αυτό! Δεν το δέχεται η ψυχή μου. Ο Μοναχάκης δεν είχε καμμίαν σχέσιν με το σπίτι αυτό. Περισσότερον εσύχναζεν εις της γειτόνισσάς μου της Μαθήνας, η οποία σαν να το εφαντάζετο να τον κάμη γαμβρόν μίαν ημέραν, αφού μάλιστα ήξευρε και την ιδικήν μου γνώμην που κλίνει.
Η νύμφη του με πολλήν χαράν δεχθείσα την πρόσκλησιν επήγεν. Έκτοτε δε δεν έπαυσε να επισκέπτεται τον πενθερόν της, όστις πολύ την εσυμπονούσε, με όλας τας κατηγορίας της Μαθήνας, διότι έβλεπεν ότι ήτο απλή και καλοπροαίρετος, με μίαν ακακίαν μικρού παιδίου στολισμένη. Ευλαβής δε προς τα θεία και γραμματισμένη, πολύ εβοηθούσε τον γέροντα εις τας προσευχάς του, αυτή αναγινώσκουσα τους ψαλμούς και τους ύμνους. Διότι ο γέρων δεν ημπορούσε πλέον να συχνάζη, κατά την έξιν του, εις την Εκκλησίαν, μόνον κατά, τας επισήμους ημέρας εκκλησιαζόμενος. Αυτό λοιπόν πολύ εκολάκευε τον γέροντα και συνετέλει εις το να αυξάνη την προς αυτήν συμπάθειάν του. Τα πρώτα λοιπόν έτη, όταν αι ελπίδες του περί της επανόδου του υιού του ήσαν ζωηραί ακόμη, και ητοιμάζετο με χαράν να τον δεχθή ως τον Άσωτον υιόν, την συνετήρει επαρκώς την νύμφην του. Αλλ' αφού η αφάνεια του Μοναχάκη παρετείνετο, ο γέρων ήρχισε ν' απελπίζεται και συνάμα να πτωχαίνη. Δεν είχεν άλλο εισόδημα από το πλοίον του. Αλλά το πλοίον του εχάθη πλέον δι' αυτόν. Ευρίσκετο λοιπόν εις στερήσεις ο γέρων. Η Ξενιώ, φιλότιμος, ήρχισε να στενοχωρήται, ήρχισε να φοβήται ότι του δίδει βάρος, και ηλάττωσε τας επισκέψεις της. Άλλως δε και η ανεψιά του γέροντος η υπηρετούσα αυτόν, μία γερόντισσα παράξενη, όλο και για τας ανάγκας των της ωμιλούσε.
— Τι να σου κάμη και το Απομαχικό! Το σπίτι θέλει έξοδα, παιδί μου! Δυο στόματα, τι θέλουμε να φάμε!
Τότε η Ξενιώ μόνον τας επισήμους ημέρας επήγαινεν. Ούτε ο γέρων την εκάλει πλέον. Παρήλθεν ήδη οκταετία μετά τον γάμον.
Χλωμή λοιπόν, σβυσμένη, σαν λαμπάδα νεκρού θαμβά φέγγουσα, με την κάλτσα της κρεμασμένην από τον λαιμόν, έβγαινε βράδυ-βράδυ από το πίσω μέρος του σπιτιού της, προς το βουνόν.
Να μη βλέπη την θάλασσαν, να μη θωρή τα καράβια. Το αφρισμένον πέλαγος την εζάλιζε. Τα καράβια την έσφαζον.
Και πλέκουσα την κάλτσαν της, μόνη, βράδυ-βράδυ, ανελογίζετο. Ανελογίζετο την τελευταίαν επιστολήν του θείου της, ενός ναυκλήρου, από την Πόλιν, και τας προφορικάς πληροφορίας του καπετάν-Γιαλή του Καλόγερου, φίλου στενού του καπετάν-Μοναχάκη του συζύγου της, αίτινες συνεφώνουν. Της έγραφεν ο θείος της από την Πόλιν, και της είπεν ο καπετάν-Καλόγερος.
— Τον απαντήσαμεν εις το Μπαλούκ-Χανέ, μέσα εις την βρωμερωτέραν συνοικίαν του Γαλατά. Εκάθητο με ένα ρώσον ναυτικόν εις μίαν φάμπρικαν ακάθαρτη, και έπιναν.
— Τούρτσι μπιλίρσιν; (μιλάς τούρκικα;) έλεγεν ο καπετάν-Μοναχάκης εις τον φίλον του τον ρώσον, σφλομωμένος από το καυστικόν ί σ ο ν (ούζον), αναμμένος πρόσωπον και οφθαλμούς και εκένου το καραφάκι του.
— Νιεζνάι! Νιεζνάι (δεν πειράζει, δεν πειράζει), απήντα ο ρώσος, χονδρός, μελαψός, με ένα κούκκον φοβερόν εκ δέρματος άρκτου, μ' έν επώμιον αποτρόπαιον, εκ δέρματος λύκου. Και εκένου και εκείνος το καραφάκι του ως ρώσος διψασμένος.
— Καπετάν Μοναχάκη! φεύγω για την πατρίδα! τω λέγει ο καπετάν- Καλόγερος. — Τα έγραφεν αυτά και η επιστολή του θείου της. — Τίποτε χαρτσιλήκι για την γυναίκα σου!
— Τούρτσι μπιλίρσιν; έλεγε πάλιν ο καπετάν-Μοναχάκης αποτεινόμενος προς τον φίλον του ρώσον και κενών το δεύτερον καραφάκι του ίσου.
— Νιεζνάι! Νιεζνάι! απήντα ο ρώσος πάλιν ροφών και αυτός το ιδικόν του.
Άλλην ημέραν τον συνήντησεν ο καπετάν-Καλόγερος, ο φίλος του, προς τον Τοπ-Χανέ.
Συλλογισμένος, παραπατών, εβάδιζε μόνος του ο καπετάν-Μοναχάκης, βραδέως αναπνέων, ως να έπασχεν εξ άσθματος προς την Κρασόσκαλα.
— Φεύγω για την Πατρίδα. Κανένα γράμμα!
— Έλα εις το Μεγάλο Αϊναλή να μ' εύρης το μεσημέρι. Είπε μισοσαστισμένος.
Ο καπετάν-Καλόγερος — ας είνε καλά ο άνθρωπος — επήγεν.
Αλλά πουθενά ο καπετάν-Μοναχάκης. Το ξενοδοχείον ήτο πλήρες κόσμου, κόσμου του Γαλατά πανσπερμικού, όστις εγευμάτιζεν εν οχλοβοή.
Κατόπιν τον συνήντησε πάλιν εις την αυτήν φάμπρικαν με τον αυτόν φίλον του ρώσον, εξαργυρώνοντα μίαν οθωμανικήν λίραν.
— Δεν θα μου δώσης τίποτε χαρτσιλήκι για το σπίτι σου; λέγει προς αυτόν ο καπετάν-Καλόγερος.
— Δεν σου είπα να έλθης εις το μικρό-Αϊναλή να μ' εύρης.
— Επήγα εις το Μεγάλο Αϊναλή, καθώς μου είπες.
— Σου είπα εις το Μικρό Αϊναλή, καρσί εις το Μεγάλο! Τώρα τα ξώδεψα. Επλήρωσα δικαιώματα, φαρικά, ετσουρμάρισα, έδωσα πλάτικα 'ς τους ναύταις μου, εγέμισα της αποθήκαις κουμπάνια.
Ο καπετάν-Καλόγερος τον εμούντσωσε και τον άφησε:
— Μπεκρούλιακα!
Αυτά διαλογιζομένη η Ξενιώ, επαναλαμβανόμενα απαράλλακτα από κάθε ταξειδιώτην, διήρχετο την ώραν πλέκουσα. Αλλ' από τον κόσμον εκρύπτετο.
— Όλο πλέκεις πλειο! της έλεγαν αι γειτόνισσαι.
— Κάλτσαις του καπετάν-Μοναχάκη!
— Είχες γράμμα;
— Είχα και είχα. Πώς θαρρείς;
Και αντήχει ο Βράχος από την λαχταριστήν φωνήν της, και από τα γέλοια των άλλων.
— Και μία γρηά, κακή γρηά, η γρηά Μαθήνα με τα πολλά κορίτσια, την ερωτά κρυφά μίαν ημέραν εις τον φούρνον.
— Σου στέλνει, παιδί μου;
— Ακούς, μου στέλνει, λέει; Και λίραις και συχνάτσαις! εφώναξεν η Ξενιώ, ώστε η φουρνάρισσα ενωτισθείσα, εστράφη αποτόμως, ως διά να ίδη της λίραις, και έρριψε κάτω από το πτύον έν ψωμίον, μέσα εις τα φρύγανα των ξηροκλάδων.
Και η Ξενιώ με προσποιητήν πάντοτε χαράν εξηκολούθει να πλέκη την κάλτσαν της, κρεμασμένην από τον λαιμόν της, σαν να της την εφόρεσεν ο παπάς αντί για στεφάνια, την ημέραν του γάμου της.
— Πώς δεν έρχεται, παιδί μου, ο καπετάν-Μοναχάκης; ηρώτησεν άλλην ημέραν η γρηά Μαθήνα πάλιν, με τα πολλά κορίτσια.
— Πιάσθηκε σε δουλειά τακτική απάνω. Δουλεύει απάνω. Καιρό να φάγη δεν έχει. Απάνω εις τον Ποταμό, εις την Βραΐλα, έχει δουλειά τακτική.
Και ήρχοντο και παρήρχοντο η καλαίς ημέραις. Και πάλιν ξαναήρχοντο και πάλιν παρήρχοντο. Και το σπιτάκι που έλαμπε πρώτα σαν το χιόνι επάνω εις τον Βράχον με την αυλίτσα την κάτασπρην, εμαύρισε σαν φούρνος πλέον από τον καπνόν της δυστυχίας.
Έτσι μαυρίζει κ' η καρδιά που έχει μέσα λύπη.
Αι γειτόνισσαις δεν την επίστευον πλέον. Εις τα γέλοια της άλλαι μεν εκρυφογελούσαν και άλλαι εκρυφόκλαιον.
Τότε πλέον έπαυσε και η προσποιητή χαρά της Ξενιώς. Αφού η αληθινή χαρά φεύγει, πολύ περισσότερον φεύγει η ψευδής. Και εύρισκε πλέον ανακούφισιν η Ξενιώ να προσεύχεται τας νύκτας προ της εικόνος της Θεοτόκου, μιας ωραιοτάτης εικόνος την οποίαν από το Άγιον Όρος της είχε φέρει ποτέ κάποιος συγγενής της, την Παναγίαν την Πορταΐτισσαν, έργον κάλλιστον των περιφήμων Γιασαφαίων την οποίαν εφαρμόσασα εις μίαν κομψοτάτην κορνίζαν είχεν αναρτήση εις το μικρόν εικονοστάσιόν της, ένδον εις τον κοιτώνα της, και ήναπτεν ενώπιόν της ακοίμητον κανδηλάκι. Αποκτήσασα δε και μίαν Φυλλάδα, πάλιν από το Άγιον Όρος, εν τη οποία περιεγράφετο η παράδοξος εύρεσίς της και τα άπειρα θαύματά της, συχνά την ανεγίνωσκε· σχεδόν απέξω την είχε μάθει. Εκ της πολλής δε χρήσεως αυτής τόσον πολλάς ελπίδας απέκτησε περί της επανόδου του συζύγου της, ώστε έλεγε πάντοτε προς την μητέρα της.
— Αν το θέλη η Πορταΐτισσα, θα έλθη, μητέρα μου, ο Μοναχάκης. Νά, δεν κυττάζεις τα ωραία ματάκια της Παναγίτσας μας; Δεν σου λέγουν ότι θα έλθη;
Και εξηκολούθει τας προσευχάς της ημέραν και νύκτα, γονυπετής ενώπιον της αγίας Εικόνος μέσα εις τους ευώδεις καπνούς των θυμιαμάτων που άφθονα είχεν ανάψει, σαν να ήτο μία ζωγραφιά αγγέλου, και έλεγε μετά κατανύξεως και πεποιθήσεως:
— Αν τον επότισαν, Παναγία μου Δεσποινα, χάλασέ τα τα μάγια! Πορταΐτισσά μου, καλή μου Παναγία!