Δάφνης και Χλόη

Part 4

Chapter 425 wordsPublic domain

21. Κ' έχοντας πια τα καράβια γεμάτα από κάθε λογής άρπαγμα αποφασίσανε να μη τραβήξουν πιο πέρα, παρά γυρίζανε στην πατρίδα τους, επειδή εφοβόντανε και το χειμώνα και τους εχτρούς. Εφεύγανε λοιπόν και τυραννιστήκανε τραβώντας κουπί γιατί δεν εφυσούσε. Κι ο Δάφνης, άμα έγινεν ησυχία, επήγε στον κάμπο όπου έβοσκαν και μήτε τα γίδια βλέποντας, μήτε τα πρόβατα συναπαντώντας, μήτε τη Χλόη βρίσκοντας, παρά ερμιά μεγάλη και πεταμένο το σουραύλι, που με δαύτο ουνήθιζε να διασκεδάζη η Χλόη, φωνάζοντας δυνατά και κλαίοντας θρηνητικά, πότε έτρεχε κατά τη βαλανιδιά, όπου εκάθονταν, πότε κατά τη θάλασσα για να ιδή τη Χλόη και πότε στη σπηλιά των νυμφών, όπου είχε ζητήσει προστασία, όταν την έπιασαν. Εκεί έπεσε χάμω και κατηγορούσε τις νύμφες πως δεν εβοήθησαν.

22. — Από σας άρπαξαν τη Χλόη και παραδεχτήκατε να το ιδήτε; αυτή που σας έπλεκε τα στεφάνια, που έχυνε για τιμή σας το πρώτο γάλα που και το σουραύλι της τούτο σας τόκανε τάμα; Τραγί κανένα δε μου άρπαξε λύκος· μα οι εχτροί και το κοπάδι κ' εκείνη, που έβοσκε μαζί μου. Τα γίδια μου τα γδέρνουν και τα πρόβατα τα κάνουν θυσίες κ' η Χλόη θα καθίση σε πολιτεία. Με τι πόδια θα πάω στον πατέρα και στη μάννα χωρίς τα γίδια, χωρίς τη Χλόη, για να είμαι φτωχός σκαφτιάς, αφού δεν έχω πια τίποτε να βόσκω; Εδώ πεσμένος θα προσμένω το θάνατο ή άλλον εχτρό. Αρά γε κ' εσύ Χλόη τα ίδια υποφέρνεις; άρα γε θυμάσαι τον κάμπο τούτο και τις Νύμφες αυτές κ' εμένα; ή σε παρηγορούν τα πρόβατα και τα γίδια, που σκλαβωθήκανε μαζί σου;

23. Κ' εκεί που έλεγεν αυτά, από τα δάκρυα κι από τη λύπη τον παίρνει ύπνος βαθύς· και του παρουσιάζουνται οι τρεις Νύμφες, γυναίκες αψηλές κι όμορφες, μισόγυμνες και ξυπόλυτες, με ξέπλεκα μαλλιά και παρόμοιες με τ' αγάλματα. Στην αρχή εφάνηκαν πως συμπονούσαν το Δάφνη· ύστερα η πιο μεγάλη, γκαρδιόνοντάς τονε, λέει:

— Μη μας κατηγοράς καθόλου, Δάφνη, επειδή εμείς νοιαζόμαστε για τη Χλόη περισσότερο από σένα. Εμείς κι όταν ήτανε μωρό τη λυπηθήκαμε και σε τούτη εδώ τη σπηλιά την αναθρέψαμε. Εκείνη δεν έχει να κάνη τίποτε με τους κάμπους και με τα πρόβατα του Λάμωνα. Μα και τώρα έχουμε φροντίσει εμείς για κείνη να μη την πάνε σκλάβα στη Μέθυμνα, μήτε να γίνη μερτικό από τα πλιάτσικα των εχτρών. Και τον Πάνα εκείνο, που είναι στημένος κάτω από το πεύκο και που εσείς μήτε με άνθη τον ετιμήσατε, τον παρακαλέσαμε να βοηθήση τη Χλόη, επειδή είναι συνηθισμένος με τους στρατούς περισσότερο από εμάς κ' έχει κάνει πολλούς ίσαμε τώρα πολέμους, αφίνοντας τις εξοχές. Και θα πάη στους Μεθυμνιώτες όχι καλός εχτρός. Μην κάνης τίποτε άλλο, παρά σήκω και πήγαινε να σε ιδούν ο Λάμωνας και η Μυρτάλη, που κι αυτοί κείτονται χάμω, επειδή θαρρούνε πως κ' εσένα σ' άρπαξαν. Κι αύριο θα σούρθη η Χλόη με τα γίδια και τα πρόβατα και θα βοσκήσετε μαζί και το σουραύλι μαζί θα παίξετε· όσο για τ' αποδέλοιπα θα νοιαστή για σας ο Έρωτας.

24. Τέτοια ιδόντας κι ακούσαντας ο Δάφνης, αφού πετάχτηκε από τον ύπνο, γεμάτος δάκρυα από χαρά και λύπη και τ' αγάλματα των Νυμφών επροσκυνούσε κ' έταξε ότι, άμα σωθή η Χλόη, θα τους κάμη θυσία το πιο καλό τραγί. Κι αφού έτρεξε και κατά το πεύκο, όπου ήτανε στημένο το άγαλμα του Πάνα, τραγοπόδαρο, κερατιάρικο και κρατώντας με τόνα χέρι σουραύλι και με τάλλο τράγο, που επηδούσε, κ' εκείνον επροσκυνούσε και παρακαλούσε για τη Χλόη κ' έταζε πως θα του κάμη θυσία τράγο. Και μόλις καμιά φορά κατά το ηλιόγερμα παύοντας τα δάκρυα και τις προσευχές, αφού εφορτώθηκε στον ώμο του τα κλαδόφυλλα, που έκοψε, γύρισε στο εξοχικό. Κι άμα ξαλάφρωσε από την πίκρα το Λάμωνα και τους δικούς του και τους εγέμισε χαρά, και θροφή εδοκίμασε και πήγε για ύπνο, όχι όμως δίχως δάκρυα κι αυτόνε, μόνο παρακαλώντας να ξαναϊδή τις Νύμφες στ' όνειρό του και νάρθη γλήγορα η μέρα, που του έταξαν τη Χλόη. Η νύχτα εκείνη του φάνηκεν ότι ήτανε πιο μεγάλη από όλες. Και τούτα γίνανε στο διάστημά της.

25. Ο αρχηγός των Μεθυμνιωτών, αφού ξεμάκρυνε ίσαμε δέκα στάδια, θέλησε να ξεκουράση τους στρατιώτες, που ήταν αποσταμένοι από το διαγούμισμα· πιάνοντας λοιπόν σ' έναν κάβο που έμπαινε μέσα στο πέλαγο κι απλονότανε σα μισοφέγγαρο και που στο βάθος του η θάλασσα έκανε αραξοβόλι πιο απάνεμο από τούς λιμιώνες, άραξεν εκεί τα καράβια στ' ανοιχτά ρίχνοντας τις άγκυρες για να μη του πειράξη κανένα από τη στεριά κάνας χωριάτης, κ' έδωκε στους Μεθυμνιώτες την άδεια να διασκεδάζουνε με ησυχία. Κ' εκείνοι, έχοντας όλα μπόλικα από το άρπαγμα, επίνανε, χαροκοπούσαν, εκάνανε γιορτή σαν να είχανε νικήσει. Μα όταν έπεφτε η μέρα κ' η διασκέδαση έπαυεν εξαιτίας της νύχτας, άξαφνα όλη η γις εφάνηκε πως έλαμπε κι ακουότανε χτύπος τρομερός κουπιώνε, σαν ναρχότανε καταπάνω τους μεγάλη αρμάδα. Κάποιος εφώναξε τον αρχηγό, ο ένας έκραζε τον άλλο, κι άλλος εθαρρούσε πως ήταν πληγωμένος και κειτότανε χάμω σαν νεκρός. Θάλεγε κανένας πως βλέπει νυχτοπόλεμο χωρίς να υπάρχουνε καθόλου εχτροί.

26. Κι αφού τέτοια τους στάθηκε η νύχτα, ξημέρωσε ημέρα πολύ τρομερότερη από τη νύχτα. Οι τράγοι δηλαδή του Δάφνη και τα γίδια είχαν ανάμεσα στα κέρατα κισσό με τσαμπιά και τα κριάρια και τα πρόβατα της Χλόης ουρλιάζανε σαν λύκοι. Κ' είδαν και την ίδια στεφανωμένη με πεύκο. Μα και σ' αυτή τη θάλασσα γίνονταν πολλά περίεργα· οι άγκυρες δηλαδή, άμα δοκιμάζανε να τις σηκώσουν, εμένανε στον πάτο και τα κουπιά εσπάζανε, μόλις εκάνανε να τραβήξουν και δελφίνια, πηδώντας από τη θάλασσα και χτυπώντες με τις ουρές τους τα καράβια, έλυναν τους αρμούς· ακουότανε και κάποιος ήχος σουραυλιού από τον αψηλό βράχο, που ήτανε στην τσίμα του κάβου· μα δεν εγήτευε σαν σουραύλι παρά ετρόμαζεν όσους τον ακούανε, σαν σάλπιγγα. Εσαστίζανε λοιπόν κ' ετρέχανε να πάρουν τάρματα κ' εφώναζαν τους αθώρητους εχτρούς· ως που παρακαλούσανε πάλι νάρθη η νύχτα για να βρούνε ησυχία σ' αυτή. Όλα λοιπόν όσα γινόντανε, για όσους είχανε τα λογικά τους ήτανε ολοφάνερα σημάδια και φωνές του Πάνα, που είχε θυμώσει για κάτι με τους ναύτες· μα δεν μπορούσανε να μαντέψουν την αφορμή, επειδή δεν είχανε γδύσει κανένα αγιοτόπι του Πάνα· και κοντά το μεσημέρι στο στρατηγό, που είχε πέσει σε ύπνο όχι δίχως τη θέληση του θεού, φανερώθηκε ο ίδιος ο Πάνας λέγοντάς του τέτοια:

27. — Ω πιο αλιτήριοι κι' αθεόφοβοι από όλους τους ανθρώπους! Πώς αποκοτήσατε να κάνετε αυτά σαν εξωφρενιασμένοι. Εγεμίσατε πόλεμο την αγαπημένη μου εξοχή· αρπάξατε κοπάδια βόιδια και γίδια και πρόβατα, που εγώ τα νοιαζόμουν· ξεσύρατε από τους βωμούς παρθένα, που ο Έρωτας θέλει να κάμη μ' αυτή παραμύθι και δεν εφοβηθήκατε μήτε τις Νύμφες που σας εβλέπανε, μήτε εμένα τον Πάνα. Λοιπόν μήτε τη Μέθυμνα θα ιδήτε με τέτοια πλιάτσικα πηγαίνοντας εκεί, μήτε θα γλυτώσετε από τούτο το σουραύλι, που σας ετρόμαξε, μόνε θα σας κάνω θροφή των ψαριών, αφού σας βουλιάξω, ανίσως και δε γυρίσης πίσω στις Νύμφες όσο μπορείς γληγορότερα και τη Χλόη και τα κοπάδια της Χλόης και τα γίδια και τα πρόβατα. Σήκω λοιπόν και βγάλε στη στεριά την κόρη μαζί με όσα είπα. Και εγώ θα είμαι οδηγός σ' εσένα για το ταξίδι σου και σ' εκείνη για το δρόμο της.

28. Κατατρομαγμένος απ' αυτά ο Βρύαξης (επειδή έτσι τον ελέγανε το στρατηγό), πετιέται από τον ύπνο του· κι αφού επροσκάλεσε τους καπετάνιους των καραβιών τούς επρόσταξε να ζητήσουν το γληγορότερο ανάμεσα στους σκλάβους τη Χλόη· κ' εκείνοι γλήγορα τήνε βρήκανε και την έφεραν εμπρός του επειδή καθότανε στεφανωμένη με το πεύκο. Και νομίζοντας κι' αυτό ακόμη σημάδι εκείνων, που είδε στο όνειρό του, τη βγάζει στη στεριά με την ίδια τη ναυαρχίδα του. Και μόλις είχε βγη έξω η Χλόη, ακούεται πάλι από το βράχο ήχος σουραυλιού, όχι πια πολεμικός και τρομερός, παρά ποιμενικός και σαν να οδηγούσε τα κοπάδια στη βοσκή. Και τα πρόβατα έβγαιναν έξω τρεχάτα από τη σκάλα χωρίς να ξεγλιστρούν από τα νύχια τους και τα γίδια πιο τολμηρά, επειδή ήτανε και συνηθισμένα ν' ανεβοκατεβαίνουν τους γκρεμνούς.

29. Κι' αυτά τριγύριζαν τη Χλόη σαν να εχόρευαν πηδώντας και βελάζοντας κ' έδειχναν με τέτοια τη χαρά τους. Μα των άλλωνε βοσκών τα γίδια και τα πρόβατα και τα γελάδια έμεναν εκεί όπου ήτανε μέσα στ' αμπάρια σαν να μη τάκραξεν η μουσική. Κ' εκεί που όλοι εσαστίζανε με το θαύμα και υμνολογούσαν τον Πάνα, είδαν πιο περίεργα από τούτα και στη στεριά και στη θάλασσα. Τα καράβια των Μεθυμνιωτών ξεκινούσαν προτού να σηκώσουν τις άγκυρες και μπροστά από τη ναυαρχίδα επήγαινε δελφίνι, πηδώντας έξω από τη θάλασσα· τα γίδια και τα πρόβατα τα οδηγούσε πολύ γλυκός σκοπός σουραυλιού και κανένας δεν έβλεπε εκείνον που έπαιζε. Κ' έτσι τα πρόβατα και τα γίδια επροχωρούσαν κ' εβόσκανε μαζί, γητεμένα από τη μουσική.

30. Ήτανε κοντά ώρα της αγογιοματινής βοσκής κι ο Δάφνης, αφού ανάντεψε από ψηλή ραχούλα τα κοπάδια και τη Χλόη κ' εφώναξε δυνατά «ώ Νύμφες και Πάνα!» έτρεξε κάτου στον κάμπο· και σαν αγκάλιασε τη Χλόη και λιγοψύχησε έπεσε χάμω. Και μόλις τον εσυνέφερε η Χλόη με τα φιλιά και τον εζέστανε με τ' αγκαλιάσματά της, στη γνώριμη βαλανιδιά πηγαίνει· κι άμα εκάθισε στη ρίζα, την ερωτούσε πώς εξέφυγε από τόσους εχτρούς. Εκείνη του ανιστορεί όλα ένα προς ένα: των γιδιών τον κισσό, των προβάτων το ούρλιασμα, το πεύκο που άνθισε επάνω στο κεφάλι της, τη λάμψη της γης, το χτύπο που ακούστηκε στη θάλασσα, τους δυο σκοπούς του σουραυλιού, τον πολεμικό και τον ειρηνικό, τη νύχτα την τρομερή, το πώς μουσική της έδειξε το δρόμο, που αυτή δεν τον ήξερε. Άμα λοιπόν ο Δάφνης εκατάλαβε τα όνειρα των Νυμφών και τα έργα του Πάνα, λέει κι αυτός όσα είδε κι όσα άκουσε· κι ότι ενώ είχε σκοπό να πεθάνη έζησεν εξαιτίας τις Νύμφες. Κ' ύστερα τήνε στέλνει να φέρη το Δρύαντα και τα χρειαζούμενα για θυσία. Στο αναμεταξύ αυτός, πιάνοντας την πιο καλή γίδα και στεφανόνοντάς τη με κισσό, καθώς την είδαν οι εχτροί, και γάλα χύνοντας ανάμεσα στα κέρατά της, τη θυσίασε στις Νύμφες· κι αφού την εκρέμασε, την έγδαρε και το τομάρι το κρέμασε τάμα.

31. Κι όταν πια ήλθαν η Χλόη κ' οι άλλοι, αφού άναψε φωτιά, από τα κρέατα άλλα τάβρασε κι άλλα τάψησε και πρώτα ξεχώρισε για τις Νύμφες το καλύτερο μέρος κ' έχυσε λίγο από κροντήρα, που ήτανε γεμάτη μούστο. Και σαν έστρωσε στρώμα από φύλλα χλωρά, αρχίσανε να τρων και να πίνουν και να διασκεδάζουν, και συνάμα είχε το νου του στα κοπάδια, μήπως λύκος πέφτοντας μέσα σ' αυτά κάμη τα έργα των εχτρών. Είπανε και μερικά τραγούδια για τιμή των Νυμφών, αρχαίων βοσκών ρίμες. Κι όταν ενύχτωσε, εκοιμηθήκανε στην εξοχή και την άλλη μέρα θυμόντανε τον Πάνα· κι αφού στεφανώσανε με πεύκο τον τράγο τον μπροστάρη, τον επήγανε σιμά στο πεύκο· κι άμα τον ερραντίσανε με κρασί κ' εδόξασαν το θεό, τον εθυσίασαν, τον εκρέμασαν, τον έγδαραν. Τα κρέατα, αφού τάψησαν και τάβρασαν, τάβαλαν εκεί κοντά στο λιβάδι ανάμεσα σε χόρτα και το τομάρι με τα κέρατά του το κάρφωσαν επάνω στο πεύκο κοντά στο άγαλμα, ποιμενικό τάμα σε ποιμενικό θεό· ξεχωρίσανε γι' αυτόν και τα καλύτερα κρέατα κ' εχύσανε μούστο από μεγαλύτερη κροντήρα· ετραγούδησε η Χλόη κι ο Δάφνης έπαιξε το σουραύλι.

32. Κ' ύστερ' από αυτά χαμοκάθησαν κ' έτρωγαν· κ' έρχεται κοντά τους κατά τύχη ο Φιλητάς ο γελαδάρης, φέρνοντας μερικά στεφανάκια στον Πάνα και σταφύλια με τα φύλλα ακόμη και με τις κληματόβεργες. Τον ακολουθούσε κι ο μικρός του ο γιος ο Τίτυρος, ξανθό αγόρι και γαλανομμάτικο· χαρούμενο παιδί και θαρρετό και που πηδούσεν ανάλαφρα περπατώντας σαν κατσικάκι. Σηκωθήκανε λοιπόν επάνω και στεφανόνανε μαζί τον Πάνα και τις κληματόβεργες από τα φύλλα του πεύκου κρεμούσαν κι αφού τον εκάθισαν κοντά τους του εβάνανε να φάη. Και σαν γέροι πιομένοι λιγάκι πολλά αναμεταξύ τους έλεγαν πως έβοσκαν, όταν ήτανε νέοι πως πολλά κυνηγητά κουρσάρων εξέφυγαν παινεύονταν ένας πως εσκότωσε λύκο κι άλλος πως στο σουραύλι μόνο από τον Πάνα έμενε πίσω. Η παινεψιά τούτη ήτανε του Φιλητά.

33. Ο Δάφνης λοιπόν κ' η Χλόη τόνε θερμοπαρακαλούσανε να τους μάθη κι αυτούς την τέχνη και να παίξη σουραύλι σε γιορτή θεού, που αγαπούσε το σουραύλι. Στρέγει ο Φιλητάς, αν και κατηγορούσε τα γερατιά, πως δεν ταφίσανε δύναμη, και πήρε στα χέρια του το σουραύλι του Δάφνη. Μα αυτό ήτανε μικρό για μεγάλη τέχνη, επειδή το εφυσούσε παιδιάτικο στόμα. Στέλνει λοιπόν τον Τίτυρο να φέρη το δικό του, αν και το σπίτι ήτανε μακριά δέκα στάδια. Κι ο Τίτυρος, αφού πέταξε το ρούχο του, έφυγε γυμνός τρέχοντας σαν ελαφάκι. Τότε ο Δάμωνας υποσχέθηκε να ειπή την ιστορία της Σύριγγας, που του την είχε μάθει ένας Σικελιώτης παίρνοντας για πλερωμή έναν τράγο κ' ένα σουραύλι.

34. Η σήριγγα τούτη, τόργανο, δεν ήτανε όργανο, παρά κόρη όμορφη και με φωνή γλυκιά· έβοσκε γίδια, έπαιζε μαζί με τις Νύμφες, ετραγουδούσε όπως τώρα. Ενώ αυτή έβοσκε, έπαιζε, ετραγουδούσε, ο Πάνας, αφού πήγε κοντά της, την παρακαλούσε για ό,τι την ήθελε και της έταζε πως θα κάνη όλες τις γίδες της να γεννούνε διπλάρια. Μα εκείνη περιγελούσε τον έρωτά του κ' έλεγε πως δε θέλει αγαπητικό, που δεν είναι μήτε τράγος, μήτε άνθρωπος ολάκαιρος. Την κυνηγάει να την πιάση ο Πάνας με τη βία· η Σήριγγα όμως έφευγε και τον Πάνα και τη βία· κ' ενώ έτρεχε κι απόσταινε, σε νεροκάλαμα κρύβεται, σε βάλτο χάνεται. Ο Πάνας, αφού έκοψε με θυμό τα νεροκάλαμα και δε βρήκε την κόρη, καταλαβαίνει το πάθημά του, (ότι η κόρη έγινε καλάμι) και τότε φτιάνει το όργανο, αφού ένωσε με κερί τα καλάμια, το ένα μικρότερο από τάλλο, επειδή κι ο έρωτας ήτανε άνισος γι' αυτούς. Κ' η όμορφη τότε κόρη είναι σήμερα σουραύλι γλυκόλαλο.

35. Μόλις είχε τελειώσει την ιστορία ο Δάμωνας και τον παινούσε ο Φιλητάς, ότι τους είπε παραμύθι νοστιμότερο κι από τραγούδι, έρχεται κι ο Τίτυρος φέρνοντας στον πατέρα του το σουραύλι, μεγάλο όργανο και με μεγάλα καλάμια· κι όπου ήτανε αλειμμένο με κερί, είχε πλουμίδια από χάλκωμα. Θάλεγε κανένας πως ήτανε το ίδιο εκείνο, που επρωτόφτιασε ο Πάνας. Αφού λοιπόν εσηκώθηκε ο Φιλητάς και στάθηκε ορθός στο κάθισμά του, εδοκίμασε πρώτα αν φυσάνε καλά τα καλάμια· έπειτα αφού είδε, ότι ελεύθερα περνάει το φύσημα, άρχισε να φυσάη πολύ και δυνατά. Θα ενόμιζε κανένας πως ακούει φλογέρες, που επαίζανε μαζί· τόσο βούηζε το σφύριγμα. Και σιγά σιγά λιγοστεύοντας τη δύναμη, στο γλυκότερο εγύριζε το σκοπό. Και δείχνοντας κάθε τέχνη της μουσικής πώς να βόσκουν όμορφα, έπαιζε το σουραύλι όσο πρέπει για τα βόιδια κι όσο ταιριάζει στα γίδια κι όσο αρέσει στα πρόβατα. Γλυκόφωνο ήτανε των προβάτωνε, δυνατό των βοϊδιώνε, ψιλόφωνο των γιδιώνε· μ' ένα λόγο κάθε λογής σουραύλια τα μιμήθηκε ένα σουραύλι.

36. Οι άλλοι βουβοί ήτανε ξαπλωμένοι κ' ευχαριστιόντανε. Κι ο Δρύαντας, αφού σηκώθηκε και πρόσταξε να του παίξουνε βακχικό σκοπό, τους εχόρεψε χορό του τρύγου· κ' εφαινόταν πότε σαν να τρυγούσε, πότε σαν να κουβαλούσε κοφίνια, έπειτα σαν να επατούσε τα σταφύλια, κατόπι σαν να εγέμιζε τα πιθάρια και στο τέλος σαν να έπινε μούστο. Αυτά όλα τόσο όμορφα τα εχόρεψε ο Δρύαντας και καθαρά, που ενόμιζαν ότι βλέπουν και τ' αμπέλια και το πατητήρι και τα πιθάρια και το Δρύαντα να πίνη στα σωστά.

37. Αφού λοιπόν ο γέρος αυτός παινεύτηκε τρίτος για το χορό του, φιλεί τη Χλόη και το Δάφνη· και τούτοι, αφού εσηκώθηκαν αμέσως, εχόρεψαν την ιστορία του Δάμωνα· ο Δάφνης έκανε τον Πάνα κ' η Χλόη τη Σήριγγα· εκείνος την παρακαλούσε να τον ακούση κι αυτή αδιαφορώντας χαμογελούσε· εκείνος την εκυνηγούσε κ' έτρεχε στις άκρες των νυχιώνε για να μιμιέται τα διχάλια του τράγου κι αυτή καμονότανε την αποσταμένη από τη φευγάλα. Έπειτα η Χλόη στο δάσος, αντί για τα βάλτο, κρύβεται· κι ο Δάφνης αφού επήρε το μεγάλο σουραύλι του Φιλητά, έπαιζε λυπητερά σαν ερωτευμένος, παθητικά σαν να την παρακαλούσε, ξαναφωναχτικά σαν να την αναζητούσε. Ως που ο Φιλητάς εθαύμασε και τόνε φιλεί, αφού πετάχθηκε απάνω, και του χαρίζει το σουραύλι άμα τον εφίλησε· κ' ευχήθηκε να τ' αφίση κι' ο Δάφνης σε παρόμοιο κληρονόμο. Κι ο Δάφνης, αφού αφιέρωσε το δικό του το μικρό στον Πάνα κ' εφίλησε τη Χλόη, σαν να τήνε βρήκε ύστερ' από αληθινή φευγάλα, εγύριζε το κοπάδι στη στάνη παίζοντας το σουραύλι.

38. Κι όταν είχε πια νυχτώσει, εγύριζε κ' η Χλόη το κοπάδι της μαζεύοντάς το με το σκοπό του σουραυλιού· τα γίδια πηγαίνανε μαζί με τα πρόβατα κι ο Δάφνης επερπατούσε πλάι στη Χλόη κ' έτσι εχόρτασαν ο ένας τον άλλο ίσαμε τη νύχτα κ' εσυμφωνήσανε να βγάλουν την άλλη μέρα γληγορότερα τα κοπάδια στη βοσκή· κ' έτσι εκάμανε. Μόλις λοιπόν εξημέρωσε πήγανε στη βοσκή· κι αφού τις Νύμφες πρώτα κ' ύστερα τον Πάνα εχαιρέτισαν, εκάθησαν κατόπι κάτω από την αγριοβαλανιδιά κ' έπαιξαν το σουραύλι· έπειτα εφιλιόντανε, αγκαλιάζονταν, επλαγιάζανε χάμω· και χωρίς να κάμουνε τίποτε περισσότερο εσηκόνονταν. Ενοιάστηκαν και για φαΐ κ' έπιαν κρασί ανακατόνοντάς το με γάλα.

39. Κι όταν από όλ' αυτά έγιναν πιο ζεστοί και πιο ζωηροί, αρχίζουνε να μαλώνουνε σαν ερωτευμένοι και σε λίγο κατάντησαν και στους όρκους. Ο Δάφνης λοιπόν, αφού πήγε κάτω από το πεύκο, ορκίστηκε στον Πάνα να μη ζήση ποτέ μονάχος μήτε μια μέρα δίχως τη Χλόη. Κ' η Χλόη αφού μπήκε στη σπηλιά ορκίστηκε στις Νύμφες, ότι θα ζήση και θα πεθάνη μαζί με το Δάφνη. Μα η Χλόη σαν κόρη, ήτανε τόσο αθώα, ώστε βγαίνοντας από τη σπηλιά ήθελε να του πάρη και δεύτερο όρκο, λέγοντάς του:

— Ω Δάφνη! ο Πάνας είναι θεός, που του αρέσει ο έρωτας κι άπιστος· αγάπησε την Πίτη μα αγάπησε και τη Σήριγγα· και δεν παύει ποτέ να πειράζη τις Δρυάδες και να ενοχλή τις Επιμηλίδες νύμφες. Αυτός λοιπόν, που δεν εκράτησε τους όρκους του, θ' αδιαφορήση να τιμωρήση κ' εσένα κι αν πας με γυναίκες πιο πολλές κι από τα καλάμια του σουραυλιού σου. Μα εσύ ορκίσου με στο κοπάδι τούτο και στη γίδα εκείνη, που σ' ανάθρεψε, πως δε θ' αφίσης τη Χλόη όσο σου μένει πιστή· κι αν φανή ψεύτρα σ' εσένα και στις Νύμφες, να την αποφεύγης και να τήνε μισής και να τη σκοτώσης σαν λύκο.

Ευχαριστιότανε ο Δάφνης που δεν τον επίστευε κι αφού εστάθηκε στη μέση του κοπαδιού κ' έπιασε με το ένα χέρι γίδα και με τάλλο τράγο, ορκιζότανε ν' αγαπάη τη Χλόη όσο θα τον αγαπούσε· κι αν προτιμήση άλλον από το Δάφνη να σκοτωθή αυτός, αντί για κείνη. Κ' η Χλόη χαιρότανε κ' επίστευε σαν κόρη και σαν βοσκοπούλα και που θαρρούσε, και τα γίδια και τα πρόβατα είναι για τους βοσκούς και τους γιδάρηδες ξεχωριστοί θεοί.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ

1. Κ' οι Μιτυληνιοί άμα έμαθαν τον ερχομό των δέκα καραβιών κατεπάνω τους κι άμα μερικοί, ερχάμενοι από τις εξοχές, τους εμήνυσαν το διαγούμισμα, ενόμισαν ότι δεν έπρεπε να παραδεχτούνε να πάθουν αυτά από τους Μεθυμνιώτες· κι αποφάσισαν το γληγορότερο να τους σηκώσουν πόλεμο κι αυτοί. Κι αφού εστρατολόγησαν τρεις χιλιάδες σκουτάριους και πεντακόσους καβαλαρέους, εστείλανε στεριάς το στρατηγό Ίππασο, επειδή εφοβόντανε τη θάλασσα χειμώνα καιρό.

2. Κι ο Ίππασος ξεκινήσαντας δε διαγούμιζε τις εξοχές των Μεθυμνιωτώνε, μήτε τα κοπάδια και τα χτήματα των ζευγολάτωνε και των βοσκών επείραζε, επειδή αυτά τα θαρρούσε περισσότερο καμώματα κουρσάρου παρά στρατηγού· μόνο έτρεχε κατά την πολιτεία την ίδια για να πιάση άξαφνα τις απροφύλαχτες θύρες. Κ' ενώ ήτανε μακριά ίσαμ' εκατό στάδια, τόνε συναπαντάει μαντάτορας φέρνοντας συνθήκη. Επειδή οι Μεθυμνιώτες, άμα έμαθαν από τους σκλαβωμένους, ότι οι Μιτυληνιοί δεν ξέρουν τίποτε από όσα είχανε γίνει παρά ζευγολάτες και βοσκοί έκαναν αυτά στους νέους, που τους αδικήσανε, μετάνοιωναν γιατί αποκοτήσανε να φερθούνε σε γειτονική πολιτεία έτσι άσχημα κι όχι φρονιμότερα· κ' εστέλνανε συνθήκη, αφού γυρίσουν πίσω όλα τ' αρπαγμένα, να σμίγουνε πάλε άφοβα στεριάς και θάλασσας. Ο Ίππασος όμως στέλνει το μαντάτορα στους Μιτυληνιούς, αν και ήτανε διορισμένος στρατηγός αυτεξούσιος· κι αυτός αφού ετέντωσε ίσαμε δέκα στάδια μακριά από τη Μέθυμνα, επρόσμενε τη διάτα από την πολιτεία. Κι άμα επεράσανε δυο ημέρες ήλθε ο μαντατοφόρος κ' έφερε μήνυμα να πάρη τ' αρπαγμένα και να γυρίση πίσω χωρίς να κάνη κανένα κακό. Επειδή αφού είχανε να διαλέξουν ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, έβρισκαν πιο ωφέλιμη την ειρήνη.

3. Κι ο πόλεμος των Μεθυμνιωτώνε και των Μιτυληνιών, που επήρεν αναπάντεχη αρχή και τέλος, έτσι ετέλειωσε. Μα για το Δάφνη και τη Χλόη έρχεται χειμώνας πιο πικραμένος κι από τον πόλεμο. Επειδή έπεσεν άξαφνα χιόνι πολύ κ' εσκέπασεν όλους τους δρόμους κι όλους τους ζευγολάτες τους έκλεισε τα καλύβια τους. Ορμητικά τα ξεροπόταμα κατέβαζαν, το νερό είχε κρουσταλιάσει, τα δέντρα εμοιάζανε με κατατσακισμένα. Η γης όλη δε φαινόταν εξόν κάπου γύρω στις νερομάννες και στα ρέματα. Κ' έτσι κανένας κοπάδι στη βοσκή δεν έβγαζε, μήτε ο ίδιος ξεμύτιζε από τη θύρα του, παρά ανάβοντας φωτιά με του πετεινού το λάλημα, άλλοι λινάρι έκλωθαν, άλλοι γιδόμαλλα έγνεφαν κι άλλοι παγίδες για τα πουλιά έφτιαναν. Τότε εφροντίζανε να τρώνε τα βόιδια άχερο στους σταύλους, τα γίδια και τα πρόβατα στις στάνες φύλλα, οι χοίροι στα χοιροστάσια πρινοκόκκι και βαλανίδια.

4. Ενώ λοιπόν αναγκαστικά έμεναν όλοι κλεισμένοι, οι ζευγολάτες κ' οι βοσκοί χαιρόντανε επειδή εγλυτώνανε για λίγο καιρό από τους κόπους και πουρνιάτικα φαγιά έτρωγαν κ' εκοιμόνταν πολλές ώρες, ώστε ο χειμώνας τους εφαινόταν κι από το καλοκαίρι, κι από το χυνόπωρο κι απ' αυτή την άνοιξη πιο γλυκός. Μα η Χλόη κι ο Δάφνης, θυμούμενοι τις χαρές που είχαν αφίσει, πώς εφιλιόνταν, πώς αγκαλιάζονταν, πώς μαζί εβάζανε στο στόμα τους το φαΐ, περνούσανε νύχτες άγρυπνες, και πικραμένες και την άνοιξη προσμένανε σαν ξαναγεννημό από το θάνατο. Και τους επίκραινε όταν έπεφτε στα χέρια τους κανένα ταγάρι, που είχανε το φαΐ τους σ' αυτό, ή όταν έβλεπαν κανένα καρδάρι από όπου είχανε πιει μαζί, ή σουραύλι αδιάφορα πεταμένο, που ήτανε χάρισμα ερωτικό. Παρακαλούσανε λοιπόν τις Νύμφες και τον Πάνα να τους γλυτώσουν από τα βάσανα τούτα και να δείξουν κάποτε πια σ' αυτούς και στα κοπάδια ήλιο. Κ' ενώ παρακαλούσαν, προσπαθούσανε συνάμα να βρουν και τρόπο για να ιδούν ο ένας τον άλλον. Η Χλόη ήτανε φοβερά ανίκανη και δεν έκοβε το μυαλό της, επειδή πάντα βρισκότανε σιμά της η ψευτομάννα, μαθαίνοντάς τη να ξαίνη τα μαλλιά και να στρήφτη τ' αδράχτι και μιλώντάς της όλο για παντρειά. Ο Δάφνης όμως, καθώς δεν είχε τι να κάνη κ' ήτανε και πιο έξυπνος από την κορασιά, τέτοιο πράγμα εσοφίστηκε για να ιδή τη Χλόη.

5. Εμπρός στη στάνη του Δρύαντα και κάτου από το φράχτη της ήτανε δυο μεγάλες σμερτιές και κισσός είχε φυτρώσει· οι σμυρτιές ήτανε η μια κοντά στην άλλη κι ο κισσός ανάμεσα στις δυο, ώστε απλώνοντας σε καθεμιά τα κορφοβλάσταρά του σαν κλήμα με τ' απαναπανωτά φύλλα του έφτιανε είδος σπηλιάς· και τα τσαμπιά πολλά και μεγάλα, σαν σταφύλια από τα κλήματα, κρεμόντανε. Ήτανε λοιπόν γύρω του πλήθος πολύ χειμωνιάτικων πουλιών, επειδή δεν έβρισκαν έξω θροφή· πολλά κοτσίφια και πολλές τσίχλες και φάσες και ψαρώνια και κάθε λογής άλλα κισσοφάγα πετούμενα. Με την πρόφαση να κυνηγήση τα πουλιά εβγήκεν έξω ο Δάφνης, αφού εγέμισε το ταγάρι του πήττες μελωμένες και φέρνοντας για να τον πιστέψουν αξό και δίχτυα. Το αναμεταξύ διάστημα δεν ήτανε περισσότερο από δέκα στάδια· μα επειδή το χιόνι δεν είχε λυώσει ακόμη, τούδινε πολλή κούραση. Ο έρωτας όμως όλα μπορεί να τα διαβή και φωτιά και νερό και Σκυθικό χιόνι.

6. Φτάνει λοιπόν τρεχάλα στη στάνη κι αφού ετίναξε από τα πόδια του το χιόνι, και τα δίχτυα έστησε και τον αξό τον άλειψε σε βέργες μακρουλές· κ' ύστερα καθότανε προσμένοντας πουλιά και τη Χλόη.

Όσο για πουλιά και πολλά ήρθανε κι αρκετά έπιασε, ως που κουράστηκε πολύ να τα μαζεύη και να τα σκοτόνη και να μαδάη τα φτερά τους. Μα από τη στάνη δεν επρόβαινε κανένας μήτε άντρας, μήτε γυναίκα, μήτε όρνιθα παρά όλοι καθισμένοι στη φωτιά ήτανε μέσα κλεισμένοι, ώστε ο Δάφνης δεν ήξερε τι να κάνη κ' εβασάνιζε το μυαλό του να βρη πρόφαση για ν' αμπώξη τη θύρα και ρωτιότανε μοναχός του τι να ειπή πιο πιστευτό:

— Ήρθα για ν' ανάψω φωτιά· — μα μήπως δεν ήτανε πιο κοντινοί γείτονες; Ήρθα να γυρέψω ψωμί — μα το ταγάρι είναι γεμάτο θροφή. Κρασί χρειάζουμαι· — μα χτες και προχτές ετρύγησες. Λύκος μ' εκυνηγούσε· — και που είναι οι πατημασιές του λύκου; Ήρθα να κυνηγήσω τα πουλιά· — γιατί λοιπόν αφού κυνήγησες δε φεύγεις; Να ιδώ τη Χλόη θέλω· — μα ποιος το λέει έτσι φανερά στον πατέρα και τη μάννα κόρης; Ο φταίχτης δα παντού σωπαίνει· κι από όλα τούτα τίποτε δεν είναι δίχως υποψία. Καλύτερα λοιπόν να σωπαίνω. Και τη Χλόη θα την ξαναϊδώ το καλοκαίρι, αφού καθώς φαίνεται δεν ήτανε γραφτό να την ιδώ το χειμώνα. Αφού εστοχάστηκε κάτι τέτοια κ' εμάζεψε το κυνήγι, ξεκίνησε να φύγη. Μα σαν να τον ψυχοπόνεσεν ο Έρωτας γίνονται τούτα: