Part 3
30. Σαν είπε αυτά ο Δόρκωνας και φίλησε το στερνό φιλί, τούφυγε η ψυχή με το φιλί και τη λαλιά. Κ' η Χλόη, αφού πήρε το σουραύλι και τόφερε στα χείλη της, έπαιζε όσο μπορούσε δυνατά· τα βόιδια ακούνε, γνωρίζουν το σκοπό και με μια ορμή, αφού εμούγκρισαν, πηδούνε στη θάλασσα. Κ' επειδή έγινε ορμητικό το πήδημα από τη μια μεριά του τρεχαντηριού κι άνοιξε η θάλασσα από το πέσιμο των βοϊδιών, αναποδογυρίζεται το τρεχαντήρι και βουλιάζει εξ αιτίας της θαλασσοταραχής. Πέφτουν όλοι στη θάλασσα, μα όχι με την ίδια ελπίδα γλυτωμού. Οι κουρσάροι είχανε κρεμασμένα στο πλάι τους τα σπαθιά κ' εφορούσαν τα λεπιδωτά μισοθωράκια κ' είχανε δέσει τα ποδήματά τους ως στη μέση της άντζας, ενώ ο Δάφνης ήτανε ξυπόλυτος, επειδή έβοσκε στον κάμπο, κι αλαφροντυμένος γιατί έκανε ακόμη ζέστη. Εκείνους λοιπόν, αφού κολυμπήσανε λίγο, τάρματα τούς πήγανε στον πάτο, ενώ ο Δάφνης εύκολα έβγαλε το φόρεμά του· απόστενε όμως στο κολύμπι, επειδή προτήτερα κολυμπούσε μονάχα σε ποτάμια· μα από την ανάγκη μαθόντας τι πρέπει να κάνη, ώρμησε στη μέση των βοϊδιών· κι αφού άρπαξε με τα δυο του χέρια τα κέρατα δυο βοϊδιών, σέρνονταν στη μέση εύκολα και χωρίς κόπο, σαν να οδηγούσε αμάξι. Κολυμπάει το βόιδι όσο μήτε άνθρωπος· μονάχα από τα θαλασσοπούλια μένει πίσω κι ακόμη κι από τα ψάρια. Μήτε θα πνιγότανε το βόιδι, όταν κολυμπάη, αν δεν έπεφταν από τα διχάλια του τα νύχια σαν πολυβραχούν. Το βεβαιόνουν αυτό ως τα τώρα πολλές μεριές της θάλασσας, που τις λένε βοϊδοπεράματα.
31. Γλυτόνει λοιπόν ο Δάφνης με τέτοιο τρόπο, αφού ξέφυγεν ανόλπιστα δυο κίντυνους: τους κουρσάρους και το πνίξιμο. Κι άμα βγήκε στη στεριά και βρήκεν εκεί τη Χλόη, που εγελούσε, κ' έκλαιε μαζί, πέφτει στην αγκαλιά της και τη ρωτούσε να μάθη τι ήθελε κ' έπαιζε το σουραύλι. Κ' η Χλόη του τα ιστορεί όλα· την τρεχάλα της στο Δόρκωνα· το συνήθιο των βοϊδιών· πώς την ορμήνεψε να παίξη το σουραύλι και ότι πέθανε ο Δόρκωνας· μόνο από ντροπή για το φιλί δεν είπε. Αποφασίσανε λοιπόν να τιμήσουνε τον ευεργέτη τους· κι αφού πήγανε με το συγγενολόι τους, θάφτουνε τον άμοιρο το Δόρκωνα. Έρριξαν επάνω του χώμα πολύ και φύτεψαν πολλά ήμερα χόρτα κ' εκρέμασαν επάνω στον τάφο του τα προφαντά από τα σπαρτά· μα και γάλα του έχυσαν και σταφύλια έζυψαν και σουραύλια πολλά έσπασαν. Ακούστηκαν και των βοϊδιών θρηνητικά μουγκρίσματα κ' είδανε μαζί με τα μουγκρίσματα και κάποια άταχτα τρεχάματα· και καθώς ενόμιζαν οι βοσκοί κ' οι γιδάρηδες, αυτά ήταν το μοιρολόι των βοϊδιών για το γελαδάρη που πέθανε.
32. Κ' ύστερις από το θάψιμο του Δόρκωνα, λούζει η Χλόη το Δάφνη, αφού τον επήγε στις Νύμφες και τον έμπασε στη σπηλιά. Κι αυτή τότε πρώτη φορά έλουσε εμπρός στο Δάφνη το κορμί της, το λευκό και που άστραφτε από ομορφιά και που δεν είχε ανάγκη από λουτρό για να ομορφήνη· κι αφού έκοψαν άνθη, όσα άνθη ήτανε στην εποχή αυτή, εστεφάνωσαν τ' αγάλματα και το σουραύλι του Δόρκωνα σαν τάμα το κρεμάσανε στο βράχο. Ύστερα επήγανε κ' εξέταζαν τα γίδια και τα πρόβατα. Κ' εκείνα κείτονταν όλα χάμω χωρίς να βόσκουνε, μήτε να βελάζουνε, μα, θαρρώ, το Δάφνη και τη Χλόη, που είχανε γίνει άφαντοι, πιθυμούσαν. Όταν λοιπόν εφάνηκαν και τους εφώναξαν όπως πάντα κ' έπαιξαν το σουραύλι, τα πρόβατα, αφού εσηκώθηκαν, έβοσκαν και τα γίδια επηδούσανε βελάζοντας σαν να χαίρονταν για τη σωτηρία του αγαπημένου τους γιδάρη. Ο Δάφνης όμως δε μπορούσε να κάνη την ψυχή του να χαρή από τη στιγμή που είδε γυμνή τη Χλόη και αντίκρυσε όλη την κρυμμένη ως τότε ομορφιά της. Πονούσε η καρδιά του, σαν να την έτρωγαν φαρμάκια. Κ' η αναπνοιά του ακόμη πότες έβγαινε γρήγορη, σαν να τον κυνηγούσε κανένας κ' έτρεχε, και πότε του έλειπεν ολότελα, σαν να του είχε φύγει όλη στις προτητερινές τρεχάλες. Θαρρούσε, πως το λουτρό ήταν πιο φοβερό από τη θάλασσα. Ενόμιζε πως η ψυχή του έμενε ακόμη κοντά στους κουρσάρους, σαν νέος κι άμαθος που ήτανε και δεν ήξερε ακόμη το κούρσεμα της αγάπης.
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
1. Κι όταν είχε μπη πια το χυνόπωρο κ' έβιαζε ο τρύγος, όλοι στην εξοχή βρισκόντανε σε δουλειά· ένας διόρθονε τα πατητήρια· άλλος καθάριζε τα βαγένια κι άλλος κοφίνια· ένας ακόνιζε το κλαδευτήρι για να κόβη τα σταφύλια, άλλος εφρόντιζε για πέτρα, που να μπορή να λυόνη τα τσήπουρα των σταφυλιών κι άλλος για ξερή λιγαριά στουμπανισμένη, για να κουβαλάη το μούστο τη νύχτα με φως. Και ο Δάφνης κ' η Χλόη, αφού παράτησαν τα πρόβατα και τα γίδια, βοηθούσανε κι αυτοί. Εκείνος κουβαλούσε σταφύλια με τα κοφίνια και τα πατούσε, ρίχνοντάς τα στα πατητήρια, κ' έφερνε το μούστο στα βαγένια· εκείνη ετοίμαζε φαΐ για τους τρυγητάδες και τους κερνούσε κρασί παλιό και τρυγούσε από τα κλήματα τα πιο χαμηλά· επειδή στη Λέσβο όλα τα κλήματα είναι χαμηλά κι όχι στηλωμένα, μήτε δράνες· κ' οι κληματόβεργες απλόνουνται χάμω στη γις και σέρνουνται σαν κισσοί· μπορεί να φτάση το σταφύλι και παιδί, που μόλις έχουνε λυθή τα χέρια του από τα σπάργανα.
2. Και καθώς ήτανε συνήθιο στη γιορτή του Διόνυσου και στο φτιάσιμο του κρασιού, είχανε φωνάξει για να βοηθήσουνε και γυναίκες από τακοντινά χτήματα· αυτές έρριχναν τα μάτια τους επάνω στο Δάφνη και τον επαινούσαν, πως μοιάζει με το Διόνυσο στην ομορφιά· και κάποια από τις πιο τρελλές, τον εφίλησε κι όλας κ' έκανε το Δάφνη να ερεθιστή και τη Χλόη να λυπηθή. Μα κ' οι πατητάδες βγάζανε διάφορες φωνές για τη Χλόη και σαν σάτυροι, που έβλεπαν καμιά βάκχα, πηδούσανε πιο φρενιασμένα και παρακαλούσανε να γίνουν κοπάδι κ' εκείνη να τους βόσκη. Κ' έτσι η Χλόη πάλε ευχαριστιότανε κι ο Δάφνης λυπότανε· μα κ' οι δυο παρακαλούσανε να τελειώση γλήγορα ο τρύγος και να γυρίσουνε στους αγαπημένους τους τόπους κι αντίς τις άγριες φωνές ν' ακούνε το σουραύλι ή τα κοπάδια τους να βελάζουν. Και σαν πέρασαν λίγες μέρες τ' αμπέλια είχανε τρυγηθή κι ο μούστος ήτανε στα βαρέλια· κ' επειδή δεν εχρειάζονταν πια πολλά χέρια, έφερναν τα κοπάδια στον κάμπο· κι όλο χαρά προσκυνούσανε τις Νύμφες, φέρνοντας στη χάρη τους σταφύλια επάνω στις κληματόβεργες, σαν χαρίσματα από τον τρύγο. Μα και προτήτερα ποτέ δεν τις προσπερνούσανε χωρίς να τις νοιαστούνε, παρά πάντα, κι όταν έβγαιναν στη βοσκή, καθόντανε σιμά τους, κι όταν εγύριζαν τις προσκυνούσανε· κι όλο κάτι τους επήγαιναν ή λουλούδι ή πωρικό ή κλαρί χλωρό ή έχυναν γάλα· γι' αυτά όμως επληρώθηκαν από τις θέαινες αργότερα. Και τότε σαν τα σκυλιά, καθώς λέει ο λόγος, άμα τα λύσουν, επηδούσαν, έπαιζαν το σουραύλι, τραγουδούσανε κ' επάλευαν με τους τράγους και τα πρόβατα.
