Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Part 8

Chapter 84 wordsPublic domain

Ο Καραϊσκάκης υποπτεύων μήπως συμβή τι απευκταίον εις τους εις Δίστομον, όντας ολίγους ως προς τοιαύτην εχθρικήν δύναμιν, απεφάσισε να υπάγη εις βοήθειάν των αμέσως· εσχεδίασεν όμως να πράξη και καθ' οδόν κανέν αξιόλογον έργον. Απέστειλε λοιπόν πεζοδρόμον (εις τον οποίον υπεσχέθη πλουσίαν αμοιβήν, αν εν καιρώ εκπληρώση τα παραγγελλόμενα) διά να ειδοποιήση, τους εις Δίστομον Έλληνας ότι έμελλεν εκείνην την νύκτα να υπάγη εις βοήθειάν των και ότι έμελλε να επιπέση εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Παρεκινούσε δε και αυτούς να μένωσιν άγρυπνοι και να ήναι έτοιμοι ώστε, άμα ακούσωσι την συμπλοκήν, να εξέλθωσιν από τας οικίας κατά των εχθρών. Περί την δεκάτην ώραν της ημέρας εκίνησεν από Βελίτζαν με τετρακοσίους στρατιώτας και αξιωματικούς. Ήσαν δε όλοι πεζοί κατά παραγγελίαν του αρχηγού, και τούτο διά να μην εννοηθώσιν από τους εις Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας εχθρούς, όθεν αναγκαίως έπρεπε να διαβώσι· δεν ηθέλησεν ουδέ ο ίδιος να λάβη ίππον, μ' όλον ότι όλοι τον παρεκίνησαν επιμόνως. Διά το βαθύ της νυκτός σκότος, διά την ανωμαλίαν των δρόμων και διά τας πολλάς περιστροφάς, μόλις δυο ώρας πριν εξημερώση επλησίασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον, χωρίς να εννοηθώσι διόλου από τους φύλακας, και εμβαίνουν εις αυτό φωνάζοντες και τουφεκίζοντες. Αλλ' επειδή δεν είδον να γένη ταυτοχρόνως κανέν κίνημα και από τους εις Δίστομον κατά την παραγγελίαν του Καραϊσκάκη, δεν επέμειναν εις μάχην, αλλά διαβάντες διά μέσου των σκηνών του εχθρού τουφεκίζοντες, έφθασαν εις Δίστομον. Οι εχθροί δεν ετόλμησαν να εξέλθωσι κατ' αυτών, περιωρίσθησαν δε μόνον εις το να φωνάζωσι και να τουφεκίζωσι από τας σκηνάς των. Από τους Έλληνας εφονεύθησαν μόνον δύο και αιχμαλωτίσθη είς, των δε εχθρών η ζημία κυρίως μεν δεν έγεινε γνωστή, πιθανολογείται όμως να ήτον όχι μικρά. Οι εις Δίστομον δεν εκινήθησαν κατά του εχθρικού στρατοπέδου, διότι ο πεζοδρόμος δεν υπήγεν εν καιρώ να τους γνωστοποιήση την παραγγελίαν του Καραϊσκάκη· ελυπήθησαν μεγάλως διότι δεν ηδυνήθησαν να συμπράξωσιν εις έν σχέδιον, το οποίον έμελλεν ίσως να επιφέρη τον όλεθρον του εχθρού. Ο Ομέρ πασσάς, αρχηγός των Τούρκων εις την εκστρατείαν ταύτην, τόσον εξεπλάγη διά την αιφνίδιον παρουσίαν του Καραϊσκάκη και διά το τόσον τολμηρόν τούτο επιχείρημα, ώστε την επομένην ημέραν τους μεν στρατιώτας, τους όντας εις νυκτερινήν φυλακήν, απεκεφάλισε διότι δεν ενόησαν την διάβασιν των Ελλήνων, εις δε τας θέσεις του ωχυρώθη καλλίτερον και συγχρόνως έστειλε και διά νέαν βοήθειαν, ως από αυτομόλους εγένετο φανερόν.

Ενταύθα ας οπισθοδρομήσωμεν ολίγον διά να αναφέρωμεν τι έπραξεν ο Ομέρ πασάς, άμα έφθασεν εις Δίστομον, και πώς τον αντέκρουσαν οι φυλάττοντες ταύτην την θέσιν Έλληνες. Ο Ομέρ πασάς διωρίσθη να υπάγη να λύση την πολιορκίαν Σαλώνων, αλλ' επειδή δεν ετόλμα να εισβάλη εις ταύτην την επαρχίαν, αφίνων τρόπον τινά εις τα οπίσθιά του τους εις Δίστομον Έλληνας, απεφάσισε να κινηθή πρώτον κατ' αυτών διά να τους καταστρέψη και να κάμη ασφαλή την διάβασιν του. Ετοιμάσας λοιπόν τας δυνάμεις του μετέβη την δεκάτην έκτην του Ιανουαρίου εις Δίστομον, πλησίον του οποίου και εστρατοπέδευσε. Θέλων δε να δοκιμάση τας δυνάμεις των Ελλήνων και να οδηγηθή επομένως εις την οποίαν εμελέτα να κάμη επίθεσιν, έπεμψεν έν σώμα πεζών και ιππέων διά να ακροβολισθή με αυτούς. Ιδών δε ότι αι δυνάμεις ήσαν ολιγώταται, απεφάσισε να κάμη την επομένην ημέραν γενικήν εις το χωρίον έφοδον.

Άμα ανέτειλεν ο ήλιος, ήρχισεν ο κανονοβολισμός· έν μέγα κανόνιον, τοποθετημένον ολίγον μακρύτερον βολής τουφεκίου από το χωρίον, διευθύνετο ως επί το πλείστον εις τον κατά πρόσωπον του χωρίου τότε νεωστί κατασκευασθέντα πύργον. Αφ' ού έγεινεν ικανή βλάβη τόσον εις αυτόν, καθώς και εις άλλας τινάς οικίας, εδόθη το σημείον της εφόδου. Όλοι οι εχθροί αλαλάζοντες και τουφεκίζοντες επιπίπτουν εις το χωρίον από τρία διάφορα μέρη· από μεν τα δεξιά οι Αλβανοί, έχοντες επί κεφαλής τον Καρεμφίλμπεην, αδελφόν του εις Αράχωβαν φονευθέντος Μουσταφάμπεη, από δε τα αριστερά οι Γκέκηδες υπό τον Οσμάν πασάν, κατά πρόσωπον δε αυτός ο Ομέρ πασάς με τους Χαλντούπηδες. Όλοι εισήλθον ταυτοχρόνως εις το χωρίον και εκυρίευσαν τας πλειοτέρας οικίας, τας οποίας δεν εδύναντο να κατέχωσιν οι Έλληνες, ως όντες ολίγοι. Εφώρμησαν έπειτα και εις εκείνας, εις τας οποίας ήσαν κλεισμένοι οι Έλληνες, ώστε κατήντησαν εις μερικάς ν' αποσπώσι τα ξύλα της στέγης και να κρημνίζωσι τας κεραμίδας. Από τους φυλάττοντας την επί του λόφου εκκλησίαν Έλληνας (επειδή δεν επήγαν κατ' αυτών εχθροί) κατέβησαν μερικοί προς βοήθειαν των πολεμούντων εις τας οικίας. Συνέβη ταυτοχρόνως να φονευθή και είς σημαντικός Τούρκος από τους κατά πρόσωπον προσβαλόντας, ώστε είτε διά το έν, είτε διά το άλλο συμβεβηκός δειλιάσαντες οι εχθροί ετράπησαν εις φυγήν, και οι Έλληνες εξελθόντες από τας οικίας τούς κατεδίωξαν ολίγα βήματα προς το στρατόπεδόν των· δεν επρόλαβον όμως να φύγωσι συγχρόνως και οι από τα δεξιά προσβαλόντες και διά τούτο, ως μείναντες ύστεροι, εζημιώθησαν περισσότερον από τους λοιπούς. Περί το εσπέρας έφθασεν από Σάλωνα και ο Γεώργιος Δράκος, ο οποίος ορμήσας αμέσως κατά των υπό τον Καρεμφίλμπεην Αλβανών, τοποθετημένων επί του προς τα δεξιά του Διστόμου λόφου, τους ηνάγκασε να φύγωσι και να τοποθετηθώσι πλησίον του στρατοπέδου των. Εις ταύτην την μάχην οι φονευμένοι των εχθρών ήσαν πολλοί, αλλά τους μεν πεσόντας εις την έφοδον τους έλαβον οι εχθροί και τους μετεκόμισαν εις το στρατόπεδόν των, όσοι δε πεσόντες περί το χωρίον εγυμνώθησαν από τους Έλληνας ήσαν υπέρ τους ογδοήκοντα· από δε τους Έλληνας εφονεύθησαν δύω και επληγώθησαν οκτώ, μεταξύ των οποίων και ο Νικόλαος Μπότζαρης.

Αναπαυθείς ολίγον ο Καραϊσκάκης, άμα εφάνη η ημέρα, περιήλθε το Ελληνικόν στρατόπεδον και επαρατήρησε τας παρά των εχθρών κατεχομένας θέσεις. Ιδών δε ότι επί της κορυφής τινος λοφιδίου προ του χωρίου επροσπαθούσαν οι εχθροί να κατασκευάσωσι προμαχώνα, το οποίον ήθελεν αποβή φθοροποιόν εις τους Έλληνας, απεφάσισε να τους αντικρούση εις τον σκοπόν των και να ματαιώση το σχέδιόν των. Όθεν διώρισε να γεμισθώσι με χώμα μερικά δέρματα και καλάθια και αφ' ού ετοιμάσθησαν, παρακινήσας τους στρατιώτας, επεχείρησε διά νυκτός ν' αναβή εις την κορυφήν του λοφιδίου, την οποίαν δεν είχον κυριεύσει ακόμη οι εχθροί, ως κτυπώμενοι από τας οικίας και από τους εν τη εκκλησία Έλληνας. Προτάξας λοιπόν τα δέρματα ταύτα, ανήγειρε λιθόκτιστον πρόχειρον οχύρωμα μόλις τεσσαράκοντα βήματα απέχον του εχθρού και τούτο ασφάλισε το χωρίον από ένα όχι μικρόν κίνδυνον.

Ο δε Ομέρ πασάς πληροφορηθείς διά της πείρας ότι δεν ήτον πλέον δυνατόν να κυριεύση εξ εφόδου το χωρίον, διέθεσε το στρατόπεδόν του διά πολιορκίαν· αφ' ετέρου πάλιν μέρους ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι δι' εφόδου ή συμπλοκής κατά πρόσωπον δεν ήτον δυνατόν να καταστρέψη τους εχθρούς, εστοχάσθη να τους αποκλείση πιάνων τας δύω οδούς από τας όποιας εφέροντο αι τροφαί εις τους εχθρούς. Διώρισε λοιπόν επί τούτω τω σκοπώ να έλθωσιν εις Δίστομον τα εις Σάλωνα, Λιδωρίκι και Δίστομον ευρισκόμενα στρατεύματα, αφ' ού μείνωσιν εις έκαστον μέρος ολίγοι μόνον προς υπεράσπισιν των κατοίκων· ετοποθέτησε δε εις μεν την Αράχωβαν τον Γ. Δυωβουνιώτην και Κ. Πανουργιάν, εις δε το Στείρι τον Γιαννούσην και το ιππικόν, και τους διώρισε να προσμείνωσιν έως ου να συνέλθη η αναγκαία δύναμις και να παρουσιασθή ο ανήκων καιρός προς εκτέλεσιν του σχεδίου της αποκλείσεως. Εν τοσούτω, επειδή το εχθρικόν κανόνιον εμψύχωνε τους Τούρκους και έφερεν αθυμίαν εις τους Έλληνας, διώρισε και αυτός και έφεραν δύω κανόνια και αντεκτύπα τον εχθρόν.

Παρήλθαν ικαναί ημέραι και εκτός ακροβολισμών τινών, κανέν άλλο σημαντικόν έργον δεν επράχθη ούτε από το έν, ούτε από το άλλο μέρος. Αλλά την τριακοστήν πρώτην του Ιανουαρίου συνέβη μία μάχη, εις την οποίαν μόνην καθ' όλον το διάστημα της εκστρατείας ενικήθησαν οι Έλληνες και υπέπεσον εις αισχράν φυγήν· αλλά και τούτο συνετέλεσεν εις το να δοξάση περισσότερον τον Καραϊσκάκην, ο οποίος εφάνη πολύ σημαντικώτερος, παρά αν ήθελε κατορθώσει αξιόλογον νίκην.

Στρατιώται τινες από τους εις Στείρι ευρισκομένους, παρατηρήσαντες ότι αερικά ζώα των εχθρών βόσκοντα αφύλακτα απεμακρύνθησαν ολίγον από το εχθρικόν στρατόπεδον, ώρμησαν κατ' αυτών και περικυκλώσαντές τα, τα έλαβον και επέστρεφον εις τον τόπον της κατοικίας των. Εβγήκαν προς καταδίωξιν αυτών μερικοί από τους πλησιέστερον ευρεθέντας εχθρούς άλλοι δε ηκολούθουν κατόπιν· οι δε εις Στείρι, βλέποντες ότι εκινδύνευονν περικυκλωθώσιν οι φέροντες τα ζώα, εξήλθον όλοι εις βοήθειαν και απαντήσαντες τους πρώτους των εχθρών, τους έτρεψαν εις φυγήν. Θέλων να ωφεληθή από την περίστασιν ταύτην ο Καραϊσκάκης, διώρισε να υπάγωσι και μερικοί από τους εν Διστόμω προς ενδυνάμωσιν των από Στείρι εξελθόντων. Όλοι ομού λοιπόν διώκοντες τους εχθρούς, έφθασαν έως βολήν τουφεκίου πλησίον του στρατοπέδου αυτών και καταλαβόντες ένα λόφον εκτυπούσαν τους Τούρκους, οι οποίοι δεν ετολμούσαν να εξέλθωσιν από το στρατόπεδόν των.

Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να κάμη σημαντικήν τινα βλάβην εις τους εχθρούς, έκρινεν αναγκαίον να διαμείνωσιν οι Έλληνες και την επερχομένην νύκτα εις τας οποίας ευρίσκοντο θέσεις και επομένως να βάλη εις ενέργειαν το σχέδιον της αποκλείσεως· επειδή δε ο λόφος, επί του οποίου είχον τοποθετηθή οι Έλληνες, επεριτριγυρίζετο από πεδιάδα, φοβούμενος μήπως περικυκλωθώσιν είτε διά του ιππικού των εχθρών, είτε διά τινος άλλου ανελπίστου συμβεβηκότος, κατέλαβεν αυτός με ολίγους στρατιώτας ένα τόπον πετρώδη εν τω μέσω της πεδιάδος και οχυρωθείς αυτοσχεδίως εις αυτόν αντεπολέμει τους εχθρούς και εφύλαττεν ασφαλή την κοινωνίαν των επί του λόφου Ελλήνων με τους εις Δίστομον.

Πέντε περίπου ώρας ακροβολίζοντο οι Έλληνες πλησίον του εχθρικού στρατοπέδου, και επειδή είχε γνωστοποιηθή εις αυτούς η απόφασις του Καραϊσκάκη του να διαμείνωσιν εις την θέσιν των και την επερχομένην νύκτα, ήρχισαν ήδη να οχυρόνωνται, όταν παρ' ελπίδα εφάνη ερχόμενον προς βοήθειαν των εχθρών έν σώμα τακτικών. Οι Έλληνες μη έχοντες προϋπάρχουσαν είδησιν και μη ηξεύροντες πόσος ήτον ο αριθμός των, εδειλίασαν. Ενώ δε οι τοποθετημένοι εις τους πρόποδας του λόφου, κρίναντες αναγκαίον να απομακρυνθώσιν ολίγον, εκινήθησαν προς τα υψηλότερα και οχυρώτερα του λόφου μέρη, οι επί της κορυφής του λόφου νομίσαντες τούτο τελείαν αναχώρησιν, έφευγον οι μεν προς Στείρι, οι δε προς Δίστομον. Οι Τούρκοι εμψυχωθέντες από την βοήθειαν των τακτικών, ενθαρρυνθέντες όμως πολύ περισσότερον από την φυγήν των Ελλήνων, ώρμησαν όλοι, οι μεν προς Δίστομον, οι δε κατά των φευγόντων. Αλλ' οι μεν προς Δίστομον αντικρουσθέντες γενναίως από τους εν αυτώ Έλληνας, δεν επροχώρησαν. Οι δε άλλοι επέμενον διώκοντες τους φεύγοντας, των οποίων την προς το χωρίον διάβασιν επροσπάθησαν να κόψωσι διά του ιππικού των. Ο Καραϊσκάκης όμως, ο οποίος είχε προβλέψει πόσον κινδυνώδες και ολέθριον ήτον εάν ήθελον περικυκλωθή οι Έλληνες, επέμενεν εις την θέσιν του, αντικρούων τους αλλεπαλλήλους εφορμώντας κατ' αυτής πεζούς και ιππείς. Εν ώ δε οι πλειότεροι των μετ' αυτού δειλιάσαντες έφυγον κατ' ολίγον, αυτός με μόνον είκοσιν Έλληνας αντεμάχετο, έως ου διέβησαν οι φεύγοντες και διέφυγον τον κίνδυνον· και τότε τελευταίον έφυγε και αυτός με όλους τους συν αυτώ εκτός ενός, τον οποίον ήρπασαν ζώντα τινές των ιππέων του εχθρού (40). Ο Καραϊσκάκης ακολουθών τελευταίος τους φεύγοντας, επροσπάθει να τους εμψυχώση να σταθώσι, μάλιστα αφ' ού έφθασαν εις τόπον, όπου δεν ήτον κίνδυνος από το ιππικόν αλλ' οι Έλληνες έφευγον χωρίς να τον ακούσωσιν. Αγανακτών πολλάκις διότι δεν ετουφέκιζον ουδέ καν φεύγοντες, εφώναζεν, επαρακινούσεν, ύβριζεν και τελευταίον αρπάζων τα τουφέκια των πλησιεστέρων επυροβόλει κατά των εχθρών· είχον ήδη εξέλθει τινές και από το Δίστομον εις βοήθειαν των φευγόντων, ώστε οι εχθροί, μη δυνάμενοι πλέον να εξακολουθήσωσι την δίωξιν επί λόφου πετρώδους, όπου το ιππικόν των δεν ήτον πλέον χρήσιμον, ωπισθοδρόμησαν. Εις την μάχην ταύτην από μεν τους εχθρούς εφονεύθησαν έως τριάκοντα, από δε τους Έλληνας μόνον έξ, συμπεριλαμβανομένου και του αιχμαλωτισθέντος. Είναι τω όντι παράδοξον πώς εις τόσον σημαντικήν φυγήν να μη βλαφθώσι περισσότερον οι Έλληνες, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και την τολμηράν απόφασιν του Καραϊσκάκη, ο οποίος αν δεν ήθελε πιάσει εκείνην την θέσιν και δεν ήθελεν επιμείνει εις αυτήν, καταφρονών γενναίως τον επικείμενον κίνδυνον, πολλοί από τους Έλληνας ήθελον περικλεισθή επί του λόφου και δεν ήθελον δυνηθή να διασωθώσι.

Μ' όλον ότι οι εχθροί υπερίσχυσαν εις ταύτην την συμπλοκήν, μ' όλον τούτο δεν έκαμαν κίνημα κατά των Ελλήνων τας ακολούθους ημέρας. Οι πυροβολισταί μόνον των νεωστί ελθόντων τακτικών, παραλαβόντες το κανόνιον εις την εξουσίαν των, εκανονοβολούσαν αδιακόπως, ώστε κατήντησαν να κάμωσι και τριακοσίας βολάς εις μίαν μόνην ημέραν· αλλ' οι Έλληνες δεν εβλάπτοντο επαισθητώς από αυτό, προφυλαττόμενοι εις τας οχυρωτέρας οικίας και εις μέρη μη εκτεθειμένα εις το κανόνιον. Συνέβη κατά ταύτην την εποχήν να κάμωσιν εις Ταλάντι την δευτέραν απόβασίν των τα Ολύμπια στρατεύματα και να εμποδίσωσι τας τροφάς, τας οποίας το εχθρικόν στρατόπεδον επρομηθεύετο από αυτό το μέρος. Ο Ομέρ πασάς λοιπόν φοβούμενος την έλλειψιν των τροφών, βλέπων το στράτευμά του κακοπαθούν εν καιρώ χειμώνος εις το ύπαιθρον, υποπτεύων μην περικλεισθή από τους Έλληνας, των οποίων ηύξανε καθ' ημέραν ο αριθμός, και τελευταίον μη ελπίζων να έλθη εις βοήθειάν του νέα εχθρική δύναμις, απεφάσισε και έφυγε την νύκτα της πέμπτης του Φεβρουαρίου, αφήσας έως εκατόν σκηνάς, πολλάς αποσκευάς και το κανόνιον, αφ' ού κατέκοψεν μόνον τους τροχούς της αμάξης του.

Οι Έλληνες αν και ήσαν άγρυπνοι εις τας φυλακάς και εν μέρει δεν απείχον από το εχθρικόν περισσότερον από τεσσαράκοντα βήματα, μ' όλον τούτο δεν ημπόρεσαν να εννοήσωσι την φυγήν των· με τόσην προσοχήν και ησυχίαν έγεινεν. Αφ' ού όμως οι εχθροί εξεμάκρυναν, αυτόμολός τις χριστιανός ελθών από το εχθρικόν στρατόπεδον, ανήγγειλε την φυγήν εις τους Έλληνας, οι οποίοι αμέσως έδραμον προς το στρατόπεδον· αλλ' οι μεν πρώτοι επέπεσον εις τα λάφυρα· μόλις δε οι μη ευρίσκοντες πλέον τι να λαφυραγωγήσωσι, διευθύνθησαν προς το μέρος όπου έφυγον οι εχθροί· αλλά και εξ αυτών οι επιτυγχάνοντές τι καθ' οδόν επέστρεφον, ώστε ολίγοι μόλις έφθασαν εις την οπισθοφυλακήν των εχθρών, μετά της οποίας εσυγκρούσθησαν, χωρίς όμως να την βλάψωσιν επαισθητώς. Εζημιώθη μ' όλα ταύτα ο εχθρός εις την φυγήν ταύτην, εκτός των αποσκευών και σκηνών, υπέρ τους τριάκοντα φονευθέντας και αιχμαλωτισθέντας. Οι εχθροί την νύκτα εκείνην μετέβησαν εις Δαύλειαν· εκείθεν δε παραλαβόντες και τους εκεί στρατοπεδεύοντας μετέβησαν εις Λεβαδείαν, όθεν ακολούθως ο Ομέρ πασάς μετέβη εις Εύριπον, μη δυνηθείς να φέρη εις έκβασιν το επιχείρημά του. Οι δε εις το φρούριον των Σαλώνων πολιορκούμενοι, μαθόντες την φυγήν του Ομέρ πασά και απελπισθέντες ολοτελώς του να έλθη εις αυτούς βοήθεια, έφυγον από το φρούριον με όσας εκ των αποσκευών των ηδυνήθησαν να συμπαραλάβωσιν. Οι Έλληνες ειδοποιήθησαν, αλλά βραδέως περί της φυγής· ώστε όταν έδραμον εις την καταδίωξιν, μόλις εκατάφθασαν την οπισθοφυλακήν, εκ της οποίας φονεύσαντες μερικούς, διέσωσαν τινάς αιχμαλώτους και έλαβον ολίγας αποσκευάς.

Ο Καραϊσκάκης είχε προσκληθή και προλαβόντως παρά της Διοικήσεως διά να υπάγη εις βοήθειαν της Ακροπόλεως των Αθηνών κινδυνευούσης, αλλά δεν ηδυνήθη να ακολουθήση την διαταγήν ταύτην διά την επισυμβάσαν εκστρατείαν του Ομέρ πασά. Αφ' ού δε ελευθερώθη και από αυτήν, απεφάσισε πλέον να τρέξη εις βοήθειαν, διότι μάλιστα επροσκαλείτο και από τους εντός του φρουρίου οπλαρχηγούς. Περιπλέον την εις εκείνα τα μέρη εκστρατείαν του κατέστησεν αναγκαιοτάτην η φθορά την οποίαν έπαθον εις Καματερόν τα στρατεύματα τα υπό τον Μπούρμπαχην, Βάσον και Π. Νοταράν. Όθεν διορίσας εις μεν τα Κράβαρα τον Γιώτην Δαγκλήν, εις δε το Λιδωρίκι τον Σεφάκαν και εις το Δίστομον τον Α. Κουτσονίκαν με περίπου πεντακοσίους, αυτός παραλαβών όλους τους λοιπούς οπλαρχηγούς και έως χιλίους διακοσίους στρατιώτας ανεχώρησεν από Δίστομον την εικοστήν πρώτην του Φεβρουαρίου. Μετά δύω δε ημερονυκτίων συνεχή οδοιπορείαν έφθασεν εις Ελευσίνα, όπου τοποθετήσας το στράτευμα, διέταξε και τον Βάσον, διατρίβοντα τότε εις Μέγαρα, να μεταβή αμέσως με τους περί αυτόν. Μετέβη έπειτα εις Φαληρέα, παρετήρησε το εκεί στρατόπεδον και συνωμίλησε τα δέοντα με τον Ιωάννην Νοταράν και τους μετ' αυτού οπλαρχηγούς· μετά τούτο επέρασεν εις Σαλαμίνα, όπου διορίσας πολιτάρχην τον Νικολόν Καραμήτσον διεκήρυξεν ότι εντός εικοσιτεσσάρων ωρών όλοι οι εκεί στρατιώται να μεταβώσιν εις Ελευσίνα και επέρασεν ευθύς και αυτός εις Ελευσίνα, αφήσας εις τον πολιτάρχην να φροντίση διά την εκπλήρωσιν της διαταγής του.

Μόλις ανεπαύθη ολίγον και αμέσως επροσκάλεσε κατ' ιδίαν μόνον τους αρχηγούς των υπ' αυτώ διαφόρων σωμάτων διά να τους κοινοποιήση το σχέδιον, το οποίον είχε κατά νουν να βάλη εις ενέργειαν. Και διά να μην λάβη τινά αντίκρουσιν, εφρόντισεν αφ' ενός μεν μέρους να ενσπείρη ελπίδας τινάς πληρωμής και αμοιβής των αγώνων των, αφ' ετέρου δε να κολακεύση την φιλοτιμίαν των. Είναι δε αληθές ότι κατ' εκείνην την εποχήν είχε μεγάλας ελπίδας ο Καραϊσκάκης ότι έμελλε να βοηθηθή διά χρημάτων εις το επιχείρημά του. Επειδή οι πληρεξούσιοι του έθνους ήσαν εις δύω διηρημένοι και έκαστον των μερών ενόμιζεν ότι ήθελεν υπερισχύσει, αν προσελάμβανε με το μέρος του τον Καραϊσκάκην. Αυτός δε ζητούμενος και από τα δύω μέρη επολιτεύετο αμφότερα, χωρίς να προστεθή φανερά και σταθερά εις κανένα, ελπίζων με τούτον τον τρόπον να επιτύχη καλήτερα τον σκοπόν της πολιτικής του· ήλπιζεν ομοίως και εις εξωτερικά βοηθήματα (41) και προ πάντων της Φιλελληνικής εταιρείας των Παρισίων, της οποίας επεθύμει καθ' υπερβολήν ν' αποκτήση και την αγάπην και τον έπαινον (42)

Το σχέδιον ήτον να τοποθετηθή το εν Ελευσίνι στράτευμα εις Κερατζίνι, όθεν προχωρούν ολίγον κατ' ολίγον αναλόγως των προστιθεμένων νέων δυνάμεων, να φθάση εις τον ελαιώνα και διά του ελαιώνος, επειδή δεν ήθελε βλάπτεσθαι από το εχθρικόν ιππικόν, να προχωρήση έως εις το φρούριον και να ανοίξη συγκοινωνίαν των πολιορκουμένων με την θάλασσαν. Όταν δε τούτο ήθελε κατορθωθή, ο εχθρός ήθελε κρίνει περιττόν να επιμένη εις μίαν ανωφελή πολιορκίαν και ήθελεν αναχωρήσει, αφίνων ελεύθερον από τους βεβήλους πόδας του το ιερόν έδαφος των Αθηνών. Το σχέδιον τούτο φαίνεται δυσκατόρθωτον, δεν ήτον όμως αδύνατον να επιτύχη. Ο φρόνιμος και προφυλακτικός τρόπος, τον οποίον μετεχειρίσθη ο Καραϊσκάκης, δίδει ικανάς ελπίδας, ότι αν όχι εντελώς, τουλάχιστον όμως κατά μέγα μέρος ήθελεν αποβή κατά τας ελπίδας του.

Κοινοποιών εις τους αξιωματικούς του στρατοπέδου το σχέδιον τούτο, εφρόντισε να τους το προβάλη ως συμβουλευόμενος, και τούτο τους ηνάγκασε να το δεχθώσι προθυμότερον, τον εβεβαίωσαν δε περί της τελείας εμπιστοσύνης των εις όσα αυτός κρίνει εύλογα και της προθύμου υπακοής εις τα διαταττόμενα. Ούτω λοιπόν διέταξε τριακοσίους στρατιώτας υπό τον Καλύβαν, Κασιμούλην και Αθανασούλαν Βαλτινόν να αναχωρήσωσι διά θαλάσσης και ακολουθούντες ένα έμπειρον της τοποθεσίας οδηγόν, με τον οποίον τους εσυντρόφευσε, να υπάγωσιν εις Κερατζίνι και να κατασκευάσωσιν έν οχύρωμα εις την αρμοδιωτέραν θέσιν· το δε λοιπόν στράτευμα να μεταβή την νύκτα διά ξηράς· το κίνημα τόσον των διά ξηράς, καθώς και των διά θαλάσσης απεφασίσθη να γένη μετά την δύσιν του ηλίου, διά να μη γνωσθή από τας σκοπιάς των εχθρών. Η σάλπιγξ εσήμανε την ώραν, και ο Καραϊσκάκης, αφ' ού έμβασεν εις τα πλοία τους διωρισμένους να υπάγωσι διά θαλάσσης και τους εκίνησεν, ανεχώρησεν από Ελευσίνα με το επίλοιπον στράτευμα.

Οι διά θαλάσσης εκστρατεύσαντες, φθάσαντες εις τον διωρισμένον τόπον και αποβάντες εις την ξηράν, κατεσκεύασαν αμέσως έν οχύρωμα ανάλογον με τον αριθμόν των· φθάσας μετά ταύτα και ο αρχηγός με το λοιπόν στράτευμα διώρισε τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου να τοποθετηθή εις μίαν εκκλησίαν καί τινα περί αυτήν ερείπια οικιών, θέσιν κειμένην προς το μέρος του εχθρικού στρατοπέδου. Ομού με αυτόν ετοποθέτησε και τους διά θαλάσσης ελθόντας, εις δε το υπ' αυτών κατασκευασθέν οχύρωμα εδιόρισε τον Γιαννούσην και Βάσον μεταξύ δε εις τας δύω ταύτας θέσεις ετοποθέτησε τον Π. Νοταράν. Ενώ οι στρατιώται ενησχολούντο εις την οχύρωσιν των θέσεων τούτων, ο Καραϊσκάκης με τον Ρούκην και Γαρδικιώτην επροχώρησεν εις το εχθρικόν στρατόπεδον παρατηρών τον τόπον έφθασε δε εις έν μετόχι, το οποίον εφάνη εύλογον εις αυτόν και τους μετ' αυτού να πιασθή από τους Έλληνας και να οχυρωθή. Επιστρέψας εκοινοποίησε την γνώμην του και εις τους λοιπούς αξιωματικούς, και επειδή όλοι την απεδέχθησαν, διορίζει εκατόν πενήντα στρατιώτας από τους νεωστί ελθόντας από Παλαμήδι και άλλους τόσους από άλλα σώματα να τοποθετηθώσιν εις ταύτην την θέσιν. Αλλά μόλις επροχώρησαν ούτοι ολίγα βήματα, και τους προσκαλεί να επιστρέψωσιν οπίσω και να υπάγωσιν έκαστος εις τον τόπον, όπου ήτον διωρισμένος προτήτερα. Απορούντες όλοι διά την ταχυτάτην ταύτην μεταβολήν της αποφάσεως, ερωτούν την αιτίαν. «Όταν, απεκρίθη, δεν βλέπω συμφωνίαν μεταξύ σας, δεν επιχειρώ πολεμικά έργα». Ερώτησαν ποίος είναι ο αίτιος της διαφωνίας, αλλ' αυτός δεν ωμολόγησε κανένα· είπε δε ότι αύριον θέλει τον γνωστοποιήση και ας περάση ούτως η παρούσα νύκτα. Τούτο δε το είπε διά να αναπαύση, φαίνεται, τους εξετάζοντας, επειδή εις το εξής δεν έγεινε πλέον λόγος περί αυτού του αντικειμένου, τουλάχιστον δημοσίως.

Την επομένην ημέραν (43) πολλά πρωί επήγεν έφιππος ομού με ένα εκ του ιππικού διά να κατασκοπεύση την θέσιν του εχθρικού στρατοπέδου. Συρόμενος από την περιέργειαν τού να ίδη πλησιέστερον και να μάθη τι περισσότερον, επλησίασεν υπέρ το δέον εις ένα εχθρικόν προμαχώνα, ώστε τον επυροβόλησαν· μετέβη εκ τούτου εις άλλον, και λαβών δύω ίππους βόσκοντας προ των οφθαλμών των εχθρών, επέστρεψεν αφ' ού έκαμε τας αναγκαίας παρατηρήσεις του· επειδή δε είδε τριακοσίους ιππείς αποκοπέντας από το εχθρικόν στρατόπεδον και διευθυνομένους προς το Ελληνικόν, έδωκεν αμέσως διαταγήν να ετοιμασθώσιν όλοι και να ευρίσκωνται εις τας θέσεις των.

Οι Τούρκοι ιππείς φθάσαντες πλησίον εις το Μετόχι, το οποίον, ως ανωτέρω, δεν είχε πιασθή από τους Έλληνας, απέβησαν από τους ίππους, συνεκεντρώθησαν εις έν και εκάθισαν. Κατά περίστασιν την στιγμήν ταύτην είχον ευρεθή μέσα εις το Μετόχιον τούτο διάφοροι αξιωματικοί εκ του σώματος των Παλαμηδιωτών, ελθόντες χάριν περιεργείας, οι οποίοι ιδόντες τους εχθρούς ανεχώρησαν από το Μετόχιον, αφήσαντες πέντε στρατιώτας μόνον διά να φαίνωνται εις τους εχθρούς και να δίδωσιν αιτίαν να υποπτεύωσιν, ότι η θέσις αύτη δεν είναι αφύλακτος· μετά ικανήν ώραν συνήχθη και πεζικόν εχθρικόν στράτευμα, συγκείμενον από οκτακοσίους περίπου στρατιώτας· το στράτευμα τούτο ωδηγείτο από τον ίδιον Κιουταχήν, όστις μαθών από τα περί τον Φαληρέα στρατεύματά του, ότι ήλθον τα υπό τον Καραϊσκάκην στρατεύματα, επήγε να παρατηρήση μόνος του και να δοκιμάση την δύναμιν αυτών.

Τον αυτόν σκοπόν έχων και ο Καραϊσκάκης ετοίμασε τους Έλληνας και διώρισε να εξέλθωσι κατά των εχθρών να κάμωσι δε αρχήν του ακροβολισμού οι ολίγοι ιππείς Έλληνες, βοηθούμενοι και από τους έχοντας ίππους αξιωματικούς του πεζικού, όσοι επροθυμήθησαν να μεθέξωσι και τούτου του κινδύνου. Αφ' ού συνεκρούσθησαν ολίγην ώραν τα δύω σώματα, χωρίς να υπερτερήση ούτε το έν, ούτε το άλλο μέρος, οι Τούρκοι διεύθυναν έν απόσπασμα στρατιωτών διά να πιάση έν ύψωμα γης, το οποίον απείχεν εξ ίσου από αυτούς και από τους Έλληνας, εφαίνετο δε ότι έκειτο ευφυώς και εις ασφάλειαν και εις περίστασιν καταδρομής εναντίον των Ελλήνων. Ο Καραϊσκάκης εννοήσας εν ακαρεί και τον σκοπόν των εχθρών και την σημαντικότητα της θέσεως, διέταξε τινάς των Ελλήνων να τρέξωσιν εις ταύτην την θέσιν· η ταχύτης του αρχηγού και η προθυμία των στρατιωτών συνέτρεξαν εις το να προληφθή η θέσις αύτη, το οποίον ηνάγκασε τους Τούρκους να οπισθοδρομήσωσι πρώτον, έπειτα να τραπώσιν εις φυγήν όλοι, ιππείς και πεζοί, και να μείνωσιν οι Έλληνες νικηταί, από το οποίον ενεθαρρύνθησαν εις τους λοιπούς αγώνας.