Δάφνης και Χλόη

Part 5

Chapter 523 wordsPublic domain

7. Εβάνανε να φάνε ο Δρύαντας κ' οι δικοί του· εμοιράζονταν τα κρέατα· έβαναν ψωμί στο τραπέζι έπιαναν κρασί. Ένα μαντρόσκυλο παραφυλάξαντας την απροσεξιά τους, άρπαξεν ένα κομμάτι κρέας κ' έφυγε από τη θύρα. Εθύμωσεν ο Δρύαντας (επειδή ήτανε το δικό του μερτικό) κι αφού άρπαξεν ένα ξύλο το εκυνηγούσε από κοντά σαν σκυλί. Κ' ενώ το εκυνηγούσε κ' έφτασε σιμά στον κισσό, βλέπει το Δάφνη, που είχε κρεμάσει στους ώμους το κυνήγι, αποφασισμένος να φύγη κρυφά. Αμέσως ο Δρύαντας εξέχασε το κρέας και το σκυλί· κι αφού εφώναξε δυνατά «γεια σου παιδί μου!» τον αγκάλιαζε και τον εφιλούσε και τον έμπαζε μέσα κρατώντας τον από το χέρι. Παρολίγο λοιπόν η Χλόη κι ο Δάφνης άμα ιδωθήκανε να πέσουνε χάμω· σαν μπόρεσαν όμως να μείνουν ορθοί εχαιρετήθηκαν και γλυκοφιληθήκανε· κι αυτό τους έγινε στήριγμα για να μη πέσουν.

8. Κι ο Δάφνης αφού ανέλπιστα βρήκε και φιλί και τη Χλόη, κάθησε κοντά στη φωτιά κ' έρριξεν από τους ώμους του επάνω στο τραπέζι τις φάσες και τα κοτσύφια· και διηγότανε πως στενοχωρημένος από την κλεισούρα στο σπίτι εβγήκε για κυνήγι και πως άλλα με τα δίχτυα κι άλλα με τα ξόβεργα έπιασε τα πουλιά, που δρέγονταν τα σμέρτα και τον κισσό. Κ' εκείνοι επαίνευαν την εξυπνάδα του και τον προσκαλούσανε να φάη από όσα άφισε ο σκύλος. Ελέγανε και στη Χλόη να του βάνη να πιή. Κι αυτή με χαρά έβαλε και στους άλλους και στο Δάφνη ύστερ' από κείνους· επειδή εκαμονότανε πως ήτανε θυμωμένη γιατί μια κ' είχεν έλθει εσκόπευε να φύγη χωρίς να την ιδή. Μα πριν να του δώση έπιε λίγο από το κρασί και ύστερα του το έδωκε. Κι ο Δάφνης, αν και διψούσε, έπινε αργά για να νοιώθη από την άργητα πιο πολλή ευχαρίστηση.

9. Το τραπέζι γλήγορα άδειασεν από ψωμιά και κρέατα· και καθούμενοι ακόμη τον ερωτούσανε για τη Μυρτάλη και το Δάμωνα και τους εκαλοτύχιζαν πως θα έχουν τέτοιονε γεροκόμο· κι ο Δάφνης εχαιρόταν που άκουγε η Χλόη τα παινέματα. Μα όταν τον εκράτησαν για να κάνουνε θυσία στο Διόνυσο την άλλη μέρα, παρολίγο από τη χαρά να προσκυνήση εκείνους αντί για το Διόνυσο. Αμέσως λοιπόν έβγανε από το ταγάρι του πολλές πήττες κι όσα πουλιά είχε πιάσει· κι αυτά τα ετοιμάζανε για το δείπνο. Ξανάπιασαν κρασί κι άναψαν πάλι φωτιά· κ' επειδή ενύχτωσε γλήγορα ξανακαθίσανε στο τραπέζι. Κ' ύστερα αφού είπανε παραμύθια κ' ετραγούδησαν, επήγανε για ύπνο, η Χλόη με τη μητέρα της κι ο Δρύαντας με το Δάφνη. Κ' η Χλόη τίποτε άλλο δε συλλογιζότανε παρά ότι την άλλη μέρα θα ιδή το Δάφνη. Κι ο Δάφνης εδοκίμαζε φανταστική χαρά, επειδή ενόμιζε πως ήταν ευχάριστο να κοιμηθή με τον πατέρα της Χλόης· κ' έτσι τον αγκάλιαζε και τόνε γλυκοφιλούσε συχνά, επειδή ονειρευόταν πως όλα αυτά τα κάνει της Χλόης.

10. Κι άμα εξημέρωσε έκανε κρύο τρομερό και το φύσημα του βοριά τάκαψεν όλα. Κ' εκείνοι, αφού εσηκώθηκαν, κάνουνε θυσία στο Διόνυσο κριάρι χρονιάρικο· κι αφού ανάψανε μεγάλη φωτιά, ετοίμαζαν το φαΐ. Ενώ λοιπόν η Νάπη εζύμωνε κι ο Δρύαντας έψηνε το κριάρι, βρίσκοντας ευκαιρία ο Δάφνης κ' η Χλόη, βγήκαν έξω από τη στάνη εκεί όπου ήταν ο κισσός· κι αφού έστησαν πάλι δίχτυα και ξόβεργα, έπιασαν όχι λίγα πουλιά. Μα εδοκίμαζαν κι από φιλιά αδιάκοπη γλύκα και γλυκοκουβεντιάζανε:

— Για σένα ήλθα Χλόη.

— Το ξέρω, Δάφνη.

— Για σένα σκοτόνω τα κακόμοιρα τα κοτσύφια. Πού λοιπόν θα καταντήσω για σένα; Να με θυμάσαι.

— Σε θυμάμαι· μα τις Νύμφες που σ' ορκίστηκα κάποτε σ' εκείνη τη σπηλιά, όπου θα πάμε μόλις το χιόνι λυώσει.

— Μα είναι πολύ, Χλόη, και φοβάμαι μήπως εγώ πριν απ' αυτό λυώσω.

— Κάνε κουράγιο, Δάφνη· καυτερός είν' ο ήλιος.

— Άμποτε να ήταν τόσο καυτερός, όσο η φωτιά που καίει την καρδιά μου.

— Αστειεύεσαι κοροϊδεύοντάς με.

— Όχι, μα τα γίδια, που εσύ μ' επρόσταξες να σ' ορκιστώ.

11. Αφού αποκρίθηκεν αυτά η Χλόη στο Δάφνη σαν αντίλαλος κ' επειδή τους εφώναξεν η Νάπη, εμπήκανε πάλι μέσα, πολύ περισσότερο κυνήγι από το χτεσινό φέρνοντας. Κι άμα έχυσαν κρασί για τιμή του Διόνυσου, έτρωγαν έχοντας στεφανωμένα τα κεφάλια με κισσό. Κι όταν έφτασε η ώρα, σαν ετραγούδησαν τον Ίακχο κ' εφώναξαν «ευοί», ξεπροβόδιζαν το Δάφνη, αφού του εγέμισαν το ταγάρι κρέατα και ψωμιά. Τούδωκαν και τις φάσες και τις τσίχλες να της πάη του Δάμωνα και της Μυρτάλης, επειδή αυτοί θα έπιαναν άλλες όσο θα βαστούσε ο χειμώνας και δε θάλειπε ο κισσός. Κι ο Δάφνης έφευγε, αφού τους εφίλησε πρώτ' από τη Χλόη για να μείνη απείραχτο το φίλημα εκείνης. Μα κι άλλες πολλές φορές ξαναπήγε εκεί μ' άλλους τρόπους· κ' έτσι ο χειμώνας δεν επέρασε γι' αυτούς δίχως έρωτα.

12. Κι όταν άρχιζε πια η άνοιξη και το χιόνι έλυονε κ' η γις ξεκαθάριζε και το χορτάρι έβγαινε, κ' οι άλλοι βοσκοί έβγαναν τα κοπάδια στη βοσκή και πρώτοι απ' όλους η Χλόη κι ο Δάφνης σαν να εδουλεύανε σε μεγαλύτερο βοσκό. Αμέσως λοιπόν ετρέξανε στις Νύμφες και στη σπηλιά· κι από εκεί στον Πάνα και στο πεύκο· ύστερα στη βαλανιδιά, όπου καθούμενοι και τα κοπάδια έβοσκαν κ' εγλυκοφιλούσαν ο ένας τον άλλο. Εζητήσανε να βρούνε και λουλούδια, επειδή ηθέλανε να στεφανώσουν τους θεούς· μα αυτά μόλις τα είχε ανοίξει ο Ζέφυρος, που τάθρεφε, κι ο ήλιος που τα εζέσταινε· κι όμως εβρέθηκαν και μενεξέδες και μανούσια και γαλατσίδες κι όσα πρωτοφέρνει η άνοιξη. Η Χλόη κι ο Δάφνης άρμεξαν από γίδες κι από μερικές προβατίνες το πρώτο γάλα και μ' αυτό ερράντισαν τ' αγάλματα, ενώ τα εστεφάνοναν. Έπειτα έκαμαν αρχή και του σουραυλιού σαν να παρακινούσανε τ' αηδόνια για το λάλημα· κ' εκείνα αποκρινόντανε μέσ' από τα βάτα και σιγά-σιγά εθρηνολογούσαν τον Ίτυ, σαν να εθυμόντανε το τραγούδι ύστερις από μακριά σιωπή.

13. Εβέλαξαν και τα πρόβατα, επήδησαν και τ' αρνιά κι αφού εγονάτιζαν από κάτω από τις μαννάδες τους, εβύζαιναν τα μαστάρια· κι όσες δεν είχαν ακόμη γεννήσει τις εκυνηγούσαν τα κριάρια κι' άμα τις εσταματούσαν από την κούραση, καβαλίκευαν καθένα από μία. Εκυνήγησαν κ' οι τράγοι τις γίδες κ' επηδούσαν τριγύρω τους πιο ερωτικά και πιάνονταν αναμεταξύ τους για τις γίδες. Και κάθε τράγος είχε τις δικές του κ' επρόσεχε μήπως κανένας άλλος του τις καβαλικέψει κρυφά. Τα τέτοια πράγματα και τους γέρους ακόμη, αν τα βλέπανε, θα τους παρακινούσανε στην απόλαψη. Κι ο Δάφνης κ' η Χλόη, αφού ήτανε νέοι και γαυριασμένοι κ' εζητούσαν από πολύ πια καιρόν αγάπη, ξάναβαν από όσα άκουαν κ' έλυοναν από όσα έβλεπαν κ' ήθελαν κι αυτοί κάτι περισσότερο από το φιλί κι από τ' αγκάλιασμα· μα πιο πολύ ο Δάφνης, αφού βέβαια εδυνάμωσε από την κλεισούρα όλο το χειμώνα κι από το καθισιό, και τα φιλιά επιθυμούσε και γι' αγκαλιάσματα ελαχτάριζε και για κάθε δουλιά ήτανε πιο περίεργος και πιο τολμηρός.

14. Παρακαλούσε λοιπόν τη Χλόη να του χαρίση ό,τι ήθελε και γυμνή να πλαγιάσει μ' αυτόνε γυμνό περισσότερη ώρα από όση συνήθιζανε προτήτερα· επειδή αυτό έλειπε από του Φιλητά τις ορμήνιες για να γίνη και το μόνο γιατρικό που καταλαγιάζει την αγάπη. Κι όταν εκείνη ερωτούσε τι άλλο είναι ακόμη από το φιλί κι από τ' αγκάλιασμα κι απ' αυτό το πλάγιασμα και τι στοχάζεται να κάνη αν γυμνός ξαπλωθή μ' αυτήνε γυμνή, ο Δάφνης είπε:

— Αυτό που κάνουν τα κριάρια στις προβατίνες κ' οι τράγοι στις γίδες. Βλέπεις πως ύστερ' απ' αυτή τη δουλιά μήτ' εκείνες πια τους αποφεύγουν, μήτ' εκείνοι κουράζονται κυνηγώντάς τες, παρά από δω και πέρα, σαν να δοκιμάζουνε την ίδια γλύκα, βόσκουνε μαζί; Πολύ γλυκιά, καθώς φαίνεται, είναι η δουλιά και νικάει την πίκρα του έρωτα.

— Μα δε βλέπεις, Δάφνη, τις γίδες και τα κριάρια και τους τράγους και τις προβατίνες, πως εκείνοι κάνουν ορθοί κ' εκείνες παθαίνουν ορθές; εκείνοι αφού πηδήσουν, κι αυτές αφού τους κρατήσουν στα πισινά τους; Κ' εσύ θέλεις να πλαγιάσω χάμου μαζί σου γυμνή; κι όμως εκείνες πόσο πιο μαλλιαρές είναι από μένα, αν κ' είμαι ντυμένη.

Την επίστεψε ο Δάφνης κι αφού πλάγιασε χάμου μαζί της, πολλήν ώρα εκείτονταν κ' επειδή από όσα επιθυμούσε τίποτε δεν ήξερε να κάνη, τήνε σηκώνει κ' ύστερα την εσφιχταγκάλιαζε κάνοντας όπως οι τράγοι. Μα σαν εβρέθηκε σε πολύ δυσκολώτερη θέση, εκάθισε κ' έκλαψε, επειδή ήτανε κι από τα κριάρια πιο ανήξερος στου έρωτα τις δουλιές.

15. Κ' ήτανε κάποιος γείτονας, ζευγολάτης δικού του χωραφιού, που τον ελέγανε Χρώμη και περασμένος στα χρόνια. Αυτός είχε γυναικούλα φερμένη από την πολιτεία νέα κι όμορφη και πιο τρυφερή από χωριάτισσα· την ελέγανε Λυκαίνιο. Τούτη, βλέποντας το Δάφνη κάθε μέρα να περνάη τα γίδια το πρωί για τη βοσκή, τη νύχτα για τη στάνη, επιθύμησε να τον κάνη αγαπητικό της, αφού τον ξεγελάση με χαρίσματα· και κάποτε παραφυλάξαντάς τονε μονάχο και σουραύλι του εχάρισε και κερήθρες και ταγάρι από λαφοτόμαρο· μα δεν ετολμούσε να του ειπή τίποτα, επειδή εμάντευε την αγάπη της Χλόης, γιατί τον έβλεπε πολύ προσκολλημένο στην κόρη. Και προτήτερα από τα γνεψίματα κι από το γέλοιο το κατάλαβε· μα τότες, αφού από το πρωί επροφασίστηκε στο Χρώμη, ότι θα πάη σε μια γειτόνισσά της ετοιμόγεννη, τους παρακολούθησε κι αφού εκρύφτηκε σε κάποια χαμόκλαδα για να μη φαίνεται άκουσεν όλα όσα είπαν, είδεν όλα όσα εκάμανε· μήτε της ξέφυγε ότι έκλαψε ο Δάφνης. Επειδή λοιπόν εσυμπόνεσε τους δύστυχους αυτούς κ' ενόμισε ότι παρουσιαζότανε διπλή ευκαιρία και για τη σωτηρίαν εκείνων και για τη δική της πιθυμιά, σοφίζεται κάτι τέτοιο:

16. Την άλλη μέρα αφού επροφασίστηκε πως θα πάη στην ετοιμόγεννη γυναίκα, φτάνει χωρίς να κρύβεται στη βαλανιδιά όπου εκάθονταν ο Δάφνης κ' η Χλόη, και σαν εκαμώθηκε απαράλλαχτα την ταραγμένη είπε:

— Σώσε με, Δάφνη, την κακομοίρα· επειδή από τις είκοσι χήνες μου μια, την πιο καλή, ένας αετός μου την άρπαξε· μα επειδή εσήκωσε μεγάλο φόρτωμα, δε μπόρεσε πετώντας να πάη σ' εκείνο το συνηθισμένο του αψηλό βράχο παρά έπεσε σ' αυτήν εδώ τη χαμηλή λαγκάδα. Εσύ λοιπόν για τόνομα των Νυμφών κ' εκείνου του Πάνα, αφού μπης στη λαγκάδα, σώσε μου τη χήνα· επειδή φοβάμαι μονάχη μου να μπω. Κ' ίσως να σκοτώσης και τον ίδιο τον αετό και να μη σας αρπάξη κ' εσάς πια πολλά αρνιά και κατσίκια· και το κοπάδι ως τότε θα το φυλάξη η Χλόη· τήνε γνωρίζουνε βέβαια τα γίδια, γιατί πάντα βόσκει μαζί σου.

17. Χωρίς να υποψιαστή τίποτε από τα μελλούμενα ο Δάφνης, αμέσως σηκόνεται κι αφού επήρε την αγκλίτσα του, ακολουθούσε τη Λυκαίνιο· κι αυτή τον έφερνε όσο μπορούσε μακριά από τη Χλόη κι όταν εφτάσανε στο πιο δασό μέρος κι αφού τον παρακάλεσε να καθίσουνε κοντά σε μια πηγή, του είπε:

— Αγαπάς, Δάφνη, τη Χλόη· κι αυτό το έμαθα εγώ τη νύχτα από τις Νύμφες. Στ' όνειρό μου οι Νύμφες μου διηγήθηκαν τα χτεσινά σου δάκρυα και με προστάξανε να σε σώσω, μαθαίνοντάς σε τις δουλιές της αγάπης. Κι αυτές δεν είναι φιλήματα κι αγκαλιάσματα κι όσα κάνουν τα κριάρια κ' οι τράγοι· άλλα πηδήματα είναι αυτά και πιο γλυκά από κείνα, επειδή έχουνε γλύκα για περισσότερο καιρό. Ανίσως λοιπόν και θέλης να γλυτώσης από τα βάσανα και να μάθης τις χάρες, που ζητάς, έλα παραδόσου σ' εμένα σαν χαρούμενος μαθητής κ' εγώ για το χατήρι των Νυμφών εκείνων θα σε μάθω.

18. Δε βάσταξε ο Δάφνης από τη χαρά, παρά σαν άμαθος και γιδάρης, κ' ερωτευμένος και νέος, αφού έπεσε στα πόδια της Λυκαίνιο, την παρακαλούσε να τόνε μάθη όσο μπορούσε γλήγορα τον τρόπο, που να κάνη της Χλόης ό,τι θέλει. Και σαν να έμελλε κάτι μεγάλο κι αληθινά θεοσταλμένο να μάθη και κατσικάκι πως θα της δώση έταζε και τυριά χλωρά από πρωτάρμεχτο γάλα και την κατσίκα την ίδια. Αφού λοιπόν η Λυκαίνιο βρήκε τσοπάνικη αθωότητα όση δεν επερίμενε, άρχισε να γυμνάζη το Δάφνη με τούτο τον τρόπο. Τον πρόσταξε να καθίση κοντά της, όπως ήτανε, και να φιλάη φιλιά όπως κι όσα συνήθιζε κ' ενώ θα την εφιλούσε να την αγκαλιάζη μαζί και να πλαγιάζη χάμου· κι άμα εκάθησε και την εφίλησε κ' επλάγιασε κ' είδε πως ημπορούσε να κάνη κ' ήτανε γαυριασμένος τόνε σηκώνει από το πλάι της κι αφού ξαπλώθηκε από κάτω του, τον έφερε στο δρόμο που εζητούσεν ως τότε· κ' ύστερα δεν έκανε τίποτα ασυνήθιστο, επειδή η φύση η ίδια τον εμάθαινε τ' αποδέλοιπα πούπρεπε να κάνη.

19. Κι αφού ετέλειωσε το ερωτικό μάθημα, ο Δάφνης έχοντας ακόμη ποιμενικό μυαλό, ξεκίνησε τρεχάλα για τη Χλόη να της κάνη αμέσως ίσα είχε μάθει, σαν να φοβότανε μήπως αργώντας τα ξεχάση· μα η Λυκαίνιο αφού τον εσταμάτησε, τέτοια του είπε:

— Ακόμη και τούτα πρέπει να σε μάθω, Δάφνη. Εγώ όντας γυναίκα δεν έπαθα τώρα τίποτε· επειδή από καιρό αυτά άλλος άντρας μου τάμαθε, παίρνοντας την παρθενιά μου για πλερωμή. Μα η Χλόη, άμα παλέψη μαζί σου τον πόλεμο αυτό, θα φωνάξη και θα κλάψη και θα κείτεται με πολύ αίμα σαν σκοτωμένη· εσύ όμως μη φοβηθής το αίμα, μόνε όταν την καταφέρης να σου παραδοθή φέρ' τηνε σε τούτο το μέρος για να μη την ακούση κανένας κι αν φωνάξη· κι αν δακρύση να μη την ιδή κανένας· κι αν ματώση να πλυθή στην πηγή και να θυμάσαι ότι εγώ πριν από τη Χλόη σ' έχω κάνει άντρα.

20. Η Λυκαίνιο λοιπόν αφού τόσα τον ορμήνεψε, σ' άλλο μέρος της λαγκάδας έφυγε, σαν να εζητούσε ακόμη τη χήνα. Κι ο Δάφνης έχοντας στο νου του όσα του είπεν άφισε την πρώτη του ορμή· κ' εδίσταζε να ζητήση από τη Χλόη περισσότερο από φίλημα κι αγκάλιασμα, επειδή δεν ήθελε μήτε να φωνάξη σαν από εχθρό, μήτε να δακρύση σαν να επονούσε, μήτε να ματώση σαν σκοτωμένη. Επειδή όντας αρχάριος φοβότανε το αίμα κ' εθαρρούσε πως αίμα βγαίνει μονάχ' από πληγή. Κι αφού αποφάσισε να διασκεδάζη μαζί της όπως πάντα, εβγήκε από τη λαγκάδα κι άμα επήγεν εκεί όπου καθότανε η Χλόη πλέκοντας στεφανάκι από μενεξέδες, και ψέμα είπε, πως από τα νύχια του αετού άρπαξε τη χήνα, κι αφού την αγκάλιασε την εφίλησε, καθώς τη Λυκαίνιο στην απόλαψη@ τους. Επειδή αυτό σαν ακίνδυνο ήτανε συχωρεμένο. Κ' η Χλόη έβαλε το στεφάνι στο κεφάλι του Δάφνη κ' εφίλησε τα μαλλιά του, που για αυτήν ήτανε καλύτερα από τους μενεξέδες. Κι αφού έβγαλεν από το ταγάρι της ένα κομμάτι πηχτή και λίγα φελιά ψωμί, τούδωκε να φάη· κ' εκεί που έτρωγεν αυτός άρπαζεν από το στόμα του το φαΐ κ' έτσι έτρωγε κ' εκείνη σαν κλωσσοπούλι.

21. Κ' ενώ έτρωγαν κ' εφιλιόντανε περισσότερο από όσο έτρωγαν, εφάνηκε ένα ψαροκάικο που επήγαινε γιαλό-γιαλό. Δεν εφυσούσε καθόλου, παρά ήτανε γαλήνη κι' αναγκαζόντανε να λάμνουν· κ' ελάμνανε δυνατά, επειδή εβιάζονταν να πάνε στην πολιτεία για μερικούς πλούσιους φρέσκα ψάρια. Κι όπως συνηθίζουν οι ναύτες όλοι να κάνουνε για να ξεχνούν την κούραση, το ίδιο έκαναν κ' εκείνοι. Εσήκωναν τα κουπιά μαζί κ' ένας που ήταν αρχηγός τους έλεγε κάποιο τραγούδι· οι άλλοι σαν χορός εφωνάζανε με μια φωνή σύμφωνα με την φωνήν εκείνου. Κι όσο λοιπόν έκαναν αυτά στην ανοιχτή θάλασσα, εχανόταν η βοή, επειδή οι φωνές σκορπιζότανε σε απλωτό ορίζοντα· άμα όμως, προσπερνώντας ένα κάβο, μπήκανε σε κόρφο σαν μισοφέγγαρο και βαθουλό, ακουότανε δυνατώτερη η βοή κ' έφταναν ξάστερα στη στεριά τα τραγούδια, που με το χρόνο τους ετραβούσαν κουπί. Επειδή όντας κάτω από τον κάμπο βαθύ φαράγγι, που εδεχότανε σαν όργανο μέσα του τον αχό, έβγανε φωνή, που εμιμιότανε όλα τα λεγούμενα· χωριστά το χτύπο των χτυπιών, χωριστά τη φωνή των ναύτηδων. Κ' ήτανε ευχάριστο το άκουσμα. Επειδή άμα έφτανε η φωνή από τη θάλασσα, τόσο πιο αργά έπαυε η φωνή από τη στεριά, όσο πιο αργά άρχιζε.

22. Ο Δάφνης, επειδή ήξερε τι γινότανε, μονάχα στη θάλασσα επρόσεχε· κ' εδιασκέδαζε με το πλεούμενο, που γιαλό-γιαλό περνούσε τον κάμπο γληγολότερα από πουλί, κ' επροσπαθούσε να συγκρατήση στο νου του μερικά από τα τραγούδια για να τα παίζη με το σουραύλι. Μα η Χλόη, επειδή τότε πρώτη φορά άκουσεν αυτό που λεν αντίλαλο, πότε έβλεπε κατά τη θάλασσα, ενώ οι ναύτες ετραγουδούσανε με το πρόσταγμα, πότε εγύριζε κατά το φαράγγι, ζητώντας εκείνους που αποκρίνονταν. Κ' επειδή, άμα προσπεράσανε οι ναύτες, ήτανε και στο φαράγγι σιγαλιά, ερωτούσε το Δάφνη, αν είναι και πίσω από τον κάβο θάλασσα, κι αν περνάη γιαλό-γιαλό κι άλλο πλεούμενο κι αν άλλοι ναύτες ετραγουδούσαν τα ίδια κι αν όλα μαζί εσώπασαν. Ο Δάφνης λοιπόν, αφού εγέλασε γλυκά, την εφίλησε πιο γλυκά και της εφόρεσε το στεφάνι από τους μενεξέδες, άρχισε να της λέη το παραμύθι της Ηχώς, αφού της εζήτησε, άμα της το μάθη, για πλερωμή δέκα φιλιά:

23. — Νύμφες, αγάπη μου, είναι πολλές: Μελικές, Δρυάδες και Έλειες· όλες όμορφες, όλες τραγουδίστρες· και μια απ' αυτές εγέννησε κόρη την Ηχώ· θνητή, επειδή ήταν από πατέρα θνητό· όμορφη, επειδή ήταν από μητέρα όμορφη. Την αναθρέφουνε λοιπόν οι Νύμφες και τη μαθαίνουν οι Μούσες να παίζη το σουραύλι και να λέη με τη λύρα και την κιθάρα κάθε τραγούδι, ως που άμα ήτανε στον ανθό της παρθενιάς της, εχόρευε μαζί με τις Νύμφες, ετραγουδούσε μαζί με τις Μούσες· τους αρσενικούς όμως τους απόφευγε όλους και ανθρώπους και θεούς, επειδή αγαπούσε την παρθενιά. Ο Πάνας θυμόνει με την κόρη, γιατί της εζήλεψε το τραγούδι και δεν απόλαψε την ομορφιά της· και κάνει τρελλούς τους βοσκούς και τους γιδάρηδες. Κ' εκείνοι σαν σκυλιά ή σαν λύκοι την κατακομματιάζουν και σκορπούνε στη γις τα κομμάτια της, που ακόμα τραγουδούσαν. Κ' η γις για χατήρι των Νυμφών έκρυψεν όλα τα κομμάτια κ' εφύλαξε τη μουσική και με τη θέληση των Μουσώνε βγάνει φωνή και τα μιμιέται όλα, καθώς τότες η κόρη, θεούς, ανθρώπους, όργανα, θεριά· μιμιέται και τον ίδιο τον Πάνα, όταν παίζη το σουραύλι· κ' εκείνος, άμα τ' ακούση, πετιέται και τρέχει κατά τα όρη, όχι από πόθο να τήνε συναπαντήση, μόνο για να μάθη ποιος είναι ο κρυμμένος μαθητής.

Αφού είπε το παραμύθι αυτό ο Δάφνης, όχι μονάχα δέκα φορές, παρά πολύ περισσότερες τον εγλυκοφίλησε η Χλόη. Παραλίγο κι αυτά να τα ειπή η Ηχώ, σαν για να βεβαιώση ότι δεν είπε καθόλου ψέματα.

24. Κ' επειδή κάθε μέρα γινόταν ο ήλιος πιο καυτερός, γιατί τελείονε η άνοιξη κι άρχιζε το καλοκαίρι, είχαν πάλι καινούργιες και καλοκαιρινές διασκέδασες· ο Δάφνης κολυμπούσε στα ποτάμια κ' η Χλόη λουζότανε στις πηγές. Εκείνος έπαιζε το σουραύλι παραβγαίνοντας με τα πεύκα κ' εκείνη τραγουδούσε συναγωνιζούμενη τ' αηδόνια. Κυνηγούσαν τριζόνια, έπιαναν τζιτζίκους φωνακλάδες εμάζευαν λουλούδια· εσειούσαν τα δέντρα, έτρωγαν πωρικά. Και κάποτες επλάγιασαν μαζί και γυμνοί κ' εσκεπάστηκαν μ' ένα τομάρι γίδας. Κ' εύκολα θα γινόταν η Χλόη γυναίκα, αν δεν τρόμαζε το Δάφνη το αίμα. Κ' έτσι από φόβο μη δεν κρατήση τη φρονιμάδα του, δεν άφινε τη Χλόη να γυμνύνεται πολύ, ως που απορούσεν η Χλόη, μα ντρεπότανε να ρωτήση την αφορμή.

25. Το καλοκαίρι αυτό πολλοί γαμπροί ετριγύριζαν στη Χλόη και πολλοί από άλλα μέρη πηγαίνανε στο Δρύαντα ζητώντάς τη για γάμο· κι άλλοι χαρίσματα έφερναν κι άλλοι έταζαν μεγάλα. Η Νάπη λοιπόν παρακινούμενη από τις ελπίδες, συμβούλεψε να παντρέψουν τη Χλόη και να μη κρατούνε στο σπίτι περισσότερο καιρό τόσο μεγάλη κόρη, που δίχως άλλο ύστερ' από λίγο, βόσκοντας, θα χάση την παρθενιά της και θα πάρη άντρα κανέν' από τους βοσκούς για μήλα ή για ρόδα, παρά κ' εκείνη να την κάμουνε νοικοκυρά κι αυτοί, αφού πάρουν πολλά δώρα, να τα φυλάνε για το δικό τους και γνήσιο παιδί τους, (Επειδή είχανε κάμει αρσενικό παιδί λίγο προτήτερα). Κι ο Δρύαντας πότε χαιρόντανε με τα λεγούμενα, επειδή καθένας έταζε δώρα μεγαλύτερα από όσα άξιζε μια βοσκοπούλα, και πότε, κάνοντας τη σκέψη, ότι η κορασιά είναι καλύτερη από τους χωριάτες γαμπρούς, κι αν καμιά φορά βρη τους αληθινούς γονιούς της θα τους κάμη τρισευτυχισμένους, άφινε γι' άλλο καιρό την απάντηση και την ετραβούσε σε μάκρος· και στο αναμεταξύ εκέρδιζε όχι λίγα χαρίσματα. Κ' η Χλόη άμα τάμαθε, βρισκότανε σε μεγάλη λύπη και τόκρυβε από το Δάφνη για πολύν καιρό, επειδή δεν ήθελε να τόνε λυπήση. Μα όταν πια εκείνος την παρακαλούσε κ' επίμενε@ να μάθη και λυπότανε περισσότερο που δεν εμάθαινε παρά αν έμελλε να τα μάθη, του τα διηγιέται όλα· τους γαμπρούς, που ήτανε πολλοί και πλούσιοι· τους λόγους, που η Νάπη, σπουδάζοντας για το γάμο, έλεγε· πως δεν αρνήθηκε ο Δρύαντας, παρά ίσαμε τον τρύγο το είχε αφίσει.

26. Άμα τάκουσεν ο Δάφνης γίνεται έξωφρενών κ' έκλαψε, αφού κάθησε χάμου, λέγοντας ότι θα πεθάνη, αν δε μένη πια μαζί του η Χλόη· κι όχι μονάχα αυτός παρά και τα γίδια ύστερ' από τέτοιονε βοσκό. Κατόπι, αφού συνήρθε, πήρε θάρρος και στοχαζόταν, ότι θα καταπείση τον πατέρα της κ' ελογάριαζε έναν από τους γαμπρούς και τον ατό του και παράλπιζε πως θα φανή καλύτερος από τους άλλους. Ένα μονάχα τον ετρόμαζε: ότι ο Λάμωνας δεν ήταν πλούσιος. Αυτό μόνο του ξαδυνάτιζε την ελπίδα. Μολοντούτο έβρισκε καλό να τη ζητήση για γυναίκα κ' εσυμφωνούσε κ' η Χλόη. Στο Λάμωνα δεν τόλμησε να ειπή τίποτε, παρά στη Μυρτάλη και τον έρωτά του θαρρετά εφανέρωσε και για το γάμο της έκανε λόγο. Κι αυτή τα είπε τη νύχτα στο Λάμωνα. Κ' επειδή εκείνος άκουσε με κακό την ομιλία και την έβριζε, πως κορίτσι βοσκών προξενεύει του παιδιού, που με τα σημάδια δείχνει πως θάχη τύχη μεγάλη και που άμα βρη τους εδικούς του θα τους κάμη κι αυτούς λεύτερους κι αφέντηδες σε μεγαλύτερα χτήματα, η Μυρτάλη φοβούμενη μήπως, άμα απελπιστή ολότελα ο Δάφνης για το γάμο, αποκοτήση εξ αιτίας του έρωτά του τίποτε που να του φέρη το θάνατο, τούλεγε άλλες αφορμές της άρνησης:

— Είμαστε, παιδί μου, φτωχοί κ' έχουμε ανάγκη από νύφη, που να φέρη κάτι περισσότερο, ενώ εκείνοι είναι πλούσιοι και χρειάζονται γαμπρούς πλούσιους. Μα πήγαινε, κατάπεισε τη Χλόη κ' εκείνη τον πατέρα της να μη ζητούνε μεγάλα πράγματα παρά να σου τη δώσουνε γυναίκα. Κ' η Χλόη δίχως άλλο σ' αγαπάει και προτιμάει να κοιμάται μαζί με φτωχό κι όμορφο παρά με πλούσιον άσκημο σαν μαϊμού.

27. Η Μυρτάλη, επειδή δεν έλπιζε ποτέ, ότι ο Δρύαντας θα τα παραδεχτή αυτά, αφού είχε για γαμπρούς πλουσιώτερους, επίστευε πως με τρόπο θ' αρνηθή το γάμο. Κι ο Δάφνης δε μπορούσε νάχη παράπονο για τα λεγούμενα. Επειδή όμως έμενε πολύ πίσω από όσους εζητούσαν τη Χλόη, έκανε το συνηθισμένο στους φτωχούς αγαπητικούς: Έκλαψε και παρακαλούσε πάλι τις Νύμφες να τόνε βοηθήσουν. Κι αυτές εκεί που εκοιμόταν ο Δάφνης τη νύχτα, του παρουσιάζονται με τα ίδια σχήματα καθώς προτήτερα· κ' η πιο ψηλή έλεγε πάλι:

— Για το γάμο της Χλόης θα νοιαστή άλλος θεός· μα εμείς θα σου δώσουμε δώρα, που θα μαγέψουν το Δρύαντα. Το πλοίο των Μεθυμνιωτών νέων, που τη λιγαριά του κάποτε την έφαγαν τα γίδια σου, ο άνεμος το τράβηξεν εκείνη την ημέρα μακριά από τη στεριά· μα τη νύχτα, άμα σηκώθηκε στη θάλασσα πελαγήσιος άνεμος, έπεσ' έξω στη στεριά απάνω στους ακριανούς βράχους· κι αυτό χάθηκε μαζί με πολλά πράματα που ήτανε μέσα· ένα πουγγί όμως με τρεις χιλιάδες δραχμές τόβγαλε το κύμα στην αμμουδιά και κείτεται σκεπασμένο με φύκια κοντά σ' ένα ψόφιο δελφίνι, που εξ αιτίας ποτέ δεν πήγε κοντά κανένας διαβάτης, φεύγοντας τη βρώμα του ψοφιμιού. Μα εσύ πήγαινε κοντά· κι όταν σιμώσης σήκωσε το πουγγί· κι αφού το πάρης δόσε το. Θα σου είναι αρκετό να μη φανής τώρα φτωχός· κι αργότερα θα γίνης και πλούσιος.

28. Αυτά αφού είπαν εκείνες, εφύγανε μαζί με τη νύχτα· κι όταν ξημέρωσε σηκώθηκε ο Δάφνης πασίχαρος κ' έφερνε με δυνατά σφυρίγματα τα γίδια στη βοσκή· κι αφού εφίλησε τη Χλόη κ' επροσκύνησε τις Νύμφες, κατέβηκε στη θάλασσα, σαν νάθελε να πλυθή με θαλασσινό νερό· κι απάνω στον άμμο, κοντά στην ακρογιαλιά, περπατούσε ζητώντας τις τρεις χιλιάδες δραχμές. Και δεν είχε να κουραστή πολύ, επειδή το δελφίνι μυρίζοντας άσκημα του χτυπούσε στη μύτη ριγμένο εκεί και σάπιο κ' έχοντας τη βρώμα του για οδηγό στο δρόμο, γλήγορα εσίμωσεν εκεί· κι άμα παραμέρισε τα φύκια, βρίσκει το πουγγί γεμάτο μ' άσπρα. Κι αφού το σήκωσε και τόβαλε στο ταγάρι του, δεν έφυγε προτού να δοξάση τις Νύμφες κι αυτή τη θάλασσα. Επειδή, αν κ' ήτανε γιδάρης, τώρα θαρρούσε και τη θάλασσα πιο γλυκιά από τη γις, γιατί τον εβοηθούσε να παντρευτή τη Χλόη.

29. Και μόλις επήρε τις τρεις χιλιάδες δεν αργοπορούσε, μόνε σαν να ήταν ο πιο πλούσιος όχι μονάχα από τους ζευγολάτες του τόπου του παρά κι από όλους τους ανθρώπους, πηγαίνει αμέσως στη Χλόη και της διηγιέται τ' όνειρο, της δείχνει το πουγγί και την παρακαλάει να προσέχη τα κοπάδια, ως που να γυρίση· ύστερα τρέχει γλήγορα στο Δρύαντα και βρίσκοντάς τονε ν' αλωνίζη λίγο σιτάρι με τη Νάπη, του μιλάει με πολύ θάρρος για το γάμο:

— Δος μου τη Χλόη γυναίκα. Εγώ και το σουραύλι ξέρω να παίζω καλά και να κλαδεύω τ' αμπέλια και να παραχόνω τα δένδρα· ξέρω και το χωράφι να οργόνω και να λιχνίζω στον αέρα· και πώς βόσκω το κοπάδι μάρτυρας είναι η Χλόη· πενήντα γίδια, που παράλαβα, τάκαμα διπλά· έθρεψα και τράγους μεγάλους κι όμορφους, ενώ προτήτερα εβάναμε τις γίδες να πηδιούνται με ξένους· μα και νέος είμαι και γείτονάς σας δίχως ψεγάδι. Και μ' έθρεψε γίδα, όπως τη Χλόη προβατίνα. Αν κ' είμαι τόσο καλύτερος από τους άλλους, όμως μήτε στα χαρίσματα θα μείνω πίσω· εκείνοι θα δώσουνε γίδια και πρόβατα κ' ένα ζευγάρι ψωριάρικα βόιδια και στάρι, που δε φτάνει να ταΐσετε μήτε τις όρνιθες· εγώ όμως δίνω αυτές τις τρεις χιλιάδες δραχμές· μονάχα να μην το μάθη κανένας αυτό, μήτε ο ίδιος ο Λάμωνας ο πατέρας μου. Και συνάμα τις έδινε, κι αφού τους αγκάλιασε, τους γλυκοφιλούσε.