Part 7
Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε μελιχρώς η σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της πολίχνης και του ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης με χρυσά κροσσωτά πλαίσια, χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα. Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν προσέλαβον οι προς αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της κώμης, επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών, εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα πραγμάτων απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος εικονογραφία. Ακόμη και γαλής τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως της σελήνης, εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και στρογγύλη, εν μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον αργότερον ως κλώσσα ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ.
Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ' αρχάς ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία γλυκύτατα έπληττον τον ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού, όπερ εστέναζεν από της σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου. Προσεγγιζούσης ολίγον κατ' ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα μόνον τον πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν της θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν κ' έβλεπες κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι φαειναί ρανίδες ύδατος ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην λάμψιν.
Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού απογαίου σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως μακρού πλου, και μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από καρφίου· πλην η λέμβος είχε δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς αυτής, κ' εσχηματίζετο όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα οφθαλμόν πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να διίδη εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και ηλικιωμένη τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν κωπαστήν υπό της νυκτός την αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως ακτινοβολούντα, με βοστρύχους ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες κανονικώς και ισχυρώς, σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν.
Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό τινα σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν ταύτην λέμβον, ήτις ήτο και μεγαλειτέρα.
— Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη σκάλα.
Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του ορμίσκου μέρος, όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο σκοτεινόν και απρόσιτον.
Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από της ακτής:
— Ελάτε δα, χρονιάσατε!
Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων.
— Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης νεανίδος.
— Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος.
— Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα.
— Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα.
Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον της λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω σάκκους ένα-ένα, οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των οστράκων και είτα έμενον εκεί.
Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι, θόρυβος ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού του βράχου, και νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους σάκκους.
Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός του, ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της αθώας λείας, ότε την ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά δακρύων σχεδόν.
— Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο. Αρί-σείς θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό.
Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης προθυμίας και ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ' αυτη ηγέρθη πάλιν και απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα.
— Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο.
Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το ελαφρόν εκείνο φορτίον.
— Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον βράχον, όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως καπνίζων το σιγάρον του ως να μη είδε τίποτε.
Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα έφευγον προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον, ίνα αποφεύγωσι των περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι απέφευγον και την αποβάθραν.
Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο ήδη τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου. Εξήλθε και η ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και απεβίβασε και τον γέροντα πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν, όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά- σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και η άλλη γυνή, φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον.
— Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα.
— Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή.
— Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων, που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και τρυφερά. Γυρίσαμε όλη τη Γλώσσα.
Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο πρισμένους πόδας του και τα δύο χονδρά ραβδία του.
— Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας. Αρί-σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα κάματε;
Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της, κουρασμέναι από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις την έρημον παραλίαν, είπε μετά τινος οργής:
— Καλά σας είπανε _Αναράϊδες!_
Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η άλλη γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι να πειραχθή, αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον κακόγλωσσον, είπε:
— Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό; Ημείς ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί.
Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του ευτυχήσας ν' αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας μέχρι της Αζοφικής, έχων πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και του αυτού ατόμου. Πλην κατά τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής Μεσογείου υπό του στόλου της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της προκηρύξεως αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν του φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών.
— Στοπ!
Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού αποκλεισμού και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις την ειρκτήν της ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον καλώς τους εμαστίγωσαν.
Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού Γερακούλα και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι, δροσεραί ως αφρός της θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια. Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν- Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς του αγγλικού πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν.
Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της, μικράς τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και παρεκάλει κ' εδέετο. Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή — πόσον αργά πείθονται οι ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ περιφρονήσεως χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της γραμμής του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν και μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν ανάμνησιν της εν τη αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του.
Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις του αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν του. Εκ των συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων μαρτυρίων εν τοιαύταις ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ' εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων κυφός και πιασμένος, ο ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ' εσείετο η γη, όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε.
Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον, πλην δεν ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά του και ήδη απέζη, αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών προσόδων των κτημάτων του.
Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και εγίνοντο ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο να κάμνη ήτο να κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της αγοράς εις το παρά την αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν απηγόρευσαν οι ιατροί — και να διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών εφρόντιζεν η σύζυγός του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε τον φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να επισκιάση την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών.
— Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά σειράν τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας θυγατέρες, με την κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι.
— Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα.
Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να μάθη, ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς θα ημπορέση σ' αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας θυγατέρας, — είχε και αυτή μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν περιχαρής:
— Έχει ο Θεός!
Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την ελπίδα, και περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ' ελευθέρα παθών και βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του Δεσπότου Χριστού, όστις φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι περί των πετεινών του ουρανού, τα οποία ούτε σπείρουσιν ούτε θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των ευσεβών και αγαθών θυγατέρων.
Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες της Γερακούλας εμεγάλωναν.
Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο καπετάν-Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των ζώντων.
— Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό!
Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών.
— Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος.
— Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του.
Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της μητρός, αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον κόπτονται αι κορυφαί των, τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς.
Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε μετά των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον τελευταίον καφέ του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε, δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως, ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις περιπετείαις και θλίψεσι του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των βασάνων.
Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην:
— Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και χωράφια.
Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη μπαμπακούλες, τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της καιούσης τέφρας της εστίας.
— Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα.
— Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου· εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως αι στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα.
— Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα.
Και προς την τρίτην έλεγε:
— Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό.
— Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και άσπρη η μπαμπακούλα.
— Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες.
Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά της καλής μητρός αποτυπώματα.
— Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα...
— Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα και ξανθοτέρα.
— Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω γιατρό!
— Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα.
— Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη εις της μπαμπακούλες.
— Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου· και εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια.
— Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν λέξιν και αφυπνισθείς.
— Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την οδυνηράν ανάμνησιν.
Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι λοβοί του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες και αυτοί τας φαιδράς της μητρός αστειότητας.
— Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε.
— Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ.
Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων της ήτο η έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των θυγατέρων, συνήθως η μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να ζυμώση, να μαγειρεύση» να περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι ηκολούθουν την μητέρα. Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη εξοχή ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα των δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως να μη ήσαν τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά της αμωμήτου φύσεως, των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην αγάπην είχον προς την πρασίνην χλόην και τον δροσερόν αέρα της. Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την παρουσίαν και των τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις τον ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να αναπνεύσουν. Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον.
Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν διήρχοντο εν τη εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό την λευκήν ελαφράν μανδήλαν, πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη του βουνού, τα οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις βαθύ παράπονον το είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες, παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν κούμαρα. Και τότε την εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια» τυλίσσουσαι ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ' ελαίου και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των ανθράκων. Και αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί πάντων, πλην του σκαψίματος και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν και εθειάφιζον την άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και επεμελούντο της επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται αι νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου τοποθετούνται αι ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας· τέλος ετρυγούσαν την άμπελον. Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου του ενιαυτού. Όταν δε πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να πλέκωσι, να ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην άγνωστον ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και καθήμεναι παρά το ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις τον διαυγή πυθμένα και τα πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά χάριτος, ως νύμφαι θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου, αναζητούσαι επί της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα εκείνα κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία και στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου αποκτήσωσι το χρυσίζον εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ η μήτηρ, καθημένη εγγύς του κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι νέας ακτάς και αγνώστους τόπους, θαυμάζουσα την απλουμένην μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους.
— Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς σχισμάδας· εν ώ ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω- ψηλά της Ζαγοράς αι οικίαι.
Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει πάντοτε το άγνωστον, το άοπτον και αόρατον.
Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού πόντου έν μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται ως αστραπή προ των οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά η αμείλικτος του πεπρωμένου χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των χειρών της και απέπλυνε τα πικρά δάκρυά της.
Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία της νήσου καπετάνισσα.
Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον αίθριον ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών.
Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν ρεύμα της Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας πλατάνους και τα βαΐα και τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας τρυγόνας και τας φαιάς αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον εις το κρύον του ρεύματος νερόν, παραμερίζουσαι τα βρύα και τα καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας πηγάς και τας κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να παίζη η ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη — σημείον υψίστης θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια, εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών και μακροφύλλων βαΐων, και με τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το κρύον ρεύμα, δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν κυματοειδώς επί των νώτων.
Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι τέσσαρες εν αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον καλλιφώνως, ναι, έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της γειτονίσσης των, ως την απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει την Παρθενίαν εφύλαξας... »
Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος διά των φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και γοητευτική αρμονία νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα την καρδίαν.
Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το εγχώριον γλωσσικόν ιδίωμα, _Αναράιδες_.
— Γιατί να μας λένε _Αναράιδες_; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα.
— Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και ορεινής ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ.
— Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της.
— Τι λες και συ, θα πω;
— Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για μας.
Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του ρεύματος, να διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον, καλλωπίζουσα αυτόν κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της:
— Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές, λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν εις τα ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα σαν εσάς. Εκειδά ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια. Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά και με χρυσές φτερούγιες.
— Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της.
— Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά!
— Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της Γερακούλας.
Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας.
Ευδαίμονες γυναίκες!
Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις χαράν; Είσαι πλούσιος.
Ευδαίμονες γυναίκες!
Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες θυγατέρες της.
Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία έτη, καθ' ά συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων κουκκουλίων, αλλά προς παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας προικώας ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς προσπαθείας, αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις την διατροφήν και ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων από της πρώτης ως μαύρης μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε αναβάς ο φαιόχρους με τους αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού κλώνου της δρυός ή του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι' υστάτην φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους διευθύνσεις, πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός αυτού ως ο ερημίτης, ο εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός, λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των γάμων σου.
Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα είνε η μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι, αυταί αι αυλαί των κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία προς το λευκόν των τοίχων και το ερυθρωπόν των στεγών.
Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη ενασχόλησις. Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου των εις το κλαδίον, ησθένουν και απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα απλωτά διαμονητήρια των σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν θέαμα — υπό τους οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις μάτην εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς.
Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις τον ναόν, φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον μικροσκοπικόν σπόρον του βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς, ηυλογημένος, ίνα _ανοίξη_ επί απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η μέλλουσα μεταξωτή χαρά της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως τον σπόρον εις τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη _εκλάδονεν_.
Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον εις το εξής επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά κούτσουρα τας συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων σκωλήκων πλέον, μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις τα ωραία δένδρα, επλήρουν την κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά συκάμινα κ' έθραυον είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα των εις διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων.