Part 7
19. Κι αφού εσυμφώνησαν αυτά, μπήκανε πάλι μέσα. Ο Άστυλος όμως προσπέφτοντας του πατέρα του, όταν τον πέτυχεν ήσυχο, ζητάει το Δάφνη να τον πάη στην πολιτεία επειδή ήταν όμορφος και δεν του άξιζε να ζη στην εξοχή κ' επειδή μπορούσε να μάθη από το Γνάθωνα και της πολιτείας τα πράγματα· με χαρά του@ παραδέχεται ο πατέρας· κι αφού έστειλε κ' εφώναξε το Λάμωνα και τη Μυρτάλη τους έλεγε την καλήν είδηση, ότι απ' εδώ και πέρα θα περιποιέται ο Δάφνης τον Άστυλο αντί τα γίδια και τους τράγους· και τους έταζε ότι αντί για το Δάφνη θα τους δώση δυο γιδάρηδες. Τότε ο Λάμωνας, ενώ είχαν όλοι πια μαζευτή και χαίρονταν ότι θάχουνε μαζί τους δούλο όμορφο, αφού ζήτησε την άδεια να μιλήση, άρχισε να λέη:
— Άκουσε, αφέντη, από άνθρωπο γέρο λόγο αληθινό. Και πιάνω όρκο στον Πάνα και στις Νύμφες, πως δε θα ειπώ καθόλου ψέματα. Δεν είμαι ο πατέρας του Δάφνη, μήτε η Μυρτάλη είχε την τύχη να γίνη μητέρα· άλλοι γονιοί το παραπέταξαν το παιδί αυτό, ίσως επειδή είχανε παιδιά μεγαλύτερα αρκετά· κ' εγώ το βρήκα παραπεταμένο και το ανάθρεφε γίδα δική μου, που και την έθαψα, άμα πέθανε, στο περιβόλι, αγαπώντας τη επειδή εφέρθηκε σαν μητέρα. Βρήκα και σημάδια παραρριγμένα μαζί του. Το βεβαιόνω, αφέντη, και τα φυλάω, επειδή είναι σημάδια πως έχει τύχη καλύτερη απ' τη δική μας. Να είναι λοιπόν σκλάβος του Άστυλου δε μου κακοφαίνεται· όμορφος δούλος όμορφου και καλού αφέντη· μα δε μπορώ να υποφέρω να γίνη ξεντρόπιασμα του Γνάθωνα, που βιάζεται να τον πάη στη Μιτυλήνη για να τον έχη σαν γυναίκα.
20. Ο Λάμωνας, αφού είπεν αυτά, εσώπασε κ' έχυσε πολλά δάκρυα, Κ' επειδή ο Γνάθωνας αναγριώνονταν κ' εφοβέριζε πως θα τόνε δείρη, ο Διονυσιοφάνης σαστισμένος από όσα άκουσε, επρόσταξε το Γνάθωνα να σωπαίνη αγριοκοιτάζοντάς τονε με ζαρωμένα φρύδια, και ερωτούσε πάλι το Λάμωνα και τον εδιάταζε να λέη την αλήθεια χωρίς να φτιάνη παραμύθια για να τον κρατάη σαν γιο του. Μα σαν επίμενε εκείνος κι ορκιζότανε σ' όλους τους θεούς και παραδινότανε να τον τυραγνούν ανίσως και βγη ψεύτης, άμα εκάθισε κ' η Κλεαρίστη εξέταζαν τα όσα ειπώθηκαν.
— Και γιατί θάλεγε ψέματα ο Λάμωνας, αφού μπορούσε να πάρη δυο γιδάρηδες αντί για ένα; και πώς μπορούσε να τα φτιάση αυτά ένας χωριάτης; Και δεν ήταν απίστευτο από τέτοιο γέρο κι από μητέρα πρόστυχη να γεννηθή γιος όμορφος;
21. Αποφάσισαν λοιπόν να μη σκοτίζουνται περισσότερο, παρά να εξετάζουν τα σημάδια, αν έδειχναν τρανή και καλύτερη τύχη. Πήγε η Μυρτάλη να τα φέρη όλα, που ήτανε φυλαγμένα σ' ένα παλιό ταγάρι· κι άμα τάφερε πρώτος ο Διονυσιοφάνης τάβλεπε· κι όταν είδε πανωφοράκι κόκκινο, θηλυκωτήρι ολόχρυσο, σπαθάκι με χέρι φιλντισένιο, αφού εφώναξε δυνατά «ω αφέντη Δία!», κράζει τη γυναίκα του για να τα ιδή· κ' εκείνη άμα τα είδε φωνάζει κι αυτή:
— Αγαπημένες μοίρες! δεν τα βάλαμ' εμείς αυτά κοντά στο ίδιο το παιδί μας και δε στείλαμε τη Σωφροσύνη να τα φέρη σε τούτα τα χωράφια; βέβαια, δεν είναι άλλα, παρά τα ίδια, αγαπημένε μου άντρα· δικό μας είναι το παιδί· γιός σου είναι ο Δάφνης κ' έβοσκε τα πατρικά του γίδια.
22. Κ' ενώ ακόμη αυτή έλεγε κι ο Διονυσιαφάνης εφιλούσε τα σημάδια κ' έκλαιγε από περίσσα χαρά, ο Άστυλος ακούγοντας ότι είναι αδελφός του, αφού επέταξε το πανωφόρι του, έτρεχε κατά το περιβόλι θέλοντας να φιλήση πρώτος το Δάφνη· Και σαν τον είδε ο Δάφνης να τρέχη με πολλούς και να φωνάζη, νομίζοντας ότι έτρεχε επειδή ήθελε να τον πιάση, αφού επέταξε χάμω το ταγάρι και το σουραύλι έφευγε κατά τη θάλασσα για να γκρεμιστή από το μεγάλο βράχο. Και ίσως — το πιο παράξενο — θα χανότανε ο Δάφνης μόλις εβρέθηκε, αν δεν εστοχαζόταν ο Άστυλος να ξαναφωνάξη:
— Στάσου, Δάφνη, και μη φοβηθής καθόλου· είμαι αδερφός σου και γονιοί σου οι ως τα τώρα αφέντες σου· τώρα δα ο Λάμωνας μας είπε για τη γίδα και μας έδειξε τα σημάδια· και γυρίζοντας πίσω κοίταξε πώς τρέχουνε χαρούμενοι και με γέλοια· μα φίλησε πρώτα εμένα· σ' ορκίζομαι στις Νύμφες πως δε σου λέω ψέματα.
Μόλις ύστερ' από τον όρκο εστάθηκε και πρόσμεινε τον Άστυλο, που έτρεχε· κι όταν εσίμωσε τον εγλυκοφίλησε. Κ' εκεί που φιλούσε εκείνονε, φτάνει τρεχάλα ο άλλος κόσμος, δούλοι, δούλες, ο ίδιος ο πατέρας, η μητέρα μαζί του. Όλοι αυτοί τον αγκάλιαζαν, τον εγλυκοφιλούσανε χαρούμενοι, κλαίγοντας. Κ' εκείνος τον πατέρα και την μητέρα πρώτ' από τους άλλους αγκάλιαζε και σαν να τους εγνώριζε από καιρό τους έσφιγγε στα στήθεια του και δεν ήθελε να βγη από την αγκαλιά τους. Έτσι γλήγορα η φύση γεννάει την εμπιστοσύνη. Παρολίγο να λησμονήση και τη Χλόη. Κι αφού πήγε στο εξοχικό, εφόρεσε πλούσια φορέματα κι όταν εκάθισε κοντά στον πατέρα του, τον άκουγε που έλεγε τέτοια:
24. — Παντρεύτηκα, παιδιά μου, πολύ νέος κι όταν επέρασε λίγος καιρός είχα γίνει πατέρας ευτυχισμένος, καθώς ενόμιζα. Επειδή είχα κάμει πρώτον ένα γιο, δεύτερη μια θυγατέρα και τρίτο τον Άστυλο, εθαρρούσα πως ήτανε αρκετή η γεννιά· κι άμα γεννήθηκε ύστερ' απ' αυτά το παιδί τούτο, το πέταξα, βάζοντας μαζί του τα πράγματα αυτά, όχι για σημάδια παρά για νεκρικά. Μα άλλα της τύχης τα γραμμένα. Επειδή το μεγαλύτερο παιδί κ' η θυγατέρα επέθαναν από την ίδια αρρώστια την ίδια ημέρα. Μα εσύ μου εγλύτωσες με την έγνοια των θεών για νάχουμε περισσότερους γεροκόμους. Μήτε λοιπόν εσύ να μου φυλάξης ποτέ πάθος για το πέταμα, επειδή δεν το αποφάσισα θέλοντας, μήτε κ' εσύ Άστυλε να λυπηθής, ότι θα πάρης ένα μερίδιο αντί για όλη την περιουσία. Μα ν' αγαπάτε ο ένας τον άλλο κι όσο για πλούτη και με βασιλιάδες παραβγαίνετε. Θα σας αφίσω πολλά χτήματα και πολλούς άξιους δούλους· χρυσάφι· ασήμι· κι όσα άλλα πράματα έχουν οι πλούσιοι. Μόνο δίνω ξέχωρα στο Δάφνη το μέρος τούτο και το Δάμωνα και τη Μυρτάλη και τα γίδια που τάβοσκε ο ίδιος.
25. Ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, ο Δάφνης, αφού επετάχθηκε επάνω, είπε:
— Καλά που μου τα θύμισες, πατέρα· πάω να ποτίσω τα γίδια, που βέβαια διψασμένα τώρα προσμένουν το σουραύλι μου κ' εγώ κάθουμαι εδώ χάμω.
Όλοι εγλυκογέλασαν, επειδή, αν κ' είχε γίνει αφέντης, ήθελε να είναι ακόμη γιδάρης· κ' έστειλαν κάποιον άλλονε να φροντίση για κείνα. Κι αφού εκάμανε θυσία στο σωτήρα Δία, ετοίμαζαν το τραπέζι. Στο τραπέζι αυτό μονάχα ο Γνάθωνας δεν ήλθε, παρά με φόβο έμεινε στο ναό του Διόνυσου και τη μέρα και τη νύχτα σαν παρακαλεστής. Κι όταν όλοι έμαθαν γλήγορα, ότι ο Διονυσιοφάνης βρήκε γιο κι ο Δάφνης ο γιδάρης βρέθηκε αφέντης των γιδιών, έτρεχαν όλοι με τα χαράματα από κάθε μεριά για να χαρούνε μαζί με το παλληκαράκι και φέρνοντας στον πατέρα του χαρίσματα· και πρώτος απ' όλους ο Δρύαντας που ανάθρεφε τη Χλόη.
26. Ο Διονυσιοφάνης τους κρατούσεν όλους να καθίσουν ύστερ' από τη χαρά και στη γιορτή· κ' είχεν ετοιμαστή πολύ κρασί, πολλά ψωμιά, πουλιά του βάλτου, γουρουνάκια γαλατερά, γλυκίσματα λογιών-λογιών· κ' εθυσιάζονταν πολλά σφαχτά στους θεούς τους προστάτες του τόπου. Τότε ο Δάφνης αφού μάζεψε όλα τα τσοπάνικα πράματά του, τα εμοίραζε σαν τάματα στους θεούς· στο Διόνυσο αφιέρωσε το ταγάρι και το τομάρι· στον Πάνα το σουραύλι και το παγιαύλι· στις Νύμφες την αγκλίτσα και τα καρδάρια, που τάχε φτιάσει ο ίδιος. Μα τα γνώριμα ήτανε τόσο πιο γλυκά από την ασυνήθιστη ευτυχία, που έκλαιγε, όταν εχωριζότανε καθέν' απ' αυτά· και μήτε τα καρδάρια τα εκρέμασε προτού ν' αρμέξη, μήτε το τομάρι προτού να το φορέση, μήτε το σουραύλι προτού να το παίξη, μα τα εφίλησε όλα αυτά κ' εχαιρέτισε τα γίδια κ' εφώναξε τους τράγους με τ' όνομά τους. Κι απ' την πηγή ακόμη έπιε, επειδή πολλές φορές είχε πιεί και με τη Χλόη. Δε φανέρωνεν όμως ακόμη τον έρωτά του, ζητώντας ευκαιρία γι' αυτό.
27. Κ' ενώ ο Δάφνης έκανε θυσίες, συνέβηκαν τούτα στη Χλόη: καθότανε κλαίγοντας, βόσκοντας τα πρόβατα και καθώς ήτανε φυσικό λέγοντας:
— Μ' ελησμόνησε ο Δάφνης· ονειρεύεται γάμους πλούσιους· γιατί τον έβανα να ορκιστή στα γίδια αντί στις Νύμφες; Τάφησε κι αυτά σαν τη Χλόη· μήτε ενώ θυσιάζει στον Πάνα και στις Νύμφες επιθύμησε να ιδή τη Χλόη· βρήκεν ίσως κοντά στη μάννα του δούλες καλύτερες από μένα· ας είναι καλά· μα εγώ δε θα ζήσω.
28. Κ' εκεί που έλεγε τέτοια, κ' εστοχαζότανε τέτοια, ο Λάμπης ο γελαδάρης, αφού ήλθε άξαφνα μ' άλλους ζευγολάτες, την άρπαξε για να μη την παντρευτή πια ο Δάφνης και να προτιμήση εκείνον ο Δρύαντας. Αυτή λοιπόν την έπαιρναν φωνάζοντας λυπητερά· μα κάποιος που τα είδε τα εμήνυσε στη Νάπη κ' εκείνη στο Δρύαντα κι ο Δρύαντας στο Δάφνη. Κι αυτός αφού γίνηκε έξωφρενών, δεν κοτούσε να το ειπή στον πατέρα· κ' επειδή δε μπορούσε να το υποφέρη, σαν μπήκε στον κήπο, εθρηνολογούσε, λέγοντας:
— Ω σκληρό βρέσιμο! πόσο καλύτερο μου ήτανε να βόσκω! πόσο πιο καλότυχος ήμουνα όντας δούλος! τότε έβλεπα τη Χλόη· μα τώρα ο Λάμπης, αφού μου την άρπαξε, φεύγει· κι άμα νυχτώση θα κοιμηθή μαζί της· κ' εγώ πίνω και διασκεδάζω και του κάκου ορκίστηκα στον Πάνα και στα γίδια και στις Νύμφες.
29. Ενώ έλεγεν αυτά ο Δάφνης, τάκουσε ο Γνάθωνας που ήτανε κρυμμένος στον κήπο· και θαρρώντας πως ήλθεν η ευκαιρία να τα φτιάξη με το Δάφνη, αφού πήρε μερικά από τα κοπέλια του Άστυλου, τρέχει και προφτάνει το Δρύαντα· και σαν τον επρόσταξε να τους δείχνη το δρόμο για το εξοχικό του Λάμπη, έτρεχε γλήγορα. Κι όταν τον επρόφτασε που μόλις έμπαζε τη Χλόη, κι αυτή την παίρνει και τους άλλους χωριάτες τους ετσάκισε στο ξύλο· ύστερα ήθελε να τόνε σέρνη δεμένο καθώς σκλάβο από κανένα πόλεμο· και θα τον έσερνε, αν δεν επρόφταινε να λακίση. Αφού κατώρθωσε τόσο μεγάλη δουλειά, εγύρισε ό,τι άρχιζε να νυχτώνη, και βρίσκει το Διονυσιοφάνη να κοιμάται, μα το Δάφνη ναγρυπνάη και να κλαίη ακόμη στον κήπο· του φέρνει λοιπόν εμπρός του τη Χλόη και δίνοντάς του τη όλα του τα διηγιέται· και τον παρακαλάει να μη του κρατάη πια κάκια και να τον έχη όχι αδιαφόρετο δούλο μήτε να τόνε βγάζη από το τραπέζι, επειδή θα πεθάνη από την πείνα. Κι ο Δάφνης άμα είδε τη Χλόη και την εκρατούσε στα χέρια του, και με το Γνάθωνα, καθώς μ' ευεργέτη του, εφιλιονότανε και σ' εκείνη εδικιολογότανε για την αδιαφορία του.
30. Κ' ύστερ' από σκέψη εβρίσκανε σωστό να μη λένε τίποτε για το γάμο τους παρά νάχη κρυφά τη Χλόη και μονάχα στη μητέρα του να εξομολογηθή τον έρωτά τους· μα δεν το παραδεχότανε ο Δρύαντας παρά ήθελε να το ειπή του πατέρα του και τους εβεβαίονε πως αυτός θα τον καταφέρη. Κι άμα εξημέρωσε, έχοντας τα σημάδια στο ταγάρι, επήγε στο Διονυσιοφάνη και στην Κλεαρίστη, που εκαθόντανε στον κήπο· κ' ήταν εκεί κι ο Άστυλος κι ο ίδιος ο Δάφνης. Κι όταν εσώπασαν, άρχισε να λέη:
— Η ίδια αιτία με τα Λάμωνα με αναγκάζει να φανερώσω ό,τι ήτανε μυστικό ως τα τώρα. Τη Χλόη τούτη μήτε την έκαμα, μήτε την ανάθρεψα, παρά την εγέννησαν άλλοι· κι αφισμένη μέσα σε σπηλιά Νυμφών την ανάθρεψε μια προβατίνα. Το είδα ο ίδιος· κι όταν το είδα εθαύμασα· κι αφού εθαύμασα την ανάθρεψα· το μολογάει κ' η ομορφιά της, επειδή δε μας μοιάζει καθόλου· το μολογάνε και τα σημάδια, επειδή είναι τόσο πλούσια, που δε μπορεί να τάχη ένας βοσκός. Ιδέτε τα και ζητήστε τους συγγενήδες της κόρης, ανίσως και δειχτή ποτέ πως ταιριάζει για γυναίκα του Δάφνη.
31. Αυτό μήτε ο Δρύαντας το είπε στο βρόντο, μήτε ο Διονυσιοφάνης τάκουσε μ' αδιαφορία, παρά αφού εκοίταξε το Δάφνη και τον είδε να χάνη το χρώμα του και να κρυφαναδακρυώνη, γλήγορα εκατάλαβε τον έρωτά του. Κ' επειδή εφοβήθηκε περισσότερο για το δικό του το παιδί παρά για κόρη ξένη, εξέταζε με μεγάλη προσοχή τα λόγια του Δρύαντα· κι όταν είδε και τα σημάδια, που του παρουσίασε, τα ολόχρυσα ποδήματα, τα βρακάκια, τη φασκιά, αφού εφώναξε τη Χλόη της έλεγε να κάνη καρδιά, επειδή έχει πια άντρα και γλήγορα θα βρη και τον πατέρα της και τη μητέρα της. Κι η Κλεαρίστη αφού πήρε μαζί της τη Χλόη, την εστόλιζε σαν γυναίκα πια του γιου της. Μα το Δάφνη παίρνοντάς τον κατά μέρος ο Διονυσιοφάνης μονάχο, τον ερωτούσε αν είναι παρθένα. Κι άμα εκείνος ορκιζότανε ότι δεν είχε γίνει τίποτε περισσότερο από το φιλί και τους όρκους, αφού χάρηκε για τον όρκο, τους εκάθιζε στο τραπέζι.
32. Τότε λοιπόν μπορέσανε να ιδούν ποια είναι η ομορφιά, όταν στολιστή. Επειδή αφού ντύθηκε η Χλόη κ' έδεσε τα μαλλιά της επάνω κ' έπλυνε το πρόσωπό της, τόσο ομορφότερη εφάνηκε σ' όλους, που κι ο Δάφνης μόλις την εγνώρισε. Μπορούσε να ορκιστή κανένας και χωρίς τα σημάδια, ότι τέτοιας κόρης δεν ήτανε πατέρας ο Δρύαντας. Μα κι αυτός ήταν εκεί κ' έτρωγε μαζί με τη Νάπη, έχοντας παρέα σε ξεχωριστό τραπέζι το Λάμωνα και τη Μυρτάλη. Πάλι λοιπόν τις ακόλουθες ημέρες θυσιαζόντανε σφαχτά κ' έδιναν τραπέζια, κ' εκρεμούσε κ' η Χλόη τάματα τα δικά της: το σουραύλι, το ταγάρι, το τομάρι, τα καρδάρια· έχυσε και κρασί στην πηγή, που ήτανε στη σπηλιά, επειδή κι αναθράφηκε κοντά της και πολλές φορές ελούστηκε μέσα σ' αυτή· έβαλε στεφάνια και στον τάφο της προβατίνας, που της τον έδειξε ο Δρύαντας· κ' έπαιξε κι αυτή κάτι με το σουραύλι στο κοπάδι και παρακάλεσε τις θεές, αφού και για τιμή τους έπαιζε το σουραύλι, να βρη εκείνους που την παραπέταξαν άξιους για το γάμο της με το Δάφνη.
33. Όταν εγίνηκαν αρκετές οι γιορτές στην εξοχή, αποφασίσανε να γυρίζουνε στην πολιτεία, και για ν' αναζητήσουν της Χλόης τους γονιούς και για να μην αργοπορούν πια για τους γάμους τους. Αφού λοιπόν ετοίμαζαν με το γλυκοχάραμα τα πράματά τους, εδώκανε στο Δρύαντα άλλες τρεις χιλιάδες και στο Λάμωνα τα μισά χτήματα να τα θερίζη και να τα τρυγάη για λογαριασμό του και τα γίδια με τους γιδάρηδες και τέσσερα ζευγάρια βόιδια και ρούχα χειμωνιάτικα και τη γυναίκα του ελεύθερη. Κ' ύστερ' απ' αυτό επήγαιναν για τη Μιτυλήνη μ' άλογα και αμάξια και με χαρά μεγάλη. Τότες λοιπόν δεν τους ένοιωσαν οι χωραΐτες, επειδή εφτάσανε νύχτα· μα την άλλη μέρα εμαζεύτηκε στο σπίτι του, κόσμος από άντρες και γυναίκες. Οι άντρες εχαιρόντανε μαζί με το Διονυσιοφάνη που βρήκε το παιδί του και περισσότερο σαν έβλεπαν την ομορφιά του Δάφνη· οι γυναίκες εχαιρόντανε μαζί με την Κλεαρίστη που έφερνε μονομιάς και γιο και νύφη· επειδή τις εθάμπωσε κ' εκείνες της Χλόης η ομορφιά, που δε μπορούσε να βρεθή σ' άλλη. Με λίγα λόγια όλ' η πολιτεία επήγαινε να ιδή το παλληκάρι και την κοπέλα κ' εκαλοτύχιζαν από τα τώρα το γάμο. Κ' ευχόντανε να βρεθή κ' η γενιά της κόρης όμοια με την ομορφιά της· και γυναίκες πολλές από τις πολύ πλούσιες παρακαλούσανε τους θεούς ν' αποδειχτούν αυτές μητέρες τόσο όμορφης θυγατέρας.
34. Μα ο Διονυσιοφάνης, αφού ύστερ' από μεγάλη σκέψη βυθίστηκε σ' ύπνο βαθύ, τέτοιο όνειρο, είδε. Του φάνηκε πως οι Νύμφες παρακαλούσανε τον έρωτα να στρέξη πια το γάμο τους· και πως εκείνος, αφού ελασκάρισε το δοξάρι του και το απίθωσε κοντά στη σαϊτοθήκη, επρόσταξε το Διονυσιοφάνη να κάνη τραπέζι σ' όλους τους πρώτους της Μιτυλήνης κι όταν γεμίση το τελευταίο ποτήρι, τότε να δείχνη σε πάσαν ένα τα σημάδια. Κ' ύστερα να τραγουδούν το τραγούδι του γάμου. Αφού είδε κι άκουσε αυτά, σηκώνεται χάραμα· κι άμα επρόσταξε να ετοιμαστή πλούσιο τραπέζι από ό,τι βγάνει η γις, η θάλασσα κ' οι λίμνες και τα ποτάμια, εκαλούσε όλους τους Μιτυληνιούς αρχόντους. Κι όταν πια ήτανε νύχτα κ' είχε γεμιστή το κροντήρι, που κάνουνε με δαύτο σπονδές στον Ερμή, ένας δούλος φέρνει μέσα σε δίσκο ασημένιο τα σημάδια· κι αρχίζοντας από δεξιά τάδειχνε σ' όλους.
35. Από τους άλλους λοιπόν κανένας δεν τα εγνώρισε· μα κάποιος Μεγακλής, που για τα γερατιά του ήτανε στην άκρη του τραπεζιού, καθώς τα είδε, τα γνώρισε και παραπολύ δυνατά εφώναξε:
— Τι είν' αυτά, που βλέπω; τι μου γίνηκες κοριτσάκι μου; τάχατες κ' εσύ ζης; ή τα πήρε αυτά κανένας βοσκός που τα βρήκε κατά τύχη; Παρακαλώ σε, Διονυσιοφάνη, πες μου: από πού έχεις τα σημάδια; Μη ζηλέψης να βρω κ' εγώ την κόρη μου ύστερ' από το Δάφνη.
Κι αφού εζήτησε ο Διονυσιοφάνης να ειπή εκείνος πρώτα πώς το παραπέταξε το παιδί του, ο Μεγακλής χωρίς να κατεβάση καθόλου τη φωνή του, είπε:
— Είχα λίγο βιος προτήτερα, επειδή όσα είχα τα εξόδεψα φτιάνοντας θέατρα κι αρματόνοντας κάτεργα. Όταν εγίνονταν αυτά, έκαμα ένα κορίτσι· μη θέλοντας να το αναθρέψω φτωχικά, αφού το στόλισα μ' αυτά τα σημάδια, το πέταξα, ξέροντας, ότι πολλοί πεθυμούνε να γίνουν και με τέτοιο τρόπο πατέρες. Και κοίτονταν στη σπηλιά των Νυμφών εμπιστευμένο στις θεές· μα εμένα με πλημμύριζαν κάθε μέρα τα πλούτη, χωρίς νάχω κληρονόμο· επειδή δεν είχα πια την τύχη μήτε κοριτσιού να γίνω πατέρας, μόνο σαν να με περιγελούσαν οι θεοί, μου στέλνανε τη νύχτα όνειρα, που μου φανέρωναν ότι πατέρα θα με κάμη ένα κοπάδι.
36. Φώναξε ο Διονυσιοφάνης δυνατώτερα από το Μεγακλή· κι αφού πετάχτηκε επάνω, φέρνει μέσα τη Χλόη, πολύ όμορφα στολισμένη, και λέει:
— Τούτο το παιδί το ποραπέταξες· αυτή την παρθένα μια προβατίνα με την ένοια των θεών σου την ανάθρεψε, όπως μια γίδα το Δάφνη μου. Πάρε τα σημάδια και τη θυγατέρα σου· μα παίρνοντάς τηνε δόσε τη στο Δάφνη γυναίκα· και τους δυο τους πετάξαμε· και τους δυο τους εβρήκαμε· για τους δυο ενοιάστηκαν ο Πάνας κ' οι Νύμφες κι ο Έρωτας.
Παραδεχότανε τα λόγια αυτά ο Μεγακλής κ' έστειλε κ' εφώναξε τη γυναίκα του τη Ρόδη κ' εκρατούσε τη Χλόη στην αγκαλιά του· κ' εκοιμηθήκανε μένοντας αυτού. Επειδή ο Δάφνης ορκιζόταν, ότι δε θ' αφίση σε κανένα τη Χλόη, μήτε στον ίδιο τον πατέρα της.
37. Κι όταν εξημέρωσε εσυμφώνησαν κ' εγύριρισαν πάλι στην εξοχή. Επειδή το εζήτησαν αυτό ο Δάφνης κ' η Χλόη, μην υποφέρνοντας να ζούνε στην πολιτεία. Μα αποφάσιζαν κ' εκείνοι να κάμουνε ποιμενικούς τους γάμους τους. Αφού λοιπόν επήγανε στου Λάμωνα κ' έφερναν το Δρύαντα εμπρός στο Μεγακλή και τη Νάπη στη Ρόδη την εσύστησαν κ' ετοιμάζανε μεγαλόπρεπα όσα χρειαζόντανε για τη γιορτή. Έταξε λοιπόν ο πατέρας της τη Χλόη στις Νύμφες και μαζί με άλλα πολλά έκαμεν αφιερώματα τα σημάδια κ' έδωκε στο Δρύαντα όσα λεφτά έλειπαν για να γίνουνε δέκα χιλιάδες.
38. Κι ο Διονυσιοφάνης όντας καλοκαιριά, έστρωσε εκεί εμπρός στη σπηλιά χλωρά φύλλα κι αφού εκάθισε χάμω όλους τους χωριάτες τους έβανε πλούσιο τραπέζι. Ήτανε εκεί ο Λάμωνας κ' η Μυρτάλη, ο Δρύαντας κ' η Νάπη, του Δόρκωνα το συγγενολόι, του Φιλητά τα παιδιά, ο Χρώμης κ' η Λυκαίνιο· δεν έλειπε μήτε κι ο Λάμπης που τόνε συχώρεσαν. Ήτανε λοιπόν σε τέτοιους ξεφαντωτάδες όλα απλά και χωριάτικα· ο ένας τραγουδούσε, όπως τραγουδούνε στο θέρο· ο άλλος έλεγε μέτωρα, όπως λένε στους ληνούς· ο Φιλητάς έπαιξε το σουραύλι, ο Λάμπης τη φλογέρα. Ο Δρύαντας κι ο Λάμωνας εχόρεψαν. Η Χλόη κι ο Δάφνης εγλυκοφιλιόντανε. Μα και τα γίδια εβόσκανε κοντά, σαν να είχανε κι αυτά μέρος στη γιορτή. Αυτό δεν ήτανε και πολύ διασκεδαστικό για τους χωραΐτες· μα ο Δάφνης εφώναξε και μερικά με τόνομά τους και τους έδωκε φύλλα χλωρά, και κρατώντάς τα από τα κέρατα τα εγλυκοφίλησε.
39. Κι όχι τότε μονάχα, παρά κι όσο εζούσανε, τον περισσότερο καιρό τον επερνούσανε σαν βοσκοί, λατρεύοντας τους θεούς, τις Νύμφες και τον Πάνα και τον Έρωτα, αποχτώντας παραπολλά κοπάδια πρόβατα και γίδια και νομίζοντας γλυκύτατη θροφή τα πωρικά και το γάλα. Μα και σε γίδα έβαλαν αρσενικό παιδί τους να βυζάξη και κοριτσάκι, που δευτερογεννήθηκε, τόκαμαν να πιή από μαστάρι προβατίνας. Κ' έβγαλαν ταρσενικό Φιλοποίμη και το κορίτσι Αγέλη· κ' έτσι κι αυτά εγέρασαν μαζί τους. Εστόλισαν και τη σπηλιά κ' εκρέμασαν ζωγραφιές κ' εχτίσανε βωμό του βοσκού Έρωτα· μα και στον Πάνα έφτιασαν ναό για να κάθεται αντί στην κουκουναριά, βγάνοντάς τονε Πάνα στρατιώτη.
40. Μα αυτά ύστερα τα ονομάτισαν και τα έκαμαν· τότε όμως, άμα ενύχτωσε, τους εσυντρόφευαν όλοι ίσαμε την κάμαρά τους, άλλοι παίζοντας το σουραύλι, άλλοι τη φλογέρα κι άλλοι κρατώντας αψηλά μεγάλες λαμπάδες. Κι όταν έφτασαν κοντά στη θύρα, ετραγουδούσανε με σκληρή κι άγρια φωνή, σαν να ξέσκιζαν τη γις με τσουγγράνα κι όχι σαν να τραγουδούσαν του γάμου το τραγούδι. Κι ο Δάφνης κ' η Χλόη αφού επλάγιασαν γυμνοί, αγκαλιάζονταν κ' εγλυκοφιλιόντανε, κ' έμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα πιο πολύ κι από τις κουκουβάγιες. Και έκαμε ο Δάφνης της Χλόης κάτι από όσα τον είχε δασκαλέψει η Λυκαίνιο· και τότε η Χλόη πρωτόμαθε ότι όσα εγίνονταν στο δάσος ήτανε βοσκών παιγνίδια.
ΤΕΛΟΣ
1) Κοίταξε: Paul-Louis Courier «Lettres Écrites de France et d' Italie».
2) Η πριγκηπέσσα αυτή έχει γράψει δράματα, επιγράμματα κλπ.
3) Boileau «Art poétique» II, 170.
4) Γυναίκα του ελληνιστή Etienne Clavier, που έγινε και πεθερός του Courier.
5) Ο Amyot, επίσκοπος του Auxerre, που μετάφρασε και τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου.