Δάφνης και Χλόη

Part 6

Chapter 622 wordsPublic domain

30. Εκείνοι σαν είδαν ανέλπιστα τόσα λεφτά, αμέσως έδιναν το λόγο τους, ότι θα του δώσουν τη Χλόη για γυναίκα κ' υπόσχονταν πως θα πείσουν και το Λάμωνα. Η Νάπη λοιπόν μένοντας εκεί με το Δάφνη εγύριζε τα βόιδια και με τα δικάβαλα έβγανε το στάρι από τα στάχια, ενώ ο Δρύαντας, αφού έκρυψε το πουγγί εκεί που είχε φυλάξει τα γνωρίσματα, πήγαινε τρεχάλα στο Λάμωνα και στη Μυρτάλη, έχοντας σκοπό να τους ζητήση το γαμπρό πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει. Κι αφού τους ηύρε να μετράνε το κριθάρι, που τώχανε λιχνίσει προλίγο, και νάναι λυπημένοι επειδή λίγο έλειψε να είναι λιγώτερο από όσο είχανε σπείρει, για κείνα τους επαρηγόρησε, λέγοντας ότι τα ίδια είχανε γίνει παντού, κ' ύστερα τους εζητούσε το Δάφνη για τη Χλόη. Κ' έλεγεν, ότι ενώ άλλοι του δίνουν πολλά, απ' αυτούς δε θα πάρη τίποτα, παρά κι από τα δικά του ακόμη θα τους δώση· επειδή είχαν αναθραφή μαζί τα παιδιά κι όταν έβοσκαν είχανε δεθή μ' αγάπη, ώστε να μη μπορή εύκολα να τους χωρίσουνε· μα τώρα έχουνε κι ηλικία για να κοιμούνται μαζί. Αυτά κι ακόμη περισσότερα έλεγεν ο Δρύαντας, σαν να είχε γι' ανταμοιβή, άμα τους πείση, τις τρεις χιλιάδες. Κι ο Λάμωνας μην ημπορώντας πια μήτε τη φτώχια να προφασιστή, επειδή αυτοί δεν υπερηφανεύονταν, μήτε την ηλικία του Δάφνη, επειδή ήταν πια παλληκάρι, δεν εξεστόμισε καθόλου την αλήθεια ότι δεν ταίριαζε στο Δάφνη τέτοιος γάμος. Μα ύστερ' από λίγη σιωπή έτσι αποκρίθηκε:

— Καλά κάνετε να προτιμάτε τους γειτόνους από τους ξένους κι από την τίμια φτώχια να μη θαρρήτε καλύτερα τα πλούτια. Ο Πάνας κ' οι Νύμφες να σας το πληρώσουν. Κ' εγώ ο ίδιος θέλω να γίνη ο γάμος, επειδή θάμουνα τρελλός, αφού είμαι πια μεσόκοπος, κ' έχω ανάγκη από περισσότερα χέρια για τις δουλιές, να μη πάρω βοήθεια και το δικό σας σπίτι που θάναι μεγάλη ευτυχία· περιζήτητη είναι κ' η Χλόη και καλή κι όμορφη κοπέλλα και σ' όλα άξια· μα επειδή είμαι δούλος, δεν ορίζω τίποτα από τα δικά μου, παρά πρέπει αφού τα μάθη κι ο αφέντης να δώση την άδεια· γι' αυτό λοιπόν ας αφίσουμε το γάμο ίσαμε το χυνόπωρο. Θάρθη τότες αυτός λένε όσοι έρχονται σ' εμάς από την πολιτεία. Τότε θα γίνουν αντρόγυνο· τώρα ας αγαπιούνται σαν αδέρφια. Μάθε μονάχα τούτο, Δρύαντα· βιάζεσαι για παλληκάρι, που είναι καλύτερο από μας.

Αφού τόσα είπε, τον εφίλησε και τούβαλε να πιή, επειδή ήταν πια μεσημέρι και τον ξεπροβόδισε ίσαμε παραπέρα, κάνοντάς του κάθε περιποίηση.

32. Μα ο Δρύαντας επειδή δεν άκουσε αψήφιστα τα τελευταία λόγια του Δάμωνα, ενώ πήγαινε, στοχαζότανε μόνος του:

— Ποιος τάχα νάναι ο Δάφνης; Αναθράφηκε από γίδα, σαν να νοιαζόντανε γι' αυτόν οι θεοί· είναι όμορφος και δεν μοιάζει καθόλου με τον πατσουρομύτη το γέρο και με τη μαδημένη τη γυναίκα του. Βρήκε και τρεις χιλιάδες, ενώ φυσικό είναι να μην έχη ένας γιδάρης μήτε τόσα αχλάδια. Άραγε να τον πέταξε κι αυτόν κανένας σαν τη Χλόη; Άραγε να τόνε βρήκε κι αυτόν ο Λάμωνας, όπως εγώ τη Χλόη; Άραγε να ήτανε κοντά του και σημάδια όμοια μ' εκείνα που βρήκα κ' εγώ; Αν είναι έτσι, ω αφέντη Πάνα κι αγαπημένες Νύμφες, χωρίς άλλο αυτός άμα βρη τους εδικούς του, θα βρη και κάτι από το μυστικό της Χλόης.

Τέτοια στοχαζότανε μονάχος του κι ονειρευόταν ίσαμε τ' αλώνι του. Κι άμα έφτασεν εκεί και βρήκε το Δάφνη, προσμένοντας με καρδιοχτύπι τα νέα, τόνε δυναμόνει κράζοντάς τονε γαμπρό και του δίνει το λόγο του πως το χυνόπωρο θα κάμουν τους γάμους· και τόνε βεβαίωνε ότι κανένας άλλος δεν θα πάρη τη Χλόη εξόν απ' αυτόν.

33. Γρηγορότερα λοιπόν κι από το νου ο Δάφνης και χωρίς να πιη μήτε να φάη τρέχει στη Χλόη. Κ' ευρόντας τη ν' αρμέγη και να τυροκομάη και για το γάμο τα καλά μαντάτα της έλεγε κι από κείνη τη στιγμή φανερά σαν γυναίκα του τήνε γλυκοφιλούσε και της βοηθούσε στη δουλειά· άρμεγε στις καρδάρες το γάλα· εστράγγιζε στις καλαμωτές τα τυριά· έβανε κοντά στις μαννάδες τους τ' αρνιά και τα κατσίκια. Κι όταν πια ετέλειωσαν αυτά με το καλό, ελούστηκαν, εφάγανε μ' όρεξη, τριγυρνούσανε ζητώντας πωρικά γουρμασμένα· κ' ήταν πλήθος απ' αυτά εξ αιτίας της εποχής· πολλά γκόρτσα, πολλά αχλάδια, πολλά μήλα, άλλα πεσμένα πια κάτω κι άλλα ακόμη επάνω στα δέντρα. Τα πεσμένα στη γις ήταν πιο μυρουδάτα· κι όσα ήτανε στα κλαδιά πιο ομορφόχρωμα· εκείνα μοσκοβολούσανε σαν κρασί και τούτα ελάμπανε σαν χρυσάφι. Μια μηλιά ήτανε τρυγημένη και μήτε καρπούς είχε, μήτε φύλλα· όλα τα κλαριά της ήτανε γυμνά· και μονάχα ένα μήλο έμενε στην κορφή του πιο ψηλού κλαριού· μεγάλο κι όμορφο και μονάχο του εμοσκοβολούσε περισσότερο από όλα τ' άλλα. Φοβήθηκε εκείνος που ετρύγησε τη μηλιά ν' ανέβη εκεί επάνω ή παραμέλησε να το κόψη· ίσως και ν' άφισε το όμορφο μήλο για ερωτευμένο βοσκό.

34. Τούτο το μήλο καθώς το είδεν ο Δάφνης έτρεξε να το κόψη, ανεβαίνοντας εκεί επάνω, και δεν άκουσε τη Χλόη που τον εμπόδιζε. Κ' εκείνη, σαν δεν την άκουσε, έφυγε τρέχοντας προς τα κοπάδια. Ο Δάφνης όμως, αφού ανέβηκε, κατώρθωσε να το κόψη και να το πάη δώρο στη Χλόη· και τέτοια λόγια είπε σ' αυτή, που ήτανε θυμωμένη.

— Το μήλο τούτο, αγάπη μου, το γέννησε τ' όμορφο καλοκαίρι και το ανάθρεψε δέντρο όμορφο· το γούρμασε ο ήλιος και το φύλαξε η τύχη. Και δε μπορούσα έχοντας μάτια να τ' αφίσω να πέση χάμω και ή κοπάδι βόσκοντας να το πατήση ή φίδι σερνούμενο να το φαρμακώση ή ο καιρός να το σαπίση μένοντας εκεί επάνω, βλεπούμενο, παινευούμενο. Το μήλο πήρε η Αφροδίτη βραβείο της ομορφιάς της· τούτο κ' εγώ για βραβείο σου δίνω· έχετε κ' οι δυο τούς ίδιους κριτάδες σας· εκείνος ήτανε βοσκός· εγώ γιδάρης.

Αφού είπεν αυτά το βάνει στο κόρφο της· κ' εκείνη, όταν εσίμωσε, τον εγλυκοφίλησε. Κ' έτσι ο Δάφνης δε μετάνοιωσε που αποκότησε ν' ανέβη τόσο ψηλά, επειδή επήρε φιλί καλύτερο κι από το χρυσό μήλο.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

1. Κ' ερχάμενος από τη Μιτυλήνη κάποιος, που ήτανε δούλος στον ίδιο αφέντη με το Λάμωνα, έφερνε είδηση, πως λίγο πριν τον τρύγο θάρθη ταφεντικό τους για να μάθη μήπως τα χτήματά του τάβλεψε@ καθόλου το έμπασμα των Μεθυμνιωτώνε. Κ' επειδή έφευγε πια το καλοκαίρι κ' έφτανε το χυνόπωρο, του ετοίμαζε την εξοχή ο Λάμωνας, ώστε να του αρέση σ' όλα άμα την έβλεπε· πάστρευε τις πηγές για νάχουν νερό καθαρό· έβγανε την κοπριά από την αυλή για να μη τον πειράξη βρωμώντας· σιγύριζε το περιβόλι για να φανή όμορφο.

2. Κ' ήτανε το περιβόλι κάτι αριστούργημα που και βασιλιάς θα το ζήλευε· είχε μάκρος ίσαμ' ένα στάδιο κ' ήτανε σε ψήλωμα έχοντας πλάτος τέσσερα πλέθρα. Θα το παρομοίαζε κανένας με κάμπο μακρύ· κ' είχεν όλα τα δέντρα: μηλιές, σμερτιές, αχλαδιές και ροϊδιές και συκιές· από τ' άλλο μέρος αμπέλι αψηλό, που απλωνότανε αποπάνω από τις μηλιές και τις αχλαδιές παρδαλίζοντας, σαν να συνοριζότανε μ' αυτές για το κάρπισμα. Τόσα ήτανε τα ήμερα· μα ήτανε και κυπαρίσσια και δάφνες και πλατάνια και κουκουναριές· και σ' όλα αυτά αποπάνω αντί γι' αμπέλι απλωνότανε κισσός, που τα τσαμπιά του, όντας μεγάλα και μαυριδερά, εφαίνονταν σαν σταφύλια· από μέσα ήτανε τα καρπερά δέντρα σαν να φυλάγονταν απ' έξω στέκανε γύρω-γύρω τ' άγρια σαν φραγή χεροφτιαστή· κι αυτά όμως τα περιτριγύριζε φράχτης από ψιλά αγκάθια. Ήταν όλα με τάξη και χωρισμένα κ' η μια ρίζα μακριά από την άλλη · μα τα κλαριά τους έσμιγαν ψηλά το ένα με τ' άλλο και μπλέκανε τα φύλλα τους· κ' έτσι φαίνονταν πως κι αυτά ήτανε φτιαστά. Ήτανε και λουλουδιώνε βραγιές, που άλλα τάβγαζε η γις κι άλλα τα φύτευαν τριανταφυλλιές και λαλέδες και κρίνα τα είχανε φυτέψει ανθρώπινα χέρια· γιούλια και μανούσια και γαλατσίδες τάβγαζε η γις. Το καλοκαίρι ήτανε ίσκιος και την άνοιξη λουλούδια και το χυνόπωρο και σε κάθ' εποχή πωρικά.

3. Απ' εδώ φαινότανε καλά ο κάμπος και μπορούσανε να βλέπουν αυτούς που έβοσκαν· φαινότανε καλά κ' η θάλασσα κ' έβλεπαν όσους ταξιδεύανε γιαλό-γιαλό. Κ' έτσι αυτά προσθέτανε στην ομορφιά του περιβολιού. Και καταμεσίς του περιβολιού στο μάκρος και πλάτος ήτανε ναός του Διόνυσου και βωμός. Περιτριγύριζαν το βωμό κισσός και το ναό κλήματα· κ' είχε μέσα ο ναός διονυσιακές ζωγραφιές· τη Σεμέλη που γεννούσε, την Αριάδνη που κοιμότανε, το Λυκούργο δεμένο, τον Πενθέα που κατακοματιαζότανε· ήτανε και Ιντοί που νικόντουσαν και Τυρρηνοί που αλλάζανε μορφή· παντού Σάτυροι παντού Βάκχες που χορεύανε· μήτε ο Πάνας είχε λησμονηθή, παρά καθότανε κι αυτός παίζοντας το σουραύλι επάνω σε βράχο, παρόμοιος με παιγνιδιάτορα, που έπαιζε τον ίδιο σκοπό και για κείνους που πατούσανε και για κείνες που εχόρευαν.

4. Αν κ' ήτανε τέτοιο το περιβόλι, ο Λάμωνας το εσιγύριζε, κόβοντας τα ξερά, στηλόνοντας τα κλήματα· εστεφάνωσε το Διόνυσο· άνοιξε αυλάκι να τρέχη το νερό στ' άνθια από μια πηγή, που τη βρήκεν ο Δάφνης ανάμεσα στα λουλούδια· η πηγή ήτανε κοντά στ' άνθια, την έλεγαν όμως πηγή του Δάφνη. Παρακινούσε ο Δάμωνας και το Δάφνη να παχαίνη τα γίδια όσο μπορούσε περισσότερο, λέγοντας, ότι δίχως άλλο κ' εκείνα θα ζητήση να τα ιδή ο αφέντης, ερχάμενος ύστερ' από καιρό. Κ' εκείνος δε φοβότανε ότι δε θα παινευτή γι' αυτά, επειδή και διπλά από όσα είχε πάρει τάκαμε και κανένα δεν του είχε αρπάξει λύκος και ήτανε πιο παχιά από τα πρόβατα. Και θέλοντας να είναι ο αφέντης του πιο πρόθυμος για το γάμο του, εφρόντιζε γι' αυτά με κάθε τρόπο, φέρνοντάς τα στη βοσκή απ' του θεού το χάραμα και γυρίζοντας στη στάνη το δείλι· τα πότιζε δυο φορές την ημέρα κ' εζητούσε τα πιο καλά βοσκοτόπια· ενοιάστηκε και για σκαφίδια καινούργια και για τάλαρους πολλούς και για καλαμωτές μεγαλύτερες. Και τόσο εφρόντιζε ως που και τα κέρατα άλειφε και το μαλλί τους εχτένιζε. Θα νόμιζε κανένας πως βλέπει κοπάδι αφιερωμένο στον Πάνα. Κ' εκοπίαζε σ' όλα αυτά μαζί του κ' η Χλόη· και λησμονώντας το κοπάδι της τον περισσότερο καιρό έμενε κοντά σ' εκείνα, ως που ενόμιζε ο Δάφνης, ότι εξ αιτίας της του εφαίνονταν όμορφα τα γίδια.

5. Κ' ενώ τούτοι έκαναν αυτά, ήλθεν από την πολιτεία δεύτερος μαντατοφόρος κ' επρόσταξε να τρυγάνε τ' αμπέλια το γληγορότερο· κι αυτός είπε, θα μείνη εκεί όσο που να κάμουνε τα σταφύλια μούστο, κ' ύστερα γυρίζοντας στην πολιτεία θα φέρη τον αφέντη, όταν πια θα είναι ο χυνοπωριάτικος τρύγος. Αυτόν λοιπόν τον Εύδρομο (έτσι τον έλεγαν, επειδή δουλιά του ήτανε το να τρέχη) τον επεριποιόντανε με κάθε τρόπο, και συνάμα αποτρυγούσανε τ' αμπέλια, έφερναν τα σταφύλια στα πατητήρια, έρριχναν το μούστο στα βαγένια, αφίνοντας επάνω στα κλήματα τα μισογινωμένα σταφύλια, για να μπορέσουν όσοι θα ερχόντανε από την πολιτεία να πάρουν ιδέα του τρύγου και να ευχαριστηθούν.

6. Κι όταν πια ετοιμαζότανε να γυρίση στην πολιτεία ο Εύδρομος, κι άλλα όχι λίγα τούδωσε ο Δάφνης, μα κι ακόμη όσα δώρα μπορούσε να του δώση ένας γιδάρης· τυριά καλοπηγμένα· κατσικάκι όψιμο, γιδοτόμαρο λευκό και μαλλιαρό για να το φορή το χειμώνα, όταν τρέχη· κ' εκείνος χαιρότανε κ' εφιλούσε το Δάφνη και τούδινε το λόγο του πως κάτι καλό στον αφέντη θα ειπή γι' αυτόν. Κ' έφυγεν ο Εύδρομος φίλος του πια. Ο Δάφνης όμως γεμάτος ανησυχία έμενε μαζί με τη Χλόη· μα και τούτη εφοβότανε πολύ γι' αυτόν, επειδή παιδί συνηθισμένο να βλέπη τα γίδια και το βουνό και τους ζευγολάτες και τη Χλόη πρώτη φορά έμελλε να ιδή τον αφέντη, που πρώτα μονάχα τ' όνομά του άκουε. Ανησυχούσε λοιπόν για το Δάφνη πώς θα μιλήση του αφέντη κ' έτρεμε η ψυχή της για το γάμο τους, μήπως τον ονειρεύονταν του κάκου. Και για τούτο αδιάκοπα ήτανε τα φιλιά και τ' αγκαλιάσματα σφιχτά σαν να ήτανε κολλημένοι· κ' ήτανε τα φιλιά φοβισμένα και τ' αγκαλιάσματα λυπημένα, σαν να είχεν έλθει τώρα ο αφέντης ή μπορούσε να τους ιδή.

7. Μα κοντά στ' άλλα τους βρήκε και μια τέτοια σύχυση. Ήτανε κάποιος Λάμπης, βοϊδολάτης κακός άνθρωπος, που κι αυτός εζητούσε τη Χλόη για γυναίκα από το Δρύαντα κι ως τα τώρα χαρίσματα πολλά του είχε δώσει για να πιτύχη το γάμο· άμα λοιπόν ένοιωσε, ότι, αν δώση την άδεια το αφεντικό, θα την πάρη ο Δάφνης, ζητούσε τρόπο που να θυμώση μ' αυτούς ο αφέντης· και ξέροντας, ότι αυτός αγαπούσε πολύ το περιβόλι, εστοχάστηκε να το χαλάση όσο μπορούσε περισσότερο και να το ρημάξη. Μα αν έκοβε τα δέντρα, θα πιανόταν από το χτύπο· για τούτο έβαλε στο νου του να χαλάση τα λουλούδια. Αφού λοιπόν εφύλαξε τη νύχτα κ' επήδησε το φράχτη, άλλα εξερρίζωσε, άλλα έκοψε κι άλλα τα ετσαλαπάτησε σαν αγριογούρουνο· κ' ύστερα έφυγε χωρίς να τόνε νοιώση κανένας. Κι ο Λάμωνας μπαίνοντας την άλλη μέρα στο περιβόλι, ελογάριαζε να τα ποτίση από την πηγή. Μα άμα είδε όλο το μέρος ρημαγμένο σαν να τα είχε κάμει αυτά εχτρός κουρσάρος, εξέσκιζε αμέσως τα ρούχα του και με φωνή δυνατή έκραζε τους θεούς· ως που κ' η Μυρτάλη, αφίνοντας ό,τι κρατούσε στα χέρια της, έτρεχεν έξω, κι ο Δάφνης βάνοντας μπροστά τα γίδια, εγύρισε πίσω· κι όταν τα είδαν εφώναζαν και φωνάζοντας έκλαιαν.

8. Κ' ελυπόντανε όλοι για τα λουλούδια· μα αυτοί έκλαιαν από το φόβο του αφέντη· θάκλαιγε κι όποιος ξένος ετύχαινε να βρεθή εκεί. Επειδή είχε ρημαχτή όλος ο τόπος κι όλη η άλλη γις ήτανε σαν λάσπη. Κι αν κανένα από τα λουλούδια ξέφυγε το χαλασμό, άνθιζε κ' έλαμπε κ' ήτανε ακόμη όμορφο και χάμω πεσμένο. Πετούσαν από πάνω τους και μέλισσες η μια κοντά στην άλλη, αδιάκοπα βουΐζοντας σαν νάκλαιγαν κι αυτές. Κι ο Λάμωνας από τη σαστιμάρα του και τούτα έλεγε:

— Ωϊμέ, η τριανταφυλλιά πώς είναι τσακισμένη! πω, πω! τα γιούλια πώς είναι πατημένα! ω! οι λαλέδες και τα μανούσια που τα ξερρίζωσε κάποιος κακός άνθρωπος! θάρθη η άνοιξη κι αυτά δε θ' ανθίσουν· θα ξαναγυρίση το καλοκαίρι κι αυτά δε θα λουλουδίσουν· το χυνόπωρο, με αυτά κανένανε δε θα στεφανώσουνε· μήτ' εσύ, αφέντη Διόνυσε, δε λυπήθηκες τα κακόμοιρ' αυτά λουλούδια, που καθόσουνε σιμά τους και τάβλεπες, και που μ' αυτά σ' εστεφάνωσα πολλές φορές· πώς θα δείξω τώρα το περιβόλι στ' αφεντικό; και ποιος θα γίνη εκείνος άμα τα ιδή; θα κρεμάση γέρο άνθρωπο από καμιά φτελιά, σαν το Μαρσύα· μα ίσως και το Δάφνη, σάματις να τάχουν κάμει αυτά τα γίδια του.

9. Και με τα λόγια τούτα έχυναν πιο καυτερά δάκρυα κ' έκλαιγαν όχι πια τα λουλούδια παρά τα κορμιά τους· έκλαιγε κ' η Χλόη το Δάφνη πως θα κρεμαστή και παρακαλούσε να μην έλθη πια τ' αφεντικό τους· και περνούσε μέρες πικραμένες σαν νάβλεπε από τώρα το Δάφνη να τόνε χτυπούνε με το καμτσίκι. Κι όταν πια άρχιζε να νυχτώνη, ο Εύδρομος τους έφερνε είδηση, ότι ο γέρος αφέντης τους θα φτάση ύστερ' από τρεις μέρες· το παιδί του όμως θάρθη αύριο. @Εστοχάζονταν λοιπόν τα όσα είχανε γίνει και τάλεγαν και στον Εύδρομο. Κι αυτός συμπαθώντας το Δάφνη ορμήνευε να φανερώσουν τα όσα είχανε γίνει πρώτα στο νέον αφέντη, και τους έδινε το λόγο του πως θα τους βοηθήση κι αυτός, επειδή τον εστιμάριζε, γιατί είχαν φάει ένα γάλα. Κι όταν εξημέρωσε έτσι έκαμαν.

10. Ήλθεν ο Άστυλος καβάλα· κι ο παράσιτός του· καβάλα κι αυτός. Εκείνος μόλις έβγαινε γένεια· κι ο Γνάθωνας (επειδή έτσι έλεγαν τον παράσιτο) εξουριζόταν από πολύν καιρό. Και τότε ο Λάμωνας μαζί με τη Μυρτάλη και το Δάφνη, πέφτοντας εμπρός στα πόδια του, παρακαλούσανε να λυπηθή γέρο κακομοίρη και να τόνε γλυτώση από το θυμό του πατέρα του, επειδή δεν έφταιγε καθόλου. Και συνάμα του τα λέει όλα ένα προς ένα. Τον εσπλαχνίστηκε από τα παρακάλια του ο Άστυλος κι αφού μπήκε στο περιβόλι κ' είδε τον αφανισμό των λουλουδιών, είπεν ότι θα παρακαλέση τον πατέρα του και θα ρίξη το βάρος στ' άλογα, που σαν τάδεσαν εκεί, έκαμαν τη συφορά κι άλλα ετσάκισαν, άλλα τα ετσαλαπάτησαν κι άλλα τα ξερρίζωσαν, αφού λύθηκαν. Ύστερ' απ' αυτά του ευχόντανε όλα τα καλά ο Λάμωνας κ' η Μυρτάλη κι ο Δάφνης τούφερνε χαρίσματα κατσικάκια, τυριά, όρνιθες με τα μικρά τους, σταφύλια επάνω στις κληματόβεργες, μήλα με τα κλαριά τους. Ήτανε μέσα στα δώρα και κρασί μοσκάτο της Λέσβος, καλώτατο για πιόσιμο.

11. Ο Άστυλος τα δεχότανε αυτά· κ' ύστερα τόρριξε στο κυνήγι των λαγώνε, σαν πλουσιόπαιδο, που πάντα διασκέδαζε και που ήλθε στην εξοχή για να δοκιμάση καινούργιες χαρές. Μα ο Γνάθωνας, σαν άνθρωπος που έμαθε μόνο να τρώη και να πίνη ως που να μεθύση, και μη όντας τίποτε άλλο παρά στόμα και κοιλιά κι όσα ήτανε κάτω από την κοιλιά, δεν είδεν αδιάφορα το Δάφνη, όταν έφερε τα χαρίσματα. Επειδή όμως και φυσικά κυνηγούσε τα παιδιά, άμα βρήκεν ομορφιά, που μήτε στην πολιτεία δεν την είχεν ιδή, έβαλε με το νου του να ριχτή του Δάφνη κ' ενόμιζε πως εύκολα θα τον καταφέρη, σαν γιδάρης που ήτανε. Κι αφού αποφάσισεν αυτά δεν πήγαινε στο κυνήγι μαζί με τον Άστυλο, παρά κατέβαινε εκεί που έβοσκεν ο Δάφνης, παίρνοντας πρόφαση τα γίδια· η αλήθεια όμως ήτανε πως ήθελε να ιδή το Δάφνη. Και κολακεύοντάς τον, του παίνευε τα γίδια και τον παρακάλεσε να παίξη με το σουραύλι του ένα τσοπάνικο· και τούλεγε πως γλήγορα θα τον κάνη ελεύθερο, γιατί όλα τα μπορεί.

12. Και σαν τον είδε ήμερο, κάνοντας του καρτέρι τη νύχτα, που γύριζε τα γίδια απ' τη βοσκή, πρώτα τον εφίλησε βγαίνοντας μπροστά του· ύστερα τον παρακαλούσε να του γυρίση τα πισινά του, έτσι όπως κάνουν οι γίδες στους τράγους. Κι όταν πια αργά ο Δάφνης ένοιωσε τι ήθελεν ο Γνάθωνας, τούλεγεν ότι φυσικό είναι να καβαλικεύουν οι τράγοι τις γίδες· μα κανένας ποτέ δεν είδε τράγο να καβαλικεύη τράγο, μήτε κριάρι αντί προβατίνες κριάρι, μήτε κόκκορα αντί για όρνιθες κόκκορα. Ο Γνάθωνας όμως ήταν ικανός να τον αναγκάση με τη βία, βάνοντας χέρι επάνω του· μα ο Δάφνης άνθρωπο μεθυσμένο και μόλις στεκάμενο στα πόδια του, αφού τον έσπρωξε, τον έρριξε χάμω στη γις, και φεύγοντας γλήγορα σαν σκυλάκι, τον άφισε πεσμένο κάτω κ' έχοντας ανάγκη άντρα, όχι παιδιού για να τον τραβήξη από το χέρι. Και δεν τον εζύγονε πια καθόλου, παρά πότ' εδώ και πότ' εκεί έβοσκε τα γίδια, αποφεύγοντας εκείνον και γυρεύοντας τη Χλόη. Μα μήτε ο Γνάθωνας τον κυνηγούσε πια, σαν έμαθε καλά, ότι δεν είναι μονάχα όμορφος, παρά και δυνατός· και ζητούσεν ευκαιρία να μιλήση γι' αυτόν στον Άστυλο κ' έλπιζε να του τόνε χαρίση ο νέος, επειδή ήθελε να του κάνη πολλές και μεγάλες χάρες.

13. Μα τότε δε μπόρεσε· επειδή έφτασεν ο Διονυσιοφάνης με την Κλεαρίστη· κ' ήτανε ταραχή μεγάλη από ζώα, δούλους, άντρες, γυναίκες. Μα ύστερα έφτιανε λόγο ερωτικό και μακρύ. Κ' ήτανε ο Διονυσιοφάνης μεσόκοπος πια, ψηλός όμως κι όμορφος και που μπορούσε και με παλληκάρια να παραβγή· μα και πλούσιος όσο λίγοι και καλός σαν κανένας άλλος. Την πρώτη μέρα που ήλθε έκαμε θυσία στους θεούς, που διαφέντευαν την εξοχή· στη Δήμητρα και στο Διόνυσο και στον Πάνα και στις Νύμφες· έκαμε και τραπέζι σ' όλους, που ήταν εκεί. Τις άλλες ημέρες εξέταζε του Λάμωνα τα έργα· και βλέποντας τα χωράφια αυλακωμένα, τ' αμπέλια με φύλλα, το περιβόλι όμορφο (επειδή για τα λουλούδια το βάρος το πήρε επάνω του ο Άστυλος) ευχαριστιόταν περίσσα κ' επαίνευε το Λάμωνα και του έταζε πως θα τον αφίση ελεύθερο. Κατέβηκε ύστερα και στο κοπάδι για να ιδή και τα γίδια και το βοσκό.

14. Η Χλόη έφυγε στο δάσος, επειδή ντράπηκε κ' εφοβήθηκε τόσον κόσμο. Μα ο Δάφνης έμειν' εκεί ζωσμένος γιδοτόμαρο μαλλιαρό, έχοντας κρεμάσμένο, από τους ώμους ταγάρι, που μόλις τώχαν απορράψει, κρατώντας με τόνα χέρι τυριά χλωρά και με τ' άλλο κατσικάκια βυζανιάρικα· αν καμιά φορά ο Απόλλωνας, όταν εδούλευε στο Λαομέδοντα, εβόσκησε γίδια, τέτοιος θα ήτανε, όπως εφάνηκε τότες ο Δάφνης. Αυτός λοιπόν δεν είπε τίποτε, παρά αφού κατακοκκίνησε, έρριξε τα μάτια του χάμω, δίνοντας τα χαρίσματα. Μα ο Δάμωνας είπε:

— Αυτός, αφέντη, είναι των γιδιώνε σου ο βοσκός. Εσύ μούδωκες να βόσκω πενήντα και δυο τραγιά· τούτος σου τάχει κάμει εκατό και δέκα τράγους· βλέπεις πόσο παχιά είναι και μαλλιαρά και με κέρατα γερά· τα έμαθε να καταλαβαίνουν και τη μουσική· ακούγοντας λοιπόν το σουραύλι όλα τα κάνουν.

15. Όντας εκεί η Κλεαρίστη, θέλησε να ιδή αυτό που είπεν ο Λάμωνας και διατάζει το Δάφνη να παίξη το σουραύλι στα γίδια, όπως συνήθιζε, και του τάζει άμα παίξη να του χαρίση ένα πουκάμισο και ποδίνες. Κ' εκείνος αφού τους εκάθισε γύρω σαν σε θέατρο, στάθηκε κάτω από τη βαλανιδιά και βγάνοντας από το ταγάρι το σουραύλι, πρώτα εφύσηξε λίγο. Και τα γίδια εσταμάτησαν σηκώνοντας το κεφάλι· ύστερα έπαιξε το σκοπό του βοσκημάτου και τα γίδια έβοσκαν σκύβοντας το κεφάλι· πάλι έπαιξε γλυκά κι όλα μαζί ξαπλωθήκανε χάμω· κ' έβγαλε στριγγό λάλημα· κ' εκείνα σαν να ερχότανε λύκος ετρέξανε στο δάσος να κρυφτούν· ύστερ' από λίγο έπαιξε το ξαναφωναχτικό και τα γίδια βγαίνοντας από το δάσος μαζεύτηκαν όλα κοντά στα πόδια του. Μήτε άνθρωπου δούλους δε θα μπορούσε να ιδή κανένας ν' ακούν έτσι στην προσταγή του αφέντη. Κι όλοι οι άλλοι λοιπόν εθαύμαζαν και περισσότερο η Κλεαρίστη· κι ωρκίστηκε πως τα δώρα που έταξε θα του τα δώση, επειδή ήτανε καλός γιδάρης κ' ήξερε και μουσική. Κι αφού γυρίσανε στο εξοχικό εγιωμάτιζαν κ' έστειλαν και στο Δάφνη από όσα έτρωγαν.

16. Κι αυτός έτρωγε μαζί με τη Χλόη κ' ευχαριστιόνταν δοκιμάζοντας μαγέρεμμα της πολιτείας· κ' έλπιζε πως θα πιτύχουν το γάμο, πείθοντας τ' αφεντικά. Μα ο Γνάθωνας ξαναμμένος από όσα είχανε γίνει στο κοπάδι και νομίζοντας ανυπόφερτη τη ζωή του, αν δεν απολάψη το Δάφνη, αφού παραφύλαξε τον Άστυλο, εκεί που περιδιάβαζε στο περιβόλι, και τον έφερε στο ναό του Διόνυσου, του φιλούσε τα χέρια και τα πόδια. Κ' επειδή εκείνος ερωτούσε γιατί τα κάνει αυτά και τον επρόσταζε να του ειπή και του ορκιζόταν πως θα του κάνη τη χάρη, ο Γνάθωνας είπε:

— Πάει, αφέντη, ο Γνάθωνάς σου· αυτός, που ίσαμε τώρα αγαπούσε μονάχα τα τραπέζια, που προτήτερα ορκιζότανε ότι τίποτε δεν είναι ομορφότερο από το παλιό κρασί, που από τα παιδιά της Μιτυλήνης θαρρούσε καλλίτερους τους μαγέρους σου· τώρα μονάχα ο Δάφνης μου φαίνεται πως είναι όμορφος· και μη δοκιμάζοντας πια τα πλούσια φαγιά σου, αν και κάθε μέρα ετοιμάζονται τόσα κρέατα, ψάρια, γλυκά, με χαρά μου θα γινόμουνα γίδα για να τρώω χορτάρι και φύλλα, ν' ακούω το σουραύλι του Δάφνη και να με βόσκη εκείνος· μα εσύ γλύτωσε τον Γνάθωνά σου και τον ανίκητο έρωτα καταπόνεσέ τον. Ειδεμή σ' ορκίζουμαι στο θεό μου, αφού πάρω μαχαίρι κι αφού γεμίσω την κοιλιά μου φαγιά, θα σκοτωθώ εμπρός στου Δάφνη τη θύρα. Κ' εσύ δεν θα με ειπής πια Γναθωνάκι, όπως συνηθίζεις πάντα χωρατεύοντας.

17. Δε βάσταξε να τόνε βλέπη να κλαίη και πάλι τα πόδια να του γλυκοφιλή, επειδή ήτανε παλληκάρι μεγαλόκαρδο κ' ήξερεν από αγάπης πόνο, παρά τούδινε το λόγο του πως θα τόνε ζητήση, από τον πατέρα του και πως θα τόνε φέρη στην πολιτεία δικόνε του σκλάβο κ' εκείνου αγαπητικό. Και θέλοντας να του ανοίξη και κεινού την καρδιά τον ερωτούσε χαμογελώντας, αν δεν ντρέπεται ν' αγαπάη το γιό του Λάμωνα παρά και γυρεύει με τα σωστά του να πλαγιάση μαζί με παλληκαράκι, που βόσκει γίδια· και συνάμα καμονότανε πως συχαίνεται την τραγίσια βρώμα. Μα εκείνος καθώς είχε μάθει κάθε του έρωτα παραμύθι στα τραπέζια των παραλυμένων, όχι αστόχαστα, και για τον εαυτό του και για το Δάφνη, έλεγε:

— Κανένας αγαπητικός, αφέντη, δεν τα ψιλολογάει αυτά, μόνε σ' όποιας λογής πράμα κι αν βρη την ομορφιά σκλαβώνεται. Γι' αυτό και φυτό κάποιος αγάπησε και ποτάμι και θεριό. Κι όμως ποιος δε θα λυπότανε αγαπητικό, που θάπρεπε να φοβάται εκείνον που αγαπάει; Μα εγώ αγαπάω στο κορμί του σκλάβου την ομορφιά την ελεύθερη. Βλέπεις πως μοιάζουν τα μαλιά του με λαλέ; πως λάμπουν τα μάτια κάτω από τα φρύδια σαν δαχτυλιδόπετρα μέσα σε χρυσή δέση; πως το πρόσωπό του είναι γεμάτο κοκκινάδι και το στόμα του απ' άσπρα δόντια σαν του ελέφαντα; Ποιος αγαπητικός δε θα παρακαλούσε να πάρη από εκεί νόστιμα φιλιά; Κι αν αγάπησα βοσκό, μιμήθηκα τους θεούς. Βοϊδολάτης ήτανε ο Αγχίσης και τον πήρεν η Αφροδίτη· γίδια έβοσκε ο Βράχιος και τον αγάπησεν ο Απόλλωνας· βοσκός ήτανε ο Γανυμήδης και τον άρπαξε ο Δίας· ας μην περιφρονούμε παιδί, που είδαμε να το ακούν και τα γίδια σαν αγαπητικιές· μα αν αφίνουνε να μένη ακόμη κάτω στη γις τέτοια ομορφιά, ας χρωστάμε χάρη στου Δία τους αετούς.

18. Κι αφού γλυκογέλασεν ο Άστυλος γι' αυτά μάλιστα τα λόγια του και είπε πόσο μεγάλους σοφιστές κάνει ο έρωτας, εζητούσεν ευκαιρία που να μιλήση στον πατέρα του για το Δάφνη. Μα σαν τάκουσε κρυφά όλα όσα ειπώθηκαν ο Εύδρομος κ' επειδή από τη μια μεριά αγαπούσε το Δάφνη γιατί ήτανε τίμιο παλληκάρι κι από την άλλη του ερχότανε κακό να γίνη ξεντρόπιασμα του Γνάθωνα τέτοια ομορφιά, αμέσως τα λέει όλα ένα προς ένα σ' εκείνον και στο Λάμωνα. Ο Δάφνης λοιπόν, αφού σάστισε στην αρχή, αποφάσιζε ν' αποκοτήση να φύγη αντάμα με τη Χλόη ή να πεθάνη μαζί μ' εκείνη· Μα ο Λάμωνας αφού εφώναξε έξω απ' την αυλή τη Μυρτάλη, της είπε:

— Χαθήκαμε, γυναίκα· ήλθεν η ώρα να φανερώσουμε τα κρυφά· ας μείνουν έρμα τα γίδια κι όλα τ' άλλα· όμως μα τον Πάνα και μα τις Νύμφες, κι αν πρέπη, καθώς λένε, ν' αφίσω τα βώδια στο σταύλο, δε θα κρύψω ποια είναι η μοίρα του Δάφνη, παρά θα ειπώ και ό,τι βρήκα παραπεταμένο και θα φανερώσω πώς τον είδα να θρέφεται και θα δείξω όσα βρήκα μαζί του. Ας μάθη ο Γνάθωνας ο βρωμερός ποιος όντας ποια πιθυμάει. Ετοίμαζέ μου μονάχα καλά τα σημάδια.