Διηγήματα, Τόμος Β

Part 11

Chapter 110 wordsPublic domain

Η θεια Μυγδαλίτσα ήτο χήρα έως εξήκοντα ετών. Υπανδρευθείσα εις μικράν ηλικίαν απέκτησεν υιόν και μετά δεκαετίαν θυγατέρα. Προ δέκα ετών είχεν αποθάνει ο σύζυγός της, γέρων αλιεύς, θλιβόμενος μέχρι της ώρας του θανάτου, διότι εγένετο αίτιος έκ τινος δυστροπίας του ν' απέλθη εις την ξενιτείαν ο μόνος υιός του, νεανίας είκοσιν ετών, εύμορφος και καλοκαμωμένος, κατά τους χρόνους της επαναστάσεως επιβιβασθείς κρύφα επί τινος αγγλικού πλοίου, ένεκα χειμώνος προσεγγίσαντός ποτε εις την νήσον και ειπών μόνον «Έχετε γεια, ο Θεός δεν θα με αφήση!». Η θεια Μυγδαλίτσα όμως έκτοτε έχασε το ήμισυ της ζωής της. Της εφάνη ότι εγήρασεν. Επήλθον μεταβολαί μεγάλαι και εις την πολίχνην και εις την θεια Μυγδαλίτσα. Την ωραίαν αυτήν αλλ' αλίμενον πολίχνην, μετά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος την άφησαν οι κάτοικοι και ελθόντες έκτισαν νέαν πόλιν προς τους νοτίους αιγιαλούς με τον μέγαν και ασφαλέστατον λιμένα της, όπου έως σήμερον είνε συνοικισμένοι. Η δε θεια Μυγδαλίτσα εγήρασε πολύ πλέον, αλλά επερίμενε πάντοτε τον υιόν της. Παρήρχοντο έτη, και καμμίαν είδησιν δεν ελάμβανε. Και πού να μάθη! Και πώς να μάθη!

Μετά τον θάνατον του συζύγου της η λύπη της ηύξησεν επί μάλλον, καταντήσασα εις μίαν αδιάκοπον και βαρείαν μελαγχολίαν. Έγεινεν υποχονδριακή. Αν και δεν έλαβε ποτέ επιστολήν, αν και δεν έμαθε ποτέ καμμίαν περί του υιού της είδησιν, όμως μυστικόν τι συναίσθημα εν εαυτή της έλεγε κρυφά ότι ο υιός της ζη, και ότι θα έλθη· και θα έλθη τα Χριστούγεννα «καπετάνιος». Και ελειτούργει τους ναούς, και ήναπτε κηρία διπλά και τριπλά εις τας αγίας Εικόνας, και έτρεχεν ακούραστος κατά Σάββατον «εις το Χωριό», εις την παλαιάν της νήσου κώμην, το έρημον φρούριον, όπου αφήσαμεν τους ποιμένας, ν' ανάψη τας κανδήλας του Χριστού, της ωραίας εκείνης εκκλησίας, διά την οποίαν ησθάνετο άρρητον συμπάθειαν. Μόνον εν τη λειτουργία αυτή ανεπαύετο ο λογισμός της. Άλλως δε συνεδέετο προς την εκκλησίαν αυτήν και με άλλας πλέον τρυφεράς αναμνήσεις. Ήτο ο μητροπολιτικός ναός της κώμης. Εκεί εις τους σκοτεινούς χορούς του, υπό τον βαρύν κυκλοτερή περί τον πολυέλαιον στέφανον, είχε τελεσθή ο γάμος της. Ο υιός της ο πολυαγάπητος εκεί μέσα έμαθε τα πρώτα γράμματα υπηρετών «τον Χριστόν», ως έλεγεν η γραία, και κανοναρχών και ψάλλων. Της εφαίνετο ότι αντηχούσεν ακόμη η φωνή του. Χα! τον εκαμάρωνεν ισταμένη εκεί εις την μικράν θύραν. Είχε λοιπόν λάβει μίαν όλως ιδιαιτέρας τρυφερότητος φροντίδα διά τον ναόν τούτον, πολλάκις και άσβεστον κομίζουσα εις τον ώμον της, ίνα ασπρίση τα αποτριβέντα της ζωγραφιάς μέρη, νομίζουσα ότι ούτω συνετήρει τα λοιπά. Δεν είνε λοιπόν παράδοξον διότι της εγεννήθη η ιδέα ότι ο υιός της θα ήρχετο μια φορά τα Χριστούγεννα, επειδή ο ναός ούτος των θερμών μεριμνών της ετιμάτο με την Γέννησιν του Σωτήρος. Σκληρά, ξηρά, υψηλή, μονοκόκκαλος η θεια Μυγδαλίτσα, με την μαύρην μανδήλαν της, ωχρά εκ της πενίας και μ' ερυθρούς τους οφθαλμούς εκ των δακρύων, χωρίς να αισθάνεται τον παραμικρόν κόπον, ανέβαινε τον ανωφερή και απότομον δρόμον, ίνα απέλθη «'ς το Χωριό» και παρακαλέση τον Χριστόν διά το παιδί της, «να της το φέρη μια φορά τα Χριστούγεννα». Είχαν περάσει χρόνια.

Αλλ' η θεια Μυγδαλίτσα είχε και μίαν μικράν παραίσθησιν. Είτε η δυστυχία, είτε η θερμή επιθυμία διά την επάνοδον του υιού της είχον σχηματίσει εντός του λογικού της την ιδέαν ότι ηδύνατο εις κάθε πλοίον ερχόμενον να είνε ο υιός της. Ηδύνατο κάθε πλοίον ερχόμενον να ήτο του υιού της. Πτωχή μήτερ! Οσάκις λοιπόν εμάνθανεν ότι πλοίον τι ενεφανίζετο εις τον λιμένα, έτρεχε πρώτη αυτή ν' αναμένη την έξοδον των ναυτών και του πλοιάρχου, καθημένη σιωπηλή και προς την θάλασσαν πάντοτε βλέπουσα επί τινος εγγύς της άμμου πέτρας. Διά τούτο δεν ημπόρεσε να σωθή από τα σκώμματα των ανθρώπων, τα δε παιδία οσάκις την έβλεπαν, εφώναζον: «Να η θεια Μυγδαλίτσα, το Καράβι».

— Κακορράχετε! απήντα μορφάζουσα η γραία, εκ της ταχύτητος ούτω τολμηρώς περικόπτουσα την κοινήν ύβριν: «κακό χρόνο νάχετε!»

— Δεν την συμμαζεύεις λιγάκι; Έλεγον προς την κόρην της αι φίλαι γειτόνισσαι.

— Μ' ακούει, θαρρείς; Και ηρυθρία η κόρη, μη δυναμένη να περιορίση την πτωχήν μητέρα της, εκτιθεμένην ούτω εις τα περπαίγματα του χωρίου.

— Ναι! παρενέβαινεν ενίοτε, παρούσα η γραία. Ταχειά 'σαν τον δήτε να 'ρθή καπετάνιος, σας λέγω εγώ. Ναι! θα μου τον γυρεύετε, αλλά τότε και εγώ θα σας γυρίζω της πλάταις και θα λέγω: «Καλέ, δεν ταις συμμαζεύετε λιγάκι; Δεν έχω το παιδί μου για τα μούτρα σας. Νά τα δα! Άρε σεις, ξέρετε τι είνε το παιδί μου; Κλωνάρι, κλωνάρι της μυρτιάς, παιδί της ωμορφιάς!»

Εθύμωνε τότε και η κόρη, κατακόκκινη εξ αιδούς.

— Και πού τώχεις αυτό το παιδί; Μήπως σούστειλε γράμμα καμμιά φορά; Μήπως έμαθες γι' αυτό το παιδί καμμιά φορά; Δεν συμμαζώνεις τα μυαλά σου λιγάκι;

— Εσύ να μαζώξης τα λωριά σου, γιατί θα σου τα μαζώξω εγώ!

Αυτά συνέβαιναν συχνότατα. «Μα πού παίρνει χαμπάρι πώς έρχονται καράβια», έλεγεν απορούσα η κόρη. Κάθεται κλεισμένη μέσα, και άμα φανή κανένα καράβι 'ς το λιμάνι μπρος, νά σου και πετιέται όξω. Είνε ένα θάμα αυτή η χριστιανή.

***

Την Παραμονήν των Χριστουγέννων η θεια Μυγδαλίτσα είχεν εγερθή οξέως ωργισμένη κατά της κόρης της, καθ' εαυτής, κατά πάντων. Εξημέρωναν Χριστούγεννα, «Κάτι κακό θα μου συμβή, έλεγε προς την θυγατέρα της». Μετ' ολίγον μανθάνει ότι απεφάσισαν να παύσουν πλέον την τελουμένην εορτήν εις το φρούριον, διότι εν τω μέσω του χειμώνας περιεστοιχίζετο υπό πολλών κινδύνων η εορταστική εκδρομή. «Το είπα εγώ, κάτι κακό θα μου συμβή», επανελάμβανεν έπειτα εις την κόρην της, εν μελαγχολία θεωρούσαν τας θυγατέρας της γειτονιάς να περικαλλύνωσι τους οίκους των. «Τάμαθες; δεν θέλουν να παν 'ς τον Χριστό. Δεν θα πάνε!» Μα εγώ δεν έχω σκοπό ν' αφήσω σβυστό τον Χριστό, ίσα ίσα εις την γιορτή του. Θα πάρω το λαδάκι και τα κεράκια, και θα πάω.

— Δεν κάθεσαι 'ς τα αυγά σου, λέω 'γώ; Πού θα πας χειμώνα καιρό; Κι' αν χιονίση; Κι' αν κλεισθής σ' τον βράχο εκεί χωρίς ψωμί; Δεν ακούς πώς χαίρεται ο κόσμος;

Την στιγμήν εκείνην ηκούετο ευάρεστος κρότος θραυομένων καρύων και κοπανιζομένης κανέλλας. Εις την γειτονικήν οικίαν ητοίμαζον τα γλυκύσματα των Χριστουγέννων εν χαρά.

Η κόρη έκλινε την κεφαλήν της, κρύπτουσα δύο μεγάλα δάκρυα.

— Σώπα, κοπέλλα μου, σώπα, είπεν η γραία συγκινηθείσα. Ετοιμάζουν τα γλυκά εις την γειτονιά μας. Καλά. Μεθαύριο 'σά 'ρθή ο καπετάνιος μου, τότε να ιδής χορούς και χαραίς. Θάρθη και η αράδα μας.

Και ως αλλοφρονούσα προσέθετε:

— Νά! εδώ μέσα 'ς την καρδιά μου έχω βαθειά μια ελπίδα. Ο Χριστός μας δεν θα μας αφήση όλο παραπονεμένους.

Ήδη από του ημιανοίκτου παραθύρου ήρχοντο οι μανιακοί γρυλλισμοί των σφαζομένων χοίρων.

Η κόρη της συμπτυχθείσα ως κουβάριον εις την γωνίαν δεν ωμίλει. Έκλαιεν υπό την μαύρην μανδήλαν της, η ορφανή μοναχοκόρη, λευκή και απαλή ως το χλωρόν τυρίον.

— Σφάζουν κρέατα! επανέλαβεν η γραία ως εν ονείρω λαλούσα. Σφάζουν πετεινούς σφάζουν χοίρους! Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι ούτε ψωμί ζεστό δεν έχουν να εορτάσουν τα Χριστούγεννα. Έννοια σου! Ταχειά που θαρθή ο καπετάνιος μου, να ιδής πετεινούς και όρνιθες.

Και κύψασα την στιγμήν εκείνην από του παραθύρου είδε γυναίκα, εν αγαλλιάσει κομίζουσαν από του φούρνου εν κυκλοτερεί σινίω τέσσαρα ωραία ψωμία των Χριστουγέννων. Τα ψωμία ανέδιδον θερμήν ευωδίαν, ήτις ζεσταίνουσα της γυναικός τας παρειάς είχε καταστήσει αυτάς ως χρυσοπόρφυρα μήλα.

Συνεκινήθη και η γραία και έκλαιεν.

Ήδη τα παιδία έξω είχον αρχίσει να τραγουδούν τα Χριστούγεννα.

Η γραία τότε εν ισχυρά και τελειωτική αποφάσει έλαβε το καλάθιον. Ετοποθέτησεν εντός μετά προσοχής το έλαιον εν δοχείω, τα κηρία και τα πυρεία. Έρριψε και τεμάχιον ξηρού άρτου, έλαβε και μάλλινόν τι χράμιον, ακόμη δε και τον μικρόν φανόν, διότι ενύκτωσε πλέον, και ανεχώρησε καληνυκτίσασα την κόρην της, ήτις ανελύθη πλέον εις λυγμούς, κουβαριασμένη ως ήτο εκεί εις την γωνίαν, άνευ πυράς εις την εστίαν και άνευ ελπίδος εις την καρδίαν.

Ω! αλλοίμονον εις τον άνθρωπον, ο οποίος δεν έχει ούτε πυράν εις την εστίαν του, ούτε ελπίδα εις την καρδίαν του

— 'Σαν είσαι 'νειρεμένη, τέτοια ώρα!

Τούτο μόνον εψιθύρισεν η κόρη.

***

Και αληθώς έμελλε πολλά να πάθη η θεια Μυγδαλίτσα.

Κατ' αρχάς ανέβαινε καλώς με τον φανόν της αναμμένον· Στρέφουσα ενίοτε οπίσω, ως διά να πάρη τον ανασασμόν της, έβλεπε τα φώτα της πολίχνης και τον λιμένα εμπρός. Είχε καλήν συντροφίαν. Έπειτα συνήντησεν αρκετούς γεωργούς ερχομένους διά την μεγάλην εορτήν εις την κώμην.

— Πού πας τέτοια ώρα, θεια Μυγδαλίτσα; της είπον.

— Κάτι άργησες, θεια Μυγδαλίτσα! προσέθηκαν άλλοι.

— Θα σε πιάσουν τα Σκαλικαντζούρια! της είπεν άλλος ποιμήν.

Η τελευταία αύτη παρατήρησις την εφόβισεν ολίγον.

Ήδη απέκλινε πλέον προς το όπισθεν του βουνού. Έχασε και πόλιν και λιμένα. Άνθρωπον δεν συνήντησε κανένα πλέον. Ευρίσκετο εις μίαν κρημνώδη φάραγγα, όπου δεν έβλεπεν ουρανόν από τα πυκνά δάση, και όπου τα παλαιά λιθόστρωτα, φθαρέντα εκ των βροχών, παρεκώλυον βήμα προς βήμα τον οδοιπόρον. Εσκέφθη να γυρίση οπίσω. Αλλά πάλιν «πώς ν' αφήση έτσι σβυστό τον Χριστό!» Άλλως ήτο άφοβος γυνή. Κατά τους χρόνους της επαναστάσεως πολλάκις από του Κάστρου, διασχίζουσα τα καταγώγια των κλεφτών, κατέβαινεν «εις τον κάμπο» προς συλλογήν του ελαιοκάρπου τώρα όμως δεν είχε να κάμη πλέον με ανθρώπους. Από του ενός μέρους της μαύρης φάραγγος υψούτο κρημνώδες βουνόν, όπου παραπλανηθείσαι από την ημέραν αίγες τίνες, εκύλιον ήδη ογκώδεις λίθους, οίτινες εν ταραχώδει ορυμαγδώ κατέπιπτον προς το αχανές ρεύμα, προξενούντες φρίκην και εις τον πλέον ατρόμητον νυκτοπεριπατητήν. Το δε φως του φαναρίου, προσπίπτον απαισίως επί των ξηρών κορμών των κεκαυμένων δρυών, έδιδεν αυτοίς όψιν δαιμονίων φαντασμάτων.

Και ήτο αληθώς η νυξ των Χριστουγέννων. Και η γραία ευρίσκετο ακριβώς εν τω ορμητηρίω εκείνω των φοβερών πνευμάτων, των Σκαλικαντζάρων, οι οποίοι συγκεντρούμενοι οικογενειακώς μετά γερόντων, ανδρών, γυναικών και παιδίων διεσπείροντο εν οργάνοις, χοροίς και τυμπάνοις εις τας οικίας της πολίχνης, καταλαμβάνοντες εν τη υψηλή κυριαρχία των τας καπνοδόχους.

Ήρχισε να ψιθυρίζη μέσα της το «Πιστεύω» και εξηκολούθει τον δρόμον της. Αλλ' εν τη δασώδει ταύτη φαράγγι εσχηματίζετο ρεύμα αέρος συριστικώτατον, όπερ κατ' αρχάς μεν ως αόριστός τις ήχος ηκούετο, είτα όμως συνδυαζόμενον προς τους από των αιγών κυλιομένους βράχους και τα νυκτερινά της γραίας παραπατήματα επί του χαλασμένου λιθοστρώτου, ηκούετο ως βοή παμποικίλων φωνών εξ ασμάτων, βιολιών, τυμπάνων και γελώτων πολυπληθούς ομίλου μετά μυστηριώδους πατάγου κατερχομένου την φάραγγα.

Όμως το «Πιστεύω» η γραία επαναλαμβάνουσα, επορεύετο την αγρίαν εκείνην φάραγγα. Αλλ' η φανταστική εναρμόνιος ιαχή εγίνετο επικρατεστέρα πλέον, και ακουσίως, εκ φοβέρας παραισθήσεως προαγομένη η θεια Μυγδαλίτσα, κατ' αρχάς μεν έπαυσε την προσευχήν και σιωπηλώς ερρύθμιζε το βήμα της προς τον τροχαϊκόν γοργόν ρυθμόν του σατανικού άσματος. Τάπα-τάπα-τάπα, μονοτόνως ηχούντος. Είτα δε — μερικά πράγματα πόσον είνε αλλόκοτα! — εξοικειώθη τόσον προς τον άγριον εκείνον ρυθμόν, ώστε αντί να έχη εις τον νουν της το «Πιστεύω», εμουρμούριζε το γνωστόν των Καλικαντζάρων άσμα, το οποίον τοσάκις εις την καλήν της εποχήν είχε διηγηθή εις το νήπιον παιδί της.

_Σκάλικος είμαι, Σκάλικος είσαι. Μη φοβάστε, βρε παιδιά! Τα τσαρούχια δέσε-λύσε, μας επήρε μυρουδιά η Γρηά, η Γρηά!

Ο παστός του χοίρου στάζει, σβύν' ανάβει τη φωτιά. Α! και πήρε να χαράζη, πιάστε την, μωρέ παιδιά, την Γρηά, τη Γρηά!

Πριν ο πετεινός λαλήση, α! να μπούμε ς' τα χωριά! Γέρω-Σκάλικο! να μας ζήση, σε καλό μας, βρε παιδιά, η Γρηά, η Γρηά!_

Μερικά πράγματα αληθώς είνε αλλόκοτα. Αν ήτο άλλος, βεβαίως θα παρεφρόνει. Τόσον ρίγος επροξένει η στιγμή αύτη, όπερ ηδύνατο να παγώση και την καρδίαν του ανθρώπου, εις τόσον θερμά του στήθους μέρη τρυπωμένην. Και μετά την νέκρωσιν της καρδίας επέρχεται η παραφροσύνη. Άλλοι λέγουσι το εναντίον, ότι νερουλιάζει το μυαλό· αλλά το ίδιο είνε . . .

Η θεια Μυγδαλίτσα όμως δεν έπαθε τίποτε, η πτωχή, θέλεις η άπειρος ευλάβεια, ην είχεν, εκτελούσα την αγαθήν ταύτην υπηρεσίαν, θέλεις η άλλη ιδέα, ην θερμήν εφύλαττεν εις τα βάθη του στήθους της περί του αναμενομένου «καπετάνιου της», παρείχον αύτη τόσην θέρμην και αφοβίαν ψυχικήν, ώστε αντέστη καθ' όλην την σκοτεινήν εκείνην της οδού διάβασιν, έως ου, αναβάσα εις τα υψώματα, διέκρινεν απ' εκεί τας ερυθρωπάς φλόγας της πυράς των ποιμένων, ήτις έφεγγε φαεινώς εις όλον του φρουρίου τον απότομον βράχον. Την στιγμήν εκείνην είδε τον φανόν της το παιδίον του ποιμένος· και μετ' ολίγον εισήρχετο εις το φρούριον η γραία, τρομάξασα, ως είδομεν, όπου δεν έπρεπε να τρομάξη. Αλλ' είπομεν ότι μερικά πράγματα είναι αλλόκοτα. Τώρα λέγομεν ότι πολλά είναι τοιαύτα.

— Η γρηά το Καράβι! επανελάμβανεν ο παις κρατών την λύραν του. Καλώς τηνε την Γρηά το Καράβι.

— Κακορράχεις! εμουρμούρισεν η γραία συνερχομένη εκ του τρόμου. Σκαλικαντζούρι του χωριού!

— Αμ πού είνε ο Παπάς, θεια Μυγδαλίτσα; ηρώτησεν ο είς ποιμήν, ανασκαλίζων την πυράν και χασμώμενος.

— Θα λειτουργήσ' η θεια Μυγδαλίτσα, προσέθηκεν ο Κουτσογεώργης, χασμώμενος και αυτός.

Αλλ' η θεια Μυγδαλίτσα, κάθιδρως εκ του επιπόνου και φοβισμένου δρόμου της, ούτε ήκουε τας αστειότητας των ποιμένων, αλλά πεσούσα σχεδόν επάνω εις την ανθρακιάν εθερμαίνετο.

— Μεσάνυχτα! Νά, μεσάνυχτα, διέκοψε τότε ο Κουτσογεώργης, μετά ώραν σιωπής καταβιβάσας την κουκούλαν της κάπας και θεωρών σοβαρώς τους αστερισμούς.

— Νά ο αστέρας! Νά ο μεσονύκτης! είπε και ο άλλος ποιμήν, παρακολουθών τον σύντροφόν του εις την πρακτικήν ταύτην αλλ' ακριβή αστρολογίαν.

Και τους είδες τότε εκεί τους σκαιούς αυτούς ποιμένας ν' αποκαλυφθώσιν ευλαβώς και να προσκυνώσιν επί τινας στιγμάς εν κατανύξει, γονατισμένοι, ως να παρίσταντο μυστηριωδώς εν τη εβραϊκή Βηθλεέμ εις την θείαν του Σωτήρος γέννησιν.

— Χριστούγεννα! Χριστούγεννα!

— Θεια Μυγδαλίτσα, άιντε ν' ανάψης τα κανδήλια και τα κηριά. Δεν έχουμε στάλα λάδι.

— Δεν έχουν τα λαδικά; ηρώτησεν η θεια Μυγδαλίτσα, ήτις εσυγυρίζετο πλέον να εισέλθη εις τον ναόν.

— Τώφαγαν τα ποντίκια, απήντησεν ο ποιμήν.

— Κακομοίριδες ανθρωπινοί ποντικοί!

— Τι εμείς; Νά, τα ποντίκια!

Μετ' ολίγας στιγμάς η έρημος εκκλησία του Χριστού έλαμπεν από τους αναφθέντας φανούς υπό της γραίας και τα τόσα κηρία. Το παιδίον καταληφθέν υπό εμφύτου τινός ενθουσιασμού εσώρευσεν επί της πυράς τόσα ξηρά φρύγανα, ώστε ανέλαμψεν όλον το έρημον Κάστρον με τους ηρειπωμένους τοίχους του, οίτινες έλαβον παντοίας ερυθρωπάς μορφάς φρουρούντων την ερημίαν εκείνην αψύχων φυλάκων· ανέλαμψε και το πέλαγος κελαινόν εις το βάθος κατά τας μεσονυκτίους εκείνας ώρας, ανέλαμψεν από το άλλο μέρος και η μαύρη πλευρά του βουνού. Ανέλαμψε και το Κανόνι της Αναγκιάς, ένας μαύρος όγκος επί της υψηλοτέρας άκρας του Κάστρου, έτοιμον θαρρείς να βροντήση διά την εορτήν και να κηρύξη την Γέννησιν του Χριστού προς της Χαλκιδικής το πέλαγος.

Τέλος ανέλαμψαν φαιδρώς και τα πρόσωπα των τεσσάρων τούτων μόνον προσκυνητών της πάλαι ζωηράς εκκλησίας, εφ' ων εζωγραφήθη ανεκλάλητος χαρά παγκοσμίου πανηγύρεως, ην, αφθόνως καιόμενον το θυμίαμα, ως νεφελώδης τις σκέπη, ανήγεν εις την ξυλίνην του ναού στέγην, και εκείθεν διά των χασμάδων έφερε προς το στερέωμα, εις τους θρόνους του θεανθρώπου. Την στιγμήν εκείνην και το λεπτόν απόγαιον εναρμονίως φυσών, λέγεις, απετέλει μυστικήν υμνωδίαν, ήτις εν τη θεσπεσία ταύτη ώρα προ του απλού των ποιμένων ομίλου και της φεγγοβολούσης εκκλησίας επανελάμβανε τους αγγελικούς ύμνους: «Δόξα εν Υψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία!»

Οι ποιμένες ασπασθέντες του Χριστού την Εικόνα εξήλθον πάλιν επαναλαμβάνοντες:

— Χριστούγεννα, παιδί μου, Χριστούγεννα! Ρίξε το ρίζι να γείνη ο τζουρβάς· και πάρε την λύρα σου να πης το τραγούδι· τροπάρια δεν ξέρουμε.

Το παιδίον πλήρες χαράς έρριψε το ρίζι εν τη χύτρα, αφού εξέβαλεν επί κυάθου τα εντόσθια και την κεφαλήν, μοσχοβολούντα ηδονικώς· έλαβε την λύραν του, έκαμε τον σταυρόν του, και ήρχισε το άσμα των Χριστουγέννων. Η γραία ήτο εν τη εκκλησία. Οι δύο ποιμένες ένθεν και ένθεν του παιδίου κουκουλωμένοι διά το ψύχος και στηριζόμενοι επί των ποιμενικών ράβδων άνω της ποθητής χύτρας ηκροώντο εν κατανυκτική χαρά του άσματος:

_Χριστούγεννα! Πρωτούγεννα! Πρώτη γιορτή του Χρόνου! Εβγάτε, ακούστε, μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται. Γεννιέται κι' αναθρέφεται 'ς το γάλα και 'ς το μέλι. Το γάλα τρων' οι Άρχοντες το μέλι οι αντρειωμένοι._

Ήτο γλυκύ κελάδημα το τραγούδι τούτο, όπερ το παιδίον με την οξυτάτην και παίζουσαν κατά τας αποθέσεις του μέλους φωνήν του ετόνισε τόσον από την καρδιά του, ώστε ηδυλάλως αντήχησαν τα εγγύς βουνά και ο πέραν πόντος. Έκλαυσαν δε οι δύο ποιμένες, όταν προς το άσμα των Χριστουγέννων τούτο εκόλλησεν ο παις και μίαν ηδυτάτην επωδόν, ταύτην.

_Ν' ασπρίσης 'σαν τον Όλυμπο, 'σάν τάσπρο περιστέρι, σαν το πουλάκι που κελαειδεί χειμώνα καλοκαίρι!_

Και επανέλαβε πάλιν τας γλυκυτάτας τελευταίας στροφάς επί της λύρας μόνον, η χονδρή κάπως αλλά περιπαθής φωνή της οποίας, φερομένη εδώ κ' εκεί υπό της μεσονυκτίου πνοής, είχεν εξεγείρει την ποίμνην, ήτις με ποικίλους ήδη τόνους από της γηραιάς αιγός μέχρι του μικρού αιγιδίου συνώδευσε τα τελευταία του άσματος απηχήματα, δι' ου ετραγουδήθησαν εις την ερημίαν εκείνην τόσον συγκινητικώς τα Χριστούγεννα.

Χριστούγεννα! Φαιδρά Χριστούγεννα! Εορτή του γάλακτος και του μέλιτος! Εορτή της γλυκείας και αθώας παιδικής ηλικίας! Πόσον με συγκινείς ακόμη με τας ωραίας αυτάς αναμνήσεις σου, παιγνίδια τερπνά οιχομένων ες αεί παιδικών χρόνων!

***

Η θεια Μυγδαλίτσα είχεν απομείνη εν τω ναώ προσευχομένη γονυκλιτώς προ της εικόνος του Χριστού, ότε έφθασεν εις τα ώτα της το άσμα εκείνο των Χριστουγέννων, πληρώσαν τον ναόν όλον με τα περιπαθή εκείνα τσακίσματά του, γνωστά μόνον εις τους ποιμενικούς παίδας, οίτινες ελεύθεροι, υπό τας πυκνοφύλλους θολίας των δασών, ή επί του υψηλού παρά την θάλασσαν βράχου, ενώπιον του αφώνου δάσους, ή ενώπιον του ατέρμονος πόντου, διδάσκονται μόνοι των όλας τας τελειότητας της φωνητικής αρμονίας.

Είχε πολλά έτη να το ακούση τόσον ωραίον και τόσον συγκινητικόν. Εις το χωρίον δεν τα τραγουδούν καλά. Ο υιός της, όστις μόνος, ως έλεγεν υπερηφανευομένη, το ετραγώδει, ευρίσκετο εις την ξενιτείαν, αλειτούργητος και ακοινώνητος ίσως! Εβυθίσθη λοιπόν εις μίαν έκστασιν, ως ήτο εκεί γονυκλιτής προ της Αγίας Εικόνος. Της ήλθεν, ως έλεγεν έπειτα, ως τις ύπνος, βαρύς, πλην ηδύς ύπνος. Και ως ήτο γονατισμένη, εκάθησεν, έκλινε την κεφαλήν της προς τα γόνατά της και απεκοιμήθη. Και εν ώ έξω οι ποιμένες εν πασχαλινή ανυπομονησία έστρωνον ευφροσύνως μοσχοβολούσαν την τράπεζαν, και εστρώνοντο εγγύς και αυτοί, η θεια Μυγδαλίτσα εντός του ναού ωνειρεύετο.

Της εφάνη τάχα ότι ήτο κάτω εις έν εύμορφον παράλιον με πλατείαν αμμώδη και ως να εθεώρει προ αυτής απέραντον την θάλασσαν, ατάραχον ως εξ' ελαίου. Αλλ' εκεί που έβλεπε, της εφάνη ότι δεν ήτο θάλασσα τάχα, αλλά καθρέπτης, ένας ολόλαμπρος γυαλιστερός καθρέπτης, και βλέπουσα εν αυτώ, αντί να ίδη τάχα το πρόσωπόν της, έβλεπε το πρόσωπον του υιού της, εν ωραία ανδρική όψει μειδιώντος και θέλοντος να την ασπασθή. Ω λογισμοί έκφρονες της πολύ αγαπώσης μητρός!

Και ενώ η γραία εκστατικώς και απορούσα ίστατο εκεί προ του καθρέπτου, μη χορταίνουσα να βλέπη την αχόρταστον εκείνην μορφήν, ηκούσθησαν αι χαρμόσυνοι φωναί των ποιμένων έξω, οίτινες τόσον εύμορφα προ της πυράς εγευμάτιζον, και είτα η φωνή του παιδός, όστις έκραξεν αναζητών:

— Καλή χρονιά, θεια Μυγδαλίτσα. Έλα να φάμε, να σου πούμε και για το καράβι.

Η τελευταία αύτη φωνή διέκοψε της θειας Μυγδαλίτσας το ευφρόσυνον όνειρον· και εκεί που ηθέλησε ν' ασπασθή τάχα την εν τω καθρέπτη του υιού της εικόνα, ευρέθη έχουσα τα χείλη σεπτώς προσκολλημένα επί του εν τη Εικόνι της εκκλησίας ζωγραφιστού μικρού Παιδίου, του γεννηθέντος Ιησού, προ του οποίου γονατισμένη είχεν ιδή το όνειρον.

— Έλα, θεια Μυγδαλίτσα, επανέλαβε πάλιν ο παις. Έλα να σου πούμε για το καράβι. Πάει 'ς τη χώρα.

— Ποιο καράβι; εξήλθεν αποτόμως από του ναού και φωνάζουσα ανησύχως η γραία.

— Τι; Δεν το είδες;

— Ποιο καράβι; Μη με γελάτε τέτοια μέρα!

— Έτσι να ιδούμε καλό, είπεν έπειτα ο Κουτσογεώγης. Κάτσε να φάμε τώρα.

— Ποιο καράβι; Επανελάμβανε πάλιν η γραία.

— Νά, πέρασε νωρίς ένα καράβι. Εθάρρει πως είνε αυτό το χωριό. Αλλά το παιδί τους είπε πως είνε τώρα από κάτω η χώρα. Του έδωσαν και ένα τάλλαρο.

— Νά το, είπεν ο παις, επιδείξας το δολλάριον.

— Και 'πήγε ς' τη χώρα; ηρώτα ανυπομόνως η θεια Μυγδαλίτσα. Είνε ο γυιος μου! Είνε του γυιου μου το καράβι!

Διώρθωσε τον φανόν της και τον ήναψεν. Ησπάσθη τας Εικόνας, απεχαιρέτισε τους ποιμένας και ανεχώρησε.

— Να σου πω, έτσι νάχωμε καλά Χριστούγεννα, είπον οι ποιμένες, μπορεί νάναι αλήθεια. Αυτό το καράβι για να νομίζη πως εδώ είνε η χώρα για να δώση ς' το παιδί ένα τάλλαρο ολάκερο, κάτι τρέχει.

— Θεια Μυγδαλίτσα! εφώνησεν ο παις προς την ταχέως φεύγουσαν γραίαν, υψών την φωνήν του, διά να ακουσθή. Σαν είνε αλήθεια, να με φωνάξης να τραγουδήσω τα Χριστούγεννα.

— Ελάλησε τώρα και ο πετεινός, είπεν ο έτερος των ποιμένων, και δεν φοβάται από Σκαλικαντζούρια. Τι γυναίκα αυτή η χριστιανή!

***

Την στιγμήν καθ' ην η θεια Μυγδαλίτσα, εγκαταλιπούσα τους ποιμένας, ανεχώρει διά την κωμόπολιν, από την κρυφήν μεγάλην ελπίδα της μη συλλογιζομένη ούτε τον νυκτερινών πόνον της οδού, διότι ήτο ακούραστος και υπομονητική γραία, ούτε των πειρακτικών πνευμάτων τας παγίδας, διότι, αφού ελάλησεν ο πετεινός, οι σκαλικατζάροι απεσύροντο εις τας οπάς των εντός των κούφιων κορμών και των βράχων, την στιγμήν εκείνην εσήμαινον εν τη μεσημβρινή της νήσου πολίχνη οι κώδωνες των ναών, διά την χαρμόσυνον ακολουθίαν των Χριστουγέννων. Ο καιρός ήτο ωραίος και κόσμος πολύς συνέρρεεν εις την Εκκλησίαν. Αλλ' η κόρη της θειας Μυγδαλίτσας, η ωραία Μαργαρώ — ούτως ωνομάζετο — ησθάνθη τότε βαρύ παράπονον εις την καρδίαν, όπερ της έφερε και δάκρυα. Από το βράδυ που ανεχώρησεν η μητέρα της, έμεινεν ως ήτο εκεί εις την γωνίαν, νηστική και κλαίουσα. Εσυλλογίζετο την μεγάλην ημέραν, τα ωραία Χριστούγεννα. Εσυλλογίζετο την πενίαν των την αφόρητον. Εσυλλογίζετο την χαράν του κόσμου — ω! αυτό δεν το εσυλλογίζετο! το ήκουεν έως εις τα μεσάνυκτα, ήχουν ως άσμα, ως εναρμόνιον μουσικήν, λαλούσαν εις τας οικίας όλας των Χριστιανών· το έβλεπε σχεδόν, από την ανοικτήν θυρίδα της, θεωρούσα το πολύ φως της απέναντι γειτονικής οικίας. Την επήρε λοιπόν το παράπονον και έκλαιε και με τα κλαύματα απεκοιμήθη.

Και εκεί μετά ώραν ακούει εις τον ύπνον της φωνάς και γέλωτας: Καλή χρονιά! Καλή χρονιά! Είχεν απολύσει η λειτουργία και μετέβαινεν ο κόσμος από τον ναόν εις τους οίκους με χαράν και αγαλλίασιν.

Αφυπνίσθη η Μαργαρώ και ακουσίως εστάθη και ήκουεν αφηρημένη τους γινομένους έξω διαλόγους των ανθρώπων, οίτινες με βήματα προσεκτικά κατέβαινον την λιθοστρωμένην οδόν.

— Είδατε λοιπόν, έλεγε μία φωνή χονδρή, ομοιάζουσα προς την φωνήν του ιερέως, αργώς και μετά προσοχής λαλούντος. Όποιος ελπίζει εις τον Θεόν, δεν χάνει ποτέ. Ακούτε σεις, ν' αρθή το παιδί της και ν' αρθή με καράβι καπετάνιος, όπως το εφαντάζετο!

— Δεν το είδεν ακόμη, παπά, διέκοψε φωνή άλλη ναυτική. Είνε, παγαιμένη 'ς το Κάστρο. Έπειτα το καράβι τώρα δα άραξε. Δεν βγήκαν ακόμη έξω. Νά, τώρα που χάραξε θα βγουν.

Η Μαργαρώ ακούσασα αυτήν την διάλεξιν έπαθεν εκ της συγκινήσεώς της μυστηριώδη τινά παρακώλυσαν νευρικήν στιγμιαίαν. Δεν ηδύνατο να φωνάξη, δεν ηδύνατο να σηκωθή. Και οι λαλούντες έξω, απεμακρύνοντο.

Δεν επέρασε διόλου από τον νουν της ότι έσκωπτον αυτοί οι άνθρωποι τοιαύτην ώραν και τοιαύτην ημέραν. Άλλως διέκρινε καλώς την φωνήν του ιερέως, του ενορίτου των, όστις τόσας λειτουργίας και τόσους αγιασμούς είχε τελέσει εις ευχήν της θείας Μυγδαλίτσας.

Έκαμνε να σηκωθή, έκαμνε να φωνάξη· κάτι τι μέσα εις το στήθος της ανέβαινεν έως εις τον λαιμόν, ως να ήθελε να την πνίξη.

Κ' ενώ ηγωνία τοιουτοτρόπως, κρότημα βαρύ εκρότησεν εις το παράθυρον της οικίας· τούτο, ως να είχε χείρας, την έσυρε προς τα επάνω και έσπευσε τρικλίζουσα προς το παράθυρον.

— Τ' είνε, θα 'πώ; εφώνησε.

— Καλώς τα δεχθήκατε! Ήλθεν ο αδελφός σου με ένα καράβι. Ηκούσθη φωνή γηραιά, του γέροντος κλητήρος της Δημαρχίας, όστις ησθάνετο μικράν τινα συμπάθειαν προς την θεια Μυγδαλίτσα, διότι οσάκις άνοιγε το ολίγον κρασί, τον εκερνούσε δυο-τρεις φοραίς τον γέροντα, συμπαθούσα.