3. Κ' εκεί που διασκέδαζαν, τους έρχεται άξαφνα γέρος, που εφορούσε φλοκάτα και ποδίνες κ' είχε κρεμασμένο στο πλάι του ταγάρι· κ' ήτανε το ταγάρι του παλιό. Αυτός ο γέρος, αφού κάθησε κοντά τους, έτσι τους μίλησε:
— Εγώ παιδιά μου, είμαι ο γέρο Φιλητάς, που πολλά τραγούδια τραγούδησα σ' αυτές εδώ τις Νύμφες και πολλές φορές για χάρη εκείνου εκεί του Πάνα έπαιξα το σουραύλι· κι ωδήγησα μεγάλο κοπάδι βοϊδιών μονάχα με τη μουσική. Κ' ήλθα τώρα να σας φανερώσω όσα είδα και να σας ειπώ όσα άκουσα. Έχω κήπο φτιασμένο με τα χέρια μου, που τόνε φύτεψα, αφόντας ένεκα τα γεράματα έπαψα να βόσκω. Όσα φέρνουν οι εποχές όλα τάχω στον κήπον αυτόνε σε κάθε εποχή: Την άνοιξη τριαντάφυλλα, κρίνους και γιατσέντα και δυο λογιών μενεξέδες· το καλοκαίρι παπαρούνες κι αχλάδια και μήλα κάθε λογής· τώρα, και κλήματα και συκιές και ροϊδιές και σμέρτα χλωρά. Σ' αυτόν τον κήπο μαζεύονται κάθε πρωί κοπάδια πουλιών, άλλα για να βρούνε θροφή κι άλλα για να κελαδήσουν· επειδή είναι πυκνοφυτεμένος κ' έχει ίσκιωμα και ποτίζεται από τρεις νερομάνες· αν βγάλη τινάς το φράχτη, θα νομίση πως βλέπει δάσος.
4. Κ' ενώ εμπήκα εκεί σήμερα κοντά το μεσημέρι, βλέπω κάτω από τις ροϊδιές και τις σμερτιές παιδί, που εκρατούσε σμέρτα και ρόιδια, άσπρο σαν το γάλα και ξανθό σαν τη φωτιά· γιαλιστερό σαν να είχε μόλις λουστή. Ήτανε γυμνό, ήτανε μονάχο. Έπαιζε σαν να κορφολογούσε δικό του περιβόλι. Εγώ λοιπόν εχύμισα καταπάνω του για να το πιάσω, επειδή φοβήθηκα μήπως με τα πηδήματά του σπάση τις σμερτιές και τις ροϊδιές. Μα εκείνο γλήγορα κ' εύκολα ξέφευγε και πότε έτρεχε κάτω από τις ροϊδιές και πότε κρυβότανε κάτω από τις παπαρούνες σαν περδικόπουλο. Αν και πολλές φορές εβασανίστηκα κυνηγώντας γίδια βυζανιάρικα, και πολλές φορές απόκαμα τρέχοντας πίσω από μουσκάρια νιογέννητα, όμως αυτό ήτανε κάτι άλλο πράγμα κι άπιαστο. Αφού λοιπόν απόστασα, σαν γέρος που είμαι, κι' ακούμπησα στο ραβδί μου και συνάμα επρόσεχα, μήπως ξεφύγη, το ρωτούσα ποιανού γείτονα είναι και γιατί κορφολογάει ξένο περιβόλι. Μα εκείνο δεν αποκρίθηκε καθόλου, μόνε, αφού στάθηκε κοντά μου, γλυκογελούσε πολύ και μου πετούσε σμέρτα και δεν ξέρω πώς με γήτευε ώστε να μη θυμόνω πια. Παρακαλούσα να σιμώση χωρίς να φοβάται πια τίποτε κι ορκιζόμουνα στα σμέρτα, πως θα το αφίσω, αφού του χαρίσω μήλα και ρόιδια, κι ότι θα του δώσω την άδεια να τρυγάη τα δέντρα και να κόβη τα λουλούδια, αν μου δώση ένα φιλί.
5. Τότες, αφού εγέλασε πολύ καρκανιστά, βγάζει φωνή, που δεν τη βγάνει μήτε χελιδόνι, μήτε αηδόνι, μήτε κύκνος, άμα γίνη γέρος, όπως εγώ:
— Εμένα, ω Φιλητά, δε μου κάνει καθόλου κόπο να σε φιλήσω, επειδή μ' αρέσει να φιλώ περισσότερο από όσο θέλεις εσύ να γίνης νέος· μα κοίτα μήπως δεν ταιριάζει στην ηλικία σου το χάρισμα. Επειδή δε θα σ' ωφελήσουν καθόλου τα γεράματα για να μη με κυνηγάς ύστερ' από το ένα φιλί. Δε μπορεί να με πιάση εμένα μήτε γεράκι, μήτε αητός, μήτε κάθε άλλο πουλί γληγορότερο απ' αυτά. Δεν είμαι καθόλου παιδί εγώ, κι ας φαίνουμαι παιδί, παρά πιο μεγάλος στα χρόνια κι από τον Κρόνο κι από τον ίδιο το Χρόνο. Κ' εσένα σε ξέρω από τα μικρά σου, όταν έβοσκες σ' εκείνο εκεί το λειβάδι το μεγάλο κοπάδι των γελαδιών· κ' ήμουνα κοντά σου σαν έπαιζες το σουραύλι σιμά σ' εκείνες τις ήμερες βαλανιδιές, όταν αγαπούσες την Αμαρυλλίδα, μα δε μ' έβλεπες, αν και στεκόμουνα πολύ κοντά στην κορασιά. Στα ύστερα όμως σου την έδωκα και τώρα έχεις παιδιά, που είναι καλοί γελαδάρηδες και ζευγολάτες. Και τώρα κυβερνάω το Δάφνη και τη Χλόη· κι όταν τους κάνω ν' ανταμόνουνται το πρωί, έρχομαι στον κήπο σου και διασκεδάζω με τάνθη και τα δέντρα και λούζουμαι σε τούτες τις πηγές. Γι' αυτό είναι όμορφα και τάνθη και τα δέντρα, επειδή ποτίζουνται από τα νερά του λουτρού μου. Και κοίτα αν είναι σπασμένο κανένα από τα δέντρα σου, αν είναι κομμένο κανένα οπωρικό, αν έχη πατηθή καμιά ρίζα λουλουδιού, αν έχη θολώσει καμιά πηγή. Και χαίρου πως μονάχα εσύ από τους ανθρώπους είδες στα γεράματά σου εμένα.
6. Αφού είπεν αυτά, πέταξε σαν αηδονάκι στις σμερτιές και, πηδώντας από κλαδί σε κλαδί, ανέβαινε στην κορφή μέσ' από τα φύλλα. Είδα και τις φτερούγες του στους ώμους και σαϊτούλες ανάμεσα στους ώμους και στις φτερούγες και δεν ξανάειδα πια μήτε τούτα, μήτε το παιδί. Κι αν δεν έβγαλα του κάκου τούτες τις άσπρες και δεν αποκουτάθηκα στα γεράματά μου, στον έρωτα, παιδιά μου, είσαστε αφιερωμένα κι ο έρωτας νοιάζεται για σας.
7. Πολύ ευχαριστήθηκαν σαν ν' άκουαν παραμύθι, όχι ιστορία· και ρωτούσανε τι είναι τέλος πάντων ο έρωτας· τι πράγμα, παιδί ή πουλί και τι δύναμη έχει; Πάλι λοιπόν ο Φιλητάς τους είπε:
— Θεός είναι, παιδιά μου, ο έρωτας, νέος κι όμορφος και φτερωτός· και για τούτο του αρέσουν τα νιάτα κι αναζητάει την ομορφιά κ' ενθουσιάζει τις ψυχές. Κ' έχει τόση δύναμη, όση μήτε ο Δίας· ορίζει τα στοιχεία, ορίζει και τάστρα, ορίζει κι αυτούς τους θεούς· μήτ' εσείς δεν ορίζετε τόσο τα γίδια και τα πρόβατα· τ' άνθη όλα του έρωτα έργα είναι· τα δέντρα τούτα αυτουνού δημιουργήματα· απ' αυτόν τρέχουνε και τα ποτάμια και φυσούν οι άνεμοι. Είδα εγώ και βουβάλι που ερωτεύτηκε και, σαν να το κέντησε η μυίγα, εμούγκριζε· και τράγο, που αγάπησε γίδα και την ακολουθούσε παντού. Κ' εγώ ο ίδιος σαν ήμουνα νέος ερωτεύτηκα την Αμαρυλλίδα· και μήτε φαΐ θυμώμουνα, μήτε πιοτό έβαζα στο στόμα μου, μήτε κοιμώμουνα. Πονούσε η ψυχή μου, χτυπούσε η καρδιά μου, το κορμί μου επάγωνε· εφώναζα σαν να μ' εχτυπούσαν· εσώπαινα σαν να ήμουνα νεκρός· έμπαινα στα ποτάμια σαν να εκαιγόμουν· έκραζα βοήθεια τον Πάνα, επειδή κι αυτός αγάπησε την Πύτη. Ευχαριστούσα τον αντίλαλο, που εφώναζε τόνομα της Αμαρυλλίδας ύστερ' από μένα. Ετσάκιζα τα σουραύλια, επειδή μου γήτευαν τα βόιδια, μα δε μούφερναν την Αμαρυλλίδα. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα γιατρικό του έρωτα, που να πίνεται, που να τρώγεται, που να λέγεται με ξόρκια, παρά μονάχα το φιλί και τ' αγκάλιασμα και το πλάγιασμα με γυμνά τα κορμιά.
8. Ο Φιλητάς λοιπόν, σαν τους έμαθεν αυτά, φεύγει, αφού τούδωκαν λίγα τυριά κ' ένα κατσικάκι κερατιάρικο πια. Κ' εκείνοι άμα έμειναν μονάχοι επειδή τότε πρωτάκουσαν για έρωτα, τους πλάκωσε την ψυχή κάποια λύπη και τη νύχτα όταν εγύρισαν στα σπίτια τους, παράβαναν τα δικά τους με τα όσα άκουσαν:
— Πονούν οι ερωτευμένοι· κ' εμείς πονούμε. Δεν τους μέλει για φαΐ· κ' εμάς το ίδιο δε μας μέλει. Δε μπορούνε να κοιμηθούνε· μα κ' εμείς τώρα υποφέρνουμε το ίδιο. Θαρρούνε πως καίγουνται· και σ' εμάς υπάρχει η φωτιά. Θέλουμε να βλέπη ο ένας τον άλλονε· για τούτο παρακαλούμε να ξημερώση γληγορότερα. Απάνου κάτω αυτό είναι ο έρωτας· κι αγαπιόμαστε χωρίς να το ξέρουμε. Μα αν είναι τούτο ο έρωτας κ' εγώ αυτός που αγαπιέται, γιατί λοιπόν υποφέρνουμε αυτά; και γιατί ζητάμε ο ένας τον άλλον; Αληθινά τα είπεν ο Φιλητάς. Το παιδί, που ήτανε στον κήπο, είδανε κ' οι πατέρες μας στ' όνειρό τους εκείνο κι αυτό πρόσταξε να βόσκουμ' εμείς τα κοπάδια. Πώς μπορεί να το πιάση κανένας; Μικρό είναι και θα φύγη. Και πώς μπορεί να του ξεφύγη κανείς; Φτερά έχει και θα τόνε φτάση. Πρέπει να παρακαλέσουμε τις Νύμφες να μας βοηθήσουνε. Μα μήτε ο Πάνας βοήθησε το Φιλητά, όταν αγαπούσε την Αμαρυλλίδα. Λοιπόν, όσα γιατρικά είπε, αυτά πρέπει να ζητήσουμε· φιλί κι αγκάλιασμα και να ξαπλωθούμε καταγής γυμνοί· κάνει κρύο, μα θα το υποφέρουμε κ' εμείς όπως ο Φιλητάς.
9. Αυτό τους γίνηκε νυχτερινό μάθημα. Κι όταν την άλλη μέρα έβγαλαν τα κοπάδια στη βοσκή, φιληθήκανε μόλις ιδώθηκαν, πράμα που δεν το είχαν κάμει ποτέ προτήτερα, και σφιχταγκαλιαστήκανε. Μα δεν τολμούσανε να δοκιμάσουν και το τρίτο γιατρικό, να πλαγιάσουν αφού γδυθούν, επειδή ήτανε πολύ αδιάντροπο όχι μονάχα για παρθένες παρά και για νιους γιδάρηδες. Πάλε λοιπόν είχαν αγρύπνιες και θυμόντανε όσα είχανε γίνει και παραπονιόντανε για όσα είχαν αφίσει:
— Και φιληθήκαμε, μα κανένα διάφορο· αγκαλιαστήκαμε, και τίποτα περισσότερο απ' αυτό. Λοιπόν το πλάγιασμα είναι το μόνο γιατρικό του έρωτα· πρέπει να το δοκιμάσουμε κι αυτό· χωρίς άλλο κάτι καλλίτερο από το φιλί θε νάναι μέσα σε τούτο.
10. Ύστερ' από τέτοιους στοχασμούς, καθώς ήτανε φυσικό, έβλεπαν κι όνειρα ερωτιάρικα: τα φιλιά, τ' αγκαλιάσματα κι ακόμη όσα δεν έκαμαν την ημέρα τα κάμανε στ' όνειρό τους· ήτανε πλαγιασμένοι γυμνοί. Και την άλλη μέρα εσηκώθηκαν πιο ερωτευμένοι κι οδηγούσαν τα κοπάδια με σουριγματιές, επειδή βιαζόντανε να φιληθούν· κι άμα ιδώθηκαν έτρεξαν ο ένας στον άλλο με χαμόγελο. Φιληθήκανε λοιπόν και κατόπι αγκαλιάστηκαν· το τρίτο όμως γιατρικό αργούσε, επειδή μήτε ο Δάφνης εκόταε να το ειπή, μήτε η Χλόη ήθελε ν' αρχίση, ως που κατά τύχη έκαμαν κι αυτό.
11. Εκαθόντανε σε κούτσουρο βαλανιδιάς ο ένας κοντά στον άλλονε· κι αφού δοκίμασαν τη νοστιμάδα του φιλιού, αχόρταγοι ρουφούσανε τη γλύκα του. Έγιναν κι αγκαλιάσματα, που έκαναν τα στόματα να κολνούνε περισσότερο. Εκεί που αγκαλιάζονταν ο Δάφνης ετράβηξε πιο δυνατά τη Χλόη προς το μέρος του κι αυτή γέρνει λίγο στο ένα πλευρό της· μα γέρνει κ' εκείνος μαζί της, ακολουθώντας το φιλί. Και ξέροντας από τα όνειρα τη στάση, κείτονταν πολλήν ώρα χάμω σαν σφιχτοδεμένοι. Μα επειδή δεν ήξεραν τίποτα παρά πέρα, ενόμισαν ότι αυτό είναι το τέλος της ερωτικής απόλαψης· έτσι, αφού εξόδεψαν του κάκου την περισσότερη μέρα, εχωρίστηκαν και γυρίζανε στα μαντριά τα κοπάδια, μιλώντας τη νύχτα. Ίσως όμως νάκαναν και κάτι από ταληθινά, αν δεν έβρισκεν άξαφνα όλη εκείνη την εξοχή τέτοια ταραχή.
12. Νιοί Μεθυμνιώτες πλούσιοι, θέλοντας να περάσουν την εποχή του τρύγου με ξενομερίτικη διασκέδαση, αφού ερρίξανε στη θάλασσα ένα καΐκι και καθίσανε στο κουπί τους δούλους, περνούσανε γιαλό-γιαλό από τις εξοχές των Μιτυληνιών, που ήτανε κοντά στη θάλασσα. Επειδή η ακρογιαλιά είναι καλολίμανη και στολισμένη μεγαλόπρεπα με σπίτια κ' έχει λουτρά συγκρατητά και περιβόλια και δασάκια, άλλα φυσικά κι άλλα φτιασμένα από ανθρώπους· όλα όμορφα για να διασκεδάση κανείς εκεί. Κι όταν έπιασαν στη στεριά κι αράξανε, δεν έκαναν κανένα κακό, παρά αρχίσανε λογής-λογής διασκέδασες· πότε μ' αγκίστρια κρεμασμένα από καλάμια με ψιλή πετονιά ψάρευαν πετρόψαρα από χαμηλό βράχο· πότε με σκυλιά και με δίκτυα πιάνανε λαγούς που έφευγαν από τ' αμπέλια εξ αιτίας του θόρυβου. Κ' ύστερ' αρχίσανε να κυνηγούνε και πουλιά και πιάσανε με τα βρόχια αγριόχηνες κι αγριόπαπιες και τώγια, ως που η διασκέδαση τους γίνονταν ωφέλιμη και για το τραπέζι. Κι αν είχαν ανάγκη από τίποτε, τόπαιρναν από τους χωριανούς, πληρώνοντας περισσότερα από όσο άξιζε. Μα εχρειαζόντανε μονάχα ψωμί και κρασί και μέρος για να ξομείνουν. Επειδή δεν τους φαινότανε σίγουρο να μένουνε στη θάλασσα χυνόπωρο καιρό· ώστε και το καΐκι το σύρανε στη στεριά για το φόβο νυχτερινής φουρτούνας.
13. Κάποιος όμως από τους χωριάτες, που χρειαζότανε σκοινί για να τραβήξη μια πέτρα, που μ' αυτή θα έλιονε τα πατημένα αποτρυγήδια, επειδή του είχε κοπή το προτητερινό του, αφού πήγε κρυφά στη θάλασσα και σίμωσε το αφύλαχτο καΐκι, έλυσε το παλαμάρι, τόφερε σπίτι του και το μεταχειρίστηκε σ' ό,τι του χρειαζότανε. Με τα ξημερώματα λοιπόν οι Μεθυμνιώτες νιοι εζητούσαν το παλαμάρι· κ' επειδή κανένας δεν ομολογούσε την κλεψιά, αφού οι νιοί κατηγόρησαν τους φιλευτάδες τους, αρμένιζαν γιαλό-γιαλό· κι όταν τράβηξαν τριάντα στάδια, αράζουνε στην εξοχή που κάθονταν η Χλόη κι ο Δάφνης. Επειδή τους φάνηκε πως ο κάμπος ήτανε καλός για να κυνηγήσουνε λαγούς. Μα μην έχοντας σκοινί για να το κάμουν παλαμάρι, έστρηψαν χλωρή λιγαριά σαν σκοινί κ' εδέσανε μ' αυτή το καΐκι από την πρύμη στη στεριά. Έπειτα, αφού απόλυσαν τα σκυλιά να ψάχνουνε, στις στράτες, που τους φαίνονταν πιο βολικές, έστηναν τα δίχτυα. Μα τα σκυλιά τρέχοντας με γαυγίσματα εφόβισαν τα γίδια· κι αυτά αφίνοντας τα ψηλώματα έτρεξαν περισσότερο κατά τη θάλασσα. Και μη βρίσκοντας τίποτα φαγώσιμο στην αμμουδιά, επήγαν τα πιο ζωηρά κοντά στο καΐκι και κατάφαγαν τη χλωρή λιγαριά, που με δαύτη ήτανε δεμένο.
14. Ήτανε και λίγη φουσκοθαλασσιά, επειδή είχε σηκωθή άνεμος από τα βουνά. Κ' έτσι, όντας λυμένο το καΐκι, γλήγορα το συνεπήρεν η κυματοσυρμή και τόφερεν ανοιχτά στο πέλαγο. Όταν τόνοιωσαν οι Μεθυμνιώτες, άλλοι έτρεχαν κατά τη θάλασσα κι άλλοι εμάζευαν τα σκυλιά· κ' εφώναζαν όλοι μαζί για ν' ακούσουν όλοι από τα κοντινά χτήματα και συναχτούν εκεί. Μα κανένα όφελος· επειδή, καθώς δυνάμονεν ο άνεμος, το καΐκι σέρνονταν από το ρεύμα μ' ακράτητη γληγοράδα. Κ' οι Μεθυμνιώτες λοιπόν, που έχαναν όχι λίγα πράγματα, εζητούσαν το γιδάρη· κι αφού βρήκανε το Δάφνη, τον εχτυπούσαν και τον εγύμνωναν. Και κάποιος μάλιστα, κρατώντας σκυλολούρι του πισταγκώνιαζε τα χέρια για να τόνε δέση. Φώναζε ο Δάφνης, που τον εχτυπούσαν και παρακαλούσε τους χωριάτες και πρώτα-πρώτα το Λάμωνα και το Δρύαντα έκραζε βοήθεια. Και τούτοι τον ετραβούσαν προς το μέρος τους, επειδή ήτανε γέροι γεροί κ' είχανε χέρια δυνατά από το σκάψιμο· και ζητούσανε ν' απολογηθή πρώτα για τα όσα εγίνηκαν.
15. Και με το να θέλουν κ' οι Μεθυμνιώτες τα ίδια, διορίζουν κριτή το Φιλητά το γελαδάρη, επειδή ήταν ο πιο γέρος από όσους βρίσκονταν εκεί κ' είχεν όνομα ανάμεσα στους χωριάτες για τη μεγάλη του δικαιοσύνη. Πρώτοι οι Μεθυμνιώτες άρχισαν την κατηγορία καθαρά και σύντομα σαν είχανε γελαδάρη για κριτή:
— Ήρθαμε στους κάμπους τούτους θέλοντας να κυνηγήσουμε· το καΐκι μας λοιπόν, αφού το εδέσαμε με λιγαριά χλωρή, τ' αφίσαμε στην ακρογιαλιά κ' εμείς ζητούσαμε με τα σκυλιά κυνήγι. Στο αναμεταξύ τα γίδια τουτουνού εδώ, αφού κατεβήκανε στη θάλασσα, και τη λιγαριά την τρώνε όλη και λύνουν και το καΐκι. Το είδες που το παράσερνε η θάλασσα· με πόσα καλά νομίζεις πως ήτανε γεμάτο; και πόσα ρούχα χαθήκανε μονομιάς; και πόσα στολίδια των σκυλιών; και πόσα λεφτά; μπορούσε κανείς ν' αγοράση τούτα εδώ τα χτήματα, αν τα είχεν εκείνα. Για όλ' αυτά θέλουμε να πάρουμε σκλάβο τούτονε τον κακό γιδάρη, που βόσκει τα γίδια ερχάμενος στη θάλασσα σαν ναυτικός.
16. Τέτοια κατηγορία έκαμαν οι Μεθυμνιώτες. Κι' ο Δάφνης βρισκότανε σε κακή κατάσταση από τις ξυλιές, μα βλέποντας εκεί τη Χλόη, ταψηφούσεν όλα. Κ' έτσι απολογήθηκε:
— Εγώ βόσκω τα γίδια μου καλά. Ποτέ δεν παραπονέθηκε κανένας χωριανός, ότι τραγί δικό μου βόσκησε στον κήπο του ή έσπασε κλήμα βλασταρωμένο. Μα αυτοί είναι κακοί κυνηγοί κ' έχουνε σκυλιά κακογυμνασμένα, που τρέχοντας πολύ και γαυγίζοντας δυνατά έδιωξαν τα γίδια από τα όρη και τους κάμπους κατά τη θάλασσα, σαν λύκοι. Μα θα μου ειπούν: έφαγαν τη λιγαριά· βέβαια, αφού δε βρίσκανε στην αμμουδιά χορτάρι ή κουμαριά ή θυμάρι. Μα χάθηκε το καΐκι από τον άνεμο και τη θάλασσα· αυτά όμως είναι του χειμώνα δουλιές κι όχι των γιδιών. Μα ήταν εκεί μέσα φορεσιές και λεφτά· και ποιος έχοντας τα λογικά του θα πιστέψη, ότι καΐκι που είχε μέσα τόσα πράγματα, είχε λιγαριά για παλαμάρι;
17. Κι αφού είπεν αυτά έκλαψε ο Δάφνης κ' έφερε τους χωριανούς σε μεγάλη ψυχοπόνεση, ως που ο Φιλητάς ο κριτής ορκιζότανε στον Πάνα και στις Νύμφες, ότι δεν έκανε κανένα άδικο ο Δάφνης μα μήτε και τα γίδια του, παρά ο άνεμος κ' η θάλασσα, που άλλους έχουνε για κριτάδες τους. Δεν έπειθε με τούτα ο Φιλητάς τους Μεθυμνιώτες· μόνε αυτοί, αφού χυμίξανε με θυμό, τραβούσανε πάλι το Δάφνη κ' ηθέλανε να τόνε δέσουν. Τότες οι χωριάτες αγριεμένοι πηδούνε καταπάνω τους σαν ψαρώνια ή καλιακούδες· και στη στιγμή τους παίρνουν το Δάφνη, που κι αυτός πάλευε πια, και χτυπώντας τους με ξύλα γλήγορα τους εστρώσανε στο κυνήγι. Και δε σταμάτησαν παρά αφού τους έβγαλαν έξω από τα σύνορά τους σ' άλλα χτήματα.
18. Κ' ενώ εκείνοι εκυνηγούσαν τους Μεθυμνιώτες, η Χλόη με πολλήν ησυχία φέρνει το Δάφνη στις Νύμφες και του πλένει το ματωμένο πρόσωπο, επειδή είχανε σπάσει τα ρουθούνια του από κάποιο χτύπημα, και βγάζοντας από το ταγάρι της ένα κομμάτι ψωμί και τυρί του δίνει να φάη. Και τούδωσεν ένα φιλί γλυκύ σαν μέλι, που αυτό προ πάντων τον έκαμε να συνέλθη.
19. Από τέτοιο κίνδυνο λοιπόν εγλύτωσε ο Δάφνης. Μα το πράγμα δεν τέλειωσε ίσαμ' εδώ, επειδή οι Μεθυμνιώτες, αφού πήγανε στην πατρίδα τους πεζοστράτες αντί για καραβιώτες και πληγωμένοι αντί για χαροκόποι, μάζεψαν τους συντοπίτες τους και, βάνοντας στους βωμούς λιόκλαδα, παρακαλούσανε να τους εκδικηθούνε, χωρίς όμως να λένε τίποτα από τ' αληθινά, μήπως τους περιγελάσουν, που έπαθαν τέτοια και τόσα από βοσκούς, παρά κατηγορούσανε τους Μιτυληνιούς, ότι τους έκλεψαν το καΐκι και τους άρπαξαν τα λεφτά. Κ' εκείνοι πιστεύοντάς τους από τις πληγές και νομίζοντας, ότι είναι δίκαιο να εκδικηθούνε νέους, που ήταν από τα πρώτα σπίτια του τόπου τους, αποφασίσανε να κινήσουν άξαφνα πόλεμο στους Μιτυληνιούς και πρόσταξαν το στρατηγό, αφού ρίξη στη θάλασσα δέκα πλεούμενα, να διαγουμίζη τ' ακρογιάλια τους. Επειδή δεν το θαρρούσανε σωστό, αφού σίμωνε ο χειμώνας, να εμπιστευθούνε στη θάλασσα μεγαλύτερη αρμάδα.
20. Κι ο στρατηγός, αφού αμέσως την άλλη μέρα ανοίχτηκε στο πέλαγο, καθίζοντας στο κουπί τους ίδιους τους στρατιώτες, έπεφτεν επάνω στα χτήματα των Μιτυληνιών, που ήτανε στ' ακρογιάλια. Κι άρπαζε πολλά κοπάδια, πολύ σιτάρι και κρασί, επειδή μόλις είχε τελειώσει ο τρύγος· μα κι ανθρώπους όχι λίγους, όσοι απ' αυτούς δουλεύανε στα χτήματα. Έπεσεν επάνω και στης Χλόης και του Δάφνη τα υποστατικά· κι αφού βγήκεν έξω, άρπαζεν όσα έβρισκεν εμπρός του. Ο Δάφνης τότε δεν έβοσκε τα γίδια, παρά μπασμένος στο δάσος έκοφτε χλωρά κλαδόφυλλα για νάχη να δίνη στα γίδια θροφή το χειμώνα· κ' έτσι βλέποντας από ψηλά το διαγούμισμα εκρύφτηκε μέσα στην κουφάλα του κορμού ξερής οξιάς. Η Χλόη όμως ήτανε κοντά στα πρόβατα· κι όταν την εκυνήγησαν έτρεξε σαν ικέτιδα στις νύμφες για να γλυτώση και παρακαλούσε να λυπηθούνε κι όσα έβοσκε κι αυτή την ίδια για χάρη των θεώνε· μα κανένα όφελος· επειδή οι Μεθυμνιώτες, αφού έβρισαν κι ατίμασαν πολλά αγάλματα, και τα κοπάδια άρπαξαν κ' εκείνη την έσυραν σαν γίδα ή πρόβατο χτυπώντας τη με λιγαριές.