Διηγήματα, Τόμος Β

Part 4

Chapter 42 wordsPublic domain

Προ ημερών, τον πρώτον χειμώνα του Νοεμβρίου, τρικυμία συμβάσα εν τω Ευξείνω Πόντω επήνεγκε μεγάλα δυστυχήματα. Πλέον των δέκα ιστιοφόρων εναυάγησαν εις την άξενον εκείνην θάλασσαν. Ο _Νεολόγος_ εφημερίς της Κωνσταντινουπόλεως, είχεν ξαναγράψει με πένθος τα ναυάγια εκείνα προσθέσας και τα ονόματα των Ελληνικών πλοίων και τους λιμένας εις ους ανήκον, ενός δε και τα ονόματα των ναυτών του πληρώματος. Το πλοίον, το τελευταίον τούτο, ανήκεν εις τον λιμένα του Γαλαξειδίου διακρινόμενον διά τα ωραία και μεγάλα αυτού ιστιοφόρα. Το μέγα τούτο βρίκιον μη δυνηθέν να υπολογίση καλώς την είσοδον του Βοσπόρου, ως εκ της δεινής τρικυμίας παρακολουθουμένης υπό δεινοτέρας ομίχλης, προσέκρουσεν επί των προς αριστεράν βράχων εκεί εις τα Καβάκια και συνετρίβη. Ούτε ήτο δυνατόν να σωθή τις εκ των ναυτών του, μεταξύ των οποίων διεκρίνετο ο εκ της νήσου νεαρός ναύτης, Νικόλας του Παπά- Νικόλα ονόματι, ον επένθει ήδη νεαρωτάτη χήρα, ραγίζουσα διά των κλαυθμηρών μοιρολογίων της τας καρδίας όλων των νησιωτών, και μελανόνουσα ούτω χωρίς να το θέλη μίαν τόσον λαμπράν πανήγυριν.

***

Μόλις προ ενός έτους είχε στεφανωθή· την νυμφικήν της ωραίαν χρυσοκέντητον εσθήτα δεν εφόρεσεν από των ημερών του γάμου της, όστις ετελέσθη μετά πολλής χαράς και χορών. Ότε ήτο παρθένος, διήρχετο βασανισμένην ζωήν, υφαίνουσα, πλέκουσα και ράπτουσα επί μισθώ· ήτο ορφανή, μίαν γραίαν μόνον μητέρα έχουσα. Νεωτέρα ούσα επήγαινε και εις τα κτήματα συνάζουσα ελαίας επί μισθώ ή ξεφυλλίζουσα και θειαφίζουσα τας αμπέλους. Αλλ' αφού έφθασεν εις την ηλικίαν του γάμου, αποφεύγουσα πλέον τα περίεργα των γραιών και γειτόνων βλέμματα, αίτινες έχουσι την κακήν συνήθειαν ν' ανακαλύπτουν και τα ανύπαρκτα ελαττώματα των νεανίδων, και τα πλέον αόριστα, εκλείσθη εν τω οίκω. Και έρραπτε και ύφαινε και έτρεφεν εαυτήν και την γραίαν μητέρα.

Και επερίσσευον πολλάκις χρήματα ν' αγοράση χρυσάφι της Πόλεως, από το καλλίτερον και υποκλέπτουσα τότε ώρας εκέντα πότε την ημέραν εις τον ήλιον, πότε την νύκτα εις τον λύχνον τα προικιά της η ωραία κόρη, ονειρευομένη την ώραν του γάμου της ως την πλέον χρυσήν εν τω κόσμω προσδοκίαν. Μόνον καμμίαν εορτήν, την άνοιξιν, εξήρχετο πρωί-πρωί με την μητέρα της, όπως μεταβάσα εις δίωρον απόστασιν από του χωρίου, ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας, Κεχρεάς, μικρού διαλελυμένου μοναστηρίου εις ωραιοτάτην τοποθεσίαν προς την Θετταλομαγνησίαν, και επέστρεφε την εσπέραν, νύκτα πλέον, κομίζουσα εντός του καλαθίου τρυφερά του βουνού λάχανα, εκ των οποίων ωμά έτρωγεν η γραία τα περισσότερα, έως ου φθάσουν εις το χωρίον.

Τόσον νόστιμα της εφαίνοντο, αφού μάλιστα επλύνοντο εις την δροσεράν του Προφήτου Ηλία πηγήν, ώστε τα έχαπτε τότε μοναχά και άβραστα.

— Μα τι κάμνεις μάννα; Τι θα βάνουμε ς' το τσουκάλι;

— Μ' αρέσουν! έλεγεν η γραία μασώσα. Πού να την ίδη λοιπόν, νέος!

Πλην μίαν αυγήν — συνήθιζε την αυγήν να παίρνη νερό από το πηγάδι του χωρίου — επανήρχετο μετά της λαγήνου εις την οικίαν της βιαστική και την υδρίαν επί του ώμου κεκλιμένην βαστάζουσα διά της χειρός· η ετέρα εκρέματο προς τα κάτω υπό το βάρος του εκ λευκοσιδήρου κουβά. Ούτω πως εύμορφα κλίνουσα την κεφαλήν της υπό το βάρος της υδρίας προς το στήθος της έσπευδε. Πώς συνέβη να περνά πρωί πρωί απ' εμπρός της ο Νικολάκης του Παπά-Νικόλα, ωραίος, ναύτης, φιλόπονος και φιλομαθής, επιστρέφων από το πλησίον της πόλεως πατρικόν κτήμα του. Εκοκκίνισεν η Κυρατσούλα. Ούτως ωνομάζετο η εύμορφος κόρη. Έκαμε μίαν κίνησιν να σύρη προς τα κάτω την μανδήλαν της, αλλ' ένεκα του κουβά δεν επρόφθασε· και ο Νικολάκης κοντοσταθείς είδεν όλον τα ροδοκόκκινον πρόσωπόν της και εκοκκίνισε περισσότερον αυτός.

Εσταμάτησεν εκεί. Η Κυρατσούλα παρήλθεν ως ακτινοβόλον μετέωρον και αυτός έβλεπε τας τελευταίας του αναλαμπάς πλέον.

Έκαμε κίνησιν ως να εσπόγγισε με το χέρι του το ευρύ μέτωπόν του. Ανέπνευσεν ευρυστέρνως. Εκινήθη ως να ήθελε να γυρίση οπίσω λησμονήσας πού επήγαινε.

— Κάτι τι σαν σαγανάκι, έλεγε μόνος του έπειτα, μου παρουσιάσθη. Έτσι ενώ και η βάρκα πηγαίνει καλά και ελεύθερα, παρουσιάζεται έξαφνα τα σαγανάκι, ορμητικόν και άτακτον αέρος ρεύμα παροδικόν, και κλίνει η βάρκα αντιθέτως και σύρεται το ιστίον προς τα κάτω και κάμνει η βάρκα ως να θέλη να γυρίση πίσω.

— Δεν ξεύρεις, μάννα, έλεγε και η Κυρατσούλα έπειτα εις την μητέρα της. Πρωί πρωί ο Νικολάκης του Παπά-Νικόλα πού να ήτανε;

— Τι; Εμουρμούρισεν η γραία.

— Τίποτε· είπεν η κόρη και εκοκκίνισεν άλλην μίαν φοράν.

***

Το αθώον αυτό συνάντημα κατέληξεν εις αρραβώνας. Ω! είθε όλα τα αθώα συναντήματα ν' απολήγωσιν ούτως εις την πλέον χαρμόσυνον ευτυχίαν. Μετ' ολίγον καιρόν εωρτάσθησαν και οι γάμοι. Το χωρίον όλον ωμιλούσε διά τους γάμους αυτούς.

— Τι ταιριασμένο αντρόγυνο! έλεγεν ο κόσμος. Τι ωραία που ζουν! Πώς την αγαπά την γυναίκα του ο Νικολάκης! Ούτε για νερό δεν την αφίνει να πάη.

— Καλέ μαγειρεύει μόνος του, προσέθετεν υπερόριος φθονερά κόρη. Ακούς να μαγειρεύη μόνος του! Ντροπής λιγάκι!

— Ταχειά 'σάν φάει τα λίγα λεπτά, σου λέγω εγώ, εβροντοφώνει μία γραία πολυλογού.

Ο κόσμος έλεγε το κοντό και το μακρύ του, αλλ' οι νεόνυμφοι διήρχοντο εν ερωτική αγάπη τας ωραίας μετά τον γάμον ημέρας, την Κυριακήν και τας άλλας εορτάς μεταβαίνοντες το βράδυ εις το πλησίον εκείνο κτήμα, την αρχήν του έρωτος και του γάμου. Πόσον ωραία εφόρει την νυμφικήν εσθήτα η λυγηρά νεόνυμφος Κυρατσούλα. Ράπτουσα και κεντώσα τα ξένα φορέματα είχεν αποκτήσει τόσον λεπτήν ειδικότητα περί το ενδύεσθαι, ώστε οσάκις την έβλεπον, έδακνον τα χείλη τα ζηλότυπα του χωρίου κοράσια. Αι προς την ωμοπλάτην πτυχαί του αλεμίου, λεπτοτάτου διαφανούς καλύμματος της κεφαλής, εσχηματίζοντο με τόσην χάριν, στερεούμεναι δεξιώς διά καρφίδων το φουστάνι με τον πολύτιμον εκ στόφας παλαιάς ποδόγυρον τόσον κανονικώς κατέπιπτε μέχρι των ποδών η ζώνη κομβόνουσα εμπρός με δύο αμυγδαλωτά επίχρυσα τσαπράκια, δύο ωραίας παλαιάς πόρπας, ήτο τόσον κομψή, τα δε επί των χειρίδων και του στήθους κεντήματα του χιτώνος παριστώντα γλάστρας με άνθη ήσαν τόσον λεπτοκαμωμένα, ώστε όλα αυτά ανεδείκνυον την Κυρατσούλαν την ωραιοτέραν νύμφην του χωρίου. Όταν επήγε να πάρη βάγια των Βαΐων, έκαμαν εις τα μάτια όλαι αι γυναίκες εν τη γυναικωνίτιδι. «Αφιονιάσθηκαν», έλεγεν η γραία μήτηρ της.

Ο δε Νικολάκης του Παπά-Νικόλα ήτο πάλιν αξιέραστος εν τη ανθηρά νεότητί του. Τα φορέματά του κατεσκευάσθησαν εν τη κομψή και ευθηνή αγορά της Μασσαλίας εκ λεπτού εριούχου. Η άλυσις του ωρολογίου του έστιλβεν όπως έστιλβεν η φαιδρότης εις το πρόσωπόν του, ο δε μαύρος αυτού μύσταξ παρείχεν αυτώ έξοχον τολμηρού ναύτου όψιν.

— Μας εζάλισαν κι' αυτοί με τον περίπατόν τους, ήρχισαν να λέγουν οι γείτονες, Νά, τα χάλασε τα ρούχα του. Δεν έχει άλλα. Δεν πάει, λέω 'γώ, να δουλέψη ο κρεμανταλάς!

Θέλεις να ήτο φθόνος, θέλεις να ήτο τυχηρόν, τρεις μήνας μετά τον γάμον διήλθεν εκ της νήσου το ωραίον εκ Γαλαξειδίου βρίκιον ο «Αρχάγγελος». Εχρειάζετο ένα ναύτην.

— Όσω και να καθήσω, είπεν ο Νικολάκης, πάλιν θα μπαρκάρω. Δεν είνε άσχημα να πάω με το Γαλαξειδιώτικο. Έχω καλή πάγα.

Απεχαιρέτισε κλαίων την κλαίουσαν Κυρατσούλαν και ανεχώρησεν ο ναύτης εις την Μαύρην θάλασσαν. Η νεόνυμφος δεν εφόρεσε πλέον τα νυμφικά της. Ειργάζετο εις τον οίκον πλησίον της μητρός της και την Κυριακήν μετέβαινε τακτικώς εις την Εκκλησίαν, φορούσα ενδυμασίαν απλουστάτην, την συνηθιζομένην, όταν απουσιάζη ο σύζυγος. Εξοικειώθη πλέον με την ιδέαν του αποχωρισμού και ήρχισε να μη κλαίη. Ετραγωδούσε τώρα ηρέμα, ώστε να μη ακούηται εις την οδόν, άσματα της ξενιτείας περιπαθή, και ανεκάλει τον Νικολάκην «το ξενιτεμένο της πουλί», το οποίον το εφώναζεν «όπως η κλώσσα φωνάζει τα μικρά πουλάκια να έλθουν κοντά της, από κάτω από τα ζεστά της φτερά». Όλων δε των τρυφερών της ασμάτων η γλυκητάτη επωδός ήτο.

_«Σου στέλνω χαιρετήματα με του Βορειά τα κύματα»._

Και επερίμενε με χαράν «να έλθη ο καλός της».

Αλλ' ήλθον μίαν ημέραν αι εφημερίδες όλαι των Αθηνών, αίτινες από του «Νεολόγου» παραλαβούσαι εκόμισαν την θλιβεράν είδησιν ότι ο Νικολάκης του Παπά-Νικόλα επνίγη εις την Μαύρην θάλασσαν. «Τον έφαγαν τα κύματα» όπως έλεγε τα μοιρολόγιον.

Είπον όλοι να μη το φανερώσουν. Αλλ' η διδασκάλισσα του χωρίου, φλύαρος γεροντοκόρη, το είπεν εις τα μικρά κοριτσάκια αργολογούσα την επαύριον, και το δυστύχημα εφανερώθη μίαν εβδομάδα προ του αγίου Νικολάου.

Η δυστυχής Κυρατσούλα, ακούσασα πρώτον τους ψιθυρισμούς — «βούλιαξαν καράβια» της είπον κατ' αρχάς, έπειτα άλλος τις επρόσθεσεν, «εις την Μαύρην θάλασσαν» — ήρχισε πάραυτα να αισθάνεται θλίψιν μυστικήν ως πόνον εις την καρδίαν. Τέλος όμως το έμαθε καθαρά.

Έπεσε λιπόθυμος. Η γραία μήτηρ έβαλε φωνάς. Όλοι έσπευσαν τότε να την συλλυπηθούν «εις το μαύρο δυστύχημα». Όσαι πρότερον φθονούσαι την εκακολόγουν, ησθάνθησαν ήδη πρώται την λύπην. Βέβαια, ο φθόνος πάντοτε λυπείται πρώτος εις τας δυστυχίας! Την πρώτην ημέραν ήτο άφωνος, άγρυπνος και άγευστος. Τα όμματά της, εκείνα τα ωραία, ξηρά. Η γραία εφοβείτο περί της υγείας της: «Το άμοιρο!» έλεγε. Και επανελάμβανε. «Θα το χάσω!» Την τρίτην ημέραν εφόρεσε τα μαύρα, και έχουσα λυτήν την κόμην και αποπάνω μίαν μαύρην μανδήλαν εμοιρολογούσε χωρίς να φάγη, χωρίς να πίη, γονατισμένη προ των καλών φορεμάτων του Νικολάκη, τα οποία έβγαλε από το σεντούκι και άπλωσεν εμπρός της ένα ένα, — σπαραξικάρδιον θέαμα!

Αλλ' όταν έφθασεν η παραμονή του άγιου Νικολάου, οι θρήνοι της ήσαν ακράτητοι, και σχεδόν όλον το χωρίον παρεπονείτο διά το θλιβερόν κτύπημα, το οποίον εγίνετο κατά της πανηγύρεως. Περισσότερον δ' όλων εφώναζεν η γρηά το Μορφάκι. Κατήντησε να σταλή επιτροπή εις τον κ. δήμαρχον, όστις πάλιν εν τη βία του παρήγγειλεν εις τον κλητήρα να εμποδίση να φωνάζη τόσον «εκείνη η παλαβή».

Αλλ' επειδή οι θρήνοι δεν κατέπαυον, πάλιν ο δήμαρχος παρήγγειλε «της παλαβής» να ησυχάση.

Απαρηγόρητος, κλαίουσα θλίψις! Κλείσθητι καλλίτερον εις τας βαθυτέρας της καρδίας κρύπτας. Δεν έχεις το δικαίωμα να διακόπτης την χαράν των άλλων!

***

Εβράδυασεν. Ο ήλιος δύων όπισθεν του πευκοφύτου όρους έπεμπεν εις τας ανατολάς άκρας της νήσου και εις τα προ του λιμένος νησίδια τας τελευταίας του ακτίνας, λαμβάνων μεθ' εαυτού όλον το ευφρόσυνον της ημέρας θάλπος και αφίνων εις τα βουνά να στέλλωσι το οξύ εκείνο του χειμώνος απόγαιον.

Ο λιμήν ήτο ακίνητος ως λίμνη. Τρία-τέσσαρα καΐκια ήρχοντο βιαστικά ν' αράξωσι χάριν της εορτής. Αι λέμβοι των αλιέων έσπευδον και αυταί να προσορμισθώσι· και από την εξοχήν οι ποιμένες και γεωργοί κατήρχοντο εις την πόλιν προς τον αυτόν σκοπόν. Και μόνος ο πράκτωρ της Ατμοπλοϊκής εταιρείας αναιβοκατέβαινεν ακόμη εις το παράλιον περιμένων το ατμόπλοιον.

Όμως ενύκτωσε και ήρχισε να σημαίνη η αγρυπνία. Ο γλυκύς του κώδωνος ήχος ελαλούσεν, εκελαδούσεν, ενόμιζες, την πανήγυριν.

Εις οποιανδήποτε νήσον και αν αποβιβασθής, θα απαντήσης τον ναόν του αγίου Νικολάου μικρόν ή μέγαν, με μάρμαρα ή με πλίνθους. Ο άγιος Νικόλαος είνε ο Παππούς του ναυτικού μας, η γλυκυτέρα του ναύτου παραμυθία· των θαλασσών ο Άγιος. Εις την αγρυπνίαν έπρεπεν όλοι να παρευρεθώσι διότι ηυτύχησαν να πανηγυρίσουν την εορτήν του εις το νησάκι των. Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέφη εις την νήσον του, φέρει τα τάξιμόν του εις τον Άγιον, ευχηθείς όταν ήτο εις το πέλαγος, να τύχη κατά την εορτήν εις την πατρίδα του, ν' αγρυπνήση όλην την νύκτα. Και όταν πάλιν ναυαγός εις μίαν σανίδα σωθή, ή εις ξηρόν βράχον από τα δόντια του θανάτου γλυτώση, πρώτα πρώτα θα φέρη το τάξιμόν του εις τον άγιον, λαμπάδα μεγάλην ή αργυρούν κανδήλιον, και ύστερον θα μεταβή εις την οικίαν του να χαιρετίση την μητέρα του ή την σύζυγόν του. Αλλ' ενίοτε δεν επανέρχεται. Το τάξιμόν του ήτο βαρύ.

Είχε τάξει όλην την ζωήν του. Να γείνη καλόγηρος! Και ούτως ο ευλαβής, διασώσας την ζωήν του από τα κύματά της θαλάσσης, πηγαίνει να την κλείση εις τους αφώνους του μοναστηρίου τοίχους, εις τον Άθωνα.

Πάντες, γεωργοί και ναύται, συνηθροίζοντο εις την αγρυπνίαν συνωστιζόμενοι έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου Νικολάου, παλαιάς βυζαντινής αγιογραφίας, ολίγον μαυρισμένης ή υπό του χρόνου, ή διότι ο ζωγράφος ηθέλησε διά του σκιερού χρώματος να παραστήση το αυστηρόν πρόσωπον του θαυματουργού Αρχιερέως. Και ήναπτον όλοι τας μεγάλας λαμπάδας οι ναύται, τας οποίας είχον φέρει από το ταξείδιον, και έλαμπεν η εικών, και έλαμπεν όλη η Εκκλησία. Και ακτινοβολούσε το πράον του Αγίου πρόσωπον εκ χαράς, νομίζεις, ως να ευχαριστείτο ότι την στιγμήν εκείνην εβούιζεν ο μικρός ναός εκ της φαιδράς των ασμάτων ψαλμωδίας, μετ' ιδιαιτέρας αγάπης επαναλαμβανούσης το «Άγιε Νικόλαε» εν τοις εγκωμιαστικοίς ύμνοις. Και ευχαριστούντο γύρω-γύρω οι ναύται ακούοντες τα άσματα και προσβλέποντες ατενώς εις την εικόνα, κατάφορτον από των αναθημάτων, εν οις διέπρεπον αργυρά μικρά πλοιάρια, πλοιάρχων αφιερώματα. Κατά τας στιγμάς εκείνας ενόμιζες ότι η εικών προσελάμβανε θαυμασίαν τινά κίνησιν και ζωήν αιφνίδιον. Ενόμιζες ότι εκινούντο οι οφθαλμοί του αγίου και ευλογούσεν η χειρ τους προσφιλείς του ναυτίλους, και ότι συχνά μετέβαλεν όψιν το γηραιόν του πρόσωπον. Άλλος εκ των εκεί παρισταμένων, έχων εις τον νουν του την παροιμιώδη του Αγίου Νικολάου ελεημοσύνην και προς τους πένητας συμπάθειαν, τον έβλεπε γλυκύν και μειδιώντα, ως ότε έσωζε κρυφά τας τρεις εκείνας θυγατέρας από του ηθικού θανάτου, παρέχων τα μέσα της υπανδρείας, και έτεινε και αυτός την χείρα, νομίζων ότι ο άγιος φλωρία εμοίραζε την στιγμήν εκείνην. Άλλος πάλιν έχων εις τον νουν του ότι ποτέ ο επίσκοπος των Μυρέων, άγριος και απειλητικός, εμφανισθείς εκράτησε του δημίου την χείρα, έτοιμον να θανατώση τρεις άνδρας αθώους, συκοφαντηθέντας, τον έβλεπεν εις την εικόνα άγριον και απειλητικόν με πύρινα βλέμματα. Ο δε ναύτης, διαλογιζόμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος έσωσε το κλυδωνιζόμενον σκάφος, έτοιμον να καταποντισθή, εφαντάζετο τον άγιον ιστάμενον ατρόμητον εν τη πρύμνη και βαστάζοντα κραταιώς το πηδάλιον, ενώ η εικών παριστά τούτον καθήμενον επί θρόνου και ευλογούντα. Εκείνος δε πάλιν ο ενθυμούμενος την στιγμήν κατά την οποίαν ο άγιος βυθισθείς εν τω πόντω έσωσεν ημίπνικτον τον από του πλοίου πεσόντα ναύτην, ενόμιζεν ότι έβλεπε διάβροχον τον ιεράρχην και ότι από το κοντόν λευκόν του γένειον έσταζεν ακόμη θάλασσα.

Τόσην ζωήν παράδοξον ελάμβανεν η βυζαντινή εικών υπό τα πολλά εκείνα φώτα και την φαιδράν ψαλμωδίαν.

Εις δε την άκραν του ναού προς την θύραν συνειλεγμένα ικανά γραΐδια του χωρίου ήλθον εις την Εκκλησίαν ν' ακούσουν την θαυμαστήν διήγησιν «της γρηάς με το λαδικό». Ω πόσον δραματικώς θαυμαστή είνε η διήγησις αύτη Συμεών του Μεταφραστού! Μετά την κοίμησιν του Αγίου έκλαμπρος ναός ανηγέρθη εις τα Μύρα της Λυκίας, την πατρίδα του, όπου και η μυρόβλητος σορός του αγίου λειψάνου κατέκειτο. Τούτον ηθέλησεν ο φθονερός πάντοτε δαίμων να καύση· και μεταμορφωθείς εις γραΐδιον προσήλθεν εις όμιλον προσκυνητών αναχωρούντων διά την πανήγυριν και μετά υποκριτικών κλαυθμών παρεκάλει να λάβουν διά τον ναόν του αγίου μικρόν λαδικόν πλήρες ελαίου, διότι αυτή ζαλίζεται, έλεγε μετά δακρύων, να πατήση εις πλοίον και να ταξειδεύση, νάχετε την ευχίτσα μου, έλεγε και έκλαιεν. Οι προσκυνηταί συγκινηθέντες το έλαβον αλλά την νύκτα επιφανείς ο άγιος Νικόλαος: Ογλήγορα, λέγει, να ρίψετε το λαδικόν εις την θάλασσαν. Είνε τέχνασμα του δαίμονος να καή ο ναός μου. Το έρριψαν, και ευθύς μία φλόγα μετέωρος υψώθη προς τον αέρα και καπνοί από εκεί δυσώδεις την αποφοράν εξεπέμποντο· τα κύματα διεσχίσθησαν πάραυτα, και ο πυθμήν, με καχλασμόν ανέβρασε και εσχηματίσθησαν αίφνης βρασμώδεις σεισμικοί κρότοι και αι αναπεμπόμεναι σταγόνες ήσαν σπινθήρες καίοντες. Οι ναύται κατεπλάγησαν εκ του αιφνιδιαστικού αυτού κινδύνου. Το πλοίον ήρχισε να βυθίζεται. Αλλ' ο άγιος ταχύς βοηθός, πάραυτα εξήγαγε το πλοίον μακράν του κινδύνου. Μία δε γλυκητάτη αύρα προσπνεύσασα ευώδης και αγιαστική ενέπλησε χαράς την καρδίαν των. Πόσαις φοραίς παιδίον με συνεκίνησεν η δραματική αυτή διήγησις!

Η Κυρατσούλα ακούουσα της αγρυπνίας τους κώδωνας, έπαυσε χωρίς να θέλη τον θρήνον και «Πήγαινε, μάννα, το εικόνισμα 'ς την Εκκλησιά», είπε. «Είνε αμαρτία να μη το πάμε».

Η γραία μήτηρ της μετά δυσαρεσκείας υπήκουσεν.

Εις την εκκλησίαν δεν έμεινεν. Εκόλλησε το κηρίον και απήλθεν αμέσως.

Τότε ηκούσθησαν και του ελθόντος ατμοπλοίου οι οξείς συριγμοί· και μετ' ολίγον εκεί εις την Εκκλησίαν, πάλιν εις τον κύκλον των γραιών πρώτον διεδόθη η φήμη ότι ο Νικολάκης ήλθε.

— Ποιος; Ποιος; Επανελάμβανον δέκα συγχρόνως στόματα.

— Νά, ήλθε, έλεγον αι γραίαι, ο Παπανικόλας. Μία δε χωρίς να την ερωτήσουν, είπεν από την βίαν της: «ήλθεν ο άις Νικόλας.»

Και ήκουες μετ' ολίγον εις την αγοράν:

— Ο πνιγμένος! Ήλθεν ο πνιγμένος!

Πρώτη εξήλθε πτερωτή η γρηά το Μορφάκι και με τα βαρέα υποδήματα του υιού της δυσκολοπερπατούσα εφώναζεν από την αυλήν ακόμη: «Ήλθεν ο Νικολάκης», φέρουσα χαρμόσυνον είδησιν εις την κόρην της ότι θα εώρταζε πλέον το όνομα του υιού της.

***

Την στιγμήν εκείνην ανέβαινε την κλίμακα του πενθούντος εκείνου οικίσκου νεαρός ναύτης με μεγάλα ρωσσικά υποδήματα, με αμπαδίτικα φορέματα χονδρά και ένα μουσαμά απ' έξω ως επανωφόριον και μίαν προβιάν εις την κεφαλήν. Κόσμος πολύς έτρεχε κατόπιν του. Η εκκλησία εκενώθη σχεδόν.

Ήτο ο Νικολάκης.

Η ωραία Κυρατσούλα εις την αιφνιδίαν θέαν του έμεινεν άφωνος. Ελιποθύμησεν. Αλλ' ο Νικολάκης, όστις από της παραλίας ακόμη επληροφορήθη τα διατρέχοντα, έδειξε μεγάλην απάθειαν και εφρόντισε πρώτον να επαναφέρη εις τας αισθήσεις της την σύζυγόν του, ήτις έπεσεν αναίσθητος επάνω εις τα καλά φορέματα του συζύγου της, προ των οποίων ως προ απεικονίσματος εθρήνει τόσας ημέρας, ως είπομεν. Και αφού εκείνη συνήλθε, την εκύτταξε συμπαθώς με την κατάμαυρον μανδήλαν, με τα ωραία ξέπλεγα μαλλιά και με τους βουρκωμένους εκ των δακρύων οφθαλμούς και φρικίασιν αισθανθείς έπεσεν εις τους κόλπους της θρηνών και αυτός. Η σκηνή ήτο εξόχως δραματική.

Πού ήτο έπειτα κρυμμένη τόση χαρά; Όλοι οι συνελθόντες εγελούσαν θορυβωδώς, αλλ' η Κυρατσούλα ολίγον κατ' ολίγον εξωκειούτο με την ευφρόσυνον πραγματικότητα.

Τότε ο Νικολάκης ήρξατο να διηγήται προς τους συναχθέντας ναύτας τα του ναυαγίου με όλην την τραγικότητα του συμβάντος.

— Τα κύματα βουνά, έλεγε: Νύχτα, χιονιά. Από την πρύμνη δεν έβλεπες εις την πλώρη. Ένα κύμα θηρίο μας αρπάζει μαζί με το καράβι. Ο κρότος μου εφάνη σαν βροντή. Εγώ επρόφθασα να είπω μόνον «Άγιε Νικόλαε»· και ευρέθην μακρυά 'ς το πέλαγος κρατών ένα μεγάλο ξύλο. Οι άλλοι έπεσαν στο βράχο. Εχάθηκαν. Έμεινα 'ς το ξύλο μισοπεθαμένος μια νύχτα και μια μέρα, και τότε ένα βαπόρι που πήγαινε για το Βατούμ μ' επήρε και μ' έβγαλεν εκεί. Είχαν δίκαιον να γράψουν αι εφημερίδες πως επνίγηκα. Το πώς εγλύτωσα είνε θαύμα.

— Άγιε Νικόλαε! ως εξ ενός στόματος έκραξαν όλοι οι συνηγμένοι εκεί, αποκαλύψαντες ανεπαισθήτως τας κεφαλάς των και σταυροκοπηθέντες· και απήλθον εν χαρά εις την αγρυπνίαν, ενώ ο απέναντι οίκος της γρηάς το Μορφάκι, ελαμποκοπούσεν από τα φώτα.

— Το μεγαλείτερον όμως θαύμα του αγίου Νικολάου, που νάχουμε την ευχή του, προσέθετε την επαύριον ο γέρων του χωρίου ιερεύς, είνε ότι ουδέποτε φαιδρότερον επανηγυρίσθη η εορτή του Αγίου Νικολάου εις την νήσον μας από το έτος αυτό.

Ετούτο το έλεγε και τα ξανάλεγεν και η γρηά το Μορφάκι, η οποία πρώτην φοράν επί ζωής της είχε μείνει εις την αγρυπνίαν έως το πρωί.

Όταν δε την εσπέραν της εορτής επήγαν εις τον Ναόν και έψαλαν παράκλησιν και ευχαριστίαν, ενώπιον της εικόνος του Αγίου και τα τρία πρόσωπα του ιστορήματος, ο γέρων ιερεύς εις το τέλος ως γραμματισμένος οπού ήτο και μουσικός, επήρε το βιβλίον της Ψαλτικής και έψαλε με ιδιαιτέραν χάριν το Δαβιτικόν άσμα, πολύ κατάλληλον εις την περίστασιν εκείνην:

«Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, και εις το πρωί αγαλλίασις».

Η μελωδία του ιερέως ακουσθείσα έξω εις την μικράν πλατείαν παρεκίνησε πολλούς να έμβουν εις τον Ναόν· και ήτο μια χαρά να βλέπης τους νησιώτας με τόσην κατάνυξιν να ίστανται ενώπιον της Εικόνος του Αγίου των θαλασσών παρακολουθούντες την γλυκείαν του ιερέως ψαλμωδίαν με δάκρυα.

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΔΗΜΑΡΧΟΣ (1892)

Ευτυχώς ο Γιώργος ο Μπάρμπα-δήμαρχος, μίαν εβδομάδα ολόκληρον κουβαλών κλάρες, είχε γεμίσει ως επάνω το χάλασμα μεθ' ου συνείχετο ο φούρνος, τον οποίον εκολλούσεν η γυναίκα του η Μιλάχρω, μία ανδρογυναίκα ως εκεί απάνω, με δυο χέρια μακρά ως το φουρνόξυλο, διά του οποίου διηυθέτει της κλάρες εν τω αναμμένω φούρνω, αν και πολλάκις αι γυναίκες αι φουρνίζουσαι τα ψωμία, την είδον την Μιλάχρω απάνω εις την οχλοβοήν να διευθετή με τας μακράς και ξηράς χείρας της, αψηφούσα το πυρ, το οποίον, λέγεις, τας είχε ψήσει και μεταβάλει εις φουρνόξυλο.

Λέγω ευτυχώς, διότι οσάκις τον Γιωργόν τον Μπάρμπα-δήμαρχον, ένα μικροκαμωμένον άνθρωπον, λεπτόν και λιγνόν και ξηρόν ως φαγωμένον από τας αίγας γηραιόν θήλιασμα, το οποίον ου μεγαλόνει πλέον, αλλ' ούτε και αναθάλλει, τον έπιανεν η τεμπελιά, εκάθητο εις το καφενείον της αγοράς τραβών τον ναργιλέ του και διαλεγόμενος περί των υδάτων της κώμης ως πρωτόγνωρος του χωρίου, με τι μέσον θα φέρουν εις το χωρίον το τρεχούμενο νερό, εκθέτων εκεί μέσα εις τους καπνούς του ναργιλέ τα διάφορα σχέδια, διόπερ ίσα-ίσα ο κόσμος ο αιωνίως φαιδρός τον απεκάλεσε Μπάρμπα-δήμαρχον. Ο φούρνος της Μιλάχρως της γυναίκας του θα εξόδευεν όλες της κλάρες τότε έως το μεσημέρι κι ύστερον η υψηλή και ξηραγκιανή Μιλάχρω — τέτοια μέρα που είχε τόση δουλειά ο φούρνος — θα εκάθητο μελαγχολική με κρεμασμένα σαν στυλιάρια τα δύο ξηρά και μακρά χέρια της, τα οποία ήσαν μαύρα ως να τα είχε ψήσει του φούρνου η λαμπ[;]

— Πολλή ζωίτσα νάχης, άνδρα μου! ηύχετο η Μιλάχρω έχουσα τα φρύγανα άφθονα.

Και εξηκολούθει και μετά το δειλινόν ακόμη να κολλά τον φούρνον της εκείνην την ημέραν — παραμονήν του αγίου Βασιλείου — ενώ ο Μπάρμπα- δήμαρχος φαγών ήδη πέντε φαρφούνες ζεστές — από τα φουρνιάτικα — με μια πεντάρα τουλουμοτύρι, εκάθητο εις την αγοράν, εις το καφενείον το καλλίτερον, τραβών τον ναργιλέ του ήσυχος και ευχαριστημένος, ως άνθρωπος ο οποίος είχε κουβαλήσει όλες της κλάρες της Μιλάχρως, διαλεγόμενος με τους άλλους προεστούς περί των υδάτων του χωρίου.

Πέντε φορές η μασσαλιωτική βαθεία λεκάνη είχε γεμίσει από τα φουρνιάτικα, και πέντε φορές η Μιλάχρω έρριψεν εις τον φούρνον και από ένα μεγάλο ψωμί ιδικόν της και από μίαν φαρφούναν· διά τον άνδρα της τον «δουλευτήν» επιλέγουσα:

— Χαλάλι σου, άνδρα μου!

Αλλ' ήδη — επλησίαζεν ο εσπερινός — ανασκουμπώσασα τα μανίκια της διά μέσου του επανωκορμίου του φουστανίου της και επιδείξασα μέχρι της μασχάλης σχεδόν μαύρας και ξηράς τας δύο εργατικάς χείρας της, είπεν αποτεινομένη προς τας παρισταμένας γυναίκας:

— Για να σας πω, θα με μεσανυχτίσετε;

Και ήρχισε να επισπεύδη το ξεφούρνισμα.

Και έβλεπες τότε τα ξηρά και μαυρισμένα ως φουρνόξυλα χέρια της, ν' ανακατόνουν της κλάρες μέσα στον φούρνο. Και έβλεπες τότε να πετά έξω με βίαν τα ταψία με της βασιλόπηττες ρίπτουσα αυτά εις μίαν λοξήν και χωλήν παγκιέταν, κατακόκκινη από την θερμότητα και κάθιδρος από τον κάματον, με το κεφαλάκι της — τον βαρύν κεφαλόδεσμόν της — κρεμάμενον οπίσω από την πλάτην ως καλαθάκι πλήρες.

— Τα, τι λουγάτι!

— Άψητες, θαπώ;

— Αρί! Μουλύβια!

Εκραύγαζον τότε αι γυναίκες δυσαρεστημέναι διά την βίαν της Μιλάχρως, ήτις εξεφούρνιζεν άψητες της βασιλόπηττες.

— Για σας μονάχα, θαρρείτε, ξημερόνει Άιβασ'λιού;

Και χωρίς να προσθέση τίποτε άλλο, ήρχισε σπεύδουσα να ρίπτη πάλιν κλάρες εις τον φούρνον.

Επειδή δε αι γυναίκες εγόγγυζον και άλλαι ηπείλουν εν ταραχή θορυβώδει, είπε πάλιν η Μιλάχρω.

— Εσείς θα με μάθετε τη δ'λειά μ;

Και προσέθηκε:

— Δε ξέρω εγώ τη δ'λειά μ!

Τωόντι ήξευρε την δουλειά της η φιλόπονος Μιλάχρω, διότι αλλέως δεν θα εγέμιζεν ως το μεσημέρι πέντε λεκάνες φουρνιάτικα.

Αυτήν την φοράν όμως η Μιλάχρω είχε συμμάχους και υπερασπιστάς και άλλας γυναίκας, αίτινες ιδούσαι τον καπνόν έσπευσαν να φουρνίσουν τα ταψία των λέγουσαι:

— Καλά λέει η Μιλάχρω!

Η Μιλάχρω όμως δεν έλεγε διόλου καλά, διότι από την βίαν της ελησμόνησε μέσα έν ολόκληρον ταψίον,

Και η κλάρες άναψαν πλέον.

Εφλόμωσεν ο φούρνος κατ' αρχάς από μαύρον καπνόν. Μετ' ολίγον ο καπνός έγεινε φαιός. Οι χλωροί πρίνοι ήρχισαν να πρατσαλίζουν μετά κρότου ως γλώσσαι εριζουσών γυναικών και η φλοξ ανέλαμψε δεξιά και αριστερά υπό τον θολίσκον τον πλίνθινον του φούρνου.

— Τά, τι κάνεις, θαπώ;

Εκραύγασε γυνή ηλικιωμένη, χονδρή από τα δύο φουστάνια και κόκκινη από τον θυμόν της.

— Λείπ' ένα ταψί!

— Σώπα και συ, Χριστιανή μου! διέκοψεν η Μιλάχρω, κάθιδρος από τας φλόγας, κατέρριψε νέους κλάδους εις τον φούρνον.

— Λείπ' ένα ταψί, θαπώ